ΔΗΜΟΥ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 21866/19, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 21866/19 Μεταξύ ΔΗΜΟΥ ΕΓΚΩΜΗΣ Κατηγορούσας Αρχής και ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Χαραλαμπίδου. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος, ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεσή του, αντιμετωπίζει τρεις
(3)κατηγορίες οι οποίες αφορούν παράλειψη πληρωμής των τελών για την αποκομιδή σκυβάλων για το έτος 2016, 2017 και 2018 κατά παράβαση των άρθρων 84 (ζ), 87
(1)(γ),
(2), 126, 129, 134 και 135 του περί Δήμων Νόμου 111/
- Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία η κα Έλλη Ανδρέου (MK1). Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι είναι λειτουργός λογιστηρίου στο τμήμα φορολογίας του Δήμου Έγκωμης. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο ο οποίος διαμένει στο διαμέρισμα το οποίο αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι κατά τα επίδικα έτη ήτοι τα έτη 2016, 2017 και 2018 επίσης διέμενε στο ρηθέν διαμέρισμα. Ανέφερε επίσης ότι οφείλει σκύβαλα για τα πιο πάνω έτη και ειδικότερα τα ακόλουθα ποσά €163,90, €163,90 και €169,40 αντίστοιχα συμπεριλαμβανομένης και της επιβάρυνσης. Ειδοποίηση σε σχέση με την επιβολή των ρηθέντων τελών αποστάληκε ταχυδρομικώς όπως ανέφερε η ΜΚ1 κατά τον χρόνο που έκαστο ποσό κατέστη πληρωτέο και ακολούθως αποστάληκε ξανά ειδοποίηση με την επιβάρυνση με ταυτόχρονη ενημέρωση ότι θα ακολουθήσουν δικαστικά μέτρα μετά τη λήξη της ημερομηνίας πληρωμής. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, 2 και 3 τα τιμολόγια - επιστολές ημερομηνίας 3.11.2016, 23/10/17 και 2/11/18 η οποία αφορούσε τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων για το έτος 2016, 2017 και 2018 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι λόγω της παράλειψης του κατηγορούμενου να εξοφλήσει τα ποσά του επιβλήθηκε προσεπιβάρυνση 10% σε έκαστο ποσό και ακολούθως αποστάληκε ταχυδρομικώς στον κατηγορούμενο νέο τιμολόγιο - επιστολή ημερομηνίας 3/6/2019 το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σε ότι αφορά τη γνώση του Δήμου ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε στο διαμέρισμα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει με την παρούσα υπόθεση, ανέφερε ότι τους είχε ενημερώσει σχετικά ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και ο Δήμος πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε για τις όφειλες του, δύο συνολικά φορές. Ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ένσταση παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε πάει στον Δήμο μία κοπέλα εκ μέρους του για αυτόν τον σκοπό εντούτοις την επόμενη μέρα πήγε ο κατηγορούμενος ο οποίος τους είπε ότι δεν προτίθεται να υποβάλει ένσταση και πως θα πάει Δικαστήριο και θα πληρώνει 5 ευρώ τον μήνα. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα ούτε υπέβαλε οποιαδήποτε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο εναντίον της επίδικης φορολογίας. Κατά την αντεξέταση της από τον κατηγορούμενο επέμεινε στη θέση της ότι η ίδια είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Μετά το τέλος της μαρτυρίας της ΜΚ 1 το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε ότι πλήρωσε τα οφειλόμενα ποσά και ας τα πάρει ο Δήμος από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. Επανέλαβε ότι είναι όλα πληρωμένα και ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε αλλά την ανευθυνότητα δεν την ανέχεται. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[1] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[2] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[4] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[5] Η ΜK1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας της, η εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα επίδικα γεγονότα. Εξήγησε με συνοχή τα όσα διαμείφθηκαν σε σχέση με τα οφειλόμενα τέλη αποκομιδής σκυβάλων χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι η ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Όσον αφορά τώρα την προσέγγιση που πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, στην οποία είχε την επιλογή αλλά και αναφαίρετο δικαίωμα να προβεί, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Ως έχει επίσης νομολογηθεί, μια ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία.[6] Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, αναπόφευκτα εξετάζει την ανώμοτη δήλωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση.[7] Εξετάζοντας, λοιπόν, την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου , υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην έκταση που συγκρούεται ή δεν συνάδει με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας. Προς τούτο, τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος περί εξόφλησης των οφειλόμενων ποσών αναφέρθηκαν εντελώς γενικά και αόριστα και ως τέτοια δεν γίνονται αποδεκτά. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[8] και προς αποφυγή επανάληψης, τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία της η ΜΚ1 ως συνοψίσθηκαν πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας της συνιστούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 84(ζ) του περί Δήμων Νόμου αρ. 111/1985 ο οποίος είναι σχετικός με τα επίδικα θέματα προνοεί τα ακόλουθα: «84. Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ και oιoυδήπoτε ετέρoυ εκάστoτε εv ισχύι vόμoυ, τo συμβoύλιov θα εκτελή, εv τω μέτρω τωv oικovoμικώv δυvατoτήτωv τoυ δήμoυ, εvτός τωv δημoτικώv oρίωv πάvτα ή oιαδήπoτε τωv ακoλoύθωv καθηκόvτωv, ήτoι- .. (ζ) θα πρovoή διά τηv καθαριότητα και υγιειvήv κατάστασιv τoυ δήμoυ. διά τηv συλλoγήv, απoκoμιδήv, διάθεσιv, διαχείριση και επεξεργασίαv τωv σκυβάλωv, για τις οποίες επιβάλλει στον ιδιοκτήτη ή κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας ή του υποστατικού τέλη σκυβάλων, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα ποσά που προβλέπονται στον Έκτο Πίνακα, θα ελέγχη και παρεμπoδίζη τηv συσσώρευσιv σκυβάλωv, εις oιovδήπoτε δημόσιov ή ιδιωτικόv υπoστατικόv ή χώρov, θα πρoμηθεύη και διατηρή εις υγιειvήv κατάστασιv δημόσια σκυβαλoδoχεία ή άλλα δoχεία ή χώρoυς διά πρoσωριvήv εvαπόθεσιv και απoκoμιδήv σκυβάλωv, και θα πρovoή διά τηv λήψιv παvτός μέτρoυ αvαγκαίoυ διά τηv εξάλειψιv και μετακίvησιv oιασδήπoτε ακαθαρσίας ή απoρριμάτωv και διά τηv περιστoλήv oιασδήπoτε oχληρίας: Νοείται ότι, η ετήσια αύξηση που επιβάλλεται στα τέλη σκυβάλων είναι μέχρι του ποσοστού δεκατέσσερα τοις εκατό (14%) των τελών του προηγούμενου χρόνου, αρχίζοντας με βάση τα τέλη που καταβάλλονται αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Δήμων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2018». Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 126 του ως άνω νόμου το οποίο έχει ως ακολούθως: Τo δικαστήριov δύvαται vα διατάξη τηv καταβoλήv δικαιωμάτωv ή τελώv μη καταβληθέvτωv 126.-
(1)Εάv τo δικαστήριov, εvώπιov τoυ oπoίoυ πρoσάγεται oιovδήπoτε πρόσωπov δι' oιαvδήπoτε παράβασιv τoυ παρόvτoς Νόμoυ ή διά αδίκημα κατά τoυ παρόvτoς Νόμoυ ή διά παράβασιv oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv εκδoθέvτωv δυvάμει αυτoύ, εύρη τo τoιoύτo πρόσωπov έvoχov της τoιαύτης παραβάσεως ή αδικήματoς κατά παράβασιv τoυ Νόμoυ ή παραβάσεως oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv, τo τoιoύτo δικαστήριov δύvαται, επιπρoσθέτως πρoς τηv πoιvήv τηv oπoίαv ήθελε θεωρήσει αρμόζoυσαv vα επιβάλη επί τoυ τoιoύτoυ πρoσώπoυ και επιπρoσθέτως πρoς τα δικαστικά έξoδα, vα διατάξη τo τoιoύτo πρόσωπov vα πληρώση όλα τα δικαιώματα, διαπύλια, τέλη ή δασμoύς σχέσιv έχovτα πρoς τηv κατηγoρίαv και τα oπoία τo τoιoύτo πρόσωπov έδει vα καταβάλη αλλά παρέλειψεv ή ηρvήθη ή ημέλησε vα καταβάλη.
(2)Άπαvτα τα τoιαύτα δικαιώματα διαπύλια, τέλη και δασμoί τα oπoία διέταξε τo δικαστήριov vα καταβληθoύv δύvαvται vα αvακτώvται καθ' ov τρόπov χρηματικαί ή έτεραι πoιvαί αvακτώvται δυvάμει oιoυδήπoτε εκάστoτε εv ισχύι vόμoυ. Περαιτέρω, το άρθρο 134 του ως άνω νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Γεvική πρoσεπιβάρυvσις 134. Εάv oιαδήπoτε τέλη, δικαιώματα, φόρoι ή επιβαρύvσεις πληρωτέαι δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ ή oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv εκδoθέvτωv δυvάμει αυτoύ, δεv πληρωθoύv κατά τov χρόvov καθ' ov ταύτα είvαι δεόvτως oφειλόμεvα και πληρωτέα δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ και τωv τoιoύτωv καvovισμώv, o oφειλέτης τoύτωv ή oιoσδήπoτε τoύτωv θα πληρώvη, επιπλέov πρoς τo πoσόv τωv τoιoύτωv τελώv, δικαιωμάτωv ή επιβαρύvσεωv, πρoσεπιβάρυvσιv ίσηv πρoς 10% επί του οφειλόμενου ποσού. Στην υπόθεση Χριστοδούλου Άριστος ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 ΑΑΔ 128, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος)». Στην υπόθεση Δήμος Αγίου Αθανασίου ν. James Peter (Pazaraki)
(2004)2 ΑΑΔ 524, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ωστόσο πρέπει να υποδείξουμε ότι η ανάγκη γνωστοποίησης της απόφασης για επιβολή τελών αποτελεί επιταγή της νομολογίας (βλ. Χριστοδούλου, πιο πάνω) και επιταγή των αρχών του διοικητικού δικαίου. Η επιβολή τελών αποτελεί, καθώς έχει νομολογηθεί, διοικητική πράξη, οι δε σχετικές αρχές του διοικητικού δικαίου απαιτούν γνωστοποίηση της στον ενδιαφερόμενο». Από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι για να καταστεί αξιόποινη η παράλειψη καταβολής επιβληθείσας φορολογίας πρέπει η φορολογία να περιέλθει εις γνώση του διοικούμενου και να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 75 ημερών που αυτός έχει για να ασκήσει προσφυγή εναντίον της πράξης επιβολής της. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και τα σχετικά ευρήματα που προκύπτουν από αυτή κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι η υποχρέωση του κατηγορούμενου να καταβάλει τη φορολογία σε σχέση με τις ειδοποιήσεις επιβολής τελών σκυβάλων για τα έτη 2016, 2017 και 2018 κατέστη ανέκκλητη και συνακόλουθα η παράλειψή του να καταβάλει τη σχετική φορολογία αξιόποινη. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [2] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [3] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [4] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [5] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [6] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). [7] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [8] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο