← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Γ. Κ., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 21350/2021, 8/12/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Γ. Κ., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 21350/2021, 8/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 21350/2021 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. Γ. Κ. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 08 Δεκεμβρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα Αρχή: κα Παναγή Για κατηγορούμενο: κος Ευθυμίου μαζί με Ρ. Αθανασίου για Ηλία Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία και συγκεκριμένα φέρεται ότι παρέβη τις πρόνοιες των άρθρων 2, 11Α, 11Γ[1]

(1)
(5)
(6)
(7), 11Ε, 11ΣΤ, 11Ζ και 11Θ του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε. Η άρνηση ή αποφυγή του κατηγορούμενου να δώσει δείγμα σάλιου για εργαστηριακή εξέταση συνίσταται, κατ' ισχυρισμό, στο ότι ο δειγματολήπτης απεκόπη κατά τρόπο τέτοιο που η διαδικασία να μην μπορούσε να ολοκληρωθεί και επομένως το δείγμα να μην αποσταλεί για εργαστηριακή εξέταση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και επομένως η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρουσιάστηκε ένα μάρτυρας για τη Κατηγορούσα Αρχή ενώ από τη πλευρά της υπεράσπισης, όταν το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο, θεωρώ, ότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν τη παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιουδήποτε ουσιαστικού σκοπού, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης του αδικήματος ως αυτό περιέχεται στο σχετικό άρθρο[2]. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αυτό λοιπόν που αποδίδεται στον κατηγορούμενου, τόσο μέσα από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας όσον και από τη προσκομισθείσα μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι ο ίδιος επέφερε τη αποκοπή του δειγματολήπτη με σκοπό να αποφύγει να δώσει δείγμα σάλιου για εργαστηριακή εξέταση. Από την αντίπερα δε όχθη, ο Κατηγορούμενος, επί του προκειμένου, αφενός αρνείται αυτό που του αποδίδεται, λέγοντας ότι ουδέποτε προέβη σε τέτοια πράξη ή παράλειψη και αφετέρου υποστηρίζει ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε από τον ΜΚ1 ότι ο δειγματολήπτης απεκόπη και επομένως ότι θα κατηγορείτο για το αδίκημα της άρνησης παροχής δείγματος, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του οικείου νόμου. Να σημειώσω επιγραμματικά, για σκοπούς πληρότητας, ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση που κατείχε ο ΜΚ1, κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς ούτε ότι ήταν ο Αστυφύλακας ο οποίος προέβη στον έλεγχο του κατηγορούμενου τόσο στη προκαταρτική εξέταση όσο και στον τελικό έλεγχο για παροχή δείγματος σάλιου. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ούτε η ορθότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον ΜΚ1 για τη διενέργεια των σχετικών ελέγχων [προκαταρτικού και τελικού] αλλά ούτε και ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ], ο οποίος υπεβλήθη σε προκαταρτική εξέταση [νάρκοτεστ] καθώς και σε τελική εξέταση. Κατά συνέπεια, ένα είναι το ζητούμενο στη παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα το οποίο του καταλογίζεται σύμφωνα με τη πιο κάτω θεώρηση. Με το υπό κρίση άρθρο, του οικείου νόμου, η διάπραξη του αδικήματος της άρνησης παροχής δείγματος σάλιου για εργαστηριακή εξέταση συνίσταται όταν: «11Γ
(7)Πρόσωπο το οποίο . αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική ή εργαστηριακή εξέταση όταν αυτό του ζητηθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα: Νοείται ότι αποτελεί υπεράσπιση του προσώπου αυτού η επίκληση ιατρικών λόγων που δικαιολογούν την πιο πάνω άρνηση. ..» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου θεωρώ ότι για να αποδειχτεί η άρνηση ή αποφυγή παροχής δείγματος σάλιου, ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος, θα πρέπει τούτη να αποδειχθεί με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου [εκάστοτε κατηγορούμενου] η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα, ότι η καταστροφή του δειγματολήπτη οφείλεται αποκλειστικά σε σκοπούμενη πράξη του κατηγορούμενου ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει δείγμα σάλιου. Επομένως απαιτείται προς τούτο να προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης[3]. Δηλαδή, αυτό που απαιτείται να καταδειχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοιου βαθμού θετικές πράξεις ή παραλείψεις που να υποδηλούν ότι ο σκοπός που αυτός επιδίωκε ή το αποτέλεσμα που επιθυμούσε να επέλθει ήταν να μην παρασχεθεί δείγμα σάλιου για εργαστηριακή εξέταση. Τυχαία λοιπόν συμβάντα ή ακούσιες ενέργειες και παραλείψεις από πλευράς κατηγορούμενου ή σε κάθε περίπτωση πράξεις ή παραλείψεις που δεν μπορούν να καταδείξουν, αντικειμενικά τουλάχιστον, ότι ο τελευταίος επιδίωκε ή προσπαθούσε να μην δώσει δείγμα δεν αρκούν. Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα το Δικαστήριο, στο βαθμό που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις, ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ή απέφυγε να δώσει δείγμα σάλιου επί σκοπό. Επομένως κρίνω ότι η υπόθεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Και εξηγώ ευθύς αμέσως. Μολονότι η γενική θέση του ΜΚ1 ήταν ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα, εντούτοις στα πλαίσια αντεξέτασης του, επί του προκειμένου, τα όσα ανέφερε, αυτολεξεί, ήταν τα ακόλουθα: «.Α . Χωρίς ωστόσο τούτο να έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν έγινε τούντο πράγμα να το τραβήσω, αποκόπηκε στο στόμα του. Δεν λέω σε καμία περίπτωση ότι ο κατηγορούμενος έκαμε κάτι εσκεμμένο, όμως κόπηκε, δεν ακολούθησε τις οδηγίες.[4] ..», αναφέροντας ο μάρτυρας, προηγουμένως, τις οδηγίες που δίδονταν στον κατηγορούμενο κατά τη διενέργεια της διαδικασίας λήψης σάλιου. Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μπορούσε η αποκοπή του δειγματολήπτη να είναι το αποτέλεσμα εσκεμμένης πράξης ή παράλειψης, εντούτοις στην ανωτέρω ειδική τοποθέτηση του ΜΚ1 δεν είναι αυτό που αποδίδει στον κατηγορούμενο αλλά ότι ο δειγματολήπτης απεκόπη καθότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως οι οδηγίες του ΜΚ1, χωρίς όμως να αποδίδεται και πάλι στον πρώτο επιτήδεια ανακολουθία των οδηγιών του ΜΚ1 με σκοπό την αποκοπή του δειγματολήπτη και κατ' επέκταση την αποφυγή λήψης δείγματος σάλιου. Τουναντίον, αυτό που προκύπτει αβίαστα από την εν λόγω τοποθέτηση του ΜΚ1 είναι ότι ο ίδιος θεωρεί ότι ο δειγματολήπτης απεκόπη λόγω ανακολουθίας των οδηγιών του από τον κατηγορούμενο, χωρίς τούτο να συνδυάζεται με οποιαδήποτε σκοπούμενη πράξη ή παράλειψη. Επομένως, με τα πιο πάνω, ο ΜΚ1 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τούτο να έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες δηλαδή κατά τρόπο εντελώς αθώο, μη εσκεμμένο και/ή αξιόποινο. Όσον αφορά τώρα τον Κατηγορούμενο σημειώνω ότι, σε μια ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του[5]. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία του ΜΚ1, που επ' αυτής βασίστηκαν και οι οποιεσδήποτε ελπίδες της Κατηγορούσα Αρχή για καταδίκη του Κατηγορούμενου, αυτό που στην πραγματικότητα μένει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο, ο Κατηγορούμενος προώθησε, είτε με τη δια ζώσης μαρτυρία του, είτε με την κατάθεσή του, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει στη παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς, λοιπόν, πληρότητας και μόνον, σημειώνω ότι όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του κατηγορούμενου είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, τούτη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ενοχής του στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω και χωρίς παραγνωρίζω τη παραδοχή του κατηγορούμενου τόσο μέσω των υποβολών του συνηγόρου του όσο και κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι πριν την επίδικη οδήγηση είχε προβεί σε χρήση ναρκωτικών ουσιών, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι δεν πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση ώστε να στρέψω τη προσοχή μου στο ενδεχόμενο να προστεθεί κατηγορία για το αδίκημα του άρθρου 11Ζ
(1)του οικείου νόμου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, καθότι, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να ενεργήσω τοιουτοτρόπως, ενόψει του τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από πλευράς του κατηγορούμενου και ειδικότερα του εντελώς περιοριστικού τούτης και δη της αμφισβήτησης απλά της επίμονης, μέχρι τέλους, θέσης της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο ίδιος με τις ενέργειες του αρνήθηκε να δώσει δείγμα. Κρίνω συναφώς ότι τυχόν μεταβολή του κατηγορητηρίου βάση του 85
(4)Κεφ. 155, θα αποτελούσε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης. Την πιο πάνω κρίση μου, φαίνεται να συμμερίζεται και η κατηγορούσα αρχή, η οποία παρά τη σαφήνεια με την οποία εκδηλώθηκε η εν προκειμένη παραδοχή του κατηγορούμενου, δεν ζήτησε όπως στη βάση των προνοιών του άρθρου 85
(4)Κεφ.155, να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο, ώστε να προστεθεί σχετική κατηγορία και να βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος σε κατηγορία για αδίκημα άλλο από αυτό που αντιμετωπίζει. Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου στο υπό κρίση αδίκημα και η υπόθεση καταδικάζεται σε αποτυχία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Προκαταρκτικές εξετάσεις και εργαστηριακή εξέταση 11Γ.
(6)Σε περίπτωση που η προκαταρκτική εξέταση ανιχνεύσει ναρκωτικά στο δείγμα σάλιου του προσώπου αυτού, μέλος της Αστυνομίας ζητά από το πρόσωπο αυτό, να παράσχει επιτόπου πρόσθετο δείγμα σάλιου για εργαστηριακή εξέταση ή ενημερώνει το πρόσωπο αυτό ότι το δείγμα του σάλιου του που έχει δοθεί για την προκαταρκτική εξέταση θα αξιοποιηθεί και για εργαστηριακή εξέταση.
(7)Πρόσωπο το οποίο αρνείται ή αποφεύγει να μεταβεί με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(5)στον καθοριζόμενο αστυνομικό σταθμό ή αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική ή εργαστηριακή εξέταση όταν αυτό του ζητηθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα: Νοείται ότι αποτελεί υπεράσπιση του προσώπου αυτού η επίκληση ιατρικών λόγων που δικαιολογούν την πιο πάνω άρνηση.
(8)Το μέλος της Αστυνομίας που ζητά δείγμα σάλιου είτε για προκαταρκτική είτε για εργαστηριακή εξέταση, είτε επιτόπου είτε σε αστυνομικό σταθμό δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(5)και
(6)εφιστά την προσοχή του προσώπου αυτού στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα. [2]Βλ. σχ. Ιωάννου ν. Αληφαντή Π.Ε 163/17 κ.α, ημερ. 07.10.2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28. [3] Βλ. Γ.Ε ν. Κώστας Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171 [4] Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου. [5] Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40), Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.