← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:19527/17, 10/1/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:19527/17, 10/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19527/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10.01.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χατζηλοίζου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας τόσο στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτής ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) όσο και στην στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3)
(7), 19 και 20 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος επί το ότι την 14.03.17 ενώ οδηγούσε το όχημα του επί της οδού ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ στην Λεμεσό, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως επέφερε τον θάνατο του ανήλικου ΧΧΧΧΧΧ Παναγιώτου, τέως από την Λεμεσό. Επίσης βρέθηκε ένοχος επί το ότι κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο οδηγούσε κατά παράβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας το οποίο είχε οριστεί στα 50ΧΑΩ, δηλαδή οδηγούσε με ταχύτητα 91 ΧΑΩ. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνετε με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου τονίζοντας μάλιστα ότι ουδέποτε ο πελάτης του έχει επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά στο παρελθόν, ούτε πριν αλλά ούτε και μετά το δυστύχημα. Περαιτέρω ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο όπως προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου και το λευκό του οδικό μητρώο. Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Χ''Λοίζου αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου υιοθετώντας αρχικά το περιεχόμενο της έκθεσης του Γρ. Ευημερίας . Σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών, άγαμος και εργάζεται ως XXXXX στο XXXXX XXXXX, ενώ παράλληλα εργάζεται και σε καφετέρια. Από την εργασία του του λαμβάνει συνολικό εισόδημα ύψους 1,450 ευρώ. Ο Κατηγορούμενος διαμένει μαζί με τους γονείς του και την αδερφή του η οποία είναι αρραβωνιασμένη στην πατρική του κατοικία. Προέρχεται από οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Είναι απόφοιτος Λυκείου και αποφοίτησε με άριστη διαγωγή και άριστη μαθησιακή επίδοση. Στην συνέχεια φοίτησε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο XXXXX στον κλάδο «XXXXX». Ακολούθως εξέτισε την στρατιωτική του θητεία για περίοδο 24 μηνών. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, εργάστηκε σε διάφορες εργασίες από τις οποίες όμως και απολύθηκε λόγω διάφορων δυσκολιών που προέκυψαν, μεταξύ των οποίων και η συχνή η απουσία του από την εργασία, λόγω της υποχρέωσης να παρευρίσκεται συχνά στο Δικαστήριο σχετικά με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ως επίσης ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον λειτουργό του Γρ. Ευημερίας, η έλλειψη σταθερής εργασίας και συνακόλουθα σταθερού εισοδήματος του αποστέρησαν την δυνατότητα να φοιτήσει για να αποκτήσει το μεταπτυχιακό δίπλωμα που επιθυμούσε. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας, διατηρεί σχέση εξ' αποστάσεως με κοπέλα από την Σουηδία και σκοπεύουν μελλοντικά να συμβιώσουν είτε εφόσον αυτή μετακομίσει στην Κύπρο ή εφόσον ο Κατηγορούμενος εγκατασταθεί μόνιμα στην Σουηδία. Σύμφωνα επίσης με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος είναι άτομο φιλήσυχο, κοινωνικό και διατηρεί καλές διαπροσωπικές σχέσεις τόσο με την οικογένεια του όσο και με τον κοινωνικό του περίγυρο, κάτι άλλωστε που υποστήριξε και ο ευπαίδευτος συνήγορος κατά την αγόρευση του. Σε σχέση με τα πιο πάνω, ο κ. Χ''Λοίζου αγορεύοντας πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος προέρχεται από φτωχή οικογένεια αλλά συγκροτημένη. Είναι καλού χαρακτήρα και ουδέποτε έχει επιδείξει οποιουδήποτε είδους παραβατική συμπεριφορά στο παρελθόν. Τόνισε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος αποτελεί υπόδειγμα σημερινού νέου και ότι ο καλός του χαρακτήρας επιβεβαιώνεται και από την συστατική επιστολή της κας. Ιφιγένειας ΧΧΧΧΧΧΧ, ημερ. 8.12.21 της ΧΧΧΧΧΧΧ Σχολής του Πανεπιστημίου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ όπου ο Κατηγορούμενος εργάζεται εκεί ως ΧΧΧΧΧΧΧ - ΧΧΧΧΧΧΧΧ κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με το πιο πάνω έγγραφο, ο Κατηγορούμενος προσφέρει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του επί καθημερινής βάσης και είναι εξαιρετικά πρόθυμος να βοηθήσει στην εργασία του ακόμη και στην απουσία κάποιου συναδέλφου του. Όπως αναφέρεται επίσης στην πιο πάνω συστατική επιστολή, ο Κατηγορούμενος επιδεικνύει ζήλο και ενδιαφέρον για την εργασία του, είναι άτομο αξιόπιστο, ικανό αλλά και πρόθυμο να βοηθήσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Αποτελεί μάλιστα ένα εξαίρετο μέλος στην ομάδα διαδικτυακού προσωπικού του Πανεπιστημίου ΧΧΧΧΧΧΧ και η ικανότητα του να διατηρήσει αυτή τη συνεργασία θα ήταν καίρια και βοηθητική σε ότι αφορά στην ομαλή διεξαγωγή των πανεπιστημιακών υποχρεώσεων τόσο του ιδίου όσο και των φοιτητών. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 25 ετών. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ο ευπαίδευτος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος καθ' όλο αυτό το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ζούσε με την αγωνία και την αναμονή του αποτελέσματος της παρούσας υπόθεσης. Υπέδειξε επίσης αγορέυοντας και την καθυστέρηση που παρατηρείται από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι ενώ τα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Μάρτιο του 2017 το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε τον Δεκέμβριο του 2017, ενώ ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να παρουσιαστεί για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστηρίου την 24.01.18, δηλαδή 1 χρόνο περίπου μετά. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο ότι στην περίπτωση που αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή για να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης, ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων αλλά και του λευκού του ποινικού μητρώου, εισηγήθηκε πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της. Μάλιστα ο συνήγορος υποστήριξε ότι σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή ο Κατηγορούμενος κληθεί να εκτίσει άμεσα την ποινή που θα του επιβληθεί, αυτό θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στον ίδιο αφού θα απωλέσει την εργασία του την οποία έχει προσφάτως αποκτήσει με κόπο και μόχθο. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε Κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 : «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι αδιαμφισβήτητα πολύ σοβαρό. Επισημαίνεται ότι η διάπραξη τροχαίων δυστυχημάτων έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της ποινής όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα : «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείτε από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v.Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Όπως έχει λεχθεί και στην Charalampous v. Police
(1986)2 CLR ,127 τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στην επιλογή της ποινής. Η διαπίστωση περί κακής οδικής συμπεριφοράς των Κύπριων οδηγών επαναλήφθηκε προσφάτως από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση ΜΑΚΡΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 49/
  1. Στην απόφαση ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 161/05 03.03.06 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδική απόφαση στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον Εφεσείοντα ύψους 2 ½ ετών για το αδίκημα του άρθρου
  2. Ο Εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα κατηγορίες πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 και κατηγορία υπέρβασης του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του Ν.86/
  3. Δεν παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες αλλά βρέθηκε ένοχος κατόπιν δίκης. Ο Εφεσείων ήταν ηλικίας 42 ετών και οδηγώντας το όχημα του με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη εισήλθε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου και συγκρούστηκε μετωπικά βίαια με ημιφορτηγό το οποίος οδηγούσε στην αντίθετη κατεύθυνση νέος ηλικίας 21 ετών με επιβάτη τον αδελφό του ηλικίας 17 ετών. Τα δύο αδέλφια από την σύγκρουση έχασαν την ζωή τους. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση του Εφετείου : «η αλόγιστη οδήγηση του Εφεσείοντος εγκυμονούσε ,καθώς και ο ίδιος έπρεπε να αντιλαμβανόταν, σοβαρούς κινδύνους για τους οποίους αδιαφόρησε, με την ελπίδα ότι τίποτα δεν θα συνέβαινε. Να όμως που κάποτε συμβαίνει. Και εν προκειμένω δύο νέοι άνδρες βρίσκονται τώρα στον τάφο» Στην απόφαση STEPHEN JOHN CLARKE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 50/2008 2ΑΑΔ 734, ημερ. 19.11.2008, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε κατ' έφεση την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα του άρθρου
  4. Επιβλήθηκε επίσης η ποινή της στέρησης του δικαιώματος απόκτησης ή κατοχής άδειας οδήγησης για 3 χρόνια. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στα συμπεράσματα του ανέφερε ότι ο Εφεσείοντας εξαιτίας της πολύ μεγάλης ταχύτητας που οδηγούσε παρέκκλινε της πορείας του και πέρασε από την πλατιά νησίδα με αποτέλεσμα να βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ώστε να μην μπορέσει να αποφύγει την σύγκρουση με το πρώτο αυτοκίνητο το οποίο αφού στριφογύρισε 180 μοίρες σύρθηκε στον δρόμο και συγκρούστηκε με άλλο όχημα. Από την σύγκρουση έχασε την ζωή του τόσο ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου όσο και ο συνοδηγός του δεύτερου αυτοκινήτου. Μάλιστα σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο η οδική συμπεριφορά του Εφεσείοντα ήταν απερίσκεπτη, καθότι οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα σε δρόμο που ήταν πολυσύχναστος και κατά την διάρκεια της νύχτας, δημιουργούσε σοβαρό και εμφανή κίνδυνο πρόκλησης τραυματισμού ή θανάτου σε άλλους χρήστες του δρόμου με αποτέλεσμα η ενέργεια του να συνιστά απερίσκεπτη συμπεριφορά. Το Εφετείο επικύρωσε τη πρωτόδικη κρίση αλλά και την ποινή. Σύμφωνα με το Εφετείο, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του δεόντως όλους τους μετριαστικούς παράγοντες του 28 ετών Κατηγορούμενου οδηγού, όπως δηλαδή το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΜΑΚΡΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 49/21 ημερ. 21.12.21 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης ύψους 18 μηνών που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα από το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από δική του παραδοχή στο αδίκημα του άρθρου 210, καθώς και την ποινή στέρησης για να κατέχει ή να αποκτήσει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ετών πλέον 8 βαθμούς ποινής. O Εφεσείοντας στην πιο πάνω υπόθεση, ενώ οδηγούσε το όχημα του με βόρεια κατεύθυνση επιχείρησε στροφή δεξιά με πρόθεση να εισέλθει σε πάροδο χωρίς να σταματήσει παραβιάζοντας τόσο σήμα τροχαίας το οποίο απαγόρευε την στροφή δεξιά όσο και την συνεχόμενη άσπρη γραμμή που υπήρχε. Αποτέλεσμα της πιο πάνω ενέργειας του Εφεσείοντα, ήταν να ανακόψει την ελεύθερη πορεία μοτοσυκλέτας που οδηγείτο εξ' αντιθέτου από την πορεία του και να συγκρουσθεί βίαια με αυτήν. Από την σύγκρουση το θύμα-οδηγός της μοτοσυκλέτας εκσφενδονίστηκε, καταλήγοντας στην άσφαλτο όπου και βρήκε τραγικό θάνατο. Το θύμα ήταν ηλικίας 36 ετών, νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την πιο πάνω ποινή στην κατηγορία του άρθρου 210 για ένα δηλαδή τόσο σοβαρό αδίκημα το οποίο δυστυχώς συνεχίζει να παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη του όλους του μετριαστικούς παράγοντες που υπήρχαν. Πιο συγκεκριμένα κρίθηκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε επαρκώς υπόψη την παραδοχή του Εφεσείοντα, το λευκό του ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι για αρκετά χρόνια ήταν οδηγός χωρίς να διαπράξει αδίκημα, όλες τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε αλλά και το γεγονός ότι ταλαιπωρείτο συναισθηματικά από την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Επίσης ότι το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη δεόντως κατά την επιμέτρηση της ποινής ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε το χρηματικό ποσό ύψους 25.000 ως αποζημίωση στην οικογένεια του θύματος αλλά και την συμπεριφορά που επέδειξε σε σχέση με την αγωγή που καταχωρίστηκε εναντίον του. Μάλιστα το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΜΑΚΡΗΣ (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χαραλαμπίδη
(2009)2 ΑΑΔ, 537 τόνισε ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου ο οποίος ήταν 24 ετών, το λευκό του ποινικό μητρώο, η γνήσια μεταμέλεια του, ο ισχυρός κλονισμός που αυτός υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος που προκάλεσε, τα δύσκολα παιδικά χρόνια που βίωσε, το γεγονός ότι ήταν προστάτης της οικογένειας του την οποία στήριζε οικονομικά και ηθικά, δεν στάθηκαν ικανά να κρατήσουν την αναστολή που δόθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην Χαραλαμπίδη (βλ.ανωτέρω) μάλιστα, το Εφετείο παραμερίζοντας την απόφαση αναστολής σημείωσε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και ενεργοποίησε την ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί. Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και εμπεριέχουσα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή ότι δεν είναι τέτοια και ανάγεται μόνο σε στιγμιαία αβλεψία. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό ΧΧΧΧΧΧ XXXXX με βόρεια κατεύθυνση. Μπροστά του δεν κινείτο οποιοδήποτε άλλο όχημα. Η οδός ΧΧΧΧΧΧΧ Παλαμά βρίσκεται σε πυκνοκατοικημένη περιοχή στην Λεμεσό, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης και υπάρχει μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε πορεία. Στις δυο πλευρές του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια στα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ο δρόμος έχει πλάτος 8,30 μέτρα ενώ στο σημείο σύγκρουσης στενεύει και έχει πλάτος 8.20 μέτρα. Κατά την στιγμή του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Η ορατότητα στο σημείο του δυστυχήματος ήταν καλή και η ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν ώρα αιχμής αφού υπήρχε τροχαία κίνηση στον συγκεκριμένο δρόμο και δη εξ' αντιθέτου της πορείας του Κατηγορούμενου κινούνταν και άλλα οχήματα. Το θύμα κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο ανατολικό πεζοδρόμιο του δρόμου μαζί με τον εξάδελφο του. Στον συγκεκριμένο δρόμο κινείτο επίσης με νότια κατεύθυνση η ΜΚ7 με το όχημα της, η οποία σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι τα δύο παιδιά είχαν πρόθεση να διασταυρώσουν τον δρόμο και έτσι ελάττωσε ταχύτητα για να δώσει στο θύμα την δυνατότητα να διασταυρώσει. Το θύμα άρχισε να τρέχει από το ανατολικό πεζοδρόμιο προς το δυτικό ακολουθώντας διαγώνια πορεία με νοτιοδυτική κατεύθυνση. Κατά την στιγμή που το θύμα άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο το όχημα του Κατηγορούμενου βρισκόταν σε απόσταση 43,86 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης και κινείτο με ταχύτητα 91 ΧΑΩ. Πριν όμως το θύμα προλάβει να διασταυρώσει τον δρόμο ο Κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε με ταχύτητα 91 ΧΑΩ χτύπησε το θύμα στο σημείο σύγκρουσης Χ με το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του. Την στιγμή της σύγκρουσης το θύμα βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο ο Κατηγορούμενος, αφού ήδη είχε διανύσει απόσταση τρέχοντας από το ανατολικό πεζοδρόμιο προς το δυτικό, 6,35 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας που κινείτο, δεν κατάφερε να λάβει πριν την σύγκρουση με το θύμα οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα. Να σημειωθεί επίσης ότι το θύμα ήταν ορατό από τον Κατηγορούμενο από απόσταση 24,10 μέτρων. Η σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορούμενου με το θύμα ήταν σφοδρή αφού ο ανήλικος ΧΧΧΧΧΧ αρχικά εκτινάχθηκε στον αέρα στην συνέχεια υπέπεσε στην άσφαλτο και σύρθηκε και ακινητοποιήθηκε τελικά μπροστά από τον αριστερό τροχό του οχήματος της ΜΚ7. Το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιές ενώ ο ίδιος δεν τραυματίστηκε. Στην σκηνή μετά το δυστύχημα, κατέφθασε ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε το θύμα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου την ίδια ημέρα και περί ώρα 15:37 διαπιστώθηκε ο θάνατος του ο οποίος με βάση τα ευρήματα της ιατροδικαστού που διενήργησε την νενομισμένη νεκροτομή στην σορό του, επήλθε από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αν ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ που ήταν και το ανώτατο όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο θα χρειαζόταν 3,15 δευτερόλεπτα για να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης από την απόσταση των 43,86 μέτρων και το θύμα με τον ρυθμό που κινείτο δηλαδή με την ταχύτητα των 3,69 μέτρων ανά δευτερόλεπτο, θα κάλυπτε το πλάτος του αυτοκινήτου χωρίς να κτυπηθεί από αυτό γιατί αυτό θα βρισκόταν 12,90 μέτρα μακριά του. Το δε όχημα του Κατηγορούμενου θα χρειαζόταν επίσης ακόμη 0,93 δευτερόλεπτα για να φθάσει στο σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα επίσης με τα ευρήματα του Δικαστηρίου το θύμα θα μπορούσε να περάσει ολόκληρο το πλάτος του οχήματος του Κατηγορουμένου και να μην χτυπηθεί από αυτό ακόμη και αν το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο με ταχύτητα 71 ΧΑΩ. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει αναμφίβολα το συμπέρασμα ότι το σφάλμα του Κατηγορούμενου δεν οφείλεται σε στιγμιαία απροσεξία. Το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε και η οποία του αποστέρησε κάθε δυνατότητα να λάβει αποτρεπτικά μέτρα και να αποφύγει την σύγκρουση με το θύμα το οποίο επιχείρησε να διασταυρώσει ενώ βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση από το όχημα του. Ο Κατηγορούμενος οδηγώντας με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη από το όριο ταχύτητας - 91 χιλιόμετρα την ώρα -αδιαφόρησε πλήρως, παραγνωρίζοντας ότι ήταν προβλεπτό και αναμενόμενο ανά πάσα στιγμή να εισέλθει εντός του δρόμου οποιοσδήποτε, είτε αυτός ήταν ενήλικας είτε παιδί και να συγκρουσθεί μαζί του. Και αυτό γιατί, αφενός η περιοχή εντός της οποίας οδηγούσε ήταν πυκτοκατοικημένη και που λογικό είναι σε αυτή να διαμένουν τόσο ενήλικες όσο και παιδιά, αφετέρου δε γιατί η ώρα που οδηγούσε - 15:10 - ήταν ώρα αιχμής αφού υπήρχε και τροχαία κίνηση εντός του δρόμου. O Κατηγορούμενος υπό τις πιο πάνω δοσμένες περιστάσεις συμπεριφέρθηκε ασύλληπτα εγωιστικά και αδιαφόρησε πλήρως για την ασφάλεια των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Η οδική συμπεριφορά που επέδειξε ανάγει την οδήγησή του σε οδήγηση η οποία εμπεριέχει και, μάλιστα, έντονα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο περιλαμβανομένου του θύματος και δικαίως μπορεί με ασφάλεια να χαρακτηρισθεί ως αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και γενικά το άμεμπτο παρελθόν του. Έλαβα επίσης υπόψη μου και το λευκό του οδικό μητρώο. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα ακόμη υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και περιγράφονται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Μεταξύ άλλων έλαβα υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος προέρχεται από συγκροτημένη και καλή οικογένεια και ότι ο ίδιος είναι καλού χαρακτήρα, εργατικός και φιλήσυχος εφόσον αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι ουδέποτε έχει επιδείξει στο παρελθόν οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Έλαβα επίσης υπόψη μου το περιεχόμενο του Εγγράφου Α, και πιο συγκεκριμένα όλα τα θετικά σχόλια που αναφέρονται από την κα. Ιφιγένεια ΧΧΧΧΧΧΧΧ για τον χαρακτήρα, την ικανότητα, την εργατικότητα και τον ζήλο που επιδεικνύει ο Κατηγορούμενος στην εργασία του. Δεν μου διαφεύγει ούτε και παραγνωρίζω ότι ο Κατηγορούμενος ένεκα της εκκρεμότητας της παρούσας υπόθεσης δεν κατάφερε να έχει μια σταθερή εργασία σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα που διέρευσε, αλλά ούτε και σταθερά εισοδήματα για να μπορέσει να αποκτήσει το μεταπτυχιακό του δίπλωμα. Ούτε και ότι από τον Αύγουστο του 2021 έχει εξεύρει εργασία στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας ως μεταφραστής - διερμηνέας στην οποία εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα. Στην απόφαση Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701, 707 αναφέρθηκαν τα εξής: «Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι όπου η φύση του αδικήματος απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικής ποινής οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα (Βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd κ.α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117). Τονίζεται, επίσης, ότι όπου διαπιστώνεται - όπως είναι εδώ η περίπτωση - η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγων της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα αυτής της αποτροπής (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, 250, 251)». Στο σημείο αυτό όμως αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην ζωή ενός Κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315). Είμαι, λοιπόν, διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο αναφορικά με την ενδεχόμενη απώλεια της εργασίας του, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά από διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας με συμβόλαιο ενός ακαδημαϊκού έτους. Το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο μπροστά στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο του επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν ηλικίας 25 ετών. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι σε αδικήματα αυτής της φύσεως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται αυτό που λέχθηκε στην Παντέλας (ανωτέρω) "ότι δηλαδή το νεαρό της ηλικίας σίγουρα δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι , ιδιαίτερα, ενόψει του γεγονότος ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στον τόπο μας έχουν πολλαπλασιαστεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν και οι αυστηρές ποινές μπορούν να συμβάλλουν προς τον σκοπό αυτό". Το Ανώτατο Δικαστήριο με την πιο πάνω αναφορά εννοούσε ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης το νεαρό της ηλικίας δεν θα πρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό στοιχείο την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 14/03/17 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 12/12/17, δηλαδή 9 μήνες μετά.Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, δηλαδή της τάξης των 4 ετών και 10 μηνών. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης δεν είναι αμέτοχος και ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24/01/18 και ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 06/03/18 όπου και η υπεράσπιση ζήτησε ξανά χρόνο για να απαντήσει ο Κατηγορούμενος. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για τον ίδιο σκοπό στις 30/03/18 και ο Κατηγορούμενος τελικά απάντησε με μη παραδοχή στις κατηγορίες. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 08/06/
  1. Εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω απουσίας του φυσικού Δικαστή της και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 22/10/18, ημερομηνία κατά την οποία η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε αναβολή και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 18/01/
  2. Εκείνη την ημερομηνία αμφότερες οι πλευρές υπέβαλαν αίτημα αναβολής και έτσι η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12/04/
  3. Το ίδιο επαναλήφηκε και την 12/04/19 με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί ξανά για ακρόαση με σκοπό να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία με την δήλωση παραδεκτών γεγονότων στις 14/05/
  4. Επειδή εκείνη την ημερομηνία οι δύο πλευρές δεν συμφώνησαν στην δήλωση παραδεκτών γεγονότων, ζητήθηκε από κοινού εκ νέου χρόνος από το Δικαστήριο ο οποίος και δόθηκε με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση την 14/06/19 ημερομηνία όμως κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 24/09/19 όπου η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε αναβολή και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 16/12/
  5. Τόσο εκείνη την ημερομηνία όσο και την επόμενη ημερομηνία που είχε δοθεί, δηλαδή στις 06/02/20, οι δυο πλευρές ζήτησαν αναβολή με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 18/03/
  6. Από τις 18/03/20 μέχρι και τις 16/09/20 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω των μέτρων που είχαν επιβληθεί για την προστασία του κοινού από την πανδημία του κορονοιού. Την 16/09/20 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για να ξεκινήσει, ζητήθηκε αναβολή από την Κατηγορούσα Αρχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27/10/20, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Η ακροαματική διαδικασία κράτησε περί τις 30 δικασίμους μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, ενώ οφείλω να παρατηρήσω ότι ο Κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ανελλιπώς πλην μόνο μίας φοράς που απουσίαζε λόγω προσωπικού κωλύματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται μόνο για το χρονικό διάστημα της τάξης των 11 μηνών στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου ή μέρος αυτού οφείλεται στον Κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, και την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης η οποία είναι της τάξης των 11 μηνών, καθώς και την σοβαρότητα των υπο τιμωρία αδικημάτων, ιδιαίτερα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται αφού συν τοις άλλοις έλαβα υπόψη μου ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων και δη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ). Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Δεν έχει προβληθεί από την Υπεράσπιση οποιοσδήποτε ειδικός λόγος για να μην στερηθεί η άδεια οδήγησης στον Κατηγορούμενο. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας κρίνω ορθό, σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Κρίνω επίσης σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών και 8 βαθμούς ποινής. Επιπλέον επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος ο Κατηγορούμενος να κατέχει ή να αποκτήσει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ½ ετών από σήμερα, 10/01/22. Στην 2η κατηγορία δεν θα επιβάλω καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπετε από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που πιο πάνω ανέφερα κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Τα έξοδα ύψους 410 ευρώ που έχουν δημιουργηθεί από την ακροαματική διαδικασία να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ......... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.