← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΝΘΟΥΛΛΑ Ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Yπόθεσης: 2000/20, 22/12/2022

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΝΘΟΥΛΛΑ Ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Yπόθεσης: 2000/20, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2000/20 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Κατηγορούσα Αρχή και ΑΝΘΟΥΛΛΑ Ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Ιεροδιακόνου για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη: κ. Στυλιανού. Κατηγορούμενη: Παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 63 κατηγορίες οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)(γ), 3
(2),
(4)(γ), 4
(2)και
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας η Κατηγορούμενη 1 ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 8/4/2011 στην Γενική Αίτηση 427/2010 στο πλαίσιο της οποίας εγγράφηκε η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 24/7/2009 και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω γενικής αίτησης εκδόθηκε εναντίον της στις 15/10/2013 διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €300,00 έκαστη από 15/10/2013 και ακολούθως κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως, η τελευταία προέβη σε πράξη καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή, ήτοι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 15/3/2015 - 15/5/2020. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία της ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα στην παρούσα διαδικασία θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Σε ότι αφορά την Παραπονούμενη εξήγησε ότι έλαβαν χώρα συγχωνεύσεις και μετονομασίες που οδήγησαν στο σημερινό όνομα της παραπονούμενης και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη σχετικών ειδοποιήσεων μετονομασίας. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 24/7/2009 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον της Κατηγορούμενης αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Ακολούθως, στις 8/4/2011 εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 427/2010 εναντίον της κατηγορούμενης με το οποίο επιτράπηκε η καταχώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και αντίγραφο του σχετικού διατάγματος παρουσίασε ως Τεκμήριο
  2. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1, στο πλαίσιο της ανωτέρω αναφερόμενης Γενικής Αίτησης εκδόθηκε στις 15/10/2013 διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης με το οποίο αυτή διατάχθηκε να καταβάλλει στην Παραπονούμενη ποσό ύψους €300 μηνιαίως από 15/10/2013 και «ούτω καθ' εξής μέχρι εξόφλησης» όπως αναφέρεται στο ρηθέν διάταγμα. Αντίγραφο του ρηθέντος διατάγματος παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  3. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, η κατηγορούμενη παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις της από 15/3/2015 μέχρι 15/5/2020 εκ €300 έκαστη, ήτοι το συνολικό ποσό των €18.
  4. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού στην οποία, όπως ανέφερε, φαίνεται ότι δεν έγινε κάποια πληρωμή για τους επίδικους μήνες. Πρόσθεσε ότι εξ όσων γνωρίζει δεν έχει μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης καθώς και ότι αυτή δεν υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος. Τέλος ζήτησε την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι η Τράπεζα δεν ενημερώθηκε από κάπου ότι υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή στην οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης. Αυτό που γνωρίζει ο ίδιος, όπως ανέφερε, είναι ότι εκδόθηκε μια απόφαση για κάποιες μηνιαίες δόσεις, η οποία από ένα σημείο και μετά σταμάτησαν να πληρώνονται χωρίς να έχουν οποιαδήποτε ενημέρωση ότι άλλαξε η οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης. Σε σχετικές υποβολές και ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν έχουν αλλάξει οι οικονομικές συνθήκες της κατηγορούμενης προσθέτοντας ότι εάν είχε σταματήσει την εργασία της ή άλλαξε η οικονομική κατάστασή της έπρεπε να ενημερώσει τόσο την Τράπεζα όσο και το Δικαστήριο εάν ήθελε να αλλάξει την απόφαση του Δικαστηρίου. Η Κατηγορούμενη κατά την κυρίως εξέταση της ερωτήθηκε εάν την περίοδο που εξεδόθη το διάταγμα είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τη δόση που συμφώνησε. Απάντησε πως το 2013 πλήρωνε και πως το 2014 έφυγε από τη δουλειά της και δεν μπορούσε να πληρώσει. Ερωτηθείσα εάν έχει οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι απολύθηκε εκείνη την περίοδο ανέφερε ότι θα μπορούσε να της δώσει έγγραφο το ξενοδοχείο στο οποίο εργαζόταν ενώ ερωτηθείσα εάν έχει οποιοδήποτε έγγραφο από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε κάτι μαζί της αλλά ότι είναι εύκολο να βρει προσθέτοντας ότι πρέπει να το έχει σπίτι. Ερωτηθείσα πόσο καιρό έμεινε άνεργη μέχρι την ημέρα που επικαλείται την ασθένεια του καρκίνου ανέφερε ότι υπέγραφε 6 μήνες άνεργη, πως το 2015 έκανε εγχείρηση το ισχίο της και έκατσε άλλους 6 μήνες και το 2016 πήγε δουλειά. Ερωτηθείσα για πόσο καιρό δούλεψε ανέφερε ότι το 2016 νομίζει ήταν 3 μήνες αλλά δεν θυμόταν και δούλεψε ως μάγειρας παίρνοντας €900 μισθό τον πρώτο χρόνο όπως ανέφερε. Μετά τους 3 μήνες υπέγραφε 6 μήνες ανεργιακό και αυτό έγινε και το 2017 αλλά και τα 3 χρόνια που δούλεψε εκεί όπως ανέφερε, μέχρι να αρρωστήσει. Όπως εξήγησε, ο λόγος που δούλευε 3 μήνες ήταν γιατί έκλεινε το εστιατόριο στο οποίο δούλευε. Πρόσθεσε ότι τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2019 διαγνώστηκε με όγκο και έκανε εγχείρηση και μετά δεν μπόρεσε να ξαναδουλέψει και πως παίρνει σύνταξη ύψους €
  5. Ακολούθως, ερωτηθείσα κατά πόσο από την ημερομηνία που εξεδόθη το διάταγμα μέχρι και σήμερα είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό απάντησε αρνητικά και ερωτηθείσα εάν είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει από την ημέρα που σταμάτησε ανέφερε ότι όταν υπέγραφε ανεργιακό έκανε και 3 μήνες να έρθει το επίδομα το οποίο ήταν €
  6. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο Ιατρικής έκθεσης αναφορικά με αίτηση για παροχή σύμφωνα με τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο η οποία συντάχθηκε από τον Δρ. Παντελή Κουντουράκη. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίγραφα εγγράφων μισθοδοσίας για τον Νοέμβριο του 2011 και τον Δεκέμβριο του 2011 αντίστοιχα. Ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε αντίγραφο αναλυτικής κατάστασης αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη για το έτος 2017 και ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο βεβαίωσης για λήψη παροχής (είδος παροχής σύνταξη ανικανότητας) για την περίοδο από 1/1/21 μέχρι 30/11/
  7. Τέλος, ως Τεκμήριο 11 κατέθεσε αντίγραφο βεβαίωσης από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Εργασίας στο οποίο καταγράφονται οι περίοδοι κατά τις οποίες η κατηγορούμενη είχε εγγραφεί στο Επαρχιακό γραφείο εργασίας Πάφου ως άνεργη. Αντεξεταζόμενη, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε συμφώνησε ότι τα έτη 2015, 2016, 2017 και 2018 εργαζόταν στο εστιατόριο ενός ξενοδοχείου για 6 μήνες και τους άλλους 6 μήνες έπαιρνε ανεργιακό. Σε σχετική υποβολή ότι από το 2015 σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις της για να αποφύγει να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της ανέφερε ότι απλώς δεν είχε να πληρώσει. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[1] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[2] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[4] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[5] Ο ΜK1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του, ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα επίδικα γεγονότα. Μάλιστα, ο ίδιος ειλικρινώς και ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή στην οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης παραμένοντας σταθερός στη θέση του ότι δεν έλαβαν οποιαδήποτε περί τούτου ενημέρωση από την Κατηγορούμενη. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ειδικότερα, από την όλη παρουσία του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα έμεινα ικανοποιημένη ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία του επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, ενώ κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Κατηγορούμενη δεν ήταν θετική. Οι αναφορές της περί μεταβολής της οικονομικής της κατάστασης από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους της δια μηνιαίων δόσεων κάθε άλλο παρά σαφείς, σταθερές και πειστικές ήταν ενώ η ίδια περιέπεσε και σε αντιφάσεις. Οι αναφορές της σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση υπήρξαν συγκεχυμένες. Δίδω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της. Καταρχάς, ενώ η θέση της ήταν ότι ο λόγος που δεν πλήρωσε τις οφειλόμενες δόσεις ήταν η οικονομική της αδυναμία και η μεταβολή της κατάστασης της από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους της δια μηνιαίων δόσεων, εντούτοις η ίδια επέλεξε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο 2 φύλλα μισθοδοσίας για χρόνο προγενέστερο του επίδικου χρόνου, ήτοι του χρόνου έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ειδικότερα, παρουσίασε, και μάλιστα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, δύο φύλλα μισθοδοσίας για δύο μήνες εντός του 2011 (Νοέμβριο και Δεκέμβριο) χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία για τα εισοδήματα της κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, ήτοι 19/6/
  8. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι δεν προσκόμισε μαζί της ούτε οποιαδήποτε έγγραφα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την εν λόγω περίοδο παρά το γεγονός ότι όπως ευθαρσώς δήλωσε μάλλον είχε τα έγγραφα στο σπίτι της. Περαιτέρω, ενώ κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ήταν το 2016 που πήγε δουλειά και ότι μέχρι και το καλοκαίρι του 2019 εργαζόταν 3 μήνες κάθε έτος και τους υπόλοιπους 6 μήνες ανά έτος έπαιρνε ανεργιακό, εντούτοις στην αντεξέταση της σε αντίφαση με την προηγούμενη δήλωση της ανέφερε ότι ήταν από το 2015 μέχρι και το 2019 που εργαζόταν για 6 μήνες ανά έτος (και όχι 3 όπως είπε στην κυρίως εξέταση της) με τους υπόλοιπους 6 μήνες να παίρνει ανεργιακό. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασης της σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ισχυρίστηκε ότι ήταν από την ημερομηνία που εξεδόθη το διάταγμα που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό που διατάχθηκε παρά το γεγονός ότι σε προηγούμενο στάδιο ανέφερε ότι το 2013 πλήρωνε κανονικά και παρά το γεγονός ότι κατηγορείται για την περίοδο από 15/3/2015 και εντεύθεν χωρίς να παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι οφείλει οποιεσδήποτε προγενέστερες δόσεις. Η ουσιαστικότερη αδυναμία της εκδοχής της Κατηγορούμενης ήταν η μη παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους της διά μηνιαίων δόσεων που αποτελεί την αφετηρία της οποιασδήποτε διεργασίας για τη διαπίστωση της κατ' ισχυρισμό μεταβολής της κατάστασης της. Δεν νοείται να γίνεται λόγος για μεταβολή της οικονομικής της κατάστασης χωρίς παρουσίαση ίχνους μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση πριν την κατ' ισχυρισμό μεταβολή της και ειδικότερα κατά τον ουσιώδη χρόνο που δεν είναι άλλος από τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, ήτοι 19/6/
  9. Το Τεκμήριο 11 που παρουσίασε στο Δικαστήριο στο οποίο καταγράφονται οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των ετών 2014 μέχρι 2019 κατά τις οποίες η ίδια είχε εγγραφεί ως άνεργη στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση, ούτε συμπληρώνει αυτό το κενό. Και τούτο διότι το μόνο το οποίο συνάγεται από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι το γεγονός ότι η ίδια είχε εγγραφεί ως άνεργη για περίπου 8 μήνες εντός του 2014 και ακολούθως για 6 μήνες για τα έτη 2015-2016, 2016-2017, 2017-2018 και 2018-2019, περιόδους κατά τις οποίες η ίδια, όπως ανέφερε, λάμβανε ανεργιακό επίδομα για το ύψος του οποίου και πάλι δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία παρά μόνο αρκέστηκε σε μία γενική αναφορά ότι ήταν €600 ενώ τους υπόλοιπους μήνες για τους οποίους δεν λάμβανε ανεργιακό επίδομα, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε, εργαζόταν και λάμβανε εισόδημα το οποίο παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο πέραν μίας γενικής αναφοράς της για το έτος 2016 όπου λάμβανε €900 «τον πρώτο χρόνο» όπως ανέφερε, όπως επίσης άγνωστα παρέμειναν στο Δικαστήριο τα εισοδήματα της κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους διά μηναίων δόσεων. Μάλιστα είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα φύλλα μισθοδοσίας που παρουσίασε τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν αφορούν τον ουσιώδη χρόνο αλλά προγενέστερο κάνουν αναφορά σε καθαρό μισθό (net salary) τον Νοέμβριο του 2011 ύψους €317,74 και τον Δεκέμβριο του 2011 ύψους €196.03 δηλαδή πολύ χαμηλότερα έσοδα από τα έσοδα που γενικά ανέφερε για το 2016 (ύψους €900) και το έτος 2017 όπου για την περίοδο από τον 5/17 μέχρι τον 10/17 είχε πραγματικές αποδοχές ύψους €1000 (Τεκμήριο 9). Περαιτέρω, η απλή αναφορά ότι το έτος 2013 πλήρωνε ενώ στη συνέχεια τα έτη που ακολούθησαν εργαζόταν για κάποια περίοδο με την υπόλοιπη να λαμβάνει ανεργιακό δεν στοιχειοθετεί από μόνη της μεταβολή της οικονομικής της κατάστασης αφού δεν παρουσιάστηκαν απτά και συγκεκριμένα στοιχεία από την Κατηγορούμενη για την οικονομική της κατάσταση κατά την έκδοση του διατάγματος στις 19/6/13 τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για τη διαπίστωση της κατ' ισχυρισμό μεταβολής της κατάστασης της. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η ίδια δεν ισχυρίστηκε ότι αυτό το καθεστώς εργασίας (ήτοι τους μισούς μήνες να εργάζεται και τους άλλους μισούς να λαμβάνει ανεργιακό επίδομα) ήταν μία κατάσταση που δεν υπήρχε κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Με άλλα λόγια δεν είπε οποτεδήποτε στο Δικαστήριο ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος αυτή εργαζόταν σε μόνιμη βάση, ήτοι και τους 12 μήνες του χρόνου. Μάλιστα ακόμα και μετά την εγχείρηση στην οποία υπεβλήθη, ανέφερε ότι άρχισε να λαμβάνει σύνταξη χωρίς και πάλι να καθορίσει την ακριβή ημερομηνία που άρχισε να λαμβάνει αυτή αλλά και το ύψος της παρά μόνο αρκέστηκε να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι λαμβάνει €850 χωρίς και πάλι να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα προς στοιχειοθέτηση της θέσης της. Τα πιο πάνω εγγενή κενά και αδυναμίες στη μαρτυρία της Κατηγορούμενης κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της κατηγορούμενης με τρόπο ώστε η μαρτυρία της να μην μπορεί υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως τέτοια, απορρίπτεται. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24/7/2009 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 2). Ακολούθως, στις 8/4/2011 εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 427/2010 εναντίον της κατηγορούμενης με το οποίο επιτράπηκε η καταχώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 3). Στο πλαίσιο της ανωτέρω αναφερόμενης Γενικής Αίτησης εκδόθηκε στις 15/10/2013 διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης με το οποίο αυτή διατάχθηκε να καταβάλλει στην Παραπονούμενη ποσό ύψους €300 μηνιαίως από 15/10/2013 και «ούτω καθ' εξής μέχρι εξόφλησης» (Τεκμήριο 4). Η κατηγορούμενη παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις της από 15/3/2015 μέχρι 15/5/2020 εκ €300 έκαστη, ήτοι το συνολικό ποσό των €18.900 και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή για τους επίδικους μήνες. Η κατηγορούμενη εξακολουθεί να οφείλει προς την Παραπονούμενη τις μηνιαίες δόσεις από 15/3/2015 μέχρι 15/5/
  10. Τέλος, η Κατηγορούμενη δεν έχει καταχωρίσει οποιαδήποτε αίτηση στο δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Το άρθρο 3
(1)(γ),
(2)και
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος) προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων.» Προκύπτει από το κείμενο του ως άνω άρθρου πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
  2. Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
  3. Εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
  4. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Οι υπερασπίσεις για το ως άνω αδίκημα καθορίζονται ευθέως από τον Νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «3
(4)(γ) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ... (γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο ∆ικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Προκύπτει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις εξής υπερασπίσεις: (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις, (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Τόσο τα συστατικά στοιχεία όσο και οι υπερασπίσεις του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδαλή, ECLI:CY:AD:2017:B427, Ποιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, ECLI:CY:AD:2016:B558, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:B126, Ποιν. έφεση 25/12, 20.2.2014), ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 Περαιτέρω, στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[6] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[7] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και η Παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου. Στις 15/10/2013 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης με το οποίο αυτή διατάχθηκε να καταβάλλει στην Παραπονούμενη ποσό ύψους €300 μηνιαίως από 15/10/2013 και «ούτω καθ' εξής μέχρι εξόφλησης» (Τεκμήριο 4). Η κατηγορούμενη παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις της από 15/3/2015 μέχρι 15/5/2020 εκ €300 έκαστη, ήτοι το συνολικό ποσό των €18.900 και η κατηγορούμενη εξακολουθεί να οφείλει προς την Παραπονούμενη τις μηνιαίες δόσεις από 15/3/2015 μέχρι 15/5/2020. Η κατηγορούμενη για τους λόγους που εξήγησα στο στάδιο την αξιολόγησης της μαρτυρίας της τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [2] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [3] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [4] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [5] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [6] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [7] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.