← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ ν. Λ.Π. κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 4510/19, 12/12/2022

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ ν. Λ.Π. κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 4510/19, 12/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 4510/19 ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ Παραπονούμενου και

  1. Λ.Π.
  2. Α.Ε.
  3. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED
  4. J.P.H.
  5. N.S.
  6. Μ.Κ. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κ. Θ Ανδρέου για ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Π. Πολυβίου, κ. Δ. Παπαδόπουλος και κ. Γ. Μίτλεττον για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. και για ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Θ. Κορφιώτης για ΚΟΥΣΙΟΣ, ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ, ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενες 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία για ψευδορκία, κατά παράβαση του Άρθρου 110

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο σε ότι αφορά την 1η κατηγορούμενη, αυτή «στις 12/7/2018 και στις 12/11/2018 εν γνώσει της και εκ προθέσεως, προέβη σε ψευδείς Ένορκες Δηλώσεις ως μάρτυρας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε ουσιώδες ζήτημα διατάγματος το οποίο εκκρεμούσε και ήταν υπό εκδίκαση στην αίτηση για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων στην αγωγή 1492/2018 ημερομηνίας 06/06/2018 και μεταξύ άλλων, εν γνώσει της κατέθεσε ψευδώς ότι, οι 1,300 μετοχών Β' Τάξης της εταιρείας NICOSIA MALL HOLDINGS (NMH) LIMITED (HE374135) ιδιοκτησίας του παραπονούμενου ήταν μηδενικής αξίας και ότι τα δάνεια του παραπονούμενου στην κατηγορούμενη 3 ήταν μη εξασφαλισμένα και μη εξυπηρετούμενα». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο σε ότι αφορά την 2η κατηγορούμενη, αυτή «στις 14/5/2018 εν γνώσει της και εκ προθέσεως, προέβη σε ψευδή Ένορκη Δήλωση ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως στη Λευκωσία σε ουσιώδες ζήτημα και διαδικασία που αφορούσε τις 1,300 μετοχές Β' Τάξης της εταιρείας NICOSIA MALL HOLDINGS (NMH) LIMITED (HE374135) ιδιοκτησίας του παραπονούμενου και ερήμην του τελευταίου, το οποίον εκκρεμούσε και ήταν υπό εκδίκαση στην αίτηση υπ' αρ. Ε64/2014 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως και μεταξύ άλλων εν γνώση της κατάθεσε ψευδώς ότι, οι 1,300 μετοχές Β' Τάξης της εταιρείας NICOSIA MALL HOLDINGS (NMH) LIMITED (HE374135) ιδιοκτησίας του παραπονούμενου ήταν μηδενικής αξίας και ότι τα δάνεια του παραπονούμενου ήταν μη εξασφαλισμένα και μη εξυπηρετούμενα». Η κατηγορούμενη 3 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της συμβουλής σε ψευδορκία και της πρόκλησης σε ψευδορκία, κατά παράβαση του Άρθρου 110
(1)
(2)και 22 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο η κατηγορούμενη 3 συμβούλευσε τις κατηγορούμενες 1 και 2 στη διάπραξη και τέλεση του αδικήματος της ψευδορκίας και υποκίνησαν και προκάλεσαν τις κατηγορούμενες 1 και 2 να προβούν σε ψευδείς ένορκες δηλώσεις ως μαρτυρία στο πλαίσιο των διαδικασιών που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορούμενες 1 και 2 ως αυτές αναφέρονται πιο πάνω. Οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 αντιμετώπιζαν τις ίδιες κατηγορίες με την Κατηγορούμενη 3 πλην όμως στις 15/9/2022 απαλλάχθηκαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν αφού προηγήθηκε στις 18/8/2022 διαδικασία αναστολής ποινικής δίωξης (nolle prosequi) εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Το σχετικό έντυπο αναστολής ποινικής δίωξης ημερομηνίας 18/8/2022 κοινοποιήθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 23/8/2022 και καταχωρίστηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Το αδίκημα της ψευδορκίας, επισύρει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά
(7)έτη. Συνακόλουθα, πρόκειται για αδίκημα το οποίο μπορεί να δικαστεί συνοπτικά μόνο με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24
(2)[1] του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Στον φάκελο της δικογραφίας καταχωρίστηκε επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 14/11/2019 η οποία απευθύνεται στον συνήγορο του παραπονούμενου και αναφέρεται σε αίτημα για παραχώρηση από τον Γενικό Εισαγγελέα άδειας για καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και για εκδίκαση των κατηγοριών εναντίον των κατηγορουμένων στην υπό κρίση υπόθεση συνοπτικώς. Στη ρηθείσα επιστολή αναφέρεται πως το αίτημα του συνήγορου του παραπονούμενου εγκρίνεται και πως δίδεται άδεια για καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αποτάθηκαν στον Γενικό Εισαγγελέα ζητώντας αναστολή της ποινικής δίωξης, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε. Η επιστολή απόρριψης του αιτήματος τους ημερομηνίας 18/8/2022 παρουσιάστηκε ως Παράρτημα Γ στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του συνήγορου του παραπονούμενου. Ο κ. Πολυβίου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου όχι μόνο δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό αλλά επικαλέστηκε το Παράρτημα Γ ενημερώνοντας και ο ίδιος το Δικαστήριο ότι το αίτημα τους για αναστολή της ποινικής δίωξης σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 έχει απορριφθεί μέσω του Παραρτήματος Γ. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής που υπογράφεται από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, αναφέρεται πως: «όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αφού μελέτησα το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό και συνυπολόγισα τις θέσεις των μερών και δεδομένης της συγκατάθεσης του τέως Γενικού Εισαγγελέα προς συνοπτικής εκδίκασης των αδικημάτων κρίνω ότι η δίωξη ενδείκνυται να συνεχίσει». Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1-3 ήγειραν ζήτημα έλλειψης νομιμοποίησης του παραπονούμενου να εγείρει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση και ζήτησαν από το Δικαστήριο να τερματίσει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη. Σύμφωνα με την εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων 1-3, το αδίκημα της ψευδορκίας εκφεύγει της εμβέλειας ιδιωτικής ποινικής δίωξης, αποτελεί αδίκημα εναντίον της απονομής της δικαιοσύνης και ως εκ της φύσεως του, δεν μπορεί εξ ορισμού να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Εισηγήθηκαν ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί προδικαστικά αφού πρόκειται, κατά την εισήγησή τους, για αμιγώς νομικό ζήτημα. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του ζητήματος που εγέρθηκε έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Προέχει κατά λογική προτεραιότητα η εξέταση του ζητήματος που έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την πλευρά του παραπονούμενου περί έλλειψης εξουσίας του Δικαστηρίου να αποφασίσει σε αυτό το στάδιο το ζήτημα που εγείρεται, αφού αν το πράξει, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση, θα ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του από τη στιγμή που το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) ενέκρινε το κατηγορητήριο. Και τούτο επειδή το ζήτημα που εγέρθηκε, ανάγεται σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου, στην εγκυρότητα της διαδικασίας, με τρόπο ώστε, σύμφωνα πάντα με τη σχετική εισήγηση, να αμφισβητείται η κρίση του Δικαστηρίου που επέτρεψε και διέταξε την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Δεν συμμερίζομαι αυτή τη θέση. Δεν διαπιστώνω κώλυμα στην εξέταση του ζητήματος που έχει εγερθεί αφότου η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και αφού τέθηκαν για πρώτη φορά οι εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις σε σχέση με το ζήτημα που εγέρθηκε από αμφότερες τις πλευρές ως εκ του γεγονότος ότι το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) είχε προηγουμένως, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Κεφ.155, εγκρίνει την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να καταχωρεί και προωθεί δικαστικές διαδικασίες είναι ζήτημα που ανάγεται στην τήρηση της δημόσιας τάξης, και ως τέτοιο, εξετάζεται και πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα (ex proprio motu).[4] Στην υπόθεση Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, 3/7/2020, είχε εγερθεί προδικαστικά στο Πρωτόδικο Δικαστήριο ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης με αναφορά στη διάσταση χρόνου μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτή αντικειμενικά προέκυπτε από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και της ημερομηνίας καταχώρισης του κατηγορητηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να τερματίσει την ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι λόγω κατάχρησης η οποία συνίστατο στην καθυστέρηση καταχώρισης της εν λόγω ποινικής υπόθεσης η οποία διαγνώσθηκε με αναφορά στην αντικειμενική παρέλευση του χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος, ως αυτή αναδυόταν από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, και της καταχώρισης του κατηγορητηρίου και τούτο παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο είχε σε προγενέστερο στάδιο εγκρίνει την καταχώριση του. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω) αφού υπενθύμισε τη θεμελιακή θέση ότι το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση επεσήμανε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει το ζήτημα που εγέρθηκε χωρίς η έγκριση του κατηγορητηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Κεφ.155 να συνιστούσε κώλυμα στην εξέταση του ζητήματος στο στάδιο που αυτό εγέρθηκε, ήτοι προδικαστικά. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία του ζητήματος που εγέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το δικαίωμα ενός ιδιώτη να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον κάποιου προσώπου, όταν αυτός έχει υποστεί βλάβη από μία πράξη ή παράλειψη η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα, αναγνωρίστηκε στο Κυπριακό Δίκαιο στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363, έχοντας ως πηγή του το Κοινοδίκαιο κατ' εφαρμογή του Άρθρου 29
(1)(γ) του Νόμου 14/60. Στην Ttofinis (ανωτέρω) υπογραμμίστηκε ότι το ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον για την εφαρμογή του Νόμου, καθώς και το συμφέρον των παθόντων ενός εγκλήματος να καταλήγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους επικαλούμενοι την προστασία του ποινικού δικαίου, ένα δικαίωμα το οποίο δεν υποβαθμίζεται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μιας δημόσιας αρχής. Αναφορικά δε με τις συνταγματικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα στο θέμα των διώξεων, η Ttofinis διευκρινίζει ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής δίωξης παραμένει ανεπηρέαστο. Επισημαίνονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα στην Ttofinis (ανωτέρω): «There is nothing in the Constitution neutralising the position at common law as regards private prosecutions. On the contrary, Article 113.2 is an empowering enactment conferring wide powers upon the Attorney-General with regard to prosecution, in addition and not in derogation of those vesting in other persons or authorities. Likewise, the power conferred upon Police authorities to prosecute under s.17
(2)and s.19 of the Police Law-Cap. 285, is not exclusive but supplementary to the right of the victim of crime to prosecute the suspect. Not every individual has the right of private prosecution. Only victims of crime have this right. Unlike the Roman Law, the common law never recognised actio popularis in any sphere.» Όπως περαιτέρω επισημάνθηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522), με αναφορά στην Ttofinis, το δικαίωμα του πολίτη - θύματος να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη δεν συναρτάται με την καταγγελία της παράβασης στις αστυνομικές αρχές, ή την άρνηση ή απροθυμία τους να την προωθήσουν. Ταυτόχρονα, επισημάνθηκε επίσης ότι ο εντεινόμενος και αυξανόμενος ρυθμός των σχετικών παραπόνων δεν επιτρέπει στην Αστυνομία να ασχοληθεί με το σύνολο των περιπτώσεων με αποτέλεσμα να είναι για αυτόν τον λόγο που η δίωξη αφήνεται στα χέρια των ιδίων των παθόντων. Ο δικαστικός λόγος της υπόθεσης Ttofinis (ανωτέρω) υιοθετήθηκε και αναλύθηκε στη Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22 όπως και στην Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου
(2014)2 Α.Α.Δ. 846. Το κριτήριο το οποίο έχει νομολογιακά καθιερωθεί σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης καταχώρισης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, είναι ο άμεσος δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του ιδιώτη, ως αποτέλεσμα της διάπραξης κάποιου ποινικού αδικήματος. Όπως περαιτέρω υποδείχθηκε στην Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου
(2014)2 Α.Α.Δ. 846 το κριτήριο του άμεσου επηρεασμού, ως προϋπόθεση νομιμοποίησης στην καταχώριση ιδιωτικής ποινικής δίωξης: «Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το Ανώτατο Δικαστήριο στην K.P. Blue Dolphin Homes Ltd v. Ε. Παρασκευαΐδης κ.ά., Ποινική Έφεση αρ. 249/2018, ημερ. 15/10/2020, επιβεβαίωσε την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τη δυνατότητα παράλληλης έγερσης ιδιωτικής ποινικής δίωξης και πολιτικής αγωγής χωρίς κάτι τέτοιο να συνιστά κατάχρηση, προβαίνοντας ταυτόχρονα, εν είδει obiter, σε παρατήρηση περί γενικής κατάχρησης του δικαιώματος έγερσης ιδιωτικής ποινικής δίωξης και προτροπής προς το νομοθέτη να επιληφθεί, σχετικά, του θέματος «με σκοπό να οριοθετηθούν τα πλαίσια μιας εύλογης άσκησης του δικαιώματος για ιδιωτική ποινική δίωξη». Στην Αναφορικά με την μονομερή αίτηση του X.A. για έκδοση διατάγματος καταχώρισης κατηγορητήριου Ποινική Αίτηση Αρ. 17/2021, 7/9/2021, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την καταχώριση κατηγορητηρίου το οποίο περιλάμβανε 8 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν σε ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές, εδραζόμενες στα Άρθρα 137, 20, 25, 29 και 35 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 για τον λόγο ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείτο στην καταχώριση του κατηγορητηρίου. Ακολούθησε η καταχώριση της ανωτέρω αναφερόμενης Ποινικής Αίτησης, για έκδοση διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο με το οποίο να διατάσσεται η καταχώριση του κατηγορητηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενεργώντας κατά την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του στην ανωτέρω αναφερόμενη Ποινική Αίτηση συνόψισε το σκεπτικό του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στα ακόλουθα σημεία: «(α) Ότι «Το αδίκημα αυτό (Απείθεια, κατά το άρθρο 137 του Κεφ. 154) εμπίπτει στην κατηγορία των αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα που διαπράττονται εναντίον της δημόσιας εξουσίας (βλ. τον τίτλο του σχετικού μέρους του Κεφ. 154) και, συναφώς, αφορά θέμα δημοσίου συμφέροντος εφόσον καθιστά ποινικά κολάσιμες πράξεις που τείνουν να βλάψουν την δημόσια εξουσία η οποία, πρόδηλα, αποτελεί δημόσιο και όχι ιδιωτικό δικαίωμα.» (β) Ότι «Είναι, περαιτέρω, αυτονόητο ότι ένας ιδιώτης - παραπονούμενος δεν μπορεί να εγείρει ποινική δίωξη επικαλούμενος θέματα ή δικαιώματα που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου συμφέροντος (όπως είναι αυτό που αφορά το αδίκημα των προτεινόμενων κατηγοριών), έστω και αν το θέμα ενδιαφέρει και τον παραπονούμενο, ως ένα μέλος του δημοσίου, εφόσον τέτοια εξουσία ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα, ως εκπρόσωπο του κοινού.» Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται σε άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης για το αδίκημα του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, εφόσον «αυτό αφορά ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και δεν εντάσσεται στη σφαίρα οποιωνδήποτε ιδιωτικών διαφορών ή δικαιωμάτων». Παράλληλα, επεσήμανε ότι ακόμη και αν ο Αιτητής επηρεάστηκε δυσμενώς, με οποιοδήποτε τρόπο, από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος ουδόλως νομιμοποιείται στην εν λόγω καταχώρηση, αφού τέτοια αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενεργώντας κατά την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του, αφού αναφέρθηκε στο κριτήριο που καθιερώθηκε στη νομολογία σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης έγερσης ιδιωτικής ποινικής δίωξης έκρινε ότι εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την καταχώριση του κατηγορητηρίου επισημαίνοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Εν πρώτοις και σε συμφωνία με τα όσα σχετικά ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, εσφαλμένα χρησιμοποιήθηκε ο τίτλος του σχετικού μέρους του Ποινικού Κώδικα ως κριτήριο απολήγον στη μη νομιμοποίηση ιδιώτη κατήγορου να εγείρει δίωξη. Το κριτήριο νομιμοποίησης έγερσης ποινικής δίωξης αποτελεί ο δυσμενής και άμεσος επηρεασμός δικαιωμάτων ιδιώτη ("direct encroachment upon one΄s rights") στη βάση των νομολογηθέντων της Ttofinis, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση η δυνατότητα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης από ιδιώτη κατήγορο για το αδίκημα της απείθειας σε διαταγή του Δικαστηρίου παραμένει αλώβητο στην περίπτωση, βεβαίως, όπου τα δικαιώματα του επηρεάζονται άμεσα, στο πλαίσιο που καθορίζεται στην Ttofinis. . Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων όφειλε ο πρωτόδικος Δικαστής να εγκρίνει την καταχώρηση. Η Απόφαση του να αρνηθεί να το πράξει ήταν, με όλο το σεβασμό, εσφαλμένη.» Το αδίκημα της απείθειας σε νόμιμες διαταγές όπως και το αδίκημα της ψευδορκίας εντάσσονται στο ίδιο μέρος του Ποινικού Κώδικα, ήτοι στο Μέρος ΙΙΙ με τον τίτλο «ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ». Περαιτέρω, το μεν αδίκημα της απείθειας εντάσσεται στο μέρος με τον επιμέρους τίτλο «Ποικίλα Ποινικά Αδικήματα εναντίον της Δημόσιας Εξουσίας», το δε αδίκημα της ψευδορκίας εντάσσεται στο μέρος με τον επιμέρους τίτλο «Ποινικά αδικήματα κατά την Απονομή Δικαιοσύνης». Συμμερίζομαι και υιοθετώ πλήρως το σκεπτικό της απόφασης της έντιμης κας Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ. στην Ποινική Αίτηση Αρ. 17/2021 (ανωτέρω). Επανερχόμενη στο υπό εξέταση ζήτημα, δεν συμμερίζομαι τις θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων των κατηγορουμένων 1-
  1. Η εισήγηση τους ότι το αδίκημα της ψευδορκίας εξ ορισμού δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης, παραγνωρίζει και έρχεται σε αντίθεση με το αναγνωρισμένο και καλά εμπεδωμένο νομολογιακά κριτήριο νομιμοποίησης έγερσης ιδιωτικής ποινικής δίωξης που δεν είναι άλλο από τον δυσμενή και άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του ιδιώτη ("direct encroachment upon one΄s rights") στη βάση των νομολογηθέντων στη Ttofinis. Υπό το φως του νομολογιακά ξεκαθαρισμένου και καλά εμπεδωμένου νομολογιακά κριτηρίου δεν νοείται κατά την κρίση του Δικαστηρίου να χρησιμοποιείται είτε ο τίτλος του σχετικού μέρους του Ποινικού Κώδικα στο οποίο εμπίπτει το εκάστοτε αδίκημα (εδώ εμπίπτει στο μέρος ΙΙΙ «ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ» και στον επιμέρους τίτλο «Ποινικά αδικήματα κατά την Απονομή Δικαιοσύνης»), είτε η φύση του αδικήματος από μόνη της ως κριτήριο απολήγον στη μη νομιμοποίηση ιδιώτη κατήγορου να εγείρει δίωξη. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, η δυνατότητα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης από ιδιώτη κατήγορο για το αδίκημα της ψευδορκίας παραμένει αλώβητη στην περίπτωση, βεβαίως, όπου τα δικαιώματα του επηρεάζονται άμεσα, στο πλαίσιο που καθορίζεται στην Ttofinis. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1 και 2 επικαλέστηκαν 2 αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του, οι οποίες εκδόθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο για καταχώριση του κατηγορητηρίου και οι οποίες, ως εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 υποστηρίζουν την εισήγηση τους, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο. Όπως το έθεσε ο κ. Πολυβίου κατά την αγόρευσή του, αυτές ναι μεν δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο αλλά «το λιγότερο, έχουν πειστική αξία». Πρόκειται για την xxx Τρύφωνος, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2015, ημερ. 18/4/2016 και για την Αναφορικά με την μονομερή αίτηση υπό B..H., Ποινική Αίτηση Αρ. 1/2021, ημερ. 11/2/
  2. Στην Τρύφωνος (ανωτέρω) το κατηγορητήριο το οποίο στρεφόταν εναντίον επτά φυσικών και νομικών προσώπων ως κατηγορουμένων, αφορούσε κατηγορίες για το αδίκημα της ψευδορκίας. Στην απόφαση του ο έντιμος κ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. αναφέρεται στους λόγους που το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την καταχώριση του κατηγορητηρίου εξηγώντας ότι «η Δικαστής δεν επέτρεψε την καταχώριση του κατηγορητηρίου, επειδή, ακριβώς, αυτό δεν παρουσιάστηκε προς καταχώριση με προοπτική την παραπομπή της σχετικής υπόθεσης για εκδίκαση από το Κακουργοδικείο, ούτε της γνωστοποιήθηκε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας συγκατατίθετο στην εκδίκασή της συνοπτικά, από Δικαστή Επαρχιακού Δικαστηρίου.» Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, η Τρύφωνος (ανωτέρω) την οποία επικαλέστηκαν σθεναρά οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ουδόλως υποστηρίζει την όποια απόκλιση από την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου - αντιθέτως επιβεβαιώνει το αναγνωρισμένο νομολογιακά κριτήριο νομιμοποίησης έγερσης ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Η Τρύφωνος (ανωτέρω) εξετάστηκε στη βάση των δικών της ιδιαίτερων δεδομένων, τα οποία ουδόλως προσομοιάζουν με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, αφού εκεί πέραν του ότι δεν είχε δοθεί συγκατάθεση από τον Γενικό Εισαγγελέα για συνοπτική εκδίκαση των κατηγοριών, ο έντιμος κ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. επισημαίνει στην απόφαση του ότι εκεί υπήρχε σαφής και ρητή υπόδειξη του Γενικού Εισαγγελέα προς τον αιτητή και παραπονούμενο να προβεί σε καταγγελία προς την Αστυνομία. Μάλιστα, ο έντιμος κ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. προχωρώντας ένα βήμα παραπάνω ανέτρεξε επίσης στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή που τέθηκε ενώπιον του για να διαπιστώσει ότι «είναι πρόδηλο ότι οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του αιτητή δεν αποκαλύπτουν ούτε τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ούτε οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτό των προσώπων που αναφέρονται στο προς καταχώριση κατηγορητήριο» για να καταλήξει στη συνέχεια ότι «Αυτό δε, ακριβώς, είναι ένας σοβαρός λόγος, γιατί η υπόθεση πρέπει να διερευνηθεί από την Αστυνομία.». Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που αποφάσισε ο έντιμος κ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. ότι «.αυτός δεν είναι, στην προκειμένη περίπτωση, το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην καταχώριση του συγκεκριμένου κατηγορητηρίου». Δεν αποφάσισε ο έντιμος κ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. στην Τρύφωνος (ανωτέρω) ότι το αδίκημα της ψευδορκίας εξ ορισμού εκφεύγει της εμβέλειας ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Υπενθυμίζεται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, όταν τέθηκε αίτημα αναστολής της ποινικής δίωξης στον Γενικό Εισαγγελέα, σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αυτό απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι «όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αφού μελέτησα το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό και συνυπολόγισα τις θέσεις των μερών και δεδομένης της συγκατάθεσης του τέως Γενικού Εισαγγελέα προς συνοπτικής εκδίκασης των αδικημάτων κρίνω ότι η δίωξη ενδείκνυται να συνεχίσει». Στην υπό εξέταση περίπτωση, όχι μόνο δεν υπήρχε υπόδειξη από το Γενικό Εισαγγελέα για υποβολή παραπόνου στην Αστυνομία αλλά ο Γενικός Εισαγγελέας, έχοντας γνώση των κατηγοριών που εκκρεμούν στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεση, ανέτρεξε στο μαρτυρικό υλικό και στις θέσεις των μερών κρίνοντας ότι η εκκρεμούσα δίωξη ενδείκνυται να συνεχίσει. Αυτό, βεβαίως, δεν προσθέτει οτιδήποτε στο ζήτημα της νομιμοποίησης ούτε μπορεί να καθορίσει με οποιοδήποτε τρόπο το ζήτημα της νομιμοποίησης του παραπονούμενου να προωθήσει την παρούσα ιδιωτική δίωξη, τελικός κριτής του οποίου είναι το Δικαστήριο, διαφοροποιεί όμως την υπό εξέταση περίπτωση από την υπόθεση Τρύφωνος (ανωτέρω). Σε ότι αφορά την απόφαση στην Αναφορικά με την μονομερή αίτηση υπό B..H., Ποινική Αίτηση Αρ. 1/2021, ημερ. 11/2/21, το κατηγορητήριο αφορούσε τα αδικήματα δόσης ψευδούς όρκου και παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση των άρθρων 117 και 122 (β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου (ΚΕΦ.154). Ο Παραπονούμενος κατηγορούσε την εν διαστάσει σύζυγο του ότι έδωσε ψευδή όρκο ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια Ποινικών Αιτήσεων επειδή απέκρυψε το γεγονός ότι ο αιτητής επισκέπτετο τα ανήλικα τέκνα του με δική της συγκατάθεση, ψευδώς ανέφερε ότι τα παιδιά της αντιδρούν αρνητικά στις επισκέψεις του αιτητή και απέκρυψε στο πλαίσιο των ίδιων Ποινικών Αιτήσεων ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία από το Δικαστήριο με σκοπό να επηρεάσει τη δικαστική διαδικασία προς όφελος της. Η έντιμη κα. Α. Πούγιουρου, Δ. αφού ανέλυσε το καλά εμπεδωμένο νομολογιακά κριτήριο για τη νομιμοποίηση άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης κατέληξε ότι «.δεν διαπιστώνεται ότι πρόκειται περί γνήσιας περίπτωσης άσκησης δικαιώματος ιδιωτικής ποινικής δίωξης». Και πρόσθεσε μάλιστα ότι: «δεν αποκλείω το κατηγορητήριο να είναι και ενοχλητικό εφόσον ο σκοπός για τον οποίον επιχειρείται η καταχώρηση του δεν είναι η διασφάλιση και προστασία της απονομής της δικαιοσύνης αλλά είναι αποτέλεσμα των διαφορών μεταξύ του ζεύγους». Περαιτέρω, η έντιμη κα. Α. Πούγιουρου, Δ. στηριζόμενη αποκλειστικά και μόνο στον τίτλο της ενότητας στην οποία εμπίπτουν τα ανωτέρω αναφερόμενα αδικήματα (τα οποία εμπίπτουν στο μέρος ΙΙΙ «ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ» και στον επιμέρους τίτλο «Ποινικά αδικήματα κατά την Απονομή Δικαιοσύνης»), κατέληξε ότι μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας νομιμοποιείται στην καταχώριση τέτοιων υποθέσεων, λέγοντας ότι: «Τα αδικήματα αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα που διαπράττονται κατά της απονομής της δικαιοσύνης, όπως φαίνεται από τον τίτλο της ενότητας, στην οποίαν ανήκουν, και ως τέτοια αφορούν σε θέματα δημοσίου συμφέροντος, όπου μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας νομιμοποιείται στην καταχώρηση τέτοιων υποθέσεων. Δεδομένης λοιπόν της φύσης των αδικημάτων που αφορά το προτεινόμενο κατηγορητήριο, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπόθεσης.». Καθίσταται σαφές ότι η προσέγγιση της έντιμης κας Α. Πούγιουρου, Δ. στην Ποινική Αίτηση Αρ. 1/2021 (ανωτέρω) υπήρξε διαφορετική από την προσέγγιση της έντιμης κας Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ. στη μεταγενέστερη απόφαση στην Ποινική Αίτηση Αρ. 17/2021 (ανωτέρω), με την οποία, όπως ήδη ανέφερα, το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί, ήτοι ότι ο τίτλος του σχετικού μέρους του Ποινικού Κώδικα στον οποίο εμπίπτει το εκάστοτε αδίκημα δεν μπορεί, υπό το φως της υφιστάμενης νομολογίας σε σχέση με το κριτήριο νομιμοποίησης, να χρησιμοποιείται ως κριτήριο απολήγον στη μη νομιμοποίηση ιδιώτη κατήγορου να εγείρει δίωξη. Υπό τις περιστάσεις που έχω εξηγήσει πιο πάνω, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση για έλλειψη νομιμοποίησης του παραπονούμενου εκ μέρους των συνηγόρων των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, προβάλλεται σε πρώιμο στάδιο. Το Δικαστήριο θα κληθεί στο κατάλληλο στάδιο που δεν μπορεί να είναι άλλο από το στάδιο της δίκης να κρίνει κατά πόσο, υπό το φως των γεγονότων που θα τεθούν ενώπιον του, υπάρχει άμεση επέμβαση στα δικαιώματα του παραπονούμενου με τρόπο ώστε να τον νομιμοποιεί στην έγερση της υπό κρίση ιδιωτικής ποινικής δίωξης κατ΄ ακολουθία των λεχθέντων στην απόφαση Ttofinis (ανωτέρω). Επομένως, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό για να αποφασισθεί στο κατάλληλο στάδιο υπό το φως των γεγονότων που θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, το αίτημα απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα που έχουν προκύψει ως εκ της έγερσης του ζητήματος αυτού, κρίνω ορθό όπως αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, ακολουθήσουν την πορεία της κυρίως υπόθεσης και ως εκ τούτου, εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(2)Παρά πάσαv διάταξιv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής, τη συγκαταθέσει τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, θα έχη αρμoδιότητα vα εκδικάζη συvoπτικώς oιovδήπoτε αδίκημα, εάv είvαι ικαvoπoιημέvoς ότι τo τoιoύτov είvαι σκόπιμov, λαμβαvoμέvωv υπ' όψιv όλωv τωv περιστατικώv της υπoθέσεως περιλαμβαvoμέvης και της επαρκείας της τιμωρίας ή της απoζημιώσεως τηv oπoίαv o Πρόεδρoς τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή o Επαρχιακός Δικαστής έχει εξoυσίαv δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ vα επιβάλη ή επιδικάση: [2] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη Ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011, 7/7/2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.