ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΕΛΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 16270/2020, 9/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 16270/2020 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΕΛΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για κατηγορούμενο: κος Μ. Κωνσταντίνου για να ακούσει απόφαση ο κ. Τσολακίδης Κατηγορούμενη παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ] ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΔΡΑ Η κατηγορούμενη κατηγορείται για οδήγηση καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των Άρθρων 6
(2)
(3)
(7), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε καθώς επίσης και ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα της Αστ.2199 Ε. Παύλου για να ακινητοποιήσει το όχημα της μέχρις ότου της επιτραπεί να συνεχίσει, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(στ) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84, όπως τροποποιήθηκε. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε την κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, την [ΜΚ1] Αστυφύλακα 2199 Ειρήνη Παύλου και τον [ΜΚ2] Μιχαλάκη Τζιαπούρα Αστυφύλακα 1061. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση αφού η κατηγορούμενη δεν αναγνωρίστηκε ως η οδηγός του επίδικου οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, θέση που βρήκε αντίθετη την Κατηγορούσα αρχή, αγορεύοντας ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Σε αδρές γραμμές, εκείνο που στην ουσία αποτέλεσε τη διαφωνία των μερών ήταν, σύμφωνα με την ΜΚ1, ότι το όχημα την επίδικη ημέρα και ώρα είχε ως οδηγό την κατηγορούμενη, ενόψει του γεγονότος ότι ήταν η ιδιοκτήτρια αυτού, ενώ θέση της υπεράσπισης ήταν ότι το όχημα οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο και όχι από την κατηγορούμενη και το μόνο που τη συνέδεε με αυτό ήταν ο τίτλος ιδιοκτησίας. Θα προχωρήσω τώρα στην παράθεση της νομικής πτυχής των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εντρυφήσεως, ως εκ των άνω εγειρόμενων θεμάτων. Οι αρχές που καθορίζουν το αίτημα της υπεράσπισης, με βάση το άρθρο 74 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, είναι αποκρυσταλλωμένες από τη νομολογία. Σχετίζεται με το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο περάτωσης της υπόθεσης της, που είναι διακριτό από το βάρος που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό, εκείνο που απαιτείται είναι η προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας τέτοιας φύσης από την οποία να δημιουργείται υπόθεση, εκ πρώτης όψεως ενοχή, σε αντίθεση με το υπέρτερο βάρος που φέρει στο τέλος της δίκης, που η απόδειξη απαιτεί να είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[1]. Στην R. ν. Hipson
(1969)Cr.L.R. 85, εξηγείται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή. Σύμφωνα με την Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, δικαιολογείται η διακοπή της δίκης, μετά το πέρας της κατηγορίας και αθώωση του κατηγορουμένου, όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος και, (β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, αλλά είναι αντικειμενικό, δηλαδή ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου που, εν όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, σχετιζομένης με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Αυτά όμως, περισσότερο ως προς το δεύτερο κριτήριο που αφορά την προσέγγιση της μαρτυρίας και την προσοχή που απαιτείται για τους εγκυμονούντες κινδύνους για τελική απόφανση από το στάδιο αυτό. Ακριβώς γιατί αυτό θα ήταν ανεπιθύμητο αλλά και αντινομικό, παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου και τη δημιουργία προκατάληψης σε βάρος του, αν στο στάδιο αυτό η μαρτυρία κριθεί αξιόπιστη. Αυτό κρίνεται ότι είναι το νόημα αλλά και το πνεύμα της, κατά κανόνα, αποφυγής αξιολόγησης της μαρτυρίας στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, πριν ακουστεί η πλευρά του κατηγορουμένου. Το αντικειμενικό κριτήριο που τίθεται, εστιάζεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της μαρτυρίας, αφού ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, θα πρέπει να είναι τέτοιας υφής, και να εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία, που δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να την αντιπαρέλθει επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Wiseman and Another ν. Borneman and Others
(1969)3 All E.R 275, 277, όπου λέχθηκε ότι «.It is, I think, not entirely irrelevant to have in mind that it is very unusual for there to be a judicial determination of the question whether there is a prima facie case. Every public officer who has to decide whether to prosecute or raise proceedings ought first to decide whether there is a prima facie case but no one supposes that justice requires that he should first seek the comments of the accused or the defendant on the material before him. So there is nothing inherently unjust in reaching such decision in the absence of the other party». Στην Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R 9, 56, γίνεται αναφορά σε ισχνή μαρτυρία, όταν για παράδειγμα εμπεριέχει συμφυείς αδυναμίες, ή είναι αντιφατική και ανακόλουθη με άλλη μαρτυρία, που αποτιμώμενη στον ψηλότερο της βαθμό (taken at its highest), είναι τέτοια, που δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη. Συνάγεται συνεπώς, ότι η αποφυγή αξιολόγησης της μαρτυρίας σχετίζεται περισσότερο με τον κατηγορούμενο και την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας, παρά με την Κατηγορούσα Αρχή. Για να καταστεί δυνατή η ενδεχόμενη αναζήτηση αντιφάσεων, ανακολουθιών ή και αδυναμιών στη μαρτυρία που προσκομίστηκε, εκ των πραγμάτων θα πρέπει αυτή να καταστεί υποκείμενο συζήτησης και να υποστεί κάποιας μορφής σχολιασμού επί βασικών πτυχών της, αναγκαίων για την εξαγωγή και αποτίμηση σχετικών και εκ πρώτης όψεως συμπερασμάτων, στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί. Στην Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, υπόθεση που αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα, εξηγήθηκε ότι στη διαπίστωση της συνάρτησης της υπόθεσης με τα τρία κριτήρια, κάποια πρωταρχική, έστω αξιολόγηση είναι αναγκαία για την συνεκτίμηση της δύναμης της υπόθεσης, στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης της στο στάδιο εκείνο. Ούτε το Δικαστήριο μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Ο παραλληλισμός και η αναφορά μου στην υπόθεση αυτή, γίνεται ακριβώς για να καταδειχθεί ότι στα πλαίσια της αναζήτησης του κατά πόσο μια μαρτυρία είναι αντινομική, ή στερείται πειστικότητας, εκ των πραγμάτων, κάποιας μορφής πρωταρχική συζήτηση είναι αναπόφευκτη. Εξαρχής, λοιπόν, σημειώνω ότι με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί συστατικό στοιχείο στα υπό κρίση αδικήματα. Και εξηγώ ευθύς αμέσως. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το ποιος ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Τουναντίον, η θέση της στηρίχθηκε σε επαγωγικά συμπεράσματα ήτοι ότι ενόψει του ότι η κατηγορούμενη ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος ήταν επομένως και η οδηγός που, κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, παραβίασε τόσο το όριο ταχύτητας όσο και το σήμα αστυνομικού, παρά το γεγονός ότι η τελευταία δεν αναγνωρίστηκε από την ΜΚ1 ως η οδηγός του οχήματος καθ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η ΜΚ1 δεν ήταν, λοιπόν, σε θέση να επιβεβαιώσει ποιος ήταν ο οδηγός και αρκέστηκε να αναφέρει ότι εάν δεν ήταν η οδηγός η κατηγορούμενη τότε να υποδείξει η ίδια η κατηγορούμενη στο Δικαστήριο ποιος ήταν ο οδηγός. Για σκοπούς πληρότητας, να αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΚ2, αντικειμενικά κρινόμενη, μόνον ως τυπική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθότι δεν βοηθά καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων της υπόθεσης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη νομολογία, η οδήγηση από κατηγορούμενο πρέπει να αποδεικνύεται από την Κατηγορούσα Αρχή. Το βάρος απόδειξης δεν αντιστρέφεται. Μαρτυρία ιδιοκτησίας του οχήματος, αν αυτή παρουσιαστεί, απλώς αποτελεί μέρος της μαρτυρίας που δυνατό να προσαχθεί προς απόδειξη ταυτότητας του οδηγού. Εξετάζεται ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας. Από μόνη της όμως τούτη, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να αποδείξει ότι κάποιος ήταν και ο οδηγός του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε που να συνδέει την κατηγορούμενη σε σχέση με το εν λόγω όχημα, ήταν ότι ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος[2]. Αυτό από μόνο του κρίνω ότι, ακόμη και στο παρόν στάδιο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταδείξει θετικά ότι ήταν και η οδηγός του οχήματος κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο. Απουσιάζει επομένως αυτό το ουσιώδες συστατικό που αφορά και τα δύο αδικήματα ήτοι της οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος από την κατηγορούμενη. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2013, C.1.13, σελ. 1053, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «.As respects establishing the identity of the driver of a vehicle concerned in an offence, there is no general presumption that the owner of a vehicle is the driver of it at a particular time, notwithstanding the various statutory provisions that establish owner liability in certain specific circumstances; the question of the driver's identity is one of fact on which the tribunal must be sure (Clarke v DPP
(1992)156 JP 605; Powell v DPP [1992] RTR 270; Browning
(1991)94 Cr App R 109, concerning car identification). Evidence of ownership is merely one strand in the evidential rope which may go to establish the identity of the driver. All the evidence relating to the issue, including circumstantial evidence, can properly be considered together (McCombie v CPS [2011] EWHC 758 (Admin)...» Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι σίγουρο ότι ο κατηγορούμενος ήταν o οδηγός κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Επίσης, παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 2007 Vol.1, 23η έκδοση, παράγραφος 1.88, σελ.33, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «.In allegations involving proof that the defendant was the driver of a vehicle, the burden remains on the prosecution to prove that fact. At no point does it shift to the defendant. Magistrates dealing with a number of driving offences in Clarke v DPP
(1992)156 J.P. 605 were advised that where it had been shown that the defendant was the owner of the vehicle concerned (together with any other relevant evidence raising a presumption that the appellant was the driver) the burden shifted to the defendant—on the balance of probabilities—to show he was not the driver. The Divisional Court held that this was wrong and that in a criminal case the question for decision was, and remained throughout, whether the court was sure that the appellant was the driver. In some circumstances, but in far from all, the presumption might—together with those circumstances—be sufficient to make the sure inference.'» Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι τούτα δικαιολογούν πλήρως την ήδη εκφρασθείσα γνώμη μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, η οποία προφανώς αντικειμενικά κρινόμενη δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση εξαγωγής συμπερασμάτων ενοχής της κατηγορούμενης κρινόμενη στο απόγειο της[3]. Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω, χωρίς ενδοιασμό, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. [Υπ.] Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.
- [2] Βλ. Τεκμήριο
- [3] R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο