← Κύπρος

AMERICAN ACADEMY ALUMNI FOUNDATION ν. ΠΑΥΛΙΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΠΑΡΤΖΙΛΗ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 3328/22, 31/10/2022

AMERICAN ACADEMY ALUMNI FOUNDATION ν. ΠΑΥΛΙΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΠΑΡΤΖΙΛΗ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 3328/22, 31/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 3328/22 AMERICAN ACADEMY ALUMNI FOUNDATION Παραπονούμενοι και

  1. ΠΑΥΛΙΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΠΑΡΤΖΙΛΗ
  2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΡΤΖΙΛΗΣ
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΡΤΖΙΛΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Παραπονούμενους: κα Β. Παντελή για ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Σ. Βασιλείου. Για τον Κατηγορούμενο 3: κα. Π. Κτίστη για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία για απείθεια κατά νόμιμων διαταγών, κατά παράβαση του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 στις 7/2/2022, 3/2/2022 και 4/2/2022 αντίστοιχα, απείθησαν σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 27/9/2013 με το οποίο απαγορευόταν η χρήση της φράσης «American Academy» ή/και «Αμερικανική Ακαδημία» όντας, η μεν κατηγορούμενη 1, αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος ή/και αξιωματούχος ή/και γραμματέας της εταιρείας Island Education Services Ltd και οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3, αντιπρόσωποι ή/και υπάλληλοι ή/και αξιωματούχοι ή/και διευθύνοντες σύμβουλοι της ρηθείσας εταιρείας. Πριν την απάντηση στο κατηγορητήριο, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ήγειραν ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τη θέση των συνηγόρων των κατηγορουμένων η κατάχρηση προκύπτει αφενός από την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης σε συνάρτηση με τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος στο οποίο κατ' ισχυρισμό απείθησαν και αφετέρου, από το γεγονός ότι εναντίον των κατηγορουμένων εκκρεμεί επίσης και αίτηση παρακοής ενώπιον Δικαστηρίου που ασκεί αστική δικαιοδοσία (η οποία καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της αγωγής που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος) στη βάση κατ' ισχυρισμό παρακοής του ίδιου δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 27/9/
  5. Οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι εκκρεμεί αίτηση παρακοής σε Δικαστήριο που ασκεί αστική δικαιοδοσία και ειδικότερα, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, που καταχωρίστηκε από τους παραπονούμενους εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και η οποία αφορά το ίδιο δικαστικό διάταγμα στο οποίο γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου έγγραφο με τα αιτητικά της αίτησης παρακοής που εκκρεμεί εναντίον των Κατηγορουμένων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Έγγραφο Χ). Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του ζητήματος που εγέρθηκε έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[2] Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του διασφαλίζοντας την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.[3] Στην απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο

(1995)1 Α.Α.Δ. 217, 222 επισημάνθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξαιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ' όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ' ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφ' ετέρου, της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του.[4] Ο Λόρδος Denning στην Goldsmith v. Sperrings Ltd [1977] 1 W.L.R. 478, μιλώντας για το ζήτημα της κατάχρησης, στη σελίδα 489 ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «It is abused when it is diverted from its true cause so as to serve extortion or oppression; or to exert pressure so as to achieve an improper end.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, 3 Ιουλίου 2020, επεσήμανε για άλλη μία φορά με αναφορά στην Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 τη θεμελιακή αρχή ότι το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση. Σε ότι αφορά το στάδιο διαπίστωσης της κατάχρησης, στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω) λέχθηκε με αναφορά και παραπομπή στις υποθέσεις Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, L.C.A. DOMIKI Ltd Ποινική Αίτηση Αρ.14/2018, ημερ.2.10.2018, Αγγελίδης, Ποινική Αίτηση Αρ.17/2018, ημερ.6.12.2018 και Amsteso Electric Ltd, Ποινική Αίτηση Αρ.14/2019, ημερ.9.5.2019, ότι η κατάχρηση μπορεί να διαπιστωθεί κατά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, όταν θα έχει ήδη τεθεί ενώπιον του όλη η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή και η υπεράσπιση θα ήθελαν προσφέρει. Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Τονίστηκε επίσης ότι τέτοια διαπίστωση μπορεί αναμφίβολα να γίνει και σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο, με αίτημα της υπεράσπισης, αλλά και αυτεπάγγελτα και πως το Δικαστήριο, δεν εμποδίζεται από του να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Σε ότι αφορά ειδικότερα το ζήτημα της κατάχρησης στη βάση ισχυριζόμενης καθυστέρησης στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης λέχθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα ως προς τις παραμέτρους που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του προτού διαμορφώσει την κρίση του επί τέτοιου ζητήματος: «Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. . Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση.» Στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω), επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να τερματίσει την ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι λόγω κατάχρησης η οποία συνίστατο στην καθυστέρηση καταχώρισης της εν λόγω ποινικής υπόθεσης η οποία διαγνώσθηκε με αναφορά στην αντικειμενική παρέλευση του χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος, ως αυτή αναδυόταν από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, και της καταχώρισης του κατηγορητηρίου. Και αυτό γιατί δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς της κατηγορούσας αρχής να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα συναφή με την καθυστέρηση τα οποία να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως αναδυόταν από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρισης του κατηγορητηρίου. Συνοψίζοντας, είναι καλά εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της, όταν πραγματικός της σκοπός είναι η εξόντωση ή η καταπίεση του αντιδίκου ή όταν δι' αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπό ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου.[5] Η νομολογία, έχει αναγνωρίσει ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία.[6] Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου. Σε ότι αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώριση του κατηγορητηρίου, η εισήγηση που προβλήθηκε από τους συνήγορους των Κατηγορουμένων είναι ότι έχουν παρέλθει 9 έτη από την έκδοση του διατάγματος στο οποίο οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ότι απείθησαν. Η χρονική διάσταση μεταξύ της ημερομηνίας έκδοσης του διατάγματος και της ημερομηνίας καταχώρισης του κατηγορητήριου δεν είναι σχετική αφού το υπόβαθρο για την εξέταση του ζητήματος που τέθηκε είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει έκαστος κατηγορούμενος, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, που εν προκειμένω είναι οι ακόλουθες ημερομηνίες: 7/2/2022, 3/2/2022 και 4/2/2022 και η ημερομηνία της καταχώρισης του κατηγορητηρίου, που εν προκειμένω είναι η 22/6/22. Καθίσταται σαφές, ότι παρήλθαν 4 περίπου μήνες από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου και υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να διαγνωσθεί καθυστέρηση. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Ούτε εξηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο γιατί το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης θα έπρεπε να εξεταστεί σε συνάρτηση με τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος ή με ποιον τρόπο ο χρόνος αυτός είναι σχετικός με τη συμπεριφορά για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης η οποία, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, έλαβε κατ' ισχυρισμό χώρα λίγους μήνες πριν την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το ζήτημα της κατάχρησης η οποία σύμφωνα με την εισήγηση που προβλήθηκε προκύπτει από το γεγονός της παράλληλης προώθησης αίτησης παρακοής από τους παραπονούμενους εναντίον των κατηγορουμένων για το ίδιο δικαστικό διάταγμα σε δικαστήριο που ασκεί αστική δικαιοδοσία. Το Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 παρέχει σε κάθε Δικαστήριο εξουσία εξαναγκασμού σε υπακοή προς οποιοδήποτε διάταγμά του, το οποίο διατάσσει ή απαγορεύει την εκτέλεση οιασδήποτε πράξης, διά προστίμου ή φυλάκισης, ή μεσεγγύησης αγαθών. Δυνατόν, επιπροσθέτως, να επιδικαστεί στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης, όπως το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Περαιτέρω, το Άρθρο 162 του Συντάγματος παρέχει σε κάθε δικαστήριο της Δημοκρατίας εξουσία να διατάσσει τη φυλάκιση οιουδήποτε προσώπου που δεν υπακούει σε απόφαση ή διαταγή του δικαστηρίου μέχρι τη συμμόρφωσή του με την απόφαση αυτή, αλλά η φυλάκιση, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα μήνες. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634 ανέλυσε εναργώς τη φύση της αστικής και ποινικής απείθειας βάσει των προνοιών του Άρθρου 42 του Ν.14/60 και των προνοιών του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, προβαίνοντας σε διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης δυνάμει του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Στην υπόθεση Θεοφάνους (ανωτέρω), οι Εφεσίβλητοι αντιμετώπισαν κατηγορίες που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, απείθεια κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση του Άρθρου 137 του Κεφ.
  2. Λέχθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα ως προς τη φύση και σκοπό των δύο αυτών διαδικασιών: «Το αντικείμενο του Άρθρου 42 του Ν.14/60 είναι η παροχή δικαιοδοσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εξαναγκασμό προς υπακοή σε διατάγματά του. Όπως σημειώνεται και στην υπόθεση Αναφορικά με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 961, 970, τα μέσα τα οποία παρέχονται για εξαναγκασμό υποταγής σε διατάγματα είναι κατά κύριο λόγο εκείνα του ποινικού δικαίου για την τιμωρία των αδικοπραγούντων. . Τα τιμωρητικά μέσα στη διάθεση του πολιτικού δικαστηρίου για πειθαναγκασμό σε υπακοή σε διατάγματά του, δεν μεταβάλλουν τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας ή το στόχο στον οποίο σκοπεί, την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τη διαταγή του δικαστηρίου (Pooley v. Wheatham [1880] 15 Ch D 435). Οι πράξεις που συνιστούν το πλημμέλημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου συνιστούν ποινικό αδίκημα, η εκδίκαση του οποίου ανάγεται στην ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αντίθετα, η δικαιοδοσία για πειθαναγκασμό του παρακούοντος διάταγμα του δικαστηρίου σε συμμόρφωση, ανάγεται στην αστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου, γεγονός που προσδίδει στις πράξεις ανυπακοής το χαρακτηρισμό αστικής καταφρόνησης. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1 Α.Α.Δ. 750, το Άρθρο 42 του Ν.14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση αγαθών. . Καταλήγουμε ότι οι δύο δικαιοδοσίες, δηλαδή αυτή για αστική απείθεια και αυτή για ποινική απείθεια μπορούν να συνυπάρχουν. Η δικαιοδοσία σε σχέση με την αστική καταφρόνηση είναι χωριστή από την ποινική δικαιοδοσία οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου. Είναι σημαντικό ότι τέτοιες υποθέσεις θα πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού αμέσως και αποφασιστικά, ακόμα κι' όταν ποινική διαδικασία έχει αρχίσει επί τη βάσει των ιδίων γεγονότων.» (οι υπογραμμίσεις και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η φύση και σκοπός των δύο αυτών διαδικασιών διαφέρουν, με τρόπο ώστε η συνύπαρξη τους να μην συνιστά κατάχρηση ως η εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων. Σκοπός της αίτησης παρακοής είναι η εξασφάλιση συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του εκδοθέντος διατάγματος με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση αγαθών να αποτελούν απλώς τα μέσα προς εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τα διατάγματα. Σκοπός της ποινικής διαδικασίας για απείθεια κατά νόμιμων διαταγών είναι η τιμωρία. Η απείθεια σε νόμιμες διαταγές αποτελεί πράξη η οποία, όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Θεοφάνους (ανωτέρω), απειλεί την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα και η οποία, ως τέτοια, απαιτεί τιμωρία. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Αξιοσημείωτο και ενδεικτικό της διαφορετικής φύσης και σκοπού των δύο διαδικασιών είναι επίσης και το γεγονός ότι σε διάφορα συγγράμματα (βλ. Blackstone´s Criminal Practice, Έκδοση 2023 (Ηλεκτρονική έκδοση) παρ. D12.28, Αrchbold Criminal Pleading, Evidence & Practice, 1993 Re-issue, Τόμος 1, § 4-102, Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 2η Έκδοση, παρ. 3-210) υποστηρίζεται η θέση ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση είχε αντιμετωπίσει προγενέστερα παρακοή διατάγματος σε αστική διαδικασία, δεν του παρέχει τη δυνατότητα επίκλησης της ειδικής απάντησης του Autrefois Convict. Τέλος, σε ότι αφορά την επιπρόσθετη εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3 ότι το κατηγορητήριο σε σχέση με αυτόν θα πρέπει επίσης να απορριφθεί για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ την ιδιότητα που του καταλογίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αυτή η εισήγηση έχει ως βάση γεγονότα τα οποία δεν είναι παραδεκτά από την πλευρά των παραπονουμένων και τα οποία δεν μπορούν να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η σχετική εισήγηση είναι πρόωρη και ως τέτοια υπόκειται σε απόρριψη χωρίς να είναι δυνατή η εξέταση της ουσίας της σε αυτό το πρώιμο στάδιο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 καλούνται όπως απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα που έχουν προκύψει ως εκ της έγερσης του ζητήματος αυτού, κρίνω ορθό όπως αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, ακολουθήσουν την πορεία της κυρίως υπόθεσης και ως εκ τούτου, εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [3] Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217) Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Παπόρη ν. Maskin Fabriken «SIO» Α/S
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1037 Loukos Trading Co. Ltd κ.ά.ν. Ρεινμποου Πλητσιηγκ Και Νταιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1014 και Zuckerman On Civil Procedure - Principles and Practice, Sweet & Maxwell, σελ. 618 κ.επ [4] Ποινική Έφεση αρ. 90/2011 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά. ημερ. 11.09.2013). [5] Beogradskα DD
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). [6] Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.