GLOBTIME COMMERCIAL SERVICES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 4208/19, 16/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 4208/19
- GLOBTIME COMMERCIAL SERVICES LTD
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΡΤΙΔΗΣ Παραπονούμενοι και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΧΑΤΖΗΚΑΛΛΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο 1: κ. Δ. Παυλίδης για ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Π. Μακρίδης για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 29 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 298, 20 και 29 του Κεφ. 154 (3η κατηγορία), της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 300, 301, 20 και 29 του Κεφ. 154 (5η κατηγορία) και της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α), 335, 20 και 29 του Κεφ. 154 (7η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2, 4, 6 και
- Κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή και/ή του επικεφαλούς και/ή του υπαλλήλου και/ή του υπεύθυνου του τμήματος Ανάκτησης Χρεών και/ή του υπηρέτη της κατηγορούμενης 1 παρείχε σε αυτή συνδρομή και/ή την παρακίνησε και/ή τη βοήθησε να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 3, 5 και
- Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο 2, πριν οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στο κατηγορητήριο ήγειραν προδικαστικά ζήτημα έλλειψης έννομου συμφέροντος (locus standi) στην προώθηση εκ μέρους του της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Tο Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) αφού αποδέχτηκε την προδικαστική αυτή ένσταση απέρριψε την υπόθεση σε ότι αφορά τον Παραπονούμενο
- Ακολούθως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχτηκαν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Η ακροαματική εκδίκαση δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Ο συνήγορος του Παραπονούμενου 1 υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου διά της τροποποίησης των λεπτομερειών της 1ης, 2ης, 3ης, 5ης και 6ης κατηγορίας και διά της προσθήκης τεσσάρων νέων κατηγοριών. Σε ότι αφορά τις λεπτομέρειες των υφιστάμενων κατηγοριών η τροποποίηση αφορά την αύξηση του ποσού που έχει κατ' ισχυρισμό σφετεριστεί, αποσπάσει και αποκτήσει με δόλιο τρόπο η Κατηγορούμενη 1 με τη συνδρομή του κατηγορούμενου 2 από €1.000.000 σε €1.217.
- Περαιτέρω, στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας προστίθεται η ακόλουθη αναφορά: «Πιο συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι εξόφλησαν overdraft που ως ισχυρίστηκαν είχε η παραπονούμενη εταιρεία 1 στον τρεχούμενο με αριθμ. [ ] χωρίς να υφίσταται τέτοιο overdraft αφού είχε εξοφληθεί από τους Παραπονούμενους αριθμ. 1 προηγουμένως με άλλη πράξη.» Σε ότι αφορά τις 4 νέες κατηγορίες αυτές αφορούν σε παρόμοιας φύσης αδικήματα με τα αδικήματα των υφιστάμενων κατηγοριών, ήτοι της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 29 του Κεφ.
- Οι κατηγορίες 9 και 11 αφορούν την κατηγορούμενη 1 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος αποδίδεται σε αυτή ότι σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες ήτοι 13/3/86 και 11/3/86, προέβη σε κατάθεση δύο επιταγών ύψους ΛΚ 50,000 και ΛΚ 33,315 σε άγνωστο λογαριασμό σε ότι αφορά το πρώτο ποσό και σε λογαριασμό άλλου νομικού προσώπου σε ότι αφορά το δεύτερο ποσό, ενώ οι επιταγές ήταν κατ' ισχυρισμό δίγραμμες και θα έπρεπε να κατατεθούν σε λογαριασμό που διατηρούσε η Παραπονούμενη εταιρεία στην κατηγορούμενη 1 αποστερώντας τα ρηθέντα ποσά από τον νόμιμο ιδιοκτήτη τους, ήτοι την παραπονούμενη
- Οι κατηγορίες 10 και 12 αφορούν τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή και/ή του επικεφαλούς και/ή του υπαλλήλου και/ή του υπεύθυνου του τμήματος Ανάκτησης Χρεών και/ή του υπηρέτη της κατηγορούμενης 1 παρείχε σε αυτή συνδρομή και/ή την παρακίνησε και/ή τη βοήθησε να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 9 και
- Η πλευρά των κατηγορούμενων έφερε ένσταση στο αίτημα τροποποίησης. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του ζητήματος που εγέρθηκε έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[2] Το άρθρο 83
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους, είτε αυτεπάγγελτα. Η ανάγκη για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα: (α) να θεραπεύσει μια σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ των λεπτομερειών μιας κατηγορίας και της μαρτυρίας που έχει ήδη προσαχθεί. (β) να δώσει περαιτέρω ή πιο ακριβείς λεπτομέρειες ώστε να υποβοηθήσει τον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπιση του με βεβαιότητα. (γ) να προσθέσει μια κατηγορία για να συμπεριληφθεί αδίκημα που αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία. Στο σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική "Criminal Procedure in Cyprus" στη σελίδα 71, επισημαίνονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την ευρεία εξουσία του Δικαστηρίου σε αιτήματα τροποποίησης του κατηγορητηρίου: "The Criminal Procedure Law, Cap.155 confers wide powers on the court to amend a defective charge during the trial, where the charge or information is defective in substance or in form by the alteration of the charge i.e. by amending either the description of the offence, or the particulars thereto or both, or by substitution or addition of a new count, as the court thinks necessary to meet the circumstances of the case." Tροποποίηση κατηγορητηρίου μπορεί να γίνει όταν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι ελαττωματικό. Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πώς η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή τη μαρτυρία όπως παρουσιάζεται κατά την εξέλιξη της δίκης. Ουσιαστικής σημασίας είναι κατά πόσο το κατηγορητήριο ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.[3] Μεταβολή κατηγορητηρίου, ανάμεσα σε άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και προσθήκη κατηγοριών.[4] Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν περιέχονται ανεπαρκείς λεπτομέρειες, όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή δεν συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Η έννοια του όρου «ελαττωματικό» έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Συγκεκριμένα στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο.[5] Στην υπόθεση Georgios Leonidou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, τονίστηκε ότι το κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό μέσα στην έννοια του άρθρου 83
(1)Κεφ. 155 στην περίπτωση που το περιεχόμενο του δεν συνάδει με την μαρτυρία που δόθηκε στη δίκη. Οι πιο πάνω αναφερόμενες αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 65, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου, εκδίδοντας σχετικό διάταγμα ως κρίνει αναγκαίο, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης, νοουμένου, πάντοτε, ότι, με την τροποποίηση, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.» Καθοριστικής σημασίας στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση του κατηγορητηρίου είναι εάν συνεπεία της τροποποίησης θα επηρεαστεί δυσμενώς ο κατηγορούμενος ή η υπεράσπιση του. Η τάση που προκύπτει από τη νομολογία είναι η τροποποίηση να επιτρέπεται πιο εύκολα στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και με περισσότερη φειδώ όσο αυτή εξελίσσεται.