Έφορο Φορολογίας ν. STELSA TRADING CO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14198/18, 10/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14198/18 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας -v-
- STELSA TRADING CO LTD
- ΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- ΧΧΧ ΧΧ ΤΑΣΟΥ
- ΧΧΧ ΧΧΧ ΣΑΒΒΑ ------------- Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2022 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Λοΐζου Για Κατηγορούμενους: κ. Α. Ελευθερίου Κατηγορούμενοι 2, 3 & 4: παρόντες ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη 1 ιδιωτική εταιρεία και οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 Διευθυντές της κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1 μέχρι και 14 του κατηγορητηρίου. Η 1η κατηγορία αφορά την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 07.09.2017 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €244.684,57 που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των προνοιών του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου. Οι Κατηγορίες 2 μέχρι και 7 αφορούν την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας ποσό ΦΠΑ ως φαίνεται στις φορολογικές δηλώσεις για έκαστη περίοδο που αναφέρεται σε κάθε κατηγορία. Η 9 Κατηγορία αφορά την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν χρηματική επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης. Τέλος με τις Κατηγορίες 8 και 10 μέχρι 14 οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για την παράλειψη τους να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας πρόσθετο φόρο και τόκο από την παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α ως οι λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας. Το δε κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 24.08.
- Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους
(9),
(10),(10Α)
(12)
(13):
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.
(11)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Eπιπρόσθετα το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 διαλαμβάνει τα εξής σχετικά: 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Επίσης το άρθρο 49 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους
(1),
(2),
(8): 49.—
(1)Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου (ή δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης που καταργήθηκε με τον παρόντα Νόμο) ή να τηρήσει οποιαδήποτε έγγραφα και να παράσχει τις διευκολύνσεις τις απαραίτητες για να επαληθευτούν τέτοιες δηλώσεις ή όταν ο Έφορος κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.
(2)Σε οποιαδήποτε περίπτωση που, για οποιαδήποτε καθορισμένη φορολογική περίοδο, έχει καταβληθεί ή πιστωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) Ως επιστροφή Φ.Π.Α., ή (β) ως πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α., οφειλόμενο προς αυτό, οποιοδήποτε ποσό που δεν έπρεπε να καταβληθεί ή πιστωθεί, ή που δε θα έπρεπε να καταβληθεί ή πιστωθεί αν τα γεγονότα ήταν γνωστά ή αν ήταν όπως παρουσιάζονται εκ των υστέρων να είναι, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει το ποσό αυτό ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από το πρόσωπο για εκείνη την περίοδο και να γνωστοποιήσει το ποσό σε αυτό το πρόσωπο. ........
(8)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3),
(6), (6Α), (6Β), (7Α), (7Β) ή (7Γ) πιο πάνω, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις, ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, και κατά την έκταση που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το οφειλόμενο ποσό του κατηγορητηρίου αφορούσε αρχικά το ποσό των €363.685,48 ενώ το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €293.563,53 για το οποίο ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος για την καταβολή του εναντίον της Κατηγορούμενης 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο του Εγγράφου Α το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Στην ουσία υπάρχει ως ανέφερε συμμόρφωση με τις κατηγορίες 2,3,4,5,6,7 και 9 μέχρι και 14 ενώ δεν υπάρχει συμμόρφωση στην 1η και 8η κατηγορία. Τέλος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Σημειώνεται πως το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 οι οποίες και ετοιμάστηκαν και βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Σημειώνω πως το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί προσεκτικά και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων στην εμπεριστατωμένη γραπτή του αγόρευση δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και δήλωσε ότι δεν έφερε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον της Κατηγορούμενης
- Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής των πελατών του επανέλαβε την παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια τους επισύροντας μάλιστα την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου με πλήρη αντίληψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν αδικήματα που με ειλικρίνεια σημείωσε πως πλήττουν τα δημόσια οικονομικά και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτρεπτικές ποινές χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται πως κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της περιστατικά. Βεβαίως ως σημείωσε παρά το ότι τα φορολογικά αυτά αδικήματα είναι σοβαρά αυτό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στρεφόμενος προς τα γεγονότα της υπόθεσης σημείωσε πως η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε εργοστάσιο μεταλλικών κατασκευών στην βιομηχανική περιοχή Αγίου Αθανασίου το οποίο κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2005 υπέστηκε εκτεταμένες ζημιές εκατομμυρίων από πλημμύρες και διοχέτευση μεγάλης ποσότητας ομβρίων υδάτων την ευθύνη των οποίων απέδωσαν σε έργα οχετού που κατασκευάστηκε στην περιοχή ζημιές τις οποίες προσπάθησαν μέσω πολυετή δικαστικού αγώνα σε πρωτόδικο και δευτεροβάθμιο βαθμό να διεκδικήσουν / ανακτήσουν από το έτος 2006 μέχρι και το έτος 2017 αλλά και σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία που καταχωρήθηκε κατά το έτος 2019 χωρίς όμως μέχρι σήμερα αποτέλεσμα. Συνέπεια των γεγονότων αυτών ήταν να καταστραφούν οικονομικά τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και οι διευθυντές της Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 το σύνολο της περιουσίας των οποίων βρίσκεται υποθηκευμένη σε τραπεζικά ιδρύματα. Παρά το γεγονός τούτο έγινε σοβαρή προσπάθεια για εξεύρεση έστω και με δανεισμό από συγγενικά τους πρόσωπα χρημάτων για την καταβολή μέρος των οφειλομένων προς την υπηρεσία ΦΠΑ ποσών και έγινε κατορθωτό να πληρωθεί ποσό ύψους €70.122,00 έναντι της οφειλής γεγονός το οποίο θα πρέπει να ληφθεί ως μετριαστικό. Στρεφόμενος προς τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 ανέφερε πως πρόκειται για μέλη της ίδιας οικογένειας οι οποίοι ένεκα της οικονομικής καταστροφής τους διαμένουν όλοι στην ίδια ενοικιαζόμενη κατοικία. Αξιοσημείωτο πως στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 4 αναφέρεται χαρακτηριστικά πως ''Η οικογένεια ζει κάτω από άθλιες κοινωνικές συνθήκες, ασθένειες στην οικογένεια και υπέρογκα χρέη για τα οποία δεν καταβάλλονται δόσεις'' ενώ δεν έχει αμφισβητηθεί πως το σύνολο της περιουσίας τους εκεί και όπου υπάρχει είναι υποθηκευμένο ή εκχωρημένο προς όφελος πιστωτών τους κυρίως τραπεζικών ιδρυμάτων τα δάνεια των οποίων δεν εξυπηρετούνται. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 πρόκειται ουσιαστικά για πρόσωπο ηλικίας 72 ετών μητέρα των Κατηγορουμένων 3 και
- Αυτή αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας όπως XXXXX για τον οποίο λαμβάνει καθημερινά XXXXX και επιπρόσθετα αντιμετωπίζει και σοβαρό πρόβλημα με τον σπόνδυλο της αφού μετακινείται με δυσκολία και με την βοήθεια μελών της οικογένειας της. Επιπρόσθετα αυτή αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα με την καρδία της ενώ ο σύζυγος της έχει προσβληθεί πρόσφατα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 πρόκειται ουσιαστικά για πρόσωπα ηλικίας 47 ετών διαζευγμένη μητέρα ενός ανήλικου τέκνου η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα XXXXX για την οποία χρειάζεται τακτικά λήψη φαρμακευτικής αγωγής και τακτική ιατρική παρακολούθηση με εξειδικευμένες εξετάσεις που γίνονται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Επιπρόσθετα λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή κορτιζόνης μέρα παρά μέρα με το πρόβλημα υγείας της να έχει πλέον επιδεινωθεί στους πνεύμονες και σε όλα τα άκρα του σώματος της. Τέλος σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4 αυτός πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 39 ετών άγαμος και άτεκνος, εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση της Κατηγορούμενης 1 ο οποίος μάλιστα λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν τόσο οι γονείς του όσο και τα αδέλφια του έχει αναλάβει το ρόλο του προστάτη της οικογένειας. Καταληκτικά εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων μέσω των σελίδων 16 μέχρι και 24 της γραπτής του αγόρευσης πως η ενδεχόμενη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας θα μπορούσε για τους λόγους που με λεπτομέρεια και επιμέλεια εξήγησε να τύχει αναστολής. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς κατηγορουμένων μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου τους καθώς επίσης και το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας. Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για ένα έκαστο των κατηγορουμένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής ΦΠΑ. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το ύψος του συνολικά προαναφερόμενου οφειλόμενου ποσού το οποίο ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €293.563,53 χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι για να καταλήξει το ποσό αυτό έγιναν πληρωμές ύψους €70.122,00 αφού το ποσό προ της καταχώρησης της υπόθεσης ανερχόταν στις €363.685,48. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή τους, σύμφωνα με τη νομολογία, η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 καθώς επίσης και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Προς όφελος των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις έκαστου εξ αυτών, όπως με λεπτομέρεια αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους καθώς και ως αυτές αποτυπώνονται στο περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας. Προς όφελος τους λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Οι προαναφερθέντες μετριαστικοί παράγοντες καθώς και οποιοιδήποτε άλλοι έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους στην γραπτή του αγόρευση δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τους ίδιους όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Όλοι φυσικά οι μετριαστικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης για το εύρος τέτοιας ποινής. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Στην κατηγορούμενη 1 στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €4000 και σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 6 και 7 χρηματικές ποινές ύψους €200. Στις Κατηγορίες 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 δεν επιβάλλεται καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου που αφορούν την Κατηγορούμενη 1. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 όπως αυτή καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο ως αυτός καθορίζεται και αναλύεται με λεπτομέρεια στο συνημμένο Έγγραφο Α το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Κατηγορούμενη 2: Στην κατηγορούμενη 2 επιβάλλω στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών ενώ σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων επιβάλλω χρηματική ποινή ύψους €
- Καμιά ποινή δεν επιβάλλω στις κατηγορίες 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που επιβλήθηκαν στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου που αφορούν την Κατηγορούμενη
- Κατηγορούμενη 3: Στην κατηγορούμενη 3 επιβάλλω στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών ενώ σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων επιβάλλω χρηματική ποινή ύψους €
- Καμιά ποινή δεν επιβάλλω στις κατηγορίες 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που επιβλήθηκαν στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου που αφορούν την Κατηγορούμενη
- Κατηγορούμενο 4: Στον κατηγορούμενο 4 επιβάλλω στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών ενώ σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων επιβάλλω χρηματική ποινή ύψους €
- Καμιά ποινή δεν επιβάλλω στις κατηγορίες 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που επιβλήθηκαν στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου που αφορούν τον Κατηγορούμενο
- Σε σχέση με τις χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο 4 δίδεται αναστολή 6 μηνών από σήμερα για την πληρωμή τους. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών των Κατηγορουμένων 2 και 3 κρίνω ότι συντρέχουν λόγοι και παράγοντες που δικαιολογούν την έκδοση διαταγής για αναστολής των ποινών φυλάκισης που τους έχουν επιβληθεί. Μεταξύ άλλων λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και μεταμέλεια τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο σε συνάρτηση με την ηλικία τους ιδίως σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 πρόσωπο ηλικίας 72 ετών καθώς και το ότι η Κατηγορούμενη 3 πρόκειται για διαζευγμένη μητέρα ενός ανήλικου τέκνου. Βεβαίως και το σύνολο των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αμφότερες οι Κατηγορούμενες 2 και 3 αντιμετωπίζουν διαδραμάτισαν επιπρόσθετα με τους πιο πάνω αναφερθέντες παράγοντες σημαντικό ρόλο στο να διατάξω την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε αυτές. Στρεφόμενος προς τον Κατηγορούμενο 4 κρίνω πως δεν συντρέχουν λόγοι για την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με αυτόν και τις προσωπικές του συνθήκες καθώς κα την εκτενή επιχειρηματολογία για την ανάληψη του ρόλου του προστάτη της οικογένειας δεν είναι τέτοιας έκτασης και ικανά που να με οδηγούν σε κατάληξη για να διατάξω την αναστολή της ποινής που του επιβλήθηκε. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες όπως το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή του αλλά τα όσα με πάσα λεπτομέρεια αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Πολύ σχετική με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης είναι και η Ποινική Έφεση αρ. 28/2014 ημερομηνίας 24/02/2014 μεταξύ Κύπρος Κυπριανού v Δημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παμπαλλής ανέφερε τα εξής απορρίπτοντας το λόγο έφεσης ότι λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανέστειλε την ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα για αδικήματα παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου ΦΠΑ: Στο σημείο αυτό, θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Ιωσήφ (ανωτέρω): «Είναι γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όπως εξετέθησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης φαίνεται ότι την κρίση του Δικαστηρίου επηρέασαν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, που αφορούν στην κατακράτηση εσόδων, που ανήκουν στο κράτος, και δεν αποδίδονται παρόλη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και στις αλλεπάλληλες αναβολές που δόθηκαν για συμμόρφωση, χωρίς αποτέλεσμα. Τούτο καταδεικνύει ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιες που επέφερε η τροποποίηση του 2003. Μνεία και στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα έγινε, χωρίς να κριθούν ικανές να διαφοροποιήσουν την κατάσταση πραγμάτων. Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης. Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αδικήματα αυτής της μορφής είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αφορούν στη μη εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη προς το κράτος. Η σημασία τους αντικατοπτρίζεται από το γεγονός ότι η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινή, δεν είναι ασύνηθης επιλογή, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις μη καταβολής Φ.Π.Α., το οποίο εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καλατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, στην οποία έκαμε αναφορά και ο πρωτόδικος Δικαστής. Επομένως λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην Κατηγορούμενη 2 και την Κατηγορούμενη 3 αναστέλλονται ενώ η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 4 θα είναι άμεση. (Υπ.). .................................. N. Φακοντή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final/Sentence (Αναφορά: Ποινή - ΦΠΑ - Ειδοποίηση - Παράλειψη Πληρωμής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο