← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 4250/2019, 19/12/2022

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 4250/2019, 19/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 4250/2019 Μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κατηγορούσας Αρχής και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Αγγελίδης. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Ιεροδιακόνου για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες. Με την πρώτη κατηγορία, κατηγορείται για κατοχή αλιευμάτων τα οποία ήταν μικρότερα από τα ελάχιστα επιτρεπόμενα μεγέθη κατά παράβαση του άρθρου 11 του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Αλιείας Νόμου του 2006, Νόμος 134(I)/2006 και του άρθρου 15 παράγραφος 1, παράρτημα ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1967/2006.[1] Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας μετά από έλεγχο του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών κατά ή περί τις 09/06/2017 στο όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 09/06/2017 στη Λευκωσία κατείχε για διάθεση προς πώληση 2 τεμάχια του είδους ορφού 31cm και 32cm τα οποία ήταν μικρότερα από τα επιτρεπόμενα ελάχιστα μεγέθη κατά παράβαση των προνοιών του πιο πάνω νόμου και κανονισμού. Με τη δεύτερη κατηγορία, κατηγορείται για κατοχή για διάθεση προς πώληση αλιευμάτων τα οποία ήταν κατά παράβαση του άρθρου 11 του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα αλιείας Νόμου του 2006, Νόμος 134(I)/2006, του άρθρου 58 του κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1224/2009[2] και του Κεφαλαίου ΙΙΙ άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 2065/2001.[3] Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας μετά από έλεγχο του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών κατά ή περί την 09/06/2017 στο όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] στην Λευκωσία διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε για διάθεση προς πώληση αλιεύματα των ειδών ορφός, λυθρίνι, κουρκούνα, κέφαλος, γόπα, σκάρος και βλάχος για τα οποία δεν υπήρχαν οποιαδήποτε συνοδευτικά έγγραφα ώστε να καταστεί δυνατή η εξακρίβωση της προέλευσής τους κατά παράβαση των προνοιών του πιο πάνω νόμου και κανονισμών. Με την τρίτη κατηγορία, κατηγορείται για μη καταχώριση δελτίου πώλησης αλιευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 11 του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Αλιείας Νόμου του 2006, Νόμος 134(I)/2006 και του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 1224/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στη Λευκωσία κατά ή περί την 09/06/17 μετά από διασταύρωση δεδομένων που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας και Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών διαπιστώθηκε ότι δεν καταχώρισε δελτία πώλησης αλιευμάτων από τις 04/05/17 κατά παράβαση του ανωτέρω αναφερόμενου νόμου και κανονισμού. Με την τέταρτη και τελευταία κατηγορία, κατηγορείται για κατοχή αλιευμάτων τα οποία ήταν μικρότερα από τα ελάχιστα επιτρεπόμενα μεγέθη κατά παράβαση του άρθρου 11 του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα αλιείας Νόμου του 2006, Νόμος 134(I)/2006 και του άρθρου 15 παράγραφος 1, παράρτημα ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1967/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας κατά ή περί την 07/06/17 ο κατηγορούμενος κατείχε προς πώλησε και πώλησε με το τιμολόγιο αρ. 4654, 10 τεμάχια του είδους ορφού 4 κιλών και 100 γραμμαρίων τα οποία ήταν μικρότερα από το επιτρεπόμενο ελάχιστο μέγεθος κατά παράβαση των προνοιών του πιο πάνω νόμου και κανονισμού. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεση της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 4 μάρτυρες κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 15 Τεκμήρια. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Θα αναφερθώ απλώς περιγραφικά και συνοπτικά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, τονίζοντας ταυτόχρονα το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το έχω διεξέλθει στον αναγκαίο και επιτρεπόμενο βαθμό, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.[4] Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74

(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε το Δικαστήριο να τον καλέσει σε απολογία. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ουσιαστικά ότι μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας έχουν παρουσιαστεί ικανοποιητικά στοιχεία για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του υπό εξέταση ζητήματος έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[5] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[6] Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191), In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250, Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B227, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σ' αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.[7] Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής.[8] Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015 αναφέρθηκε ότι: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα.» Όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία 4 μάρτυρες, όλοι Επιθεωρητές Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών στο Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. Νικόλας Νικολάου (ΜΚ1). Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Παντελής Προδρόμου (ΜΚ2). Τρίτος μάρτυρας ήταν ο κ. Αργύρης Παναγόπουλος, (ΜΚ3) και τέταρτη και τελευταία μάρτυρας ήταν η κα Πολυγιάννα Λουκαΐδου (ΜΚ4). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 09/06/2017 ενώ ήταν σε εντεταλμένη περιπολία στη Λευκωσία με το συνάδελφο του επιθεωρητή Παντελή Προδρόμου (ΜΚ2) μετέβη στο εστιατόριο «Ανεμώνες» ή αλλιώς «Κασσιάουρος» με σκοπό να προβούν σε επιθεώρηση των αλιευτικών προϊόντων που υπήρχαν στο εστιατόριο εκείνη τη στιγμή. Με το τέλος της επιθεώρησης διαπιστώθηκε ότι τα 10 τεμάχια του είδους ορφού που υπήρχαν στο εστιατόριο εκείνη τη στιγμή ήταν παράνομα γιατί είχαν μικρότερο μέγεθος από το επιτρεπόμενο που είναι 45 εκατοστά. Όταν ο ίδιος ρώτησε τον μάγειρα του εστιατορίου, ο οποίος χειριζόταν όλα τα θέματα του εστιατορίου, πού βρήκε τα ψάρια αυτά, τους παρουσίασε τιμολόγιο της εταιρείας Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ, ημερομηνίας 07/06/17, με αριθμό 4654, όπου εκεί αναγραφόταν ποσότητα 4 κιλών και 100 γραμμαρίων για το είδος ορφού, η οποία συμφωνούσε με την ανευρεθείσα ποσότητα εντός του εστιατορίου εκείνη τη στιγμή. Περαιτέρω ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Αριστόδημος Σάββα, υπεύθυνος του εστιατορίου, τους είπε ότι πωλητής της εταιρείας Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ ήταν καθ' οδόν για να του παραδώσει ψάρια και ότι εάν περίμεναν λίγο θα μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι η εν λόγω εταιρεία είναι ο προμηθευτής των παράνομων αλιευμάτων. Ο ΜΚ1 παρέμεινε στο εστιατόριο για να καταφθάσει, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ1, ο πωλητής της εν λόγω εταιρείας, προκειμένου να διενεργήσουν έλεγχο και στο όχημα της εταιρείας Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ. Όταν κατέφθασε στο εστιατόριο το όχημα-ψυγείο μεταφοράς ψαριών με αριθμούς εγγραφής [ ] το οποίο ανέμεναν, διαπίστωσαν ότι ο οδηγός του ήταν ο κ. Ανδρέας Κολότας, υπάλληλος της ψαραγοράς Χαράλαμπος Ιωάννου (Τύλληρου) ΛΤΔ, όπως ανέφερε ο ΜΚ1. Όταν τον ενημέρωσαν ότι επιθυμούν να προβούν σε αλιευτική επιθεώρηση στο όχημα και του εξήγησαν ότι τα αλιεύματα του είδους ορφού που βρήκαν μέσα στο εστιατόριο και τα οποία είχε παραδώσει στις 07/06/17 με το τιμολόγιο υπ' αριθμόν 4654 ήταν παράνομα, ο κ. Κολότας απάντησε ότι αυτός είναι υπάλληλος και ότι του τα έδωσαν από την εταιρεία και αυτά παρέδωσε. Ακολούθως, έκαναν επιθεώρηση στο όχημα και ο κ. Κολότας δεν ήταν σε θέση να δείξει συνοδευτικά έγγραφα για τα αλιεύματα που μετέφερε. Κατά την επιθεώρηση εντός του οχήματος, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ανευρέθηκαν 2 ψάρια του είδους ορφού τα οποία είχαν μικρότερο από το επιτρεπόμενο μέγεθος τα οποία και κατάσχεσαν. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι στις 12/06/17 μετά από έλεγχο που έκανε στο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής αλιευτικών προϊόντων του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών (ΤΑΘΕ), διαπίστωσε ότι είχε πάνω από 2 μήνες να γίνει η όποια καταχώριση αλιευμάτων από την εταιρεία Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ κάνοντας έτσι αδύνατο τον εντοπισμό της προέλευσης των αλιευμάτων που εντόπισαν στο όχημα MPA 835 της εν λόγω εταιρείας. Ο ΜΚ2 ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 όπως συνοψίσθηκαν πιο πάνω και τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 26/06/17 ο κατηγορούμενος προσήλθε στα γραφεία του Τμήματος Αλιείας στην Πάφο στη βάση ενημέρωσης αδικήματος με αριθμό 5534 που είχε εκδώσει ο ΜΚ1 για να παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης της εταιρείας. Πρόσθεσε ότι την ίδια ημέρα έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια απέστειλε την κατάθεσή του στο γραφείο της Διευθύντριας του Τμήματος Αλιείας στη Λευκωσία για σκοπούς λήψης απόφασης της κύρωσης κατά του κατηγορούμενου. Ακολούθως, λήφθηκαν οδηγίες από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών και στη βάση αυτών ετοιμάστηκε επιστολή στον κατηγορούμενο με θέμα εξώδικη ρύθμιση αδικήματος με την οποία πληροφορείτο για τα αδικήματα εναντίον του και με την οποία του δινόταν προθεσμία 15 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της προκειμένου να καταβάλει το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για σκοπούς εξώδικης ρύθμισης του θέματος. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να παραλάβει την εν λόγω επιστολή και ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για τη δίωξή του. Η τέταρτη και τελευταία μάρτυρας, η ΜΚ4, περιέγραψε στο Δικαστήριο τη διαδικασία που ακολουθείται από το Τμήμα Επιθεώρησης Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών τόσο κατά το στάδιο των επιθεωρήσεων όσο και κατά το στάδιο της κατάσχεσης ψαριών και αποθήκευσής τους στον καταψύκτη που διατηρείται στις εγκαταστάσεις του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών. Η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης διευκρινίζοντας ότι η γνώση της απέρρεε από το περιεχόμενο των εγγράφων του φακέλου που διατηρείται για αυτή την υπόθεση στο Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών. Tο ζήτημα που εν προκειμένω απασχολεί είναι κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι τέτοιας ποιότητας και δύναμης που να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής στις κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Προσεγγίζοντας αντικειμενικά την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία καθίσταται σαφές ότι όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής αποδίδουν τη διάπραξη των αδικημάτων που εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο σε κάποιο νομικό πρόσωπο με το όνομα Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ και όχι στον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ίδιες τις αναφορές των μαρτύρων κατηγορίας το όχημα στο οποίο εντοπίστηκαν όλα τα αλιεύματα τα οποία ήταν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων μικρότερα από τα επιτρεπόμενα μεγέθη και για τα οποία δεν υπήρχαν επίσης συνοδευτικά έγγραφα ώστε να καταστεί δυνατή η προέλευση τους (κατηγορίες 1 και 2), ήταν ιδιοκτησίας του ανωτέρω αναφερόμενου νομικού προσώπου με τον οδηγό του εν λόγω οχήματος ο οποίος τα κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο να αποτελεί, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, υπάλληλο του ίδιου νομικού προσώπου, ήτοι Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής το τιμολόγιο υπ' αριθμό 4654 με το οποίο κατ' ισχυρισμό πωλήθηκαν 10 τεμάχια του είδους ορφού τα οποία ήταν μικρότερα από το επιτρεπόμενο ελάχιστο μέγεθος είναι ένα τιμολόγιο το οποίο επίσης εκδόθηκε από το πιο πάνω νομικό πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ και όχι από τον κατηγορούμενο προσωπικά (Τεκμήριο 1). Άλλωστε, αυτό ανέφεραν ξεκάθαρα οι ΜΚ1 και ΜΚ2, ήτοι ότι επρόκειτο για τιμολόγιο της εταιρείας Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ (4η κατηγορία). Δεν ανέφεραν ότι επρόκειτο για τιμολόγιο του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την καταχώριση δελτίων πώλησης αλιευμάτων ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 12/06/17 μετά από έλεγχο που έκανε στο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής αλιευτικών προϊόντων του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών (ΤΑΘΕ), διαπίστωσε ότι είχε πάνω από 2 μήνες να γίνει η όποια καταχώριση αλιευμάτων από την εταιρεία Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ κάνοντας έτσι αδύνατο τον εντοπισμό της προέλευσης των αλιευμάτων που εντόπισαν στο όχημα [ ] της εν λόγω εταιρείας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Άλλωστε, στο Τεκμήριο 13 που παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής προς απόδειξη της θέσης τους ότι δεν καταχωρίστηκαν δελτία πώλησης καταγράφεται το όνομα της ρηθείσας εταιρείας, η οποία σύμφωνα με τον ΜΚ1 παρέλειψε να προβεί στις ανωτέρω αναφερόμενες καταχωρίσεις (3η κατηγορία). Οι μόνες αναφορές που έγιναν στον κατηγορούμενο ήταν ότι αυτός ήταν διευθυντής και ιδιοκτήτης του νομικού αυτού προσώπου. Ο κατηγορούμενος πέραν του ότι δεν έχει κατηγορηθεί για συνδρομή στη διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο δεν έχει προσφερθεί ούτε μαρτυρία ότι αυτός πράγματι συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο στη διάπραξη τους αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι για παράδειγμα ο κατηγορούμενος είχε τον φυσικό έλεγχο των αλιευμάτων που εντοπίστηκαν. Το ότι ο κατηγορούμενος είναι Διευθυντής και «ιδιοκτήτης» του εν λόγω νομικού προσώπου, όπως προβλήθηκε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, αν με αυτό υπονοείται ότι είναι ο κύριος μέτοχος του εν λόγω νομικού προσώπου δεν εξυπακούει απόδοση ποινικής ευθύνης σε αυτόν ως εκ της ιδιότητας του και μόνον εκτός εάν υπάρχει σχετική προς τούτο νομοθετική πρόνοια. Ο ιδιαίτερος δεσμός του Διευθυντή με την εταιρεία δεν εξομοιώνει τα δύο. Η σύμπτωση των ιδιοτήτων του Διευθυντή και του μετόχου, έστω του κύριου μετόχου, στο ίδιο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Είναι βαθιά εμπεδωμένη στο εταιρικό δίκαιο η έννοια της αυτοτέλειας της εταιρείας ως αυθύπαρκτης νομικής οντότητας ξεχωριστής από τους μετόχους και διευθυντές της.[9] Η διάπραξη ενός αδικήματος από κάποιο νομικό πρόσωπο δεν δημιουργεί αυτομάτως ευθύνη στον διευθυντή ή μέτοχο του ως εκ της ιδιότητας τους αυτής και μόνον χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός έχει συνδράμει στη διάπραξη εκτός βεβαίως, όπως ήδη ανέφερα, αν υπάρχει νομοθετική πρόνοια απόδοσης τέτοιας παράλληλης ποινικής ευθύνης, όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε άλλης φύσεως αδικήματα όπως στο αδίκημα παράλειψης ή καθυστέρησης καταβολής φόρου ή υποβολής φορολογικών δηλώσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Bεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμo τoυ 1978 (4/1978), άρθρο 51Α
(3)(α) [10] και 12.[11] Εν προκειμένω, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, φαίνεται να υπήρχε μία πεπλανημένη αντίληψη ήτοι ότι θα μπορούσε να αποδοθεί παράλληλη ποινική ευθύνη στον κατηγορούμενο ως εκ της ιδιότητας του ως διευθυντή ή μετόχου και μόνον. Ενδεικτικό αυτής της αντίληψης ήταν η απάντηση του ΜΚ1 στην ερώτηση γιατί δεν κατηγορήθηκε η εταιρεία και κατηγορήθηκε ο διευθυντής της. Απαντώντας στην ερώτηση αυτή, ο ΜΚ1 δεν είπε ότι κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος επειδή συνέδραμε στη διάπραξη των αδικημάτων αλλά επειδή είχε την εντύπωση ότι κατά νόμο υπεύθυνος ήταν ο διευθυντής της εταιρείας για να προσθέσει ότι λόγω του ότι η διαδικασία τους, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είναι στερεότυπη για όλες τις περιπτώσεις που είναι νομικά πρόσωπα, κατηγορούν τον διευθυντή του νομικού προσώπου. Ανατρέχοντας όμως στις πρόνοιες τόσο του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα αλιείας Νόμου του 2006, Νόμος 134(I)/2006 όσο και στις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών στους οποίους έχω αναφερθεί ανωτέρω, ως αυτοί παρατίθενται στην έκθεση αδικήματος έκαστης κατηγορίας, διαπιστώνεται η ανυπαρξία τέτοιας πρόνοιας που να επιβεβαιώνει την αντίληψη του Τμήματος Αλιείας ότι κατά νόμο υπεύθυνος σε περίπτωση διάπραξης αδικημάτων από νομικά πρόσωπα είναι ο διευθυντής ή μέτοχος τους ως εκ της ιδιότητας τους και μόνον. Αντικειμενικά προσεγγίζοντας, λοιπόν, την από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία, χωρίς τούτη να αξιολογείται σε αυτό το στάδιο με ζητούμενο το αν είναι αξιόπιστη ή όχι, αυτή δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στοιχειοθετήσει τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, έστω και αν αυτή θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή ως αξιόπιστη στο τελικό στάδιο της δίκης. Προβαίνοντας λοιπόν σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και χωρίς να υπεισέρχομαι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έργο που επιτελείται μόνο στο τέλος της δίκης, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει αρκετά ισχυρή στην ουσία της μαρτυρία που να καθιστά δυνατή την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι τέτοια ώστε εάν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία, θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή. Εν προκειμένω, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη του κατηγορούμενου. Η προσαχθείσα μαρτυρία δεν συσχετίζει τον Κατηγορούμενο, για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με τα αδικήματα. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο μαρτυρικό υλικό ώστε, υπό το φως της προαναφερόμενης νομολογίας, να δικαιολογείται υπό τις δοσμένες περιστάσεις η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Ό,τι εκ πρώτης όψεως συνάγεται μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι ο καταλογισμός μέσω της μαρτυρίας της επίμαχης αξιόποινης συμπεριφοράς στο νομικό πρόσωπο επ' ονόματι Χαράλαμπος Ιωάννου (Τήλλυρου) ΛΤΔ και όχι στον κατηγορούμενο. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ο πλήρης τίτλος του είναι ο ακόλουθος: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1967/2006 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης ∆εκεµβρίου 2006 σχετικά µε µέτρα διαχείρισης για τη βιώσιµη εκµετάλλευση των αλιευτικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1626/94. [2] Ο πλήρης τίτλος του είναι ο ακόλουθος: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 20ής Νοεμβρίου 2009 περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 847/96, (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 768/2005, (ΕΚ) αριθ. 2115/2005, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007, (ΕΚ) αριθ. 676/2007, (ΕΚ) αριθ. 1098/2007, (ΕΚ) αριθ. 1300/2008, (ΕΚ) αριθ. 1342/2008 και καταργήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 [3] Ο πλήρης τίτλος του είναι ο ακόλουθος: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 2065/2001 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 22ας Οκτωβρίου 2001 για καθορισµό των λεπτοµερειών εφαρµογής του κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συµβουλίου, όσον αφορά την ενηµέρωση του καταναλωτή στον τοµέα των προϊόντων της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας [4] Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937 και Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποιν. Έφεση 121/2014 ημ. 16/12/2016. [5] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [6] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [7] Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9, Shaaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam [1969] 3 All E.R. 1626, [8] Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145 και Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015. [9] Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22, Lindos Constr. Ltd v. Διευθ. Κοιν. Ασφαλ.
(1993)1 Α.Α.Δ.17, Σακκόραφος ν. Παρασκευαΐδη Λτδ.
(1990)1 ΑΑΔ 673 [10] Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, εφόσον αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται- [11] Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: Ο διευθυvτής ή έτερov πρόσωπov ασκoύv τηv διεύθυvσιv εκάστoυ voμικoύ πρoσώπoυ ευθύvεται διά τηv υπoβoλήv δηλώσεως και τηv διεvέργειαv πασώv τωv άλλωv αvαγκαίωv, δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ, πράξεωv και διαβημάτωv διά τηv βεβαίωσιv και καταβoλήv τoυ επί τoιoύτωv voμικώv πρoσώπωv επιβληθέvτoς φόρoυ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.