[6] Ο λόγος είναι εμφανής. Όσο πιο νωρίς υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, τόσο μικρότερο είναι το ενδεχόμενο αρνητικού επηρεασμού του κατηγορούμενου και της υπεράσπισης του. Στο σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική "Criminal Procedure in Cyprus" στις σελίδες 71 και 72 αναφέρεται ότι πιθανός επηρεασμός του κατηγορουμένου μπορεί να προκύψει αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται που λογικά δεν αναμενόταν αλλά ταυτόχρονα επισημαίνεται ότι στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Σε ότι αφορά τις υφιστάμενες κατηγορίες υπάρχει διαφοροποίηση του ποσού ενώ τίθενται επιπρόσθετες λεπτομέρειες στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας οι οποίες ουσιαστικά εξειδικεύουν και παρέχουν καλύτερη πληροφόρηση στο τι είναι αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους κάτι που συνάδει και με την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχει επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει ώστε να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες.[7] Σε ότι αφορά τις νέες κατηγορίες αυτές έχουν άμεση θεματική συνάφεια με τις υπάρχουσες κατηγορίες αφού αφορούν σε ίδιας φύσης αδικήματα με τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας καταλογίζοντας στους Κατηγορούμενους σφετερισμό και αποστέρηση δύο επιπρόσθετων ποσών για τα οποία είχαν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, εκδοθεί δύο επιταγές και ως τέτοια, δεν συνιστούν κατά την κρίση μου εντελώς νέα αδικήματα που λογικά δεν αναμένονταν (ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση) με τρόπο ώστε να υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων τη στιγμή μάλιστα που δεν έχει ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Δεν συμμερίζομαι ούτε τη θέση του συνήγορου των Κατηγορουμένων ότι επειδή οι νέες κατηγορίες ανάγονται χρονικά στο έτος 1986 αυτό επηρεάζει δυσμενώς τους κατηγορούμενους επειδή, σύμφωνα με την εισήγηση, μπορεί να μην εγκρίνονταν αυτές οι κατηγορίες κατά την καταχώριση του κατηγορητήριου. Το δικαίωμα των κατηγορουμένων να εγείρουν ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης παραμένει ανεπηρέαστο και συνεπώς, ουδόλως επηρεάζονται σε αυτό το στάδιο από το γεγονός ότι οι νέες κατηγορίες που επιδιώκονται να εισαχθούν στο κατηγορητήριο ανάγονται χρονικά στο έτος 1986. Το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, ακόμα και αυτεπάγγελτα, να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση.[8] Συνεπώς, το δικαίωμα των κατηγορουμένων να εγείρουν ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης παραμένει αλώβητο. Τα όσα ανέφερε ο συνήγορος της Πελααραπονούμενης σε μία προσπάθεια του να απαντήσει στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ειδικότερα ότι η Παραπονούμενη εταιρεία έλαβε γνώση των όσων προσάπτονται στο κατηγορητήριο περί το 2017 θα τύχουν εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο εάν και εφόσον εγερθεί ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης. Δεν συμμερίζομαι επίσης την εισήγηση του συνήγορου των Κατηγορουμένων ότι επειδή αυξάνεται με την αιτούμενη τροποποίηση το ποσό στις υφιστάμενες κατηγορίες, αυξάνεται ο κίνδυνος επιβολής μεγαλύτερης ποινής σε περίπτωση που κριθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Το ύψος του ποσού που κατ' ισχυρισμό έχει σφετεριστεί, αποσπάσει και αποκτήσει με δόλιο τρόπο η Κατηγορούμενη 1 με τη συνδρομή του κατηγορούμενου 2 δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνται. Το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται νομοθετικά παραμένει το ίδιο ανεξαρτήτως της τροποποίησης δια της αύξησης του ποσού και υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν διαβλέπω δυσμενή επηρεασμό ως εκ της τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Το αίτημα υποβάλλεται σε πρώιμο στάδιο, ήτοι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου ως οι αιτούμενες τροποποιήσεις. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [2] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [3] Pouris v The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou v The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, Archbold, «Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases» 1993, σελ. 1/87. [4] Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266 [5]Αrchbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 1993, σελ. 1/87 και επ., R -v- Ronald George Radley et al
(1974)58 Cr. App. R. 394 και Martin
(1961)45 Cr. App. R. 199, Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πικής, σελ. 72 [6] Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου v Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99 [7] Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204), Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 [8] Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, 222, L.C.A. DOMIKI Ltd, Ποινική ECLI:CY:AD:2018:D424, Αίτηση Αρ.14/2018, ημερ.2.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:D424, Αγγελίδης, Ποινική Αίτηση Αρ.17/2018, ημερ.6.12.2018 και Amsteso Electric Ltd, Ποινική Αίτηση Αρ.14/2019, ημερ.9.5.2019 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο