← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 20750/21, 22/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 20750/21, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20750/21 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22/12/22 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χριστάκη Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία και η μαρτυρία Κατηγορείται ο Κατηγορούμενος για το αδίκημα της κοινής οχλήρίας κατά παράβαση των άρθρων 186 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 . Του αποδίδεται συγκεκριμένα στις Λεπτομέρειες Αδικήματος επί του Κατηγορητηρίου η χρήση οργάνων που ενισχύουν τον ήχο και συνεπεία αυτού η ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων τους στις 7/10/21 Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες κατηγορίας και κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων (κάποια κατατέθηκαν από την υπεράσπιση με σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής). Πολύ περιληπτικά, η ενώπιόν μου μαρτυρία ήταν ενός αστυνομικού που επιλήφθηκε της υπόθεσης (Μ.Κ.1.) κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλαν οι Μ.Κ.

  1. και Μ.Κ.3., ανδρόγυνο που διαμένει όπως διαφάνηκε σε μεγάλη απόσταση από τον Κατηγορούμενο και οι οποίοι αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία τους ότι έχουν σωρεία σχετικών παραπόνων εναντίον του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Αστ. 4220 Α. Πουλλάρη (Τεκμ. 1 ως υιοθετήθηκε), στις 7/9/21 και περί τις 2040 προσήλθαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας οι Μ.Κ.
  3. και Μ.Κ.
  4. και κατήγγειλαν γραπτώς ότι την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 19:50- 20:45 υπήρχε δυνατή μουσική που προερχόταν από το εμφιαλωτήριο νερού του Κατηγορούμενου. Περί τις 22:30 την ίδια νύχτα μετέβηκε στο υποστατικό όπου δεν εντοπίστηκε οιοσδήποτε. Κάλεσε τον Κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη του εμφιαλωτηρίου, ο οποίος του ανέφερε ότι έκανε πάρτι και ότι εκείνη τη στιγμή δεν βρισκόταν κανένας στο μέρος. Του ζήτησε να προσέλθει στο Σταθμό σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά εκείνος αρνείτο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το γεωργικό του Κατηγορούμενου είναι περιτριγυρισμένη από χωράφια. Δεν υποβλήθηκε εκείνη την ημέρα παράπονο από άλλο πρόσωπο πλην των παραπονουμένων για οχληρία. Ο ίδιος δεν είδε το όργανο με το οποίο εκπεμπόταν μουσική. Ο παραπονούμενος 1, Μ.Κ.2., Φ.Χ' Γεωργίου, ο οποίος και αναφέρθηκε στην καταγγελία του στις 7/9/21 και σε αριθμό καταγγελιών εναντίον του Κατηγορούμενου ο οποίος εκπέμπει δυνατή κι ενοχλητική μουσική, έδειξε σε τοπογραφικό χάρτη την οικία του και το εργοστάσιο του Κατηγορούμενου. Η μουσική προερχόταν από την κατεύθυνση του εργοστασίου του Κατηγορουμένου, άλλη αίθουσα δεξιώσεων στην περιοχή ήταν κλειστή και αστυνομικός του είπε ότι έπαιζε μουσική γιατί ήταν τα γενέθλια του Κατηγορούμενου και του το επιβεβαίωσε γιατί πήγε εκεί. Έχει κι άλλα σπίτια κοντά από το δικό του και τη συγκεκριμένη μέρα αλλά οι άλλοι απουσίαζαν (εννοούσε γείτονες). Στις 7/10/20 έστειλαν επιστολή από 13 σπίτια για να διαμαρτυρηθούν στον Αρχηγό Αστυνομίας. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο μουσικό ρεπερτόριο που ακουγόταν συνήθως από τον Κατηγορούμενο (Αργυρός, Θηβαίος). Η σύζυγος του παραπονούμενου 1, Μ.Κ.
  5. , Μ.Κ.
  6. Γ. Μιχαήλ, αναφέρθηκε κι εκείνη στο παράπονό της και στο ότι αν και το υποστατικό του Κατηγορούμενου βρίσκεται σε απόσταση από το σπίτι τη, εν τούτοις η μουσική ακούγεται πολύ δυνατά τόσο εντός όσο κι εκτός του σπιτιού και την ενοχλεί πολύ. Έχει προβεί σε πολλές καταγγελίες εναντίον του Κατηγορούμενου, προφορικές. Έκαναν και άλλα πρόσωπα στη γειτονιά της καταγγελίες. Σε επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο ο σύζυγός της στις 3/7/20, του ανέφερε ότι θα συνεχίσει να παίζει μουσική. Ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση με την οποίαν διατρανώνει την αθώοτητά του («Είμαι αθώος, δεν έπαιζα μουσική» είπε). Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). » Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του; στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους και κυρίως το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Ο Μ.Κ.
  1. μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Επρόκειτο για ανεξάρτητο μάρτυρα χωρίς κάποιο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.
  2. επίσης μου έκανε καλή εντύπωση, δεν εντόπισα από τη μαρτυρία του κάποιες σημαντικές αντιφάσεις και μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του ως προς το εάν γενικά εκπέμπεται μουσική από τον Κατηγορούμενο την οποίαν ο ίδιος και η γυναίκα του νιώθουν ότι τους ενοχλεί. Το ίδιο και η ΜΚ.
  3. Με έπεισε για την αυθεντικότητα του παραπόνου της για τον Κατηγορούμενο και ότι όντως αυτός εκπέμπει μουσική η οποία ενοχλεί την ίδια και το σύζυγό της. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση, ήταν μία γενική δήλωση χωρίς οιαδήποτε αξία για τη διαμόρφωση των ευρημάτων μου. Το αδίκημα της κοινής οχληρίας H εισήγησή του κ. Χριστάκη, ως διατυπώθηκε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο κι επαναλήφθηκε με το πέρας της υπόθεσης, έχει, περιληπτικά, ως ακολούθως. Το αδίκημα της κοινής οχληρίας έχει δύο συστατικά στοιχεία. Το πρώτο συστατικό στοιχείο είναι η διενέργεια πράξης μη εξουσιοδοτημένης από τον Νόμο που σύμφωνα με το Κατηγορητήριο καταλογίζει στον κατηγορούμενο ότι χρησιμοποιούσε όργανα για να ενισχύουν τον ήχο. Τέτοια μαρτυρία ουδόλως προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά μία εικασία του Μ.Κ.
  4. ότι φτάνει μουσική στο σπίτι του, χωρίς όμως μαρτυρία ότι εκείνην την ημέρα ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε όργανα που ενισχύουν τον ήχο. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο είναι ότι συνέπεια της διενέργειας αυτής της παράνομης πράξης, δηλαδή της χρήσης οργάνων που ενισχύουν τον ήχο υπήρξε ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση των κοινών δικαιωμάτων τους. Δημόσια οχληρία και οχληρία του κοινού γενικά απαιτεί τον επηρεασμό μιας τάξης ατόμων και τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Με εφοδίασε σχετικά με πρωτόδικες αποφάσεις συναδέλφων ως προς το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε σχέση με Κατηγορίες κοινής οχληρίας σε άλλες υποθέσεις. Το αδίκημα της κοινής οχληρίας ρυθμίζεται από τo άρθρο 186 Π.Κ., το οποίο έχει ως ακολούθως: « Κοινή οχληρία
  5. Όποιος διενεργεί πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτημένη από το νόμο ή παραλείπει να εκτελέσει καθήκον που επιβάλλεται από το νόμο και συνέπεια αυτού προκαλεί οποιαδήποτε κοινή βλάβη ή κίνδυνο ή ενόχληση ή παρεμποδίζει ή προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων, διενεργεί πλημμέλημα, το οποίο καλείται κοινή οχληρία και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου. Είναι αδιάφορο ότι η πράξη ή παράλειψη για την οποία πρόκειται, διευκολύνει μεγαλύτερο μέρος του κοινού παρά το ενοχλημένο από αυτή, το γεγονός όμως ότι διευκολύνει τη νόμιμη άσκηση των δικαιωμάτων μέρους του κοινού είναι δυνατόν να φανερώνει ότι τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν είναι οχληρία για οποιοδήποτε μέρος του κοινού.» Σε σχετική ανάλυση στην οποίαν και προβαίνει ο συνάδελφός μου Τιμοθέου Φ., τότε Ε.Δ., σήμερα Α.Ε.Δ. στα πλαίσια της υπόθεσης 17415/14 Ε.Δ. Λεμεσού, Αστ. Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Σίμος Μιχαήλ, απόφαση ημερ. 30/12/2016, αναφέρει ότι: « Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  6. Ο κατηγορούμενος να διενεργεί πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτημένη από το νόμο,
  7. Συνεπεία της εν λόγω πράξης να προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Ως λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 216, η κατηγορία της κοινής οχληρίας του άρθρου 186 διακρίνεται από την ιδιωτική οχληρία και εξομοιώνεται με την δημόσια οχληρία. Όσον αφορά την εν λόγω διάκριση γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από τον Russell on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387 (η μετάφραση γίνεται στην ίδια την απόφαση): «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στενοχωρία ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών: δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό, και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους... ... και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση, σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του». Στο ίδιο σύγγραμμα δίδονται ως παραδείγματα πρόκλησης δημόσιας οχληρίας, ο καπνός, η δυσοσμία ή κακοσμία, αν από μόνες τους ή σε συνδυασμό δημιουργούν αισθητή δημόσια ενόχληση ή βλάβη στην υγεία. Αν υπάρχουν οσμές ενοχλητικές για τις αισθήσεις αυτό είναι αρκετό γιατί οι περίοικοι έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα. Όσον αφορά την επάρκεια της μαρτυρίας για απόδειξη τέτοιας οχληρίας, στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice" 42η έκδοση, παραγ. 27-50. Από τα εκεί αναφερόμενα προκύπτει ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη πράξη πρέπει να είναι είτε επιβλαβής στην υγεία ή τόσο ενοχλητική ώστε να αφαιρεί με αισθητό τρόπο από την απόλαυση της ζωής και περιουσίας στην περιοχή της. Έτσι για παράδειγμα, για τις οσμές δεν είναι αναγκαίο να είναι επιβλαβείς στην υγεία. Είναι αρκετό αν είναι ενοχλητικές για τις αισθήσεις. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή ή κοντά σε υπεραστικό δρόμο γιατί το κατά πόσο είναι οχληρία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των κατοίκων και την συγκέντρωση κόσμου στην συγκεκριμένη περιοχή, το οποίο αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Στην Αγγλία το αδίκημα της κοινής οχληρίας, παρά το ότι αποτελεί αδίκημα του κοινοδικαίου, εξακολουθεί να ισχύει και θεωρείται σημαντικό λόγω της ιδιότητας του να προσαρμόζεται και να ισχύει σε περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από άλλες ειδικές νομοθεσίες που έχουν θεσπισθεί (βλ. Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice" 2002 παρ. 31-41). Διαφωτιστικά ως προς το επίδικο αδίκημα είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone's ''Criminal Practise'' 2003: «Nuisance B11.100 There must be conduct by the accused which 'renders the enjoyment of life and property uncomfortable' (White
(1775)1 Burr 333, per Lord Mansfield) or 'materially affects the reasonable comfort and convenience of a class of Her Majesty's subjects' (A-G v PYA Quarries Ltd [1957] 2 QB 169, approved by the Court of Appeal in Johnson [1996] 2 Cr App R 434). Professor Sir John Smith has stated that 'the interference with the public's rights must be substantial and unreasonable' (Smith and Hogan on Criminal Law (9th ed., 1999) at p. 755). Thus, as he points out, not all obstructions of the highway amount to a public nuisance (see, e.g., Dwyer v Mansfield [1946] KB 437 and DPP v Jones [1999] 2 AC 240). .......................................... The Public Nature of the Nuisance B11.102 In order to establish that a crime has been committed, it is necessary to establish the essential public nature of the nuisance. It is clear that not all the public need be affected. But it must be established that the act or omission was sufficiently widespread or indiscriminate as to amount to a public rather than a private nuisance. In A-G v PYA Quarries Ltd [1957] 2 QB 169, Romer LJ stated: any nuisance is 'public' which materially affects the reasonable comfort and convenience of life of a class of Her Majesty's subjects. The sphere of the nuisance may be described generally as 'the neighbourhood'; but the question whether the local community within that sphere comprises sufficient number of persons to constitute a class of the public is a question of fact in every case. It is not necessary, in my judgment, to prove that every member of the class has been injuriously affected; it is sufficient to show that a representative cross-section of the class has been so affected for an injunction to issue. In the same case, Denning LJ said, 'a public nuisance is a nuisance which is so widespread in its range or so indiscriminate in its effect that it would not be reasonable to expect one person to take proceedings on his own responsibility to put a stop to it, but that it should be taken on the responsibility of the community at large'. In that case, there was a public nuisance where 30 houses and the highway were affected by dust and noise from the workings of a quarry (see also Mutters
(1864)Le & Ca 491). In Johnson [1996] 2 Cr App R 434, the Court of Appeal took the view that, provided the scale of the undoubted nuisance is sufficient, it is capable of constituting a public nuisance. In that case it was accepted that the making of hundreds of telephone calls to at least 13 women in South Cumbria, who had been indiscriminately selected by the defendant, was capable of amounting to a public nuisance. The court said that whether there was a sufficient number of persons complaining about the calls to amount to a public nuisance was a question for the jury to decide following proper directions, as given in that case. In Madden [1975] 1 WLR 1379, however, the court decided that a bomb hoax call could not amount to a public nuisance because it affected only one factory and eight security officers (for the bomb hoax offence, see B11.106). A similar problem lead to the acquittal of the defendant in Lloyd, ex parte Allen
(1802)4 Esp 200, where Lord Ellenborough decided that the fact that the nuisance affected only three members of Clifford's Inn was insufficient to support the required public nature of the nuisance». Αναφορικά δε με το κατά πόσο η πράξη η οποία προκαλεί την οχληρία είναι εξουσιοδοτημένη από τον Νόμο, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 2002 ανωτέρω όπου στην παράγραφο 31-46 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Statutory authorisation A statute may authorise and legalise acts which would otherwise amount to a nuisance: R. v. Pease
(1832)4 B. & Ald. 30 - confirmed in Hammersmith etc., Ry v. Brand
(1869)L.R. 4 H.L. 171; London, Brighton and South Coast Ry v. Truman
(1885)11 App.Cas. 45; Withington Local Board of Health v. Corporation of Manchester [1893] 2 Ch. 19; Att.-Gen. v. Mayor, etc., of Nottingham [1904] 1 Ch. 673. But the statutory authorisation will not protect those relying on it unless: (a) it is given specifically or by necessary implication (Metropolitan Asylum District Managers v. Hill
(1881)6 App.Cas. 193; and cases above cited; Canadian Pacific Ry v. Parke [1899] A.C. 535); and (b) the manner of doing the act follows the authority of the statute, and avoids causing a nuisance if it can be avoided by reasonable care: London, Brighton and South Coast Ry v. Truman, ante; Craies on Statute Law, 7th ed., 1971, pp. 277-279. It is not unusual for a statute expressly to reserve liability to indictment for nuisance. See Att.-Gen. v. Gas Light and Coke Co.
(1877)7 Ch.D. 217; Jordeson v. Sutton, Southcoates & Drypool Gas. Co. [1899] 2 Ch. 217; Colwell v. Mayor, etc., of St. Pancras [1904]1 Ch. 707». Κατά πόσον έχει αποδειχθεί η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής Ως προς την εκπομπή της μουσικής Κρίνω ότι με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε έχει αποδειχθεί ότι ότι εκπεμπόταν σε συγκεκριμένες ώρες στις 7/9/21 μουσική από το υποστατικό του Κατηγορούμενου και ότι η μουσική αυτή εκπεμπόταν με χρήση οργάνων που ενισχύουν τον ήχο ως οι Λεπτομέρειες της Κατηγορίας. Ειδικότερα: - Υπήρξε αναφορά των Μ.Κ.
  1. και Μ.Κ.
  2. παραπονουμένων σε συστηματική εκπομπή μουσικής από το υποστατικό του Κατηγορούμενου (ο Μ.Κ.
  3. αναφέρθηκε μάλιστα στο ότι η εκπομπή ερχόταν από την κατεύθυνση του υποστατικού του Κατηγορούμενου), με συγκεκριμένο τακτικό ρεπερτόριο (Θηβαίος, Αργυρός) που καθιστούσε αναγνωρίσιμη την πηγή της μουσικής και υπήρξε αναφορά από τη Μ.Κ.
  4. σε κάποια τηλεφωνική συνομιλία του Κατηγορούμενου με το Μ.Κ.
  5. σε άλλη περίπτωση στην 3/7/20, ότι θα παίζει μουσική όσο θέλει. - Η απόσταση δε που υπήρχε που φαίνεται να ήταν μεγάλη και η μουσική δεν ήταν ζωντανή σύμφωνα με τη μαρτυρία, οπότε για σκοπούς αυτού του σταδίου, έχει τεθεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι υπήρχαν όργανα που ενίσχυαν τον ήχο (πως αλλιώς άραγε μεταφερόταν ο ήχος από το υποστατικό του Κατηγορούμενου στην σε απόσταση οικία των παραπονουμένων;- ) - Υπήρξε αναφορά του Μ.Κ.
  6. ότι ο Κατηγορούμενος αν και δεν βρέθηκε στο μέρος στις 10:30 το βράδυ που είχε ο πρώτος μεταβεί εκεί, ότι σε συνομιλία τους στο τηλέφωνο του ανέφερε ότι εκεί γινόταν πάρτι -εννοείται προηγουμένως την ίδια μέρα-. Όλα αυτά συνολικά ιδωμένα, αποδεικνύουν την εκπομπή του ήχου στη συγκεκριμένη ημερομηνία με χρήση οργάνων που ενίσχυαν τον ήχο, ώστε να φτάνει ο ήχος σε απόσταση μέχρι την οικία των παραπονουμένων. Ως προς την ενόχληση του κοινού κατά την άσκηση των κοινών του δικαιωμάτων Όσον αφορά όμως το κοινό, το οποίο εννοείται ότι δεν το αποτελούν μόνο 2 άτομα -δηλαδή οι παραπονούμενοι-, αλλά και άλλα πρόσωπα, ενοχλούνταν από την εκπομπή της μουσικής στη συγκεκριμένη ημερομηνία, δεν θεωρώ ακόμη κι αν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  7. κρίνονται ως αξιόπιστοι ότι για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης η μαρτυρία ήταν ικανοποιητική. Δεν ροσήλθαν άλλοι μάρτυρες στο Δικαστήριο, κάτοχοι άλλης περιουσίας, που να δώσουν μαρτυρία και να αντεξεταστούν και προς τη γενική εκπομπή της μουσικής, και ειδικά για την εκπομπή της στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Έγινε αναφορά σε άλλα άτομα κατά τρόπο γενικό (Μ.Κ.3) και σε παράπονο που υπέβαλαν κάποια άτομα για τις 7/10/20 δηλαδή ένα χρόνο πριν το περιστατικό (Μ.Κ.2), λεπτομέρειες του οποίου δεν τέθηκαν στο Δικαστήριο. Αυτό που έχω ενώπιόν μου για τη συγκεκριμένη ημερομηνία ως προς το 2ο συστατικό του αδικήματος της κοινής οχληρίας που αφορά η Κατηγορία είναι παράπονο από δύο μόνο πρόσωπα, από μία οικία. Δεν έχει τεθει δηλαδή μαρτυρία για επηρεασμό στη συγκεκριμένη ημερομηνία του κοινού γενικά . Κατάληξη Δεν πρόκειται εδώ για το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, αλλά για το ποινικό αδίκημα της κοινής οχληρίας. (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 216). Δεν ήταν αρκετή η μαρτυρία που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο για να αποδειχθεί η Κατηγορία στο απαραίτητο υψηλότατο για μία ποινική υπόθεση επίπεδο και συνεπώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτήν. ............ Ξενής Ξενοφώντος, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.