ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. P. PITSILLIS CATERING LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13841/19, 19/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13841/19 ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ v.
- P. PITSILLIS CATERING LIMITED
- ΧΧΧ ΠΙΤΣΙΛΛΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: O κ. Σ. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους: Η κα. Ε. Φράγκου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 11.07.2019 στο Ε.Δ. Λεμεσού με Κατήγορο τον Δήμο Λεμεσού και με το οποίο καταλογιζόταν στους κατηγορούμενους με την μοναδική κοινή κατηγορία που αντιμετώπιζαν τα εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Προσθήκη σε υφιστάμενη οικοδομή κατά παράβαση των κανονισμών και άρθρων 2,3
(1)(β), 20
(1)(α) και 20
(3)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και στο άρθρο 20 και του άρθρου 6 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου εντολή 3 του 2006, του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 Εταιρεία και ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 σε άγνωστο για την Κατηγορούσα Αρχή χρόνο προέβησαν στο κλείσιμο του εξωτερικού χώρου μπροστά από την είσοδο υφιστάμενης οικοδομής που βρίσκεται εντός του Τεμαχίου ΧΧΧ, Φ/Σχ/ΧΧ στην οδό ΧΧ ΧΧ, στην περιοχή ΧΧ και ΧΧ με την τοποθέτηση και/ή προσθήκη με πλαστικά ανοιγοκλεινόμενα ρολά, χωρίς την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δηλαδή από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. Στις 26.09.2019 ο τότε συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και πριν οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν ζήτησε όπως τροποποιήσει την έκθεση αδικήματος της Κατηγορίας[1] και το Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση στην απουσία ένστασης από πλευράς Υπεράσπισης με αποτέλεσμα η Κατηγορία από την τροποποίηση της στις 26.09.2019 μέχρι και σήμερα να έχει ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Προσθήκη σε υφιστάμενη οικοδομή κατά παράβαση των κανονισμών και άρθρων 2,3
(1)(β), 20
(1)(α) και 20
(3)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και στο άρθρο 20 και του άρθρου 6 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου. εντολή 3 του 2006, του Ποινικού Κώδικα.[2] ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 Εταιρεία και ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 σε άγνωστο για την Κατηγορούσα Αρχή χρόνο προέβησαν στο κλείσιμο του εξωτερικού χώρου μπροστά από την είσοδο υφιστάμενης οικοδομής που βρίσκεται εντός του Τεμαχίου ΧΧ, Φ/Σχ/ΧΧ στην οδό ΧΧ ΧΧ, στην περιοχή ΧΧ με την τοποθέτηση και/ή προσθήκη με πλαστικά ανοιγοκλεινόμενα ρολά, χωρίς την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δηλαδή από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν την κατηγορία που αντιμετώπιζαν με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από την κα. Χατζηλύρα (ΜΚ1) και τον κ. Κωσταντίνου (ΜΚ2) ενώ αμέσως μετά η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε εισήγηση προς το Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους συνεπώς δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Το Δικαστήριο στις 17.01.2022 επιφύλαξε την απόφαση του σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί η όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε η κα. Χατζηλύρα η οποία υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτήν αναφέρει ότι πρόκειται για κάτοχο πτυχίου αρχιτεκτονικής και εγγεγραμμένη ως αρχιτέκτονας στο ΕΤΕΚ εργοδοτούμενη στο Τμήμα Δημοτικού Μηχανικού του Δήμου Λεμεσού ως Λειτουργός για την Πολεοδομική Επιβολή και Έλεγχο Παρανομιών και αρμόδια λειτουργός και κάτοχος του φακέλου του Δήμου Λεμεσού υπ' αρ. ΧΧ που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση και υποστατικό. Σύμφωνα με την μάρτυρα η οδός ΧΧ εμπίπτει εντός δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού (σχετικό το Τεκμήριο 4). Εκεί και συγκεκριμένα εντός του τεμαχίου ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ βρίσκεται οικοδομή το ισόγειο της οποίας λειτουργεί ως ψησταριά για την οποία έχει εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής που φέρει αριθμό άδειας ΧΧ (σχετικό το Τεκμήριο 7 & 8). Ο συγκεκριμένος χώρος σύμφωνα με την μάρτυρα ενοικιάζεται δυνάμει του Τεκμηρίου 5 από την Κατηγορούμενη 1 για την περίοδο 01.01.2018 μέχρι και την 31.12.2026 το οποίο κατέχει και χρησιμοποιεί ως ψησταριά. Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της παραχώρησης του υποστατικού κατόπιν της υπογραφής της σχετικής συμφωνίας ενοικίασης δηλαδή μεταξύ της 01.01.2018 και τον Μάιο του 2018 η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία με την συνδρομή και βοήθεια του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος είναι και ο μοναδικός διευθυντής της (σχετικό το Τεκμήριο 13) προέβηκαν σε κλείσιμο του εξωτερικού χώρου μπροστά από την είσοδο του υποστατικού στην ανατολική πλευρά, δηλαδή στην πλευρά η οποία είναι παράλληλη με την οδό ΧΧ με την τοποθέτηση πλαστικών ανοιγοκλεινόμενων ρολών χωρίς την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας από την αρμόδια αρχή ήτοι το Δημοτικό Συμβούλιου του Δήμο Λεμεσού. Συνέπεια της εγκατάστασης των ανοιγοκλεινόμενων ρολών ήταν να αλλάξει την καλυμμένη βεράντα σε εσωτερικό κλειστώ χώρο με αποτέλεσμα να προκύπτει δομική μετατροπή, δηλαδή να μεγαλώνει ο εσωτερικός κλειστός χώρος της ψησταριάς αφού εντός αυτού έχουν τοποθετηθεί καρέκλες και τραπέζια στα οποία κάθεται ο κόσμος για φαγητό και καπνίζουν και θα έπρεπε να είχε ληφθεί άδεια πριν τοποθετηθεί. Ως περαιτέρω σημειώνει με βάση τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια και τις άδειες οικοδομής που έχουν εκδοθεί και αφορούν το επίδικο υποστατικό (σχετικά τα Τεκμήρια 6, 7 και 8) ο χώρος τον οποίο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν κλείσει έχει εγκριθεί ως καλυμμένη βεράντα και όχι ως κλειστός χώρος. Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία αποτελούν μέρος της άδειας ΧΧ ημερ. 14.02.1994 (Αρ. Φακ ΧΧ) και αφορούσε την αλλαγή της εγκριμένης χρήσης από κατάστημα σε ψησταριά ο εξωτερικός χώρος του υποστατικού περιβάλλεται στα σχέδια από μονή γραμμή με αυτό αν σημαίνει ότι πρόκειται για ανοικτό χώρο αφού για να ήταν κλειστός θα έπρεπε επί των σχεδίων να υπάρχει διπλή γραμμή και όχι μονή ως υπάρχει στα συγκεκριμένα σχέδια. Για την τοποθέτηση των εν λόγω ανοιγοκλεινόμενων ρολών θα έπρεπε ως υποστήριξε η μάρτυρας να είχαν τεθεί σε σχέδιο για λήψη άδειας από την Αρμόδια Αρχή η οποία πριν αποφασίσει να επιτρέψει το κλείσιμο ανοικτών χώρων όπως έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση λαμβάνει υπόψη της το κατά πόσον ενοχλούνται οι ανέσεις των εφαπτόμενων οικοδομών, κατοικιών και επιχειρήσεων. Οι Κατηγορούμενοι δεν ζήτησαν ως ανέφερε η μάρτυρας άδεια από την Δημοτική Αρχή για την τοποθέτηση των αναφερόμενων ανοιγοκλεινόμενων ρολών τα οποία έχουν κλείσει μέρος του εξωτερικού χώρου της ψησταριάς και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του Δήμου Λεμεσού με σχετικές επιστολές για την μετακίνηση τους (σχετικό το Τεκμήριο 14 Α, Β & Γ) εξακολουθούν να τις διατηρούν ενώ αρκετά παράπονα έχουν κοινοποιηθεί με επιστολές προς τον Δήμο Λεμεσού (σχετικά τα Τεκμήρια 9, 10 και 11) τόσο από την ιδιοκτήτρια του υποστατικού όσο και από συγκεκριμένο πρόσωπο που διατηρεί κρεοπωλείο τα οποίο συνορεύει και είναι ενωμένο με τον εξωτερικό χώρο της ψησταριάς ο οποίος έχει κλείσει από την Κατηγορούμενη 1 με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 με αποτέλεσμα το παράθυρο του κρεοπωλείου να μην έχει πλέον πρόσβαση σε καθαρό αέρα και φως ενώ οι καπνοί από τα τσιγάρα των επισκεπτών της ψησταριάς που χρησιμοποιούν τον χώρο να διοχετεύονται εντός του κρεοπωλείου. Ως Τεκμήριο 12 και 15 κατατέθηκαν αριθμός φωτογραφικών που λήφθηκαν κατά διαστήματα τόσο από την μάρτυρα όσο και από άλλο λειτουργό του Δήμου Λεμεσού με τις οποίες παρουσιάζονται οι παράνομες προσθήκες και μετατροπές δηλαδή τα ανοιγοκλεινόμενα ρολά τα οποία εξακολουθούν να είναι εγκατεστημένα με αποτέλεσμα ο χώρος να είναι κλειστός και να επηρεάζονται τα γειτονικά υποστατικά. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε πως η ίδια γνωρίζει όλα όσα αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση ως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο ΧΧ αναφερόμενη και στους συναδέλφους της που κατά καιρούς χειρίστηκαν τον φάκελο καθορίζοντας μάλιστα και την χρονική περίοδο που ένας έκαστος εξ αυτών ασχολήθηκε μαζί του. Σε ερώτηση να αναφερθεί στα παράπονα που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της γραπτής της δήλωσης ανέφερε ότι αυτά αφορούσαν την ανέγερση των ανοιγοκλεινόμενων ρολών τα οποία είχαν τοποθετηθεί με μεγάλες βίδες επί των κολόνων και επί της δοκού της υφιστάμενης αδειοδοτημένης οικοδομής χωρίς να έχει ληφθεί η απαραίτητη άδεια από την δημοτική αρχή με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα τετραγωνικά μέτρα του κλειστού χώρου της ψησταριά Pitsillis καθώς επίσης η δημιουργία του κλειστού χώρου έγινε σε τέτοιο χώρο όπου το παράθυρο που βρίσκεται τοποθετημένο στον κοινόχρηστο / κοινόκτητο χώρο να εσωκλείεται σε εσωτερικό χώρο και να μην έχει πρόσβαση σε ανοικτό χώρο πλέον. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της αναλώθηκε στο γιατί και αν υπήρχε κάποια σκοπιμότητα από πλευρά της μάρτυρας στο να προβεί στην περιγραφή των ανοιγοκλεινόμενων ρολών πράγμα το οποίο δεν έπραξε κατά την κυρίως εξέταση της με την μάρτυρα να απαντά πως είναι μέσω των ερωτήσεων που της τέθηκαν από πλευράς υπεράσπισης τις οποίες αναγκάστηκε να απαντήσει και να αναφέρει μεταξύ άλλων και τα όσα περιέγραψε. Μάλιστα διαφώνησε σε υποβολή ότι η περιγραφή των ρολών δεν είναι αυτή που η μάρτυρας περιέγραψε σημειώνοντας για ακόμα μια φορά πως επί των κολόνων έχουν ανοιχθεί τρύπες, τοποθετήθηκαν μεταλλικά πασαμάνα καθώς επίσης τοποθετήθηκε και κάθετο πασαμάνο λόγω τους βάρους που έχουν τα μεταλλικά πασαμάνα τα οποία βιδώθηκαν επί της δοκού και αυτή είναι η επιτόπου κατάσταση και έτσι έχουν τοποθετηθεί δομικά τόσο επί των κολώνων όσο και επί της δοκού. Για την τοποθέτηση αυτή έπρεπε να είχε προηγηθεί ως ανέφερε η υποβολή σχετικής αίτησης για έκδοσης Πολεοδομικής Άδειας και Άδειας Οικοδομής από την στιγμή που προκύπτει δομική μετατροπή πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει αφού στα αρχιτεκτονικά σχέδια θα έπρεπε να παρουσιαζόταν οποιαδήποτε στοιχεία μεταβολών του χώρου σημειώνοντας επιπρόσθετα ότι ακόμα και αν υποβάλλονταν και υποδεικνυόταν στα σχέδια η απάντηση του Δήμου θα ήταν αρνητική. Αναφορά έγινε από την μάρτυρα μετά από σχετικές ερωτήσεις και στα γραπτά παράπονα που υποβλήθηκαν κατά καιρούς και αφορούν την υπόθεση τα οποία προέρχονταν τόσο από την ιδιοκτήτρια του υποστατικού το οποίο ενοικιάζεται προς την κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 9) όσο και από τον ιδιοκτήτη του γειτονικού κρεοπωλείου το παράθυρο του οποίου επηρεαζόταν από την δημιουργία του κλειστού χώρου (Τεκμήριο 10) σημειώνοντας μάλιστα πως αν δεν γίνονταν αυτές οι καταγγελίες ο Δήμος δεν θα διερευνούσε το θέμα. Η ίδια αναφέρθηκε και στις επισκέψεις που έκανε στο επίδικο υποστατικό στις 16.10.2021, στις 26.10.2021 αλλά και στις 27.10.2021 δίδοντας μάλιστα λεπτομέρειες των ωρών που είχε πάει και κατά πόσον είχε βρει και μιλήσει με οποιοδήποτε στο χώρο σημειώνοντας πως κατά την επίσκεψη της στις 26.10.2021 εξ όσων μπορούσε να θυμηθεί υπήρχαν 4 με 5 άτομα πελάτες της Ψησταριάς οι οποία κάθονταν στον κλειστό χώρο που είχε δημιουργηθεί στην καλυμμένη βεράντα και αρνήθηκε νέα υποβολή ότι ψεύδεται γιατί δεν τα είχε κάνει αναφορά για τα ζητήματα αυτά στο περιεχόμενο της κυρίως εξέτασης της. Σε υποβολή ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν κλείσει καθ οιονδήποτε τρόπο τον εξωτερικό χώρο της ψησταριάς η μάρτυρας διαφώνησε και ανέφερε πώς την έχουν κλείσει με την ανέγερση σε δύο πλευρές του ορθογωνίου των ρολών με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ορθογώνιος εσώκλειστος χώρος. Τέλος διαφώνησε σε αριθμό υποβολών που της τέθηκαν από πλευράς της συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων μεταξύ άλλων ότι καμία προσθηκομετατροπή δεν υφίσταται στην οικοδομή και ότι τα ανοιγοκλεινόμενα ρολά δεν αποτελούν οικοδομή. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο κ. Κωνσταντίνου ο οποίος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 16) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι πρόκειται για τον ιδιοκτήτη του υποστατικού το οποίο συνορεύει και εφάπτεται στα βόρεια με την Ψησταριά ΧΧ που ευρίσκεται στην οδό ΧΧ ΧΧ στην Λεμεσό και το οποίο λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα ως κρεοπωλείο. Το κρεοπωλείο και τον χώρο την ψησταριάς χωρίζει κοινός τοίχος στον οποίο υπάρχει παράθυρο του καταστήματος του το οποίο βλέπει στον χώρο τον οποίο ως ισχυρίστηκε έχουν κλείσει οι κατηγορούμενοι με την τοποθέτηση πλαστικών ρολών και έχουν τοποθετήσει τραπεζάκια και καρέκλες για χρήση από τους πελάτες της ψησταριάς. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα η συγκεκριμένη Ψησταριά ενοικιάστηκε από τον Ιανουάριο του 2018 από εταιρεία του κατηγορούμενου 2 σε συνέχεια συμφωνίας με την αδελφή του ΜΚ2 η οποία είναι ιδιοκτήτρια αυτής και της μητέρας του ως πρόσωπο που είναι δικαιούχος επικαρπίας. Κατά την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρίου 2018 χωρίς να μπορεί να θυμηθεί την ακριβή ημερομηνία όπως ανέφερε ο ίδιος παρατήρησε κάποια άτομα έξω από το κρεοπωλείο του να μετρούν τις διαστάσεις εξωτερικού χώρου της ψησταριάς ο οποίος συνορεύει με το υποστατικό του με τον ΜΚ2 να προσεγγίζει τον κατηγορούμενο 2 και να τον ερωτά γιατί λαμβάνονταν οι μετρήσεις με τον τελευταίο να του απαντά πως θα τοποθετούνταν ρολά για να κλείσουν τον χώρο στον οποίο τοποθετήθηκαν στην συνέχεια τραπεζάκια και καρέκλες ενώ ο ΜΚ2 του είχε αναφέρει την αντίθεση του διότι η τοποθέτηση των ρολών θα επηρέαζε τον αερισμό και το φως τα οποία θα εισέρχονταν στο κρεοπωλείο του μέσω του παραθύρου το οποίο βρισκόταν στον τοίχο που χωρίζει το κατάστημα του με την ψησταριά με τον κατηγορούμενο 2 να δηλώνει πως θα χρησιμοποιούμε τον χώρο που ενοικίασε όπως ο ίδιος ήθελε και πως το συγκεκριμένο παράθυρο είχε τοποθετηθεί παράνομα. Παρά την πιο πάνω διαφωνία μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2018 τοποθετήθηκαν σε ημερομηνία που δεν θυμόταν ακριβώς ο ΜΚ2 στο χώρο τα πλαστικά ρολά τα οποία έκλεισαν μέρος του εξωτερικού χώρου της ψησταριάς ο οποίος βλέπει προς την οδό ΧΧ δηλαδή στην ανατολική πλευρά της Ψησταριάς με τον μάρτυρα να προβαίνει σε καταγγελίες μέσω επιστολών του προς τον Δήμο Λεμεσού αναφορικά με την προσθήκη των ρολών και την μετατροπή του ανοικτού χώρου σε κλειστό αφού με την δημιουργία του κλειστού ορθογώνιου χώρου επηρεάζεται ο αερισμός και ο φυσικός φωτισμός του υποστατικού του ενώ εισέρχονται στο κατάστημα του και καπνοί από τα τσιγάρα των επισκεπτών που κάθονται στον χώρο που έχουν τοποθετηθεί οι καρέκλες και τραπεζάκια. Σε περιγραφή στην οποία προέβηκε για τα εν λόγω ρολά ανέφερε πώς αυτά έχουν τοποθετηθεί σε δύο σημεία στον εξωτερικό χώρο της Ψησταριάς με το ένα σημείο αυτών να βλέπει ανατολικά και το άλλο σημείο να βλέπει νότια και αυτά έχουν βιδωθεί στην μία τους πλευρά στην ίδια κολώνα ώστε να προκύπτει σχήμα όπως το γράμμα Γάμμα (Γ) επαναλαμβάνοντας την θέση πως με τον τρόπο αυτό δημιουργείται νέος κλειστός χώρος. Τα ρολά μάλιστα ως σημείωσε που βλέπουν ανατολικά, κρέμονται από οριζόντιο μεταλλικό πασαμάνο, οι άκριες του οποίου έχουν βιδωθεί και στερεωθεί με μεγάλες βίδες στην νότια πλευρά σε κολώνα, ενώ η άκρια που βρίσκεται στην βόρεια πλευρά του μεταλλικού πασαμάνου έχει βιδωθεί και στερεωθεί στον τοίχο ο οποίος διαχωρίζει την Ψησταριά και το υποστατικό του ΜΚ2 ενώ το οριζόντιο μεταλλικό πασαμάνο των ρολών που βλέπουν ανατολικά είναι επίσης ως ο μάρτυρας ανέφερε στερεωμένο και βιδωμένο με κάθετο μεταλλικό πασαμάνο ύψους περίπου 30 - 40 εκατοστών πάνω στην δοκό του τοίχου ο οποίος βρίσκεται από πάνω. Σε σχέση με τα ρολά τα οποία βλέπουν νότια αυτά ως ο ΜΚ2 ανέφερε κρέμονται από οριζόντιο μεταλλικό πασαμάνο και έχουν επίσης στερεωθεί επί των κολώνων που βρίσκονται δυτικά και ανατολικά των ρολών. Η κολώνα η οποία βρίσκεται στα ανατολικά του οριζόντιου πασαμάνου είναι η ίδια με την κολώνα στην οποία έχει βιδωθεί η νότια πλευρά του μεταλλικού πασαμάνου των ρολών τα οποία βλέπουν στα ανατολικά ενώ το οριζόντιο πασαμάνο των ρολών τα οποία βλέπουν στα νότια έχει επίσης τοποθετηθεί και εφαρμοστεί με τρύπημα των κολώνων που βρίσκονται δυτικά και ανατολικά των ρολών με μεγάλες βίδες. Τέλος σημείωσε πως έχει προχωρήσει στην ενοικίαση του υποστατικού του σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα δραστηριοποιηθεί ως σημείο ετοιμασίας καφέ και ως αρτοποιείο και όπως επηρεαζόταν ο ίδιος από την τοποθέτηση των ρολών και το κλείσιμο του χώρου θα επηρεαστεί και ο νέος ενοικιαστής αλλά και όλοι οι εκάστοτε ενοικιαστές και κάτοχοι του καταστήματος στο μέλλον εφόσον οι προσθήκες και κατασκευές που έχουν τοποθετηθεί και ο κλειστός χώρος που δημιουργήθηκε από τους Κατηγορούμενους παραμένουν εκεί. Η αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε κυρίως στην θέση ότι αυτός προσέρχεται στο Δικαστήριο με αλλότρια κίνητρα και προθέσεις αλλά και εκδικητικά για να δώσει μαρτυρία εναντίων των κατηγορουμένων στην υπόθεση καθότι οι τελευταίοι δεν αγόραζαν κρέας για την λειτουργία της ψησταριάς τους από το δικό του κρεοπωλείο που βρισκόταν δίπλα από την ψησταριά αποτέλεσμα τούτου ήταν να προχωρήσει ο ΜΚ2 ως του υποβλήθηκε επανειλημμένες φορές από πλευράς υπεράσπισης σε εκδικητικές καταγγελίες εναντίον τους στον Δήμο Λεμεσού. Σε σχέση με τα ζητήματα αυτά ο ΜΚ2 ανέφερε πως δεν τους δόθηκε η οποιαδήποτε ευκαιρία για οποιαδήποτε συνεργασία και μάλιστα αν του προτεινόταν κάτι τέτοιο αυτός θα ήταν αρνητικός από την στιγμή που προέβηκαν στις εργασίες αυτές από την στιγμή που έχανε τον ήλιο, το φως και τον αέρα. Ο μάρτυρας ανέφερε πώς για την υπόθεση αυτή έχει ενημερωθεί να δώσει μαρτυρία από τον δικηγόρο του Δήμου Λεμεσού επιβεβαίωσε όμως πως ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβηκε σε καταγγελίες στον Δήμο για την τοποθέτηση των ρολών και μάλιστα επικοινωνούσε κατά περιόδους για να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης. Υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι τα πράγματα δεν έγιναν όπως αναφέρεται στις παραγράφους 4 μέχρι και 7 της γραπτής του δήλωσης με τον ΜΚ2 να αναφέρει πως η μαρτυρία του αυτή είναι και μάλιστα σημείωσε πως ο κατηγορούμενος 2 του είχε χαρακτηριστικά αναφέρει πως μπορούσε να κτίσει και τοίχο και ότι ήθελε μπορούσε να κάνει με τον ΜΚ2 να τον ενημερώνει ότι από την στιγμή που δεν μπορούσαν να συζητήσουν μεταξύ τους θα μετέβαινε στο Δημαρχείο για να τους λύσει την διαφορά όπως και έκανε. Υποβλήθηκε επίσης στον μάρτυρα πως και σε σχέση με τις παραγράφους 11 μέχρι και 16 της γραπτής του δήλωσης τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα λέει με αυτόν να απαντά πως το κατασκεύασμα υπάρχει και πως μπορούν να το δούν. Επιβεβαίωσε ότι η πρώτη φορά που μίλησε με τον κατηγορούμενο 2 όταν ήρθε στον χώρο ήταν για το συγκεκριμένο κατασκεύασμα και έκτοτε δεν ξαναμίλησαν και παρά το ότι ως ανέφερε δεν πρόκειται για άτομο που ενοχλεί προέβηκε σε καταγγελία γιατί τον έπνιγε το δίκαιο αφού στερήθηκε τον ήλιο, το φως και τον αέρα που είχε για 40 χρόνια ενώ οι πελάτες της ψησταριάς κάθονταν σε απόσταση 20 πόντων βλέποντας μέσα στο μαγαζί του. Αρνήθηκε νέα υποβολή ότι λέει ψέματα στο Δικαστήριο και ο μόνος λόγος που προέβηκε σε καταγγελία ήταν διότι δεν έπιαναν κρέας από τον ίδιο επαναλαμβάνοντας πώς δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστούν. Τέλος σε υποβολή ότι τα συγκεκριμένα ρολά υπήρχαν πριν τον Γενάρη του 2018 απάντησε πως αυτά δεν υπήρχαν πριν να μπει ο κατηγορούμενος 2 στο συγκεκριμένο κατάστημα. Νομική Πτυχή: Όπως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή κατά παράβαση των κανονισμών και άρθρων 2, 3
(1)(β), 20
(1)(α) και 20
(3)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και στο άρθρο 20 και του άρθρου 6 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου. Το άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ.96 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας αυτής, προσδιορίζει την έννοια της 'οικοδομής' ως: "οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο." Με βάση το πιο πάνω λεκτικό, η έννοια της οικοδομής καλύπτει: (α) οποιαδήποτε κατασκευή είτε από σίδερο ή άλλη ύλη και (β) που περικλείει ή οροθετεί ή (γ) έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί (δ) οποιαδήποτε γη ή χώρο. Η υποχρέωση προσώπου να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή προτού ανεγείρει οικοδομή αναγνωρίζεται και καθορίζεται από το άρθρο 3
(1)του Κεφ.96 μέσα από το οποίο διατυπώνονται τα εξής: "3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται - .................. (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή. ................. χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή................................." Από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)β) συνάγεται, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η ανέγερση οικοδομής ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή, και
- Η οικοδομή να είναι οικοδομή σύμφωνα με το Νόμο, και
- Η ανέγερση αυτή να γίνεται χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Επιπρόσθετα σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 που τιτλοφορείται Ποινικά αδικήματα και ποινές αναφέρονται τα εξής: 20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· ........ διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. Στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Δήμου Αγλαντζιάς
(2006)2 Α.Α.Δ. 291 υποδείχθηκε πως το κατά πόσο μια κατασκευή θεωρείται 'οικοδομή' ή όχι είναι θέμα πραγματικό. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα συναφή γεγονότα όπως το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος κατασκευής της οικοδομής, κατά πόσο είναι προσαρτημένη στη λοιπή οικοδομή, η σχέση της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός αλλά όλοι μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος (βλέπε South Wales Aluminium Co. Ltd. v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E.R. 587). Στην υπόθεση εκείνη οι εφεσείοντες κατασκεύασαν μεταλλικές βάσεις τις οποίες στερέωσαν στην οροφή με βίδες. Επί των βάσεων στερέωσαν το προκατασκευασμένο δωμάτιο εντός του οποίου τοποθέτησαν τον εξοπλισμό. Επειδή το δωμάτιο που δημιουργήθηκε περικλείει και οριοθετεί χώρο κρίθηκε ότι βρισκόταν εντός της έννοιας της 'οικοδομής' που καθορίζει το άρθρο 2 του Κεφ.96. Το γεγονός ότι μπορούσε εύκολα ή δύσκολα να αποσπαστεί δεν συνιστούσε ουσιώδες στοιχείο. Σημασία επίσης δεν είχε ούτε και η πρόθεση ή μη των εφεσειόντων να διατηρήσουν το συγκεκριμένο δωμάτιο μόνιμα ή για κάποιο χρονικό διάστημα. Στηνυπόθεση South Wales Aluminium Co Ltd v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E R 587, για την οποίαν έγινε αναφορά πιο πάνω, o Δικαστής Atkinson αναφερόμενος στους όρους «οικοδομή» και «κατασκεύασμα» - building και structure αντίστοιχα - ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ". I suppose it means something which is constructed in the way of being built up as is a building; it is in the nature of a building. It seems to me it is not in the nature of a building, or a structure analogous to a building, unless it is something which you can say quite fairly has been built up. I do not think that is the only guide or the only test, but, roughly, I think that must be the main guide; how has it got there? Is it something which you can fairly say has been built up? I do not think it depends at all on whether it is fixed to the ground. That may be a relevant consideration." Σε ελεύθερη μετάφραση: "υποθέτω σημαίνει κάτι το οποίο κατασκευάζεται κατά την διαδικασία της ανέγερσής του, όπως μια οικοδομή έχει χαρακτήρα οικοδομής. Μου φαίνεται ότι (ένα κατασκεύασμα) δεν έχει χαρακτήρα οικοδομής ή δεν είναι ανάλογο μιας οικοδομής εκτός αν είναι κάτι για το οποίο μπορεί να λεχθεί ευθέως ότι έχει ανεγερθεί. Δεν είμαι της άποψης ότι αυτή είναι η μόνη καθοδήγηση ή το μόνο κριτήριο, χοντρικά, όμως, πιστεύω ότι αυτό πρέπει να είναι το κύριο κριτήριο, πώς, δηλαδή (η κατασκευή), κατέληξε εδώ (που βρίσκεται). Είναι κάτι για το οποίο μπορεί να λεχθεί ευθέως ότι έχει ανεγερθεί; Δεν νομίζω (η απάντηση) να εξαρτάται ολωσδιόλου από το αν κατά πόσο αυτή είναι στερεωμένη στο έδαφος. Αυτό μπορεί να αποτελεί σχετική παράμετρο." Περαιτέρω, στην υπόθεση Κυπριανού v. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 344 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η τοποθέτηση πασσάλου, η τοποθέτηση στέγης από τσίγκους, η στήριξη των τσίγκων στον απέναντι τοίχο και η δημιουργία ενός υπόστεγου για χρήση από το αυτοκίνητο αναμφίβολα αποτελεί οικοδομή εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Κεφ.96 καθότι περικλείει και οριοθετεί χώρο. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ακόμη πως το γεγονός ότι δεν κατοικεί κανείς μέσα στο χώρο που δημιουργείται από την κατασκευή είναι άνευ σημασίας επειδή οικοδομή δεν σημαίνει απαραίτητα κατοικία ούτε και τόπο διαμονής ανθρώπων αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.96 οποιοδήποτε κατασκεύασμα από οποιοδήποτε υλικό το οποίο περικλείει ή οροθετεί ή σκοπό έχει να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Επίσης στην υπόθεση Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 C.L.R. 11 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "The word "construction" used in this context has the same meaning as the word "structure" and the meaning of that word was fully discussed in The London County Council v. Tann, [1954] 1 All E.R. 389. For a structure to be a building within the meaning of Chapter 96, it must be one which is used for a purpose for which a building is ordinarily used and for a purpose for which the erection of a building is usually required or at least desirable. A structure enclosing or delimiting or intending to enclose or delimit any land or space is a building." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Η λέξη "οικοδομή" με την έννοια που χρησιμοποιείται έχει την ίδια έννοια όπως και η λέξη "κατασκεύασμα" και η έννοια της λέξης αυτής συζητήθηκε πλήρως στην υπόθεση The London County Council v. Tann
(1954)1 All E R 389. Για να είναι ένα κατασκεύασμα οικοδομή εντός της έννοιας του Κεφ. 96 πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να χρησιμοποιείται για τους σκοπούς για τους οποίους μια οικοδομή υπό κανονικές συνθήκες ανεγείρεται και για τους σκοπούς για τους οποίους η ανέγερση μιας οικοδομής συνήθως απαιτείται ή είναι τουλάχιστον επιθυμητή. Ένα κατασκεύασμα το οποίο περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπεύει να οριοθετεί ή να περικλείει οποιαδήποτε γη ή χώρο είναι οικοδομή." Λεπτομερής ανάλυση της ερμηνείας της λέξης 'οικοδομής' σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.96 γίνεται και στη Municipality of Nicosia v. Solomonides and another
(1984)2 CLR 451 με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία. Στην υπόθεση αυτή επισημαίνεται ότι για να θεωρείται μια κατασκευή ως 'οικοδομή' μέσα στην έννοια του άρθρου 2 του Κεφ.96 πρέπει να είναι τέτοια την οποία έχει σκοπό να ρυθμίζει ο Νόμος αυτός. Στη Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 C.L.R. 11 γίνεται αναφορά και στην The London County Council v. Tann [1954] 1 All E.R. 389 όπου λέχθηκε ότι για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατασκευή (stucture) αποτελεί οικοδομή πρέπει να έχει τη μορφή οικοδομής 'building' και το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το σκοπό για τον οποίο η κατασκευή ανεγέρθη. Για να θεωρείται μια κατασκευή ως οικοδομή μέσα στην έννοια του άρθρου 2 του Κεφ.96 πρέπει να είναι τέτοια ώστε να χρησιμοποιείται για ένα σκοπό για τον οποίο μια οικοδομή συνήθως χρησιμοποιείται και για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως απαιτείται ή τουλάχιστον είναι επιθυμητή, η ανέγερση μιας οικοδομής. Στην αγγλική υπόθεση The London County Council v. Tann
(1954)1 All E R 389, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση The Mayor etc. of Nicosia Town v. Keravnos 20 CLR (II) 51, ο Δικαστής Parker ανέφερε ότι για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν μια συγκεκριμένη κατασκευή έχει τον χαρακτήρα οικοδομής θα πρέπει να προστρέξει στην ούτω καλούμενη 'πρόθεση της κατασκευής' και να θέσει στον εαυτό του το εξής ερώτημα. "ως άνθρωποι του κόσμου τούτου μπορούμε να πούμε ότι αυτό το πράγμα, για να χρησιμοποιούμε και ουδέτερες εκφράσεις, είναι κατασκευή με χαρακτήρα οικοδομής;" Επίσης, στην αγγλική υπόθεση London County Council v. Pearce
(1892)2 QB 109 οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι ήταν οικοδόμοι, ανήγειραν ξύλινο κατασκεύασμα, το οποίο τοποθέτησαν στο μπροστινό μέρος της επιχείρησής τους στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν διεξάγονταν οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες. Η οροφή της κατασκευής ήταν από αλουμίνιο και είχε διαστάσεις 8Χ6 (πόδια) και ύψος 10 πόδια. Χρησιμοποιείτο δε ως γραφείο. Ήταν επανδρωμένο με τραπέζι, το οποίο χρησιμοποιείτο ως γραφείο και είχε ένα μικρό παράθυρο από το οποίο πληρωνόταν το προσωπικό. Στηριζόταν δε σε σιδερένιους τροχούς και μετακινείτο. Ο Δικαστής Vaughan Williams αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν επρόκειτο περί οικοδομής. Το κύριο χαρακτηριστικό της κατασκευής αυτής, το οποίο και αποτέλεσε την βάση του σκεπτικού τόσο της πρωτόδικης όσο και της κατ' έφεση απόφασης, ήταν ότι προορισμός της ήταν η τοποθέτησή της κάθε φορά και σε ξεχωριστό μέρος όποτε αυτό χρειαζόταν ή κρινόταν απαραίτητο (made for the purpose of locomotion and for erection in any place where it might be required). Βεβαίως το Αγγλικό Εφετείο τόνισε, ότι δεν δικαιούται κάποιος να ξεφεύγει από την Νομοθεσία με το να ανεγείρει σε τροχούς αυτό που ο ίδιος προτίθεται να είναι μια οικοδομή και ακολούθως να επικαλείται ότι η κατασκευή αυτή δεν εμπίπτει εντός της έννοιας του Νόμου για τον λόγο ότι κυλά πάνω σε τροχούς. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να αντλεί καθοδήγηση από την 'πρόθεση της κατασκευής', ήτοι τον σκοπό για τον οποίο αυτή κατασκευάστηκε ή ανεγέρθηκε. Αυτό που στην πιο πάνω υπόθεση βάρυνε στην κρίση της δικαστικής απόφασης ήταν ότι η κατασκευή εκείνη κατασκευάστηκε με σκοπό να μπορεί να μετακινείται από την μια οικοδομή στην άλλη, όπως οι περιστάσεις απαιτούσαν, δηλαδή, να μην είναι μια μόνιμη κατασκευή. Από τα δε λεχθέντα στην υπόθεση Μηλιδώνη ν. Έπαρχου Λευκωσίας
(1998)2 Α.Α.Δ 384 συνάγεται ότι ο σκοπός του Κεφ.96 είναι η εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης των οικοδομών από τον άνθρωπο, η οποία επιτυγχάνεται με την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής και έμμεσα με τη διαβεβαίωση, ότι η οικοδομή θα είναι ασφαλής για κατοχή και χρήση. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες γραπτές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[3] Στρεφόμενος κυρίως προς την αγόρευση της κας. Φράγκου η οποία είναι και αυτή που προβαίνει σε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών της διαπιστώνω πώς συνοπτικά η γραπτή της εισήγηση βασίζεται κυρίως στους ακόλουθους άξονες: Ο πρώτος αφορά την κατ ισχυρισμό παράθεση γενικής και αόριστης μαρτυρίας από μέρος των μαρτύρων κατηγορίας η οποία δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει ακόμα και για το στάδιο αυτό την εμπλοκή στα όσα τους καταλογίζονται σε κάθε ένα από τους κατηγορούμενους, το γεγονός ότι η επίδικη οικοδομή με βάση και πάλι την τεθείσα μαρτυρία δεν συνιστά οικοδομή εν την έννοια του νόμου, σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ότι αυτός από το υφιστάμενο κατηγορητήριο δεν κατηγορείται ως συνεργός της κατηγορουμένης 1 και ότι απουσιάζει και το άρθρο 20 του Κεφ. 154 από την έκθεση του αδικήματος και τέλος ότι η υπό εξέταση υπόθεση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Εκτίμηση Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο καταρχάς σημειώνει πως δεν θα προχωρήσει στο παρόν στάδιο να εξετάσει το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως καθότι θεωρεί πως από το Κατηγορητήριο ως έχει προκύπτει μια μορφής ελαττωματικότητας. Στην υπό εξέταση υπόθεση το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει αυτεπάγγελτα στη βάση των όσων το άρθρο 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 διαλαμβάνει για να τροποποιήσει / μεταβάλει το υπό εξέταση Κατηγορητήριο καθότι αυτό είναι ελαττωματικό[4] ιδίως λαμβάνοντας υπόψη και την μαρτυρία που έχει τεθεί μέχρι σήμερα στην υπόθεση και εξηγώ τους λόγους: (α) Στην έκθεση αδικήματος με την τροποποίηση που έγινε στις 26.09.2019 στην ουσία διαγράφηκε μέρος της νομικής βάσης της κατηγορίας η οποία είχε ως αποτέλεσμα τα όσα ενδεχομένως να αναφέρονταν και αφορούσαν το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 να μην είναι πλέον ξεκάθαρα αφού σε αυτό παρουσιάζεται το άρθρο 20 αλλά έχει διαγραφεί η αναφορά στον Ποινικό Κώδικα. Δεν είναι δηλαδή ξεκάθαρο κατά πόσον η αναφορά στο άρθρο 20 που υπάρχει σήμερα αφορά στον Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο ή στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και το ζήτημα αυτό σχετίζεται σύμφωνα και με την τεθείσα μαρτυρία με την ενδεχόμενη εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 στην υπόθεση όχι ως αυτουργού αλλά ως συνεργού που δύναται να διωχθεί ως αυτουργός δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20 του Κεφ. 154. (β) Επιπρόσθετα και ο τρόπος σύνταξης των λεπτομερειών της κατηγορίας από τον τότε δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 δεν ξεκαθαρίζει αν αυτός κατηγορείται ως αυτουργός μαζί με την Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη του καταλογιζομένου ποινικού αδικήματος ή ως συνεργός και μάλιστα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1 παρά το ότι η ιδιότητα του αυτή αναφέρεται στις λεπτομέρειες της Κατηγορίας. Η απόφαση μου για την προώθηση της σχετικής τροποποίησης η οποία κατά κύριο αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και την δική του καταλογιζόμενη εμπλοκή στην υπόθεση γίνεται χωρίς το Δικαστήριο να παραγνωρίζει τα αναφερθέντα στην Ποινική Έφεση 7107, ημερ. 13.02.2002 μεταξύ Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 στην οποία αναφέρθηκε πώς ''η μη αναφορά του Άρθρου 20 στο κατηγορητήριο δεν συνιστά παρατυπία ― Το Άρθρο 20 δεν δημιουργεί αφεαυτού αδίκημα, απλώς καθορίζει του τρόπους πραγμάτωσής του''[5] (βλέπετε επίσης Ποινικές Εφέσεις 6174 & 6175 ημερ. 19.12.1996 Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319) Σημειώνεται πώς για σκοπούς και μόνο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αναφέρεται πώς η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία η οποία χωρίς αυτή βεβαίως να τυγχάνει αξιολόγησης ή να εξάγονται από αυτήν οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα καταλογίζει στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία το αδίκημα της προσθήκης οικοδομής σε υφιστάμενη οικοδομή χωρίς την εξασφάλιση εκ των προτέρων της απαιτούμενης άδειας η οποία προσθήκη έγινε από την Κατηγορούμενη 1 με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 ως Διευθυντή αυτής. Συνεπώς κρίνοντας ότι το υπό εξέταση κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό υπό την έννοια ότι θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος 2 να αντιμετωπίζει χωριστή κατηγορία από αυτήν που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 και έχοντας πάντα κατά νου την μέχρι σήμερα προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, προχωρώ πιο κάτω να εξηγήσω ποια είναι η νομική βάση στην οποία μπορεί να επιτευχθεί η προτεινόμενη μεταβολή του κατηγορητηρίου. Κατά την κρίση μου, η μόνη διαθέσιμη νομική βάση, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, είναι αυτή του άρθρου 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ακολουθώντας εν συνεχεία αναπόδραστα τη διαδικασία του άρθρου 84 του Κεφ. 155. Σε καμία περίπτωση δεν δύναμαι να εφαρμόσω τα κριτήρια του άρθρου 85, αφού εκείνα εφαρμόζονται μόνο όταν ολόκληρη η δίκη περατωθεί, ήτοι αφότου παρουσιάσει και η Υπεράσπιση την υπόθεσή της. «Μεταβολή ελαττωματικού κατηγορητηρίου 83.-
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Διαδικασία κατά τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο 84.-
(1)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται όπως προβλέπεται στο άρθρο 83, το Δικαστήριο καλεί αμέσως τον κατηγορούμενο να απολογηθεί σε αυτό και να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να δικαστεί βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ως έχει μεταβληθεί.
(2)Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι δεν είναι έτοιμος, το Δικαστήριο εξετάζει τους προβαλλόμενους λόγους και, αν η άμεση συνέχιση της διαδικασίας δεν ενδέχεται κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του ή τον κατήγορο στο χειρισμό της υπόθεσης από αυτόν, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει τη δίκη ωσάν, το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί, να ήταν το αρχικό.
(3)Αν το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί είναι τέτοιο ώστε η άμεση συνέχιση της δίκης να ενδέχεται, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει, δυσμενώς τον κατηγορούμενο ή τον κατήγορο, το Δικαστήριο δύναται είτε να διατάξει νέα δίκη είτε να αναβάλει τη δίκη για τέτοια χρονική περίοδο ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει αναγκαία.
(4)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται από το Δικαστήριο μετά την έναρξη της δίκης η μαρτυρία που έχει ήδη δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, δύναται να χρησιμοποιηθεί χωρίς επανακρόαση αλλά επιτρέπεται στους διαδίκους να επανακαλέσουν ή επανακλητεύσουν οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσουν ή αντεξετάσουν αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή.». Δεν εμποδίζομαι να ενεργήσω στη βάση του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 και στηρίζω την κρίση μου αυτή στις πιο κάτω αυθεντίες꞉ Στην υπόθεση Nedi Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 Α.Α.Δ. 63, το κατηγορητήριο όπως αρχικά καταχωρίστηκε περιείχε τρεις κατηγορίες στη βάση του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, σε σχέση με τις οποίες διεξήχθη μέχρι τέλους η δίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο τέλος της δίκης αθώωσε τον Κατηγορούμενο / Εφεσείοντα και στις τρεις κατηγορίες, αλλά εν συνεχεία πρόσθεσε μία νέα κατηγορία βάσει του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για το αδίκημα της ανοχής ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(β) και 20 του Κεφ. 96, καταδικάζοντας τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία αυτή και επιβάλλοντάς του πρόστιμο και έξοδα, καθώς επίσης εκδίδοντας εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης της παράνομης οικοδομής. Κατ' έφεση, αποφασίστηκε ότι υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η νεοεισαχθείσα κατηγορία συγκριτικά προς τις κατηγορίες στις οποίες κατηγορήτο αρχικά και πως, συνεπακόλουθα, υπήρχε ουσιώδης επηρεασμός του δικαιώματός του σε αποτελεσματική υπεράσπιση αφού δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να προβάλει στους μάρτυρες κατηγορίας την εκδοχή και υπεράσπισή του εν σχέση προς τις λεπτομέρειες της νέας κατηγορίας. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «
(1)in the present case, mere comparison of the particulars of the offence of the added count 3A, with those of the counts on which the appellant was tried and acquitted, shows substantial differences where the appellant has had no opportunity of presenting her aspect of the case, and making her defence. We, therefore, think that the view taken by the learned trial Judge that "the accused has not been prejudiced with her defence", cannot be justified. In view of the possibility of future proceedings on a similar count, we do not think that we should go further into the matter or deal with the other grounds of appeal.
(2)On the ground that the procedure provided in section 85
(4)could not be adopted in the circumstances of this case, without prejudice to the accused in her defence, we are unanimously of the opinion that the appeal must succeed and the conviction and sentence imposed on the added count, including the demolition order, and the order for costs, must be set aside.
(3)It should be added, however, that as the appellant has not been tried on the added count, neither her conviction thereon in the District Court, nor her discharge in this appeal, can prejudice or in any way affect future proceedings for the offence described in the added count 3A. Such conviction and sentence (including the demolition order and the order for costs) are set aside as a nullity.». · Στην υπόθεση Georgios Chr. Leonidou v The Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 96, διευκρινίστηκε ότι το άρθρο 85 του Κεφ. 155 εφαρμόζεται μόνο κατά το πέρας της δίκης και συνεπώς στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως το μόνο άρθρο που χωρεί εφαρμογής είναι το άρθρο 83 του Κεφ. 155, με αποτέλεσμα η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για μεταβολή του κατηγορητηρίου να πρέπει να εδράζεται στα κριτήρια του άρθρου 83 και να τηρείται η διαδικασία του άρθρου
- Κρίθηκε κατ' έφεση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο τροποποίησε στη βάση του άρθρου 85 το κατηγορητήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως αφότου απέρριψε την κατηγορία του βιασμού για να προσθέσει νέας κατηγορίας για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αρνούμενο μάλιστα να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου
- Επεξηγήθηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης του Εφετείου πότε ένα κατηγορητήριο θεωρείται «ελαττωματικό» κατά την έννοια του άρθρου 83 του Κεφ.
- Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «The appellant was originally charged with rape contrary to sections 144 and 145 of the Criminal Code, Cap.
- After the close of the case for the prosecution, counsel for the accused submitted that no prima facie case was made out against the accused. The trial Court accepted the submission, but as in its opinion the evidence disclosed a prima facie case for assault occasioning actual bodily harm contrary to section 243 of Cap. 154, it directed, without first obtaining the views of defending counsel, the amendment of the charge by the addition of a second count charging the said offence of assault. In doing so the trial Court relied on section 85
(1)and
(4)of the Civil Procedure Law, Cap. 155 and not section 83 and for this reason the Court refused to apply the procedure contemplated by section 84 and turned down an application by counsel for the accused for recalling of prosecution witnesses for further cross-examination. The grounds given by the trial Court for not applying section 83 and applying section 85
(1)and
(4)are that section 83 is not applicable because the original charge was not defective, but the evidence was simply insufficient to establish the commission of the crime by the accused, and that once the ruling on the submission of no prima facie case was in favour of the accused, the case must be considered as concluded and, therefore, the provisions of s. 85 had to be followed. The accused was eventually found guilty on the new count. Hence the present appeal. Held, allowing the appeal:
(1)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed. p. 52 para. 53 adopted).
(2)It was advisable for the trial Court to seek the views of counsel for the parties before adding the new count, but the failure to seek such views does not amount to a material irregularity (Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 at p. 161, per Triantafyllides, P.)
(3)The requisites which have to be established before section 85
(4)can be applied are: (
- a)It must be established by evidence that the accused has committed an offence not contained in the charge or information. (b)The accused cannot be convicted without amending the charge or information. (
- c)The accused must not upon his conviction on the new offence be liable to a greater punishment than if he were convicted on the charge or information as it stood; in other words that the punishment provided by law for the added offence must not exceed that of the original offence. (
- d)That the accused would not be prejudiced by the amendment in his defence.
(4)It is abundantly clear from the above authorities that the provisions of section 83 come into operation at any stage of the proceedings and in any case before the conclusion of the trial (vide Pouris case (supra)). When the trial is concluded and the Court has evaluated the evidence before it, coming both from the prosecution and the defence, it may, at the stage of making its findings on the facts, if it comes to the conclusion that part only of the charge or information has been proved, and the part so proved constitutes an offence, convict the accused, without altering the charge or information, of the offence which he is proved to have committed, under sub-section
(1)of section 85; or if the Court is of the opinion that it has been established by evidence that the accused has committed an offence or offences not contained in the charge or information, it may direct that a new count be added to the charge or information charging the accused with such offence or offences and the Court may give its judgment thereupon, as if the said count or counts had formed part of the original charge or information, in accordance with subsection
(4)of section 85 and subject to the requisites set out therein.
(5)In the present case the trial had not been concluded and the only section which could be invoked at that stage of the proceedings was section 83
(1)and not section 85
(4)which is applicable in cases where the trial has been concluded. The adoption of the procedure under section 85
(1)and
(4)deprived the appellant of the advantages of section 84 and in particular subsection
(4)of section 84. The wrong application of the law has led to substantial miscarriage of justice.». Με παραπομπή στην Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, το Εφετείο ανέφερε πιο πάνω ότι η φράση που υπάρχει στο άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 για εξουσία του Δικαστηρίου να το εφαρμόσει «σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης» εξυπακούει ότι δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται τόσο περιοριστικά ώστε να αποκλείει την εφαρμογή του αν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως απορρίπτονται όλες οι υπάρχουσες κατηγορίες. Απεναντίας, θα πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, έτσι που να διατηρεί το Δικαστήριο την εξουσία σε αυτό το στάδιο να προσθέσει εντελώς νέα κατηγορία που αποκαλύπτεται από την προσφερθείσα μαρτυρία, τηρουμένης ασφαλώς της διαδικασίας του άρθρου 84 και του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155꞉ «The provisions of all three sections 83, 84 and 85 came up recently for consideration by the Supreme Court in the case of Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R.
- The appellants in that case were charged and tried on the basis of an information containing four separate counts in relation to the premeditated murders of four persons. After having heard the evidence for the prosecution the trial Court held that a prima facie case had not been made out against the accused sufficiently to require them to be called upon to make their defence on any of the four counts but proceeded to amend the charge by directing that two new counts be added charging the accused with offences related to carrying on war - or a warlike undertaking, purporting to act under the provisions of section 83 of Cap.
- Therefore the Court applied the provisions of section 84 by allowing the accused to have a number of witnesses, who had given evidence, recalled and cross-examined in respect of the new counts. Triantafyllides, P. in delivering the judgment of the Court of Appeal after expounding on the principles in relation to the notion of what amounts to a defective charge or information and after making extensive reference to the English case law on the matter of the corresponding section 5
(1)of the Indictments Act, 1915, in England, and after pointing certain differences between section 83 and 84 and the English Act, concluded as follows at p. 167:- «In the light of all the foregoing we are of the opinion that it was open to the trial Court, in the particular circumstances of the present case, to proceed to amend the information by adding the new counts, 5 and 6, under section 83
(1)of Cap. 155, after it had acquitted the appellants as regards the four counts in the information on the basis of which their trial had commenced.» And went on as follows at pp. 167-168:- «It has been submitted that after the appellants had been acquitted on the initial counts, 1 to 4, it was no longer legally possible for the trial Court to resort to its powers under section 83
(1)of Cap. 155. But we are not prepared to place such a restrictive interpretation on the said section as to exclude the course adopted by the trial Court in the present case. We are of the opinion that the inclusion therein of the expression 'at any stage of the trial' shows that the section can be resorted to, in the manner in which this was done in the present case, namely at the stage at which the trial Court rules that no prima facie case has been made against an accused sufficiently, to require him to be called upon to make his defence on the information as it has been initially framed but before the trial has been finally concluded: and in this respect we are of the view that the provisions of section 74(l)(b) of Cap. 155 have to be read in conjunction with, and subject to the provisions of section 83
(1)of the same Law.» Κατάληξη: Υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεών μου και έχοντας υπόψη μου τις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρώ σε τροποποίηση του Κατηγορητηρίου έτσι ώστε αυτό να συνάδει με την τεθείσα μαρτυρία: (α) δια της τροποποίησης της πρώτης κατηγορίας τόσο της έκθεσης αδικήματος αυτής όσο και των λεπτομερειών του αδικήματος η οποία κατηγορία θα αφορά πλέον μόνο την Κατηγορούμενη 1 και (β) την προσθήκη νέας κατηγορίας αρ. 2 που θα αφορά μόνο τον Κατηγορούμενο 2 και θα του αποδίδεται το αδίκημα της συνέργειας. Αυτούσια η παράθεση των κατηγοριών που αναφέρονται ανωτέρω γίνεται στο τέλος της παρούσας απόφασης. Σε σχέση δε με την ακολουθητέα διαδικασία ενόψει και της τροποποίησης αυτής σημειώνεται πώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει να απαγγείλει σε ένα έκαστο των Κατηγορουμένων την κατηγορία που τον αφορά και σε περίπτωση μη παραδοχής θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με το τροποποιημένο κατηγορητήριο αφού δώσω την ευκαιρία σε αμφότερες τις πλευρές να αγορεύσουν αν το επιθυμούν εκ νέου για το θέμα επιπρόσθετα των γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο στις 17.01.
- Νοείται βεβαίως ότι σε περίπτωση καταχώρησης απάντησης μη παραδοχής και πριν την εξέταση του κατά πόσον έχει η όχι αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων στη βάση του τροποποιημένου κατηγορητηρίου το Δικαστήριο θα επιβεβαιώσει κατά πόσον η πλευρά της Υπεράσπισης επιθυμεί να επανακλητευθεί οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας για περαιτέρω αντεξέταση. Δεν θεωρώ πως επηρεάζεται με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο η υπεράσπιση με την προωθούμενη τροποποίηση ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι αν και εφόσον το επιθυμεί δύναται το δικαστήριο να διατάξει την επανακλήτευση για σκοπούς αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας έδωσαν ήδη μαρτυρία στην υπόθεση. Επίσης το Δικαστήριο θεωρεί πως στην προκειμένη περίπτωση ήταν από την αρχή της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και μέχρι την ολοκλήρωση αυτής πρόδηλο τι ήταν εκείνο που στην πραγματικότητα καταλογιζόταν στον Κατηγορούμενο 2 που ήταν και είναι η ισχυριζόμενη συνέργεια του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 για την διάπραξη του αδικήματος που της καταλογίζεται και θεωρώ πως ποσώς δεν επηρεάστηκε η επηρεάζεται η υπεράσπιση του από την προτεινόμενη τροποποίηση. Μάλιστα το αδίκημα της συνέργειας που προστίθεται με την 2η κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου 2 είναι της ίδιας θεματικής ενότητας με το αδίκημα της 1ης Κατηγορίας που αρχικά τον αφορούσε και δεν εισάγεται οτιδήποτε καινούργιο ή άγνωστο προς τον κατηγορούμενο
- Αξιοσημείωτο μάλιστα πως η ευπαίδευτη συνήγορος του κατά το στάδιο αντεξέτασης της ΜΚ1 υπέβαλε αριθμό ερωτήσεων στην μάρτυρα κατά πόσον η δίωξη του Κατηγορούμενου 2 στηρίζεται στο γεγονός και μόνο πως αυτός κατείχε την θέση του Διευθυντή στην Κατηγορούμενη 1 και ως εκ τούτου το ζήτημα έτυχε όχι μόνο γνώσης αλλά και χειρισμού από πλευράς υπεράσπισης. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω το Κατηγορητήριο τροποποιείται έτσι ώστε να περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες στις οποίες οι Κατηγορούμενοι θα κληθούν να απαντήσουν: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Προσθήκη σε υφιστάμενη οικοδομή κατά παράβαση των κανονισμών και άρθρων 2,3
(1)(β), 20
(1)(α) και 20
(3)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και στο άρθρο 6 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία σε άγνωστο για την Κατηγορούσα Αρχή χρόνο προέβηκε στο κλείσιμο του εξωτερικού χώρου μπροστά από την είσοδο υφιστάμενης οικοδομής που βρίσκεται εντός του Τεμαχίου ΧΧ, ΧΧ στην οδό ΧΧ ΧΧ, στην περιοχή ΧΧ με την τοποθέτηση και/ή προσθήκη με πλαστικά ανοιγοκλεινόμενα ρολά, χωρίς την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δηλαδή από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Παροχή συνδρομής στην διάπραξη του αδικήματος της προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή κατά παράβαση των κανονισμών και άρθρων 2,3
(1)(β), 20
(1)(α) και 20
(3)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στο άρθρο 6 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 σε άγνωστο για την Κατηγορούσα Αρχή χρόνο της παρείχε συνδρομή στο να προχωρήσει στο κλείσιμο του εξωτερικού χώρου μπροστά από την είσοδο υφιστάμενης οικοδομής που βρίσκεται εντός του Τεμαχίου ΧΧ, ΧΧ στην οδό ΧΧ ΧΧ, στην περιοχή ΧΧ με την τοποθέτηση και/ή προσθήκη με πλαστικά ανοιγοκλεινόμενα ρολά, χωρίς την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δηλαδή από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Από τηρηθέν πρακτικό ημερομηνίας 26.09.19 ως έχει αποσθενογραφηθεί: κ. Θεοδοσίου: Είχε παραμείνει για απάντηση και είχε ζητήσει διευκρινήσεις η συνάδελφος, το μαρτυρικό υλικό είναι μόνο 5 επιστολές τα υπόλοιπα προφορική μαρτυρία η οποία θα την εφοδιάσω και όσον αφορά την νομική βάση και την εντολή 3 την έχω ενημερώσει ότι με όλο το σεβασμό είχαν καταχωρηθεί και άλλες υποθέσεις που αφορούσαν κεραίες και ως εκ τούτου ζητώ να το διαγράψω δεν είναι τροποποίηση. Εντολή 3 η τελευταία γραμμή στη νομική βάση του κατηγορητηρίου κ. Φράγκου: Δεν έχω ένσταση Δικαστήριο: Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 83 του Κεφ. 155 τη σχετική νομολογία και το στάδιο το οποίο βρίσκεται η υπόθεση και την φύση της αιτούμενης τροποποίησης κρίνω ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου δια της διαγραφής των λέξεων εντολή 3 του 2006 του Ποινικού Κώδικα από την έκθεση αδικήματος της 1ης κατηγορίας, Η τροποποίηση σημειώνεται επί του κατηγορητηρίου χειρόγραφος από τον κ. Θεοδοσίου [2] Το διαγραφέν (μαυρισμένο & διπλά υπογραμμισμένο) είναι το μέρος της έκθεσης αδικήματος που έχει διαγραφεί με την τροποποίηση που επιτράπηκε [3] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [4] Σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Έχει νομολογηθεί ότι ένα κατηγορητήριο μπορεί να θεωρηθεί ως ελαττωματικό όταν δεν περιέχεται σε αυτό κατηγορία για αδίκημα που αποκαλύπτεται στη μαρτυρία ή που το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου δεν συνάδει με τη μαρτυρία που δόθηκε στη δίκη. (Βλ. Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, Αttorney-General v. Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464). Ενδελεχής ανάλυση του όρου «ελαττωματικό κατηγορητήριο» δόθηκε επίσης στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R 148. Έγινε από το Εφετείο εκτενής αναφορά στη Αγγλική Νομολογία και υιοθετήθηκε η ερμηνεία που έδωσαν στον όρο οι Αγγλικές αποφάσεις R v. Smith and others 34 Cr. App. R 168 και R v. Martin
(1962)1 Q.B 22. Βασικό κριτήριο στη μετατροπή ενός κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και γενικού δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπιση του. Συνήθως η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αυξάνεται. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (ανωτέρω), σελίδες 71 και 72 αναφέρεται ότι πιθανός επηρεασμός του κατηγορουμένου μπορεί να προκύψει αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται που λογικά δεν αναμενόταν αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. [5] Θα μπορούσε άμεσα να λεχθεί ότι η μη αναφορά του άρθρ. 20 δε συνιστά παρατυπία που έχει επιπτώσεις είτε στο κύρος της κατηγορίας ή τη γραμμή επιχειρηματολογίας που υιοθέτησε η Δημοκρατία. Εξάλλου η υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε ότι το γεγονός επηρέασε ή ζημίωσε τον εφεσίβλητο: βλ. Ξυδιάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174. Αξίζει να παραθέσουμε, αναφορικά με τις μορφές συμμετοχής στο έγκλημα που προβλέπει το άρθρ. 20, το παρακάτω σχόλιο από την υπόθεση Constantinides ν. "As was correctly pointed out by the trial Court in its judgment, section 20 of Cap. 154 does not create by itself any offence, but it merely lays down in what way a person can become a particeps criminis." Η περικοπή αυτή επαναβεβαιώνει την αρχή ότι το άρθρ. 20 δε δημιουργεί αφευατού αδίκημα, απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο