← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΙΧΑΗΛ ΖΑΝΝΕΤΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 357/19, 1/7/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΙΧΑΗΛ ΖΑΝΝΕΤΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 357/19, 1/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 357/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν.

  1. ΜΙΧΑΗΛ ΖΑΝΝΕΤΤΟΥ
  2. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΑΟΛΗΣ Κατηγορούμενων -------------------------- Ημερομηνία: 1/7/22 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο 1 και 2: κ. Ιεροδιακόνου Κατηγορούμενοι παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ένα μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου του μικρού σε πληθυσμό και γραφικού Λαζανιά της επαρχίας Λευκωσίας, ισχυρίζεται ότι ο τότε Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου τον εξύβρισε στις 27/9/18 με τη φράση «είσαι γάιδαρος» (Κατηγορία 1) παραπέμποντας στο γνωστό συμπαθητικό αυτό ζώο που συνδέεται ιστορικά με τα χωριά και τις παραδοσιακές υπαίθριες εργασίες του τόπου μας, η αναφορά στο οποίο κατέληξε -κακώς- να σημαίνει «ανάγωγος» ή «αναίσθητος» Ισχυρίζεται επίσης ότι δέχθηκε δημόσια εξύβριση (βλ. Κατηγορία 2) όταν ο Κατηγορούμενος 2 -επίσης μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου- τον εξύβρισε με τη φράση «ρε κκιλίντζιρε, ρε βλάκα, ξέρεις ποιος είμαι εγώ» (κκιλίντζιρός έστι «βρωμιάρης» στην καθομιλούμενη κυπριακή διάλεκτο). Το αποδιδόμενο συνοδευτικό-προς τις προσφωνήσεις «βλάκα» και «κκιλίντζιρε»- «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» συνιστά χρησιμοποιούμενη φράση σύγχρονων Κυπρίων -δείγμα κοινωνικής παρακμής και αποπροσανατολισμού των κατοίκων του μικρού ημικατεχόμενου νησιού μας-, όταν κάποιοι εξ ' ημών απευθυνόμενοι σε άλλους, με τρόπο καθόλα άκομψο, επιδεικτικό και συνάμα μειωτικό μάλλον για τον πομπό αντί για τον δέκτη της φράσης, αναφέρονται σε δική τους (κατά κανόνα στην πραγματικότητα ανύπαρκτη) αξία και σε (συνήθως φανταστικά) επιτεύγματα (εφόσον πολίτες με πραγματικά επιτεύγματα σπανίως έως ποτέ θα απευθυνθούν τοιουτοτρόπως προς άλλον). Παραπονείται ο Κατηγορούμενος για ισχυριζόμενες συμπεριφορές άλλων, όταν μάλιστα ο ίδιος ανέφερε στην αντεξέτασή του ότι όταν εισήλθε στο χώρο του Κοινοτικού Συμβουλίου κι ανέφερε στους Κατηγορούμενους «Που εν να γίνετε άνθρωποι εν να σας καλημερίσω.», κάτι που θα μπορούσε να εγείρει και ζητήματα καταχρηστικότητας στην καταγγελία. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο και αυτό καθηκόντως, έχοντας πλέον ακούσει τα μέρη (τόσο παραπονούμενο Μ.Κ.1., τον Μ.Κ.
  3. αστυνομικό που έλαβε καταθέσεις για την υπόθεση κι ένα άλλο κοινοτικό σύμβουλο συγγενή του Μ.Κ.
  4. και τους Κατηγορούμενους μετά την κλήση τους σε απολογία) θα αποφανθεί. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παρατίθεται κατωτέρω η μαρτυρία Μ.Κ.
  5. Παραπονούμενος Μ.Κουτούμπας Υιοθέτησε την κατάθεσή του Τεκμήριο 1, ημερ. 30/9/
  6. Ήταν τότε Αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου του Λαζανιά. Συνήλθε το Κοινοτικό Συμβούλιο και κάποιες διαφωνίες σε σχέση με την Εκκλησία και κάποια υπόμνησή του προς τους 2 Κατηγορούμενους ότι επέλεξαν να είναι απόντες και προς τον Κατηγορούμενο 1 ότι δεν τήρησε δέσμευσή του να εισφέρει 50 ΕΥΡΩ μηνιαίως στην Εκκλησία, ο Κατηγορούμενος 1 τον στις 17/9/18 εξύβρισε λέγοντάς του «Είσαι γάιδαρος» και αμέσως μετά τον αποκάλεσε βλάκα ο Κατηγορούμενος
  7. Κατευθυνόμενος προς την έξοδο ο Κατηγορούμενος 1 τον τράβηξε από τη φανέλα (όχι κατά τρόπο που να του επιτίθετο ως διευκρίνισε στο Τεκμήριο 2 συμπληρωματική κατάθεση 8/11/18 και στο σημείο του αριστερού ώμου κι ενώ βρίσκονταν έξω και κάπνιζαν, ο Κατηγορούμενος 2 του είπε «Ρε κκιλίντζιρε ρε βλάκα, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Με την παρέλευση μερικών λεπτών, όταν τέλειωσαν το τσιγάρο τους, εισήλθαν στην αίθουσα και συζήτησαν τα θέματα της Κοινότητας χωρίς άλλο πρόβλημα. Το γραφείο του κοινοτικού συμβουλίου ήταν σε δημόσια δρόμο, πόρτες και παράθυρα ήταν ανοιχτά και το γραφείο ήταν στην οροφή εστιατορίου στο οποίο και υπήρχε κόσμος. Σε ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 3 (η οποία ως διαφαίνεται ακολούθησε τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 και τις δικές τους αιτιάσεις) δεν δέχεται ότι είπε στους Κατηγορούμενους τις φράσεις «τες καλημέρες τζιαι τες καλησπέρες λαλούν τες τζιει που έσιει άνθρωπους. Όχι γάδαρους» και «Ζαττίν ψεύτες και απατεώνες είσαστε» αλλά διευκρινίζει ότι τον Ιανουάριο του ίδιου έτους τους είπε όταν τον χαιρέτισαν « Που εν να γίνετε άνθρωποι εν να σας σιερετήσω» (φράση που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εντυπωσίασε τους Κατηγορούμενους (!).) Ξεκινώντας από την τελευταία αυτή φράση, αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, δέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα είπε στους Κατηγορούμενους «που εν να γίνετε άνθρωποι εν να σας καλημερίσω» κι αναφέρθηκε σε διαφορές του με τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος τον εξύβριζε το 2016 και με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος εκτός από ότι τον εξύβριζε κάποια φορά επί μισή ώρα τον άφησε απλήρωτο για εργασίες. Δεν δέχθηκε την εκδοχή των Κατηγορουμένων για το τι του ανέφεραν κατά τη συνεδρία, ξεκαθάρισε ότι ο κ. Κωνσταντίνου ήταν ξάδελφός του και δεν δέχθηκε ότι μετέβηκαν μαζί με το Μ.Κ.
  8. ξάδελφό του για να καταγγείλουν το περιστατικό. Εξήγησε ότι όταν έδωσε κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου τον ρώτησε ο Αστυνομικός εάν υπήρχαν μάρτυρες και του ανέφερε το όνομα του ξαδέλφου του και πήγε ο ίδιος κι έδωσε κατάθεση. Δεν δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε για εκδικητικούς σκοπούς, αλλά ως εξήγησε την υπέβαλε για λόγους τάξης για να μην ξαναγίνουν αυτά τα πράγματα. Επέμενε ότι υπήρχε κόσμος και η ταβέρνα ήταν ανοιχτή. Ο Μ.Κ.
  9. Αστυφ. 1400 Ε. Στυλιανού, Αστυν. Σταθμού Κλήρου αναφέρθηκε στις ανακριτικές του ενέργειες (βλ. κατάθεσή του Τεκμήριο 4) και ανέφερε ότι στις 27/9/18 προσήλθε στο σταθμο ο παραπονούμενος Μ.Κ.
  10. συνοδευόμενος από το Μ.Κ.3 και κατήγγειλε ότι δέχθηκε εξύβριση και κληθείς σε γραπτή κατάθεση, ανέφερε ότι ήθελε να συμβουλευθεί το δικηγόρο του και στις 30/9/18 προσήλθε κι εξέφρασε την επιθυμία του να δώσει κατάθεση και λήφθηκε κατάθεση. Καταθέσεις έλαβε και από τους Κατηγορούμενους και από τον Μ.Κ.
  11. Ο Μ.Κ.
  12. Χ. Κωνσταντίνου έδωσε κατάθεση στις 13/10/18 (Τεκμ.9) , όπου κι αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης σηκώθηκε από την καρέκλα του ο Κατηγορούμενος 1 και αποκάλεσε τον Μ.Κ.
  13. «γάδαρο». Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος 1 βγήκε πάλι έξω από την αίθουσα και μετά από παρέλευση μερικών λεπτών μπήκαν στο γραφείο και συνέχισαν τη συνεδρία χωρίς πρόβλημα. Η πόρτα του γραφείου ήταν ανοιχτή και λόγω του ότι οι εξυβρίσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 ήταν σε δυνατό τόνο, θα μπορούσαν αυτοί να ακουστούν από πρόσωπα που πιθανόν να ευρίσκονταν εκτός του γραφείου. Έδωσε επίσης συμπληρωματικά κατάθεση στις 17/11/18 όπου και αναφέρει ότι ο παραπονούμενος δεν εξύβρισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και ότι σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος είπε τη φράση «Τζιαμαί που έσιει αδρώπους». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι συγγενείς με τον παραπονούμενο (ξάδελφος). Δεν θυμάται αν καλησπέρισε τους Κατηγορούμενους ο παραπονούμενος. Δεν γνωρίζει αν είχαν προηγούμενες διαφορές οι Κατηγορούμενοι με τον παραπονούμενο. Δέχθηκε ότι οι σχέσεις του με τον ξάδελφό του ήταν καλές και ότι πάντα συμφωνούν. Συμφώνησε ότι στις συνεδριάσεις έλεγε «ό,τι πει ο Μάριος» (Μ.Κ.2). Η ταβέρνα ήταν κλειστή και συμφώνησε ότι λειτουργούσε μόνο τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Συμφώνησε ότι κατάγγειλε ο παραπονούμενος τους Κατηγορούμενους για εκδικητικούς σκοπούς. Ο Κατηγορούμενος 1 έδωσε κατάθεση (Τεκμ. 4) όπου και αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα κατά τη συνήλθαν σε τακτική συνεδρία το Κοοινοτικό Συμβούλιο και ο παραπονούμενος όταν προσήλθε δεν απάντησε και δεν ανταπόδωσε χαιρετισμό που του απυήθηνε ο ίδιος και άλλα μέλη και όταν του ζήτησε εξηγήσεις, ο Μ.Κ.
  14. απάντησε ότι «Τες καλημέρες τζιαι τες καλησπέρες λαλούν τες ζει που έσιει ανθρώπους. Όχι γαδάρους» Στη συνέχεια χωρίς ο ίδιος να του απαντήσει προχώρησε στην ημερήσια διάταξη για ζητήματα της κοινότητας και στη συζήτηση για την υδατοπρομήθεια ο παραπονούμενος τους αποκάλεσε «κλέφτες και απατεώνες» που δεν εμπιστευόταν και όταν τον κάλεσε ο Κατηγορούμενος 2 να «παραιτήσει τις μ..» εκείνος ήγειρε θέμα μη εισφοράς στην εκκλησιαστική επιτροπή. Ο ίδιος βγήκε έξω να καπνίσει για να ηρεμήσει ενώ αγγίζοντας τον παραπονούμενο στη φανέλα του είπε ότι αν ήταν ο ίδιος άλλος θα άρπαζε τον παραπονούμενο, θα τον έβαζε χάμω και θα του τάιζε τις αποδείξεις. Ο παραπονούμενος ζητούσε να καταγραφεί ότι εξυβρίστηκε από τον Κατηγορούμενος 2 και ο Κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε. Ο Κατηγορούμενος 1 επίσης κατάθεσε διάφορα έγγραφα για να δείξει τις τεταμένες σχέσεις που υπήρχαν στο Κοινοτικό Συμβούλιου μεταξύ εκείνου και του Κατηγορούμενου 2 και του παραπονούμενου. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση όπου επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα της κατάθεσής του. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι η πόρτα και το παράθυρο ήταν ανοιχτά. Αναφέρθηκε στις θυελλώδεις σχέσεις του με τον παραπονούμενο τον οποίον γνωρίζει από το 2016 , με τον οποίο θεωρεί ουσιαστικά αδύνατον κάποιος να επικοινωνήσει. Αναφέρθηκε σε διαφορές για το ζήτημα της υδατοπρομήθειας. Ο Κατηγορούμενος ήταν βλοσυρός και μουτρωμένος. Η εχθρότητά του κλιμακωνόταν συνεχώς και πρόβαλλε ψεύτικους ισχυρισμούς για εισφορά €50 στην Εκκλησία Ο ίδιος ήταν κάθετος στο ότι αποκάλεσε γαίδαρο τον παραπονούμενο. Δεν είπε τη λέξη γάδαρος απευθυνόμενος στον Κατηγορούμενο αλλά υπενθύμισε στον παραπονούμενο δικές του εκφράσεις και αναφέρθηκε σε διαφορές του παραπονούμενου με άλλα πρόσωπα του χωριού. Ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε επίσης κατάθεση (Τεκμήριο 6, ημερ. 27/10/18) στην οποίαν αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης που είχε ξεκινήσει χωρίς πρόβλημα, κατά τη συζήτηση θεμάτων αίθουσας εκδηλώσεων και διαφωνίας του για το θέμα, τέθηκε ζήτημα για την εκκλησία από τον παραπονούμενο και μη τήρηση δέσμευσης από τον Κατηγορούμενο 1 και ο παραπονούμενος τους αποκάλεσε ψεύτες και απατεώνες. Ο Κατηγορούμενος 1 εξήλθε της αίθουσας για να ηρεμήσει. Ο Κατηγορούμενος τον έπιασε από τη φανέλα ελαφρά και του είπε ότι αν ήταν άλλος θα τον έβαζε χάμω και θα του τάιζε του τις τάιζε» και ο ίδιος είχε προηγουμένως ζητήσει από τον παραπονούμενο να σταματήσει τες μαγκιές και τις βλακίες του. Επίσης πρόσθεσε ότι όταν εισήλθε στο χώρο ο παραπονούμενος αρνήθηκε να τους χαιρετίσει αναφέροντας ότι «χαιρετούμε τζιαμαί που έσιει ανθρώπους.» Ο Κατηγορούμενος 2 υιοθέτησε και αυτος Ένορκη Δήλωση με την οποίαν επαναλάμβανε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της κατάθεσής του Τεκμήριο Χ1). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι παλαιότερα είχε άριστες σχέσεις με τον παραπονούμενο, ο οποίος ήταν και καλός τεχνίτης και τον οποίον πάντα πλήρωνε και με το παραπάνω. Μετά από ένα σημείο άλλαξε η συμπεριφορά του παραπονούμενου ο οποίος έγινε επιθετικός και μάλιστα αναφέρθηκε σε επιθετική συμπεριφορά και καταδίωξη του παραπονούμενου εναντίον ενός άλλου χωριανού τους. Δεν εξύβρισε τον παραπονούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα:
  1. Ανακριτής Μ.Κ.
  2. O Μ.Κ.2, ανεξάρτητος μάρτυρας, έδωσε μαρτυρία περισσότερο τυπικής φύσης, για ανακριτικές του ενέργειες και γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του στο σύνολό της.
  3. Παραπονούμενος και ξάδελφος Ο παραπονούμενος Μ.Κ.
  4. ήταν έκδηλα εμπαθής προς τους Κατηγορούμενους. Δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή και τη μαρτυρία του και τον κρίνω αναξιόπιστο. Εξηγώ. Κατά πρώτο λόγο ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 3 ότι δεν είχε αναφέρει εκείνη την ημέρα στους Κατηγορούμενους τη φράση « Που εν να γίνετε άνθρωποι εν να σας καλημερίσω» αλλά ότι εκείνοι είχαν εντυπωσιαστεί όταν τους την ανέφερε σε προηγούμενη συνεδρίαση τον Ιανουάριο του ίδιου έτους (10 μήνες πριν). Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως δέχθηκε ότι το είπε κατά την ημερομηνία της συνεδρίασης αν και κατά την κατάθεση Τεκμήριο 3 το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αν και διαφέρει με την ακριβή φράση που του αποδόθηκε από την πλευρά των Κατηγορουμένων, θεωρώ τη συγκεκριμένη αντίφαση ως ουσιώδη από τον παραπονούμενο, αφού αποδίδει το κλίμα της ημέρας και τη δική του συμπεριφορά, για την οποίαν είτε στην Αστυνομία, είτε στο Δικαστήριο δεν είπε την αλήθεια. Το ότι είπε πάντως τη φράση τη συγκεκριμένη ημέρα επιβεβαιώνεται από την αναφορά του ξαδέλφου του Μ.Κ.
  5. στο Τεκμήριο 10 «τζιαμαί που έσιει ανθρώπους», η οποία έχει μία διαφορά αλλά επιβεβαιώνει ότι λέχθηκε κάτι σχετικό. Δεν είπε επίσης την αλήθεια στο Δικαστήριο για το ότι ήταν ανοιχτή η ταβέρνα του χωριού, αφού ο ξάδελφός του Μ.Κ.3., ο οποίος μάλιστα ήταν σαφέστατα ταγμένος υπέρ του Κατηγορούμενου, δέχθηκε ότι η ταβέρνα ήταν κλειστή εκείνη την ημέρα. Άρα ήταν εμφανές ότι προσπαθούσε να δημιουργήσει μία ψεύτικη εικόνα για να ενισχύσει προφανώς τους ισχυρισμούς του για το δημόσιο της εξύβρισης. Ο ξάδελφός του Μ.Κ.3., σταθερά ολιγομίλητος και με κάποια αδυναμία να επικοινωνήσει άμεσα ενώπιον του Δικαστηρίου, επιφυλακτικός σε κάθε στιγμή για να απαντήσει κάτι που δεν θα ήταν εναντίον του ξαδέλφου του, δεν με έπεισε για το ότι η κατάθεσή του ήταν αυθεντική και ειλικρινής. Ήταν εμφανώς, κρίνοντας από την ευθυγράμμισή της με τις αναφορές του Μ.Κ.1, προϊόν συνεννόησης των δύο τους. Άλλωστε από την πρώτη μέρα ακολούθησε τον ξάδελφό του στον αστυνομικό σταθμό και ήταν παρών όταν ο Μ.Κ.
  6. πρωτοδιατύπωσε τις καταγγελίες του εναντίον των Κατηγορουμένων. Μου έδωσε σαφώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ενισχύσει τον ξάδελφό του, με τον οποίον ο ίδιος δέχθηκε ότι δεν διαφωνούσαν ποτέ. Δέχθηκε πάντως ότι ο παραπονούμενος κατάγγειλε τους Κατηγορούμενους για εκδικητικούς σκοπούς.
  7. Κατηγορούμενοι 1 και 2 Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν αντίθετα, σταθεροί στην εκδοχή τους για τα γεγονότα και ήταν επίσης σε αντιστοιχία οι καταθέσεις τους, τόσο ως προς το περιεχόμενό τους όσο και προς τη σειρά των γεγονότων, αν και αυτές δόθηκαν στην Αστυνομία με απόσταση κάποιων ημερών μεταξύ τους. Είχαν βεβαίως κάποιες μικροδιαφορές, που μάλλον επιβεβαιώνουν την αυθεντικότητα της μαρτυρίας τους και την ανυπαρξία συνεννόησης. Διεξήλθαν δε πλήρως αλώβητοι από την αντεξέτασή τους, παραμένοντας σταθεροί στην εκδοχή τους, αν και όντως πλατείασαν αχρείαστα, αναφερόμενοι σε διάφορα προβλήματά τους με τον παραπονούμενο, νιώθοντας προφανώς έντονα αδικημένοι και προσβεβλημένοι για την καταγγελία την οποίαν δέχθηκαν. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι λέχθηκαν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 προς τον παραπονούμενο τα όσα τους αποδίδονται. Συνεπώς, δεν έχουν αποδειχθεί οι ισχυριζόμενες λεπτομέρειες των αδικημάτων. Οπότε και παρέλκει η οιαδήποτε νομική ανάλυση του αδικήματος της εξύβρισης, η εξέταση οιουδήποτε άλλου ζητήματος όπως το εάν ήταν δημόσια η εξύβριση, το εάν τα όσα τους αποδόθηκαν συνιστούσαν εξύβριση υπό τας συνθήκας με δεδομένη την προηγούμενη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς εκείνους, ο οποίος με την αμφισβήτηση της ανθρώπινής τους υπόστασης, ουσιαστικά έθετε εν αμφιβόλω την ηθική τους ακεραιότητα (αυτή και η γενική σημασία της φράσης «εν είσαι άνθρωπος» που περίπου εκείνος εκστόμισε) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις Κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. ........... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.