← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X.X., Αρ. Υπόθεσης: 16097/19, 28/1/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X.X., Αρ. Υπόθεσης: 16097/19, 28/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:3 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16097/19 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X.X. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28/1/2022 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα. Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων) Μετά την παραδοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1, 3-7, 12-15 και 20-21 και την διακοπή της ποινικής δίωξης στις κατηγορίες 8-11 και 17-19, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες, προς απόδειξη των λοιπών κατηγοριών (κατηγορίες 2, 16 και 22-28). Μετά το πέρας της μαρτυρίας αυτής και πριν την αγόρευση για σκοπούς εξέτασης της στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την ποινική δίωξη και στις κατηγορίες 25 και

  1. Οι λοιπές κατηγορίες που παρέμειναν, αφορούν αδικήματα, κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(I)/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, στην Λεμεσό: · Στις 3/10/2018, είχε στην κατοχή του, σε πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή του, 1 αρχείο βίντεο πορνογραφικού υλικού, στο οποίο απεικονίζεται η ανήλικη E.A., ημερομηνία γέννησης XXXX (στο εξής «η ανήλικη»), σε ερωτικές πόζες, χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (κατηγορία 2). · Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2017-2018, παρήγαγε υλικό παιδικής πορνογραφίας και συγκεκριμένα 126 αρχεία εικόνας και 1 αρχείο βίντεο, στο οποίο απεικονίζεται η ανήλικη σε ερωτικές πόζες χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (κατηγορία 16). · Στις 3/10/2018, είχε στην κατοχή του, σε εξωτερικό σκληρό δίσκο, 97 αρχεία εικόνας παιδικού πορνογραφικού υλικού, στα οποία απεικονίζεται η ανήλικη, σε ερωτικές πόζες χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (κατηγορία 22). · Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2017-2018, απέκτησε στον ως άνω εξωτερικό σκληρό δίσκο, 27 αρχεία εικόνας παιδικού πορνογραφικού υλικού, στα οποία απεικονίζεται η ανήλικη, σε ερωτικές πόζες χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (κατηγορία 23). · Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2017-2018, μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών και συγκεκριμένα μέσω των λογαριασμών του στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης «facebook/messenger» και «instagram», προσέγγισε παιδί το οποίο δεν είχε φτάσει την ηλικία συναίνεσης ήτοι την ανήλικη και απέκτησε αρχεία παιδικής πορνογραφίας που απεικονίζουν αυτή (κατηγορία 24). · Στις 3/10/2018, είχε στην κατοχή του, σε πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή, 1 αρχείο εικόνας στο οποίο απεικονίζεται η ανήλικη σε ερωτικές πόζες, χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (κατηγορία 27). · Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2017-2018, απέκτησε σε πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή, 1 αρχείο εικόνας στο οποίο απεικονίζεται η ανήλικη σε ερωτικές πόζες, χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (κατηγορία 28). Η συνήγορος του κατηγορούμενου, στην αγόρευση της, υποστήριξε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Με βάση την ερμηνεία που εισηγήθηκε αναφορικά με τους όρους «παιδική πορνογραφία» και «σεξουαλική πράξη» στο άρθρο 2 του Νόμου 91(I)/2014, υποστήριξε ότι δεν έχει αποδειχθεί κοινό συστατικό στοιχείο των επίδικων κατηγοριών και συγκεκριμένα ότι τα αρχεία εικόνας και βίντεο για τα οποία, ως άνω, κατηγορείται ο πελάτης της, αποτελούν παιδικό πορνογραφικό υλικό. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία με αναφορά σε σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί και αυτό το συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Είναι αρκετό να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Εξετάζοντας την δοθείσα μαρτυρία στα πλαίσια των ως άνω αρχών και αφού έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν επί του θέματος θέσεις, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ των άνω η εισήγηση της υπεράσπισης δεν γίνεται δεκτή και ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία στις κατηγορίες 2, 16, 22-24 και 27-28. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.