← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Καρπασίτη, Υπόθεση αρ.: 9204/2021, 3/1/2022

Δημοκρατίας ν. Καρπασίτη, Υπόθεση αρ.: 9204/2021, 3/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:4 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9204/2021 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας αρχής Και ΧΧΧ Καρπασίτη Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3.1.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Τσαρδελής Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205

(1)
(2)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Αρχικά, αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες του φόνου εκ προμελέτης (κατηγορία 1) και της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 2), πλην όμως απαλλάγηκε από αυτές, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας, ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Στις 4.7.2021, ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα δύο πρόσωπα επισκέφθηκαν κέντρα αναψυχής, στην περιοχή Μακένζυ, στην Λάρνακα και αφού κατανάλωσαν οινοπνευματώδη ποτά, αναχώρησαν την επομένη ημέρα, γύρω στις 01:00. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία του, η οποία βρίσκεται στην οδό ΧΧΧ στην Λάρνακα. Σε κάποια στιγμή, την ίδια ημέρα, γύρω στις 03:00-03:30, ο κατηγορούμενος, τηλεφώνησε στον Τ. ΧΧΧ (στο εξής «το θύμα») και στον υιό του, Π. ΧΧΧ (στο εξής «ο Π.») - και οι δύο, κάτοικοι Λεμεσού -, προκειμένου να προμηθευτεί από αυτούς μικρή ποσότητα ναρκωτικών, ήτοι κρυσταλλική μεταμφεταμίνη, για προσωπική του χρήση και αφού συμφώνησαν την τιμή, στο ποσό των €180, διευθέτησαν να συναντηθούν την ίδια ημέρα, γύρω στις 04:30, σε πρατήριο καυσίμων που βρίσκεται στο χωριό Μονή τής επαρχίας Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος, μετέβηκε στο σημείο με το αυτοκίνητό του όπου εντόπισε το θύμα και τον Π. Το αυτοκίνητο επί του οποίου επενέβαιναν οι τελευταίοι, ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο με την ονομασία «AYIOMAMITIS KIOSK» που βρίσκεται δίπλα από το πρατήριο καυσίμων. Όταν ο κατηγορούμενος στάθμευσε το αυτοκίνητό του δίπλα από αυτό του θύματος, ο Π. κατέβηκε από το όχημά τους και εισήλθε στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, ο οποίος του ζήτησε να του δώσει τα ναρκωτικά. Πράγματι, του έδωσε ένα κλειστό σακουλάκι και ζητούσε επίμονα τα λεφτά από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος τοποθέτησε το ποσό των €180 στην θήκη που βρίσκεται ο μοχλός των ταχυτήτων. Εξαιτίας όμως της επίμονης συμπεριφοράς του Π., ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και αφού άνοιξε το σακουλάκι για να δει το περιεχόμενό του, διαπίστωσε ότι δεν περιείχε ναρκωτικά, αλλά αλάτι Ιμαλαϊων. Τότε, ο Π. άρπαξε τα λεφτά από τη θήκη και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου προκειμένου να διαφύγει. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητό του με σκοπό να ζητήσει τα χρήματά του και αφού έφτασε τον Π., προτού εισέλθει στο όχημά τους, τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Προσπάθησε να ανοίξει την παλάμη του Π., για να πάρει τα χρήματά του και μεταξύ τους ακολούθησε μικρή συμπλοκή. Κατ' εκείνη τη στιγμή, το θύμα κατέβηκε από το όχημά του και κατευθύνθηκε προς το μέρος του κατηγορούμενου με απειλητικές διαθέσεις. Ο κατηγορούμενος, με το ένα χέρι προσπαθούσε να ανοίξει την παλάμη του Π. και με το άλλο προσπαθούσε να αμυνθεί από την επίθεση που δεχόταν από το θύμα, σπρώχνοντάς το προς τα πίσω. Όταν κατάφερε να αποσπάσει τα χρήματά του από τα χέρια του Π., έτρεξε προς το αυτοκίνητό του, προκειμένου να διαφύγει. Εκείνη τη στιγμή, το θύμα βρισκόταν μπροστά του. Ο Π. κατευθύνθηκε σε παρακείμενο περίπτερο και άρπαξε ένα σιδερένιο κάθισμα, προκειμένου να χτυπήσει τον κατηγορούμενο, το οποίο, όμως, τελικά έριξε στην καμπίνα του οχήματος του τελευταίου. Όταν αυτός εισήλθε εντός του αυτοκίνητου του, το θύμα τραβούσε επίμονα την πόρτα του προς το μέρος του για να μείνει ανοιχτή. Ο κατηγορούμενος, όντας πανικοβλημένος, με το ένα χέρι τραβούσε την πόρτα του οδηγού για να κλείσει και με το άλλο προσπαθούσε να κατεβάσει το χειρόφρενο του οχήματός του για να φύγει. Ενόσω το θύμα τραβούσε την πόρτα για να μείνει ανοιχτή, το δεξί πόδι του κατηγορούμενου βρισκόταν εκτός του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα αυτό να υποστεί τραυματισμούς από τα κτυπήματα της πόρτας. Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος, με το ένα χέρι, κατάφερε να κλείσει την πόρτα του οχήματός του και με το άλλο προσπαθούσε να απενεργοποιήσει το χειρόφρενο, από το κουμπί που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της καρέκλας του οδηγού, βλέποντας συνεχώς το χειρόφρενο και παραλείποντας να βλέπει το δρόμο. Όταν κατάφερε να κλείσει την πόρτα είδε το θύμα να κινείται προς το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, χωρίς όμως να γνωρίζει σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν, αφού ήταν σκοτεινά και τα φώτα του οχήματος κλειστά. Στην προσπάθειά του να διαφύγει από το μέρος, το συντομότερο δυνατό και ενώ υπήρχε πραγματική πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης στο θύμα, αν δεν προλάβαινε να διαφύγει, πριν αυτό βρεθεί στο μπροστινό μέρος του οχήματός του, πάτησε το πεντάλ της βενζίνης στο τέρμα, παραλείποντας να ελέγξει το δρόμο μπροστά του, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του θύματος, να ελέγξει πού βρισκόταν, ελπίζοντας ότι θα προλάβει να διαφύγει. Τελικά, το θύμα βρέθηκε στην άκρη του μπροστινού δεξιού μέρους του οχήματος του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί από αυτό και να πέσει στο έδαφος. Το όχημα του κατηγορούμενου, πέρασε από πάνω του με τον δεξιό τροχό του. Ο κατηγορούμενος, όμως, συνέχισε την πορεία του και έφυγε από το μέρος. Ο ΧΧΧ Αμπατζιέβ, την ίδια ημέρα, γύρω στις 04:50, ενημέρωσε την Αστυνομία ότι στην Λεωφόρο Λεμεσού, έξω από περίπτερο που βρίσκεται στο χωριό Μονή, υπάρχει τραυματισμένο πρόσωπο. Λίγα λεπτά αργότερα, στη σκηνή, μετέβησαν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης, όπου διενήργησαν εξετάσεις. Ασθενοφόρο μετέφερε το θύμα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου έγιναν προσπάθειες για να κρατηθεί στη ζωή, πλην όμως, την ίδια ημέρα, στις 06ː00, απεβίωσε. Στη σκηνή, βρισκόταν ο Π., ο οποίος ανέφερε τα γεγονότα στην Αστυνομία και κατονόμασε ως δράστη τον κατηγορούμενο. Ακολούθως, εναντίον του τελευταίου εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης και έρευνας τής οικίας του στην Λάρνακα. Ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε και συνελήφθηκε στην οικία του από τον αστ. Α. Στυλιανού, ο οποίος, αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Ι ve got no answer for this». Στις 6.7.2021 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος, αναφέροντας ότι δεν υπήρχε πρόθεση να σκοτώσει το θύμα. Συνεργάστηκε με την Αστυνομία και προέβηκε και σε υποδείξεις σκηνών. Στις 6.7.2021 διενεργήθηκε η νενομισμένη νεκροτομή στην σωρό του θύματος από τον ιατροδικαστή ΧΧΧ Χαραλάμπους. Από την ιατροδικαστική εξέταση διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε πολυτραυματισμό, ως είναι από χτύπημα από αυτοκίνητο. Στο θύμα, πριν τη νεκροτομή, έγιναν ακτινογραφίες και διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλά κατάγματα πλευρών και λεκάνης. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο στάδιο των αγορεύσεων, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη του, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία και μεταμέλειά του, ως επίσης και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Ως έχει αναφερθεί, ο κατηγορούμενος, μέσω των ανακριτικών του καταθέσεων, παρείχε αποφασιστική καθοδήγηση και υποστήριξη στις διωκτικές αρχές για την εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω δε, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε το αδίκημα και την συναισθηματική φόρτιση στην οποία τελούσε. Ως αναφέρθηκε, το θύμα και ο γιος του επιδίωξαν να ξεγελάσουν τον κατηγορούμενο, παραδίδοντάς του αλάτι, αντί ναρκωτικά, ως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία. Όταν ο κατηγορούμενος το αντιλήφθηκε, οι δύο πρώτοι προσπάθησαν να διαφύγουν με τα χρήματά του και τότε ήταν που κατέβηκε από το όχημά του, προκειμένου να τα πάρει πίσω. Ακολούθησε συμπλοκή και ο γιος του θύματος, σε κάποια στιγμή πέταξε ένα σιδερένιο κάθισμα στην καμπίνα του οχήματος του κατηγορούμενου. Ακόμη και όταν αυτός προσπάθησε να εισέλθει στο όχημά του για να διαφύγει, πατέρας και γιος προσπαθούσαν να τον σταματήσουν. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, τελώντας υπό συναισθηματική φόρτιση, δεν στάθμισε ορθά τις περιστάσεις για να αποφύγει να οδηγήσει το αυτοκίνητό του κατά τρόπο επικίνδυνο που θα μπορούσε να επιφέρει τραυματισμό. Παρά το γεγονός, ότι σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε το θύμα να κινείται προς το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, παρέλειψε να βλέπει το δρόμο και ξεκίνησε το όχημά του, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το θύμα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι, πράγματι, η αμέλεια του κατηγορούμενου ήταν βαριά, «. εντούτοις, στην ουσία πρόκειται ίσως για την ηπιότερη μορφή βαριάς αμέλειας που θα μπορούσε να υπάρξει, υπό την έννοια ότι η κακή οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν περιείχε ιδιαίτερα επιβαρυντικά στοιχεία.». Επιπρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει προς όφελος του κατηγορουμένου την συντρέχουσα αμέλεια του θύματος, αφού, ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να διαφύγει από τη σκηνή με το όχημά του, αυτό κινήθηκε προς το μπροστινό μέρος του οχήματος, συμβάλλοντας έτσι στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως, κατά την επιμέτρηση της ποινής, συνυπολογίσει τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, την εξωδικαστηριακή του τιμωρία, αφού, ως έχει αναφερθεί, έχει απολυθεί από την εταιρεία που εργαζόταν και θα είναι αδύνατο, ενόψει της καταδίκης του να εργοδοτηθεί σε παρόμοιας φύσης εργασία, ως επίσης, ότι υποφέρει από την πρόκληση του θανάτου στο θύμα. Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητάς του, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Στο στάδιο τούτο, παρενθετικά, επισημαίνουμε ότι, το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, όταν καταδικάζει πρόσωπο για τη σοβαρότερη μορφή αμέλειας, που δεν είναι άλλη από αυτή του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, να στερήσει τον αδικοπραγούντα από του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, ενώ για τα λιγότερο σοβαρά αδικήματα αμέλειας, προβλέπεται τέτοια εξουσία. Το ανώτατο αγαθό που προστατεύεται από το Νόμο, είναι αυτό της ανθρώπινης ζωής, γι' αυτό και για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, η ανώτατη προνοούμενη ποινή είναι η ισόβια κάθειρξη (βλ. Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B175, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2018). Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της, αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της, μέγιστο έγκλημα, ακόμη και όταν αυτή αφαιρείται συνεπεία παράλειψης, η οποία ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση. Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια, οι απώλειες ανθρώπινων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, παρουσιάζουν ανησυχητικές διαστάσεις. Έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα και κατάντησαν κοινωνική μάστιγα, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο, στην επιλογή της ποινής. (Βλ. Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, 238, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Charalambous v. The Police
(1986)2 C.L.R. 128.) Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης, στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση των θανατηφόρων, τροχαίων δυστυχημάτων. Όπως έχει επισημανθεί, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη
(2009)2 Α.Α.Δ. 537: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 - η οποία αφορούσε πρόκληση θανάτου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα - επισημάνθηκε ότι, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή, το Δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη, το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ' όψη (βλ. Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου, ανωτέρω και Παντέλα ν. Αστυνομίας, ανωτέρω επίσης). Περαιτέρω, στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, στην οποία έγινε αναφορά και στην υπόθεση R. v. Boswell
(1984)3 All E.R. 353, επαναλήφθηκε ότι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν για τον καθορισμό της ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή, ανάλογα και με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο. (Βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και το ύψος της. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:D183, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017). Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθίαν της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Υπάρχει πλειάδα αποφάσεων, που σχετίζονται με το αδίκημα του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Η έρευνα μας, όμως, δεν μας οδήγησε σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, που καταπιάνονται με την επιβολή ποινών στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, που σχετίζεται με παράλειψη, η οποία συνιστά υπαίτια αμέλεια παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος, αν και δεν υφίσταται πρόθεση πρόκλησης θανάτου. Έτσι, ανατρέξαμε στην Αγγλία, γνωρίζοντας ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες, που αφορούν την ποινικολογική μεταχείριση του αδικοπραγούντα (sentencing guidelines), δεν ανάγονται, ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Στην Αγγλία, για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση του Road Traffic Act του 1988 (Section 1) - το οποίο προσομοιάζει με το αδίκημα του άρθρου 210 του δικού μας Ποινικού Κώδικα - προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια και κατ' ελάχιστο, στέρηση του δικαιώματος κατοχής άδειας οδήγησης, για περίοδο δύο ετών, με υποχρεωτική επανεξέταση. Στην Αγγλία, υπάρχουν πέντε παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν ως καθοριστικοί της σοβαρότητας των αδικημάτων της πρόκλησης θανάτου, λόγω, (i) επικίνδυνης οδήγησης, (ii) οδήγησης κάτω από την επήρεια αλκοόλης ή ουσιών, (iii) απερίσκεπτης οδήγησης και τέλος (iv) οδήγησης από μη αδειούχο, στερημένο ή ανασφάλιστο οδηγό. Κάθε ένας από αυτούς μπορεί να εκδηλωθεί ποικιλοτρόπως. Έχουν, ως ακολούθως:
(1)Η επίγνωση του κινδύνου. (α) Η παρατεταμένη, επίμονη και εσκεμμένη πολύ κακή οδήγηση.
(2)Η επίδραση της αλκοόλης ή των ουσιών. (β) Η κατανάλωση αλκοόλης πάνω από το επιτρεπτό όριο. (γ) Η κατανάλωση αλκοόλης στο ή κάτω από το επιτρεπτό όριο, όπου αυτή εξασθενίζει την ικανότητα οδήγησης του αδικοπραγήσαντα. (δ) Η παράλειψη να παράσχει δείγμα για ανάλυση. (ε) Η κατανάλωση παράνομων ουσιών, όπου αυτή εξασθενίζει την ικανότητα για οδήγηση του αδικοπραγήσαντα. (στ) Η κατανάλωση νόμιμων ουσιών ή φαρμακευτικής αγωγής, όπου αυτή εξασθενίζει την ικανότητα για οδήγηση του αδικοπραγήσαντα (συμπεριλαμβάνεται νόμιμη φαρμακευτική αγωγή, γνωστή ότι προκαλεί υπνηλία), όπου ο οδηγός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει σχετικά με την πιθανότητα εξασθένησης.
(3)Μη αρμόζουσα ταχύτητα του οχήματος. (ζ) Υπερβολική ταχύτητα, αγώνας ταχύτητας, ανταγωνιστική οδήγηση με άλλο όχημα. (η) Οδήγηση πάνω από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. (θ) Οδήγηση με ταχύτητα η οποία δεν είναι αρμόζουσα, ενόψει της επικρατούσας κατάστασης στο δρόμο ή των καιρικών συνθηκών. (ι) Οδήγηση οχήματος δημόσιας χρήσης ή βαριού τύπου οχήματος, με μη αρμόζουσα ταχύτητα είτε λόγω της φύσης του οχήματος είτε του φορτίου του, ειδικά όταν μεταφέρει επιβάτες.
(4)Σοβαρή υπαίτια συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντα. (κ) Επιθετική οδήγηση (όπως η οδήγηση σε πολύ κοντινή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, επίμονες, ακατάλληλες προσπάθειες για προσπέρασμα, ή η απόφραξη της πορείας του οχήματος μετά από προσπέρασμα). (λ) Οδήγηση, ενώ ο οδηγός κρατά στο χέρι κινητό τηλέφωνο. (μ) Όπου η προσοχή του οδηγού αναπόφευκτα αποσπάται, για παράδειγμα, από διάβασμα ή τη ρύθμιση του ηλεκτρονικού εξοπλισμού, όπως, ράδιο, κινητό τηλέφωνο, ή εξοπλισμό δορυφορικής πλοήγησης. (ν) Οδήγηση, ενώ γνωρίζει ότι πάσχει από ασθένεια ή σωματική κατάσταση