Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 24105/19, 7/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24105/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 7/11/22 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ανδρέου με κ. Κάρκα Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατηγορίες και μαρτυρία Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για άσεμνη πράξη και δημόσια εξύβριση στις 7/8/
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στη βεράντα της οικίας του τέλεσε άσεμνη πράξη, δηλαδή προέταξε το μεσαίο δάκτυλο του χεριού του και υπέδειξε τα γεννητικά του όργανα προς τον παραπονούμενο. Επίσης ότι εξύβρισε τον παραπονούμενο με τις λέξεις «π..η, κλέφτη και πρεζόνι». Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο παραπονούμενος, Νεόφυτος Στυλιανού. Υιοθέτησε περιεχόμενο κατάθεσής του ημερομηνίας 23/9/2019, όπου και αναφέρει ότι την ημέρα που έγινε το περιστατικό ανέβηκε προς το σπίτι του στο Καλό Χωριό και τη στιγμή που περνούσε έξω από το σπίτι του Κατηγορούμενου αυτός ήταν έξω στη βεράντα του. Αυτός ήταν ο μοναδικός δρόμος για να ανέβει στο βουνό όπου βρίσκεται το σπίτι του. Ο Κατηγορούμενος μόλις τον είδε άρχισε να του φωνάζει, τον «κά..σε» και του υπέδειξε τα γεννητικά όργανα. Ο παραπονούμενος είχε το παράθυρο του αυτοκινήτου του ανοικτό και είδε τον Κατηγορούμενο να τρέχει, να έρχεται προς τον δρόμο και να του φωνάζει και να τον εξυβρίζει με τις φράσεις «κλέφτη και π.η». Δεν έδωσε σημασία γιατί ήταν συχνό φαινόμενο να τον εξυβρίζει ο Κατηγορούμενος. Πήγε στο σπίτι του και κάθισε στη βεράντα του. Σε 30 λεπτά άκουσε ποδοβολητά αλόγου σε χωματόδρομο που περνούσε από κάτω. Πρόσεξε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που ερχόταν στον χωματόδρομο με το άλογο και τον σκύλο του. Όταν πλησίασε 100 μέτρα άρχισε να τον φωνάζει κλέφτη και εκείνος του απάντησε «αν είμαι κλέφτης να σου δώσω όσα θέλεις», νευρίασε και του φώναξε «πούστης είναι εκείνος που σε έκαμε». Ο Κατηγορούμενος προσπέρασε προς τα πάνω για 30 μέτρα και εκείνος τον έβλεπε. Σε κάποια φάση ο δρόμος έχει απότομο στρίψιμο και δεν υπάρχει οπτικό πεδίο. Τον είδε που επέστρεφε μετά και τον άκουγε που του φώναζε «κλέφτη, κλέφτη, πρεζόνι και π.η» και κατέβηκε από το άλογό του σε απόσταση 200 μέτρων από το σπίτι του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος θύμωσε πολύ εκείνην την ώρα γιατί ένιωσε πρόκληση. Πήρε το κυνηγετικό του όπλο και πυροβόλησε στον αέρα προς τα πάνω με σκοπό να οδηγήσει τον Κατηγορούμενο σε φυγή. Δεν πυροβόλησε εναντίον του, αλλά στον αέρα και στο βουνό ψηλά. Μετά ο Κατηγορούμενος έφυγε. Ο παραπονούμενος απολογείται που πυροβόλησε, αλλά ένιωθε ότι προκλήθηκε και θύμωσε. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος από τον Κατηγορούμενο, αναφέρθηκε σε σχέση με ισχυριζόμενη κλοπή ενός σκύλου ότι ήταν δικός του. Καταδικάστηκε και πλήρωσε πρόστιμο για το συγκεκριμένο αδίκημα. Επέμενε όμως ότι ο σκύλος ήταν δικός του και ότι ο Κατηγορούμενος κατεύθυνε τους κατόχους του σκύλου να βγάλουν λεφτά για να φαίνεται εκείνος ως κλέφτης. Πάρα ταύτα δέχθηκε ότι δήλωσε παραδοχή στο Δικαστήριο. Όταν τον ρώτησε αν έκλεψε τον σκύλο η απάντησή του ήταν «τι σε κόφτει εσένα;». Έχει παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου γιατί από τότε που ξεκίνησε να κατοικεί στο χωριό και τον προσέγγισε για να γίνουν φίλοι για να εκπαιδεύσουν έναν σκύλο του στην πορεία τον προσέγγισε με απειλητικές διαθέσεις ζητώντας του χρήματα που δεν δικαιούτο και ο Κατηγορούμενος τον προειδοποίησε ότι αν δεν του δώσει €150 θα πήγαινε εκεί για να εισπράξει. Δεν δέχθηκε ότι εξυβρίζει επί καθημερινής βάσης τον Κατηγορούμενο και την οικογένειά του, ούτε ότι πέταξε στον Κατηγορούμενο κέρατα μιας κατσίκας. Όταν ρωτήθηκε σε σχέση με απόσυρση εκατέρωθεν παραπόνου δέχθηκε ότι υπήρχε συμφωνία η οποία περιελάμβανε και τον αδελφό του Κατηγορούμενου, αλλά δεν προχώρησε τελικά γιατί έχει βάσιμη υποψία ότι του επιτέθηκε με τον αδελφό του και ο Κατηγορούμενος μαζί με κάποιο άλλο πρόσωπο. Κατ' εκείνον η καταγγελία για τον πυροβολισμό έγινε για να προστατέψει ο Κατηγορούμενος τον αδελφό του. Επέμενε παρά το ότι υπάρχουν στροφές που οδηγούν στο σπίτι του μέσω του σπιτιού του Κατηγορούμενου, μπορούσε από την οπτική γωνιά όπου βρισκόταν να ακούσει τον Κατηγορούμενο να τον βρίζει. Ο Μ.Κ.
- Αστ. 2746 Π.Παύλου υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του στην οποίαν προβαίνει σε διάφορες αναφορές σε σχέση με την καταγγελία του παραπονούμενου εναντίον του Κατηγορουμένου, αλλά και σε σχέση με καταγγελία του Κατηγορούμενου που προηγήθηκε. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στις 7/8/19 τηλεφώνησε στις 1915 στον Α.Σ. Κλήρου ο Κατηγορούμενος και ανάφερε ότι κατά τη διάρκεια περιπάτου του με το άλογό του πλησίον της οικίας του παραπονουμένου, τον άκουγε να υβρίζει, δεν έδωσε σημασία και καθώς απομακρυνόταν άκουσε κρότο από εκπυρσοκρότηση όπλου και σκάγια να περνούν από κοντά του και πιστεύει ότι τον πυροβόλησε ο παραπονούμενος. Αρνήθηκε να προβεί σε γραπτή κατάθεση για διερεύνηση της καταγγελίας του. Κλήθηκε και προσήλθε στο σταθμό αλλά και πάλι αρνήθηκε αναφέροντας ότι δεν επιθυμούσε τη ανάμειξη της Αστυνομίας. Στις 11/9/19 προσήλθε εκ νέου στον Α.Σ. Κλήρου και ανέφερε ότι το σκέφτηκε ξανά και υπέβαλε το παράπονό του προβαίνοντας σε γραπτή κατάθεση. Στις 14/9/19 έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο, ο οποίος αρνούνταν να αναφέρει οτιδήποτε πριν συνομιλήσει με το δικηγόρο του και στις 23/9/19 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο. Στις 26/9/19 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7) . Αντεξεταζόμενος, όταν ρωτήθηκε εάν προέβηκε σε έρευνα επί τόπου, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενο ενώ προσήλθε στο σταθμό δεν ήθελε να δώσει κατάθεση και δεν ήθελε την ανάμειξη της αστυνομίας. Δεν έγινε συζήτηση για απουσία του υπευθύνου στου σταθμού, ο οποίος δεν είναι κι εργάζεται ώρες γραφείου. Μετέβηκε στο σπίτι του παραπονούμενου, στα πλαίσια όμως άλλης υπόθεσης. Παραπονούμενος - Κατηγορούμενος απασχολούν τον Αστυνομικό Σταθμό με αλληλοκαταγγελίες. Σχετικά με τις Κατηγορίες που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, βασίστηκε η Αστυνομία στις καταγγελίες του παραπονούμενου. Οι δύο κατοικίες απέχουν 100 μέτρα μεταξύ τους. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος φοβούμενος για την ασφάλεια τη δική του και της οικογένειάς του δεν προσήλθε για να δώσει κατάθεση, ανέφερε ότι θα μπορούσε να έρθει πολύ νωρίτερα για κατάθεση ή έστω μία δύο μέρες μετά. Ο λόγος που από παραπονούμενος, βρέθηκε Κατηγορούμενος το Δικαστήριο, είναι γιατί έγινε συγκεκριμένο παράπονο εναντίον του. O Κατηγορούμενος έδωσε ενόρκως μαρυρία. Υιοθέτησε το περιεχόμενο καταθέσεών του. Στην κατάθεσή του ως ύποπτος, ημερομηνίας 26/09/19, Τεκμήριο 7 διαψεύδει τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου. Στην κατάθεσή του ως παραπονούμενος, που λήφθηκε στις 11/9/19 (Τεκμήριο 5) αναφέρει τα ακόλουθα. Στις 7/8/19 και περίπου η ώρα 18:45 το απόγευμα πήρε το άλογό του για βόλτα. Απέναντι από το σπίτι του σε απόσταση περίπου 250 μέτρων υπάρχει οικία όπου διαμένει ο παραπονούμενος κατά διαστήματα. Με τον παραπονούμενο έχουν προστριβές και διαφορές με αφορμή έναν σκύλο που είχε ένας συγχωριανός τους που ο παραπονούμενος πίστευε ότι ο σκύλος ήταν δικός του και ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε τον σκύλο και τον έδωσε στον χωριανό τους. Αυτό έχει λάβει χώρα περίπου πριν δυόμισι χρόνια (από το 2019) και είχε δοθεί κατάθεση στην Αστυνομία. Από τότε έχουν προβλήματα με τον παραπονούμενο. Με το άλογό του ο Κατηγορούμενος ανηφόρισε σε χωματόδρομο ο οποίος βρίσκεται στη μέση του σπιτιού του και του σπιτιού του παραπονούμενου και έφτασε 100 μέτρα περίπου από το σπίτι του παραπονούμενου. Σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος ήταν στη βεράντα του και άρχισε να φωνάζει στον Κατηγορούμενο «σιύλλε» και «γ.. τη ράτσα σου, γ.. τον τζύρη σου τζιαί γ.. τον αρφό σου». Ο Κατηγορούμενος δεν γύρισε πίσω για να τον κοιτάξει. Συνέχισε τον δρόμο του και διένυσε απόσταση περίπου 300 μέτρα. Έχασε την οπτική επαφή με τον παραπονούμενο και δεν τον έβλεπε ούτε τον άκουγε. Μετά που 5 ‑ 6 λεπτά ενώ επέστρεφε πίσω είδε τον παραπονούμενο στη βεράντα του να κρατά κάτι που γυάλιζε. Τότε άρχισε να τον βρίζει ο παραπονούμενος με τις ίδιες βρισιές όπως πριν και σε κάποια στιγμή άκουσε έναν πυροβολισμό και κατάλαβε ότι ήταν πυροβολισμός από κυνηγετικό όπλο γιατί είναι και ο ίδιος κυνηγός και άκουσε σκάγια να περνούν από γύρω του. Δεν μπορεί να καθορίσει την απόσταση. Γύρισε προς το μέρος του παραπονούμενου και τον είδε στη βεράντα του, αλλά δεν μπόρεσε να δει αν κρατούσε όπλο επειδή αφηνίασε το άλογό του. Ο παραπονούμενος συνέχισε να τον βρίζει με τις ίδιες φράσεις με προηγουμένως. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του κοίταξε προς το σπίτι του παραπονούμενου και τον είδε να κρατά κυνηγετικό όπλο. Το διέκρινε καθαρά και γι' αυτό πιστεύει ότι προηγουμένως επρόκειτο για πυροβολισμό. Μετά τηλεφώνησε στην Αστυνομία, αλλά δεν ήθελε να δώσει κατάθεση για να διερευνηθεί η υπόθεση γιατί δεν ήθελε να πάει Δικαστήριο. Παρόλο που αστυνομικός τον κάλεσε να έρθει στον σταθμό και να δώσει κατάθεση, αυτός δεν ήθελε και δεν επιθυμούσε ανάμειξη Αστυνομίας. Μετά όμως που πέρασαν οι μέρες και το ξανασκέφτηκε αποφάσισε να δώσει κατάθεση για το τι έγινε εκείνην την ημέρα. Περαιτέρω, περιέγραψε το δρόμο για να μεταβεί στην κατοικία του, ο οποίος και καταλήγει στο σπίτι του παραπονουμένου, ο οποίος περνά μέσα από τον ιδιωτικό δρόμο του Κατηγορούμενου για να πάει στο δικό του σπίτι. Εκείνη την ήμερα, περί τις 18:45, που είχε δροσίσει, αποφάσισε να πάρει το άλογό του για περίπατο. Δεν είχε δει προηγουμένως τον παραπονούμενο. Αντιλήφθηκε την παρουσία του, όταν όντας στο άλογό του τον άκουσε να τον εξυβρίζει, κάτι επί του οποίου δεν έδωσε σημασία. Φοβόταν να φύγει από το σπίτι του για να οδηγήσει μόνη του την οικογένειά του. Τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό στις 15/8 για να δώσει κατάθεση και μετά του είπαν ότι έλειπε με άδεια ο υπεύθυνος του σταθμού και να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Είχε πάρει ακόμη 2 φορές τηλέφωνο μέχρι τις 11/9 και ήταν στην αναμονή. Ποτέ δεν ήρθε στην οικία του ο Μ.Κ.
- για να εξετάσει την περιοχή. Ανέφερε ότι το σπίτι του είναι ευδιάκριτο από 100 μέτρα από το δρόμο. Κάτω από το σπίτι του δεν υπάρχει οπτική επαφή όπως περνά ο δρόμος. Είναι τέτοια η οπτική επαφή που αποκλείεται να δει κάποιος ένα πρόσωπο στη βεράντα του από το δρόμο. Υπήρχε συμφωνία με τον παραπονούμενο να αποσύρουν τις υποθέσεις τους και ο ίδιος απέσυρε τη δική του υπόθεση για να συμφιλιωθούν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ήθελε να το μάθει ο παραπονούμενος ότι τον κατάγγειλε γιατί φοβόταν για την οικογένειά του. Είχε όμως πάει εκείνη την ημέρα στο σταθμό. Είχε αναφέρει ότι ο παραπονούμενος ήταν εκτός ελέγχου κι εκείνος άκουσε πυροβολισμούς, βρισιές για τα παιδιά του και τη σύζυγό του, σε συνδυασμό με πυροβολισμούς επί καθημερινής βάσεως. Δεν είδε καθόλου τον παραπονούμενο προηγουμένως. Δεν έβρισε τον παραπονούμενο και ούτε προέβηκε σε άσεμνη χειρονομία. Όταν τηλεφώνησε στον αστυνομικό φοβόταν να πάει στον Αστυνομικό σταθμό και μετά τηλεφώνησε για να προβεί σε καταγγελία. Ο αστυνομικός στον οποίον τηλεφώνησε του είπε από το τηλέφωνο ότι λείπει ο σταθμάρχης και θα πρέπει να τον ρωτήσουν εκείνον εάν θα έδιδε κατάθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε ολικώς, είτε μερικώς. (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207) Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας, επειδή θα προβώ και σε σχετικά ευρήματα, εξετάζονται και διάφορες εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης κ. Ανδρέου. Ξεκινώ από τον παραπονούμενο. Ήταν σαφές ότι τελεί υπό σύγχυση για διάφορα θέματα, εφόσον πλάτειαζε κι προέβαλλε διάφορους ασαφείς ισχυρισμούς για τον Κατηγορούμενο, με τον οποίον φαίνεται έχουν πολλές διαφορές και καταγγελίες ο ένας για τον άλλον. Επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν διέπραξε αδίκημα για το οποίο δήλωσε παραδοχή στο Δικαστήριο. Οπότε η εντύπωσή μου για εκείνον δεν ήταν η καλύτερη. Αυτό όμως δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτός επί των όσων αποδίδει στον Κατηγορούμενο σε σχέση με τις δύο Κατηγορίες (βλ. συνέχεια ανάλυσης πιο κάτω). Όσον αφορά σε συμφωνία για εκατέρωθεν απόσυρση παραπόνων, που θα εξετάσω κατά προτεραιότητα αν υπήρξε, ακόμη κι αν εκ πρώτης όψεως, το προνόμιο για κίνηση ποινικής δίωξης και προώθησή της είναι ανέλεγκτο προνόμιο του Γενικού Εισαγγελέα, δεν έχω σε κάθε περίπτωση σαφή εικόνα από τη μαρτυρία του παραπονουμένου επί του τι λέχθηκε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης ενώπιον της συναδέλφου μου, όπου αναφέρθηκε ότι έγιναν σχετικές αναφορές. Οπότε η εν λόγω εισήγηση της υπεράσπισης περί καταχρηστικότητας, απορρίπτεται. Όσον αφορά ειδικά τα γεγονότα της παρούσας, η κατάθεσή του παραπονούμενου έχει λογική και συνοχή και μάλιστα σε αυτήν παραδέχεται και ο ίδιος διάπραξη αξιόποινων πράξεων εκ μέρους του. Δεν κλονίστηκε για αυτά τα θέματα η εκδοχή του από την αντεξέτασή του. Εξήγησε με πειστικότητα και ότι είδε τον Κατηγορούμενο προηγουμένως και ότι τον άκουσε παρά το ότι υπάρχουν στροφές όπως περνά από το σπίτι του Κατηγορούμενου για να φθάσει στο δικό του. Ούτε για το τι έγινε στη συνέχεια στις 7/8/19, κατά τη βόλτα του Κατηγορούμενου με το άλογό του προς την οικία του παραπονούμενου, υπήρξε αντίφαση. Όσον αφορά την εντύπωση του παραπονούμενου, όπως διατυπώνεται στην κατάθεσή του ημερ. 23/9/19, Τεκμήριο 2 για την ημερομηνία του περιστατικού (2-3 μέρες πριν τις 24/8 αντί στις 7/8), δεν θεωρώ ότι, ως διατυπώνεται («έχω την εντύπωση») κι έχοντας διατυπωθεί ενάμιση μήνα μετά το περιστατικό, ότι επιδρά στην αξιοπιστία του παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε μία καίρια αντίφαση όσον αφορά τη διατύπωση της καταγγελίας. Ισχυρίστηκε στην κατάθεσή του Τεκμήριο 5 , ότι ο λόγος που δεν έδωσε κατάθεση προηγουμένως, παρά το ότι έτυχε αναφοράς και από τον ίδιο το Μ.Κ.2 αλλά και το δέχθηκε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ότι είχε κληθεί για να δώσει κατάθεση και να προσέλθει στο σταθμό προηγουμένως και προσήλθε, ότι δεν ήθελε αρχικά να πάει Δικαστήριο και δεν ήθελε «ανάμειξη της Αστυνομίας». Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως, ανέφερε ότι δεν έφευγε από το σπίτι γιατί φοβόταν για τη γυναίκα και τα παιδιά του (κάτι που έπραξε όμως τελικά και πήγε στο σταθμό, αλλά δεν έδωσε κατάθεση) ή ότι ανάμενε από το σταθμάρχη για να δώσει κατάθεση κλπ., προέβαλε δηλαδή μία σαφώς διαφοροποιημένη εκδοχή ως προς αυτό. Η αντίφαση αυτή είναι καίρια. Η λογική εξήγηση που εγώ δίνω, με βάση και τις αντιφάσεις για το ότι δεν έδωσε άμεσα κατάθεση, ήταν γιατί είχε προηγηθεί και η δική του -αξιόποινη- συμπεριφορά. Εξ' ου και ο δισταγμός του να δώσει κατάθεση. Ο Μ.Κ.
- μου έκανε καλή εντύπωση και με έπεισε για την ειλικρίνειά του, εφόσον δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του με οποιοδήποτε τρόπο σε σχέση με την καταγγελία και την υποβολή της. Όσον αφορά στις ενέργειες του ως εξεταστής της υπόθεσης, δεν εντοπίζεται κάτι εις βάρος του Κατηγορούμενου, από τις ενέργειές του. Εξήγησε ότι διατυπώθηκε παράπονο μετά από την καταγγελία του ίδιου του παραπονούμενου εναντίον του Κατηγορούμενου. Από ό,τι φαίνεται δε, ο Κατηγορούμενος έδωσε τη θέση του για την καταγγελία εναντίον του, με κατάθεση Τεκμήριο 7, ημερ. 26/9/
- Δεν εντοπίζω οτιδήποτε το επιλήψιμο στις ενέργειές του ή κάποια ουσιαστική παράλειψη η οποία να πλήττει τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου ή να τον φέρνει σε κάποια δυσμενή θέση. Οπότε οι σχετικές εισηγήσεις της Υπεράσπισης για ελλιπή διερεύνηση και για μη δίκαιη δίκη λόγω ουσιαστικά κάποιων παραλείψεων του εξεταστή της υπόθεσης, απορρίπτονται. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί οι αναφερόμενες λεπτομέρειες και στις 2 Κατηγορίες. Κατάληξη επί των 2 Κατηγοριών Σχετικά με τις 2 Κατηγορίες είναι τα ακόλουθα άρθρα του Κεφ. 154:
- Άρθρο 76 Άσεμνη πράξη: « Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.»
- 'Αρθρο 99 Δημόσια εξύβριση «Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
- Άρθρο 4 (ερμηνευτικό): «...... "δημόσιος χώρος" ή "δημόσιο υποστατικό" περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση ...δημόσια" αναφορικά με πράξεις που έχουν διενεργηθεί, σημαίνει είτε- (α) ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο είτε (β) ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο» Όσον αφορά την Πρώτη Κατηγορία (άσεμνη πράξη) θεωρώ, με βάση και την πιο πάνω ανάλυση για τη μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος προέβη στις άσεμνες πράξεις που του καταλόγισε ο παραπονούμενος από τη βεράντα του σπιτιού του κατά τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτός από τον παραπονούμενο καθώς οδηγούσε σε δημόσιο δρόμο. Το ίδιο αφορούσε και τις 3 λέξεις που του αποδόθηκαν, οι οποίες βρίσκω ότι όντως διατυπώθηκαν από τον Κατηγορούμενο καθώς βρισκόταν στο άλογό του και διατυπώθηκαν προς τον παραπονούμενο, ως αυτός τα αναφέρει στην κατάθεσή του σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που μπορούσε σε κάθε περίπτωση να γίνει αντιληπτός και να προκαλέσει επίθεση παριστάμενου προσώπου. Συνεπώς στοιχειοθετούνται επαρκώς και οι 2 Κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου, ο οποίος βρίσκεται ένοχος σε αμφότερες. .......... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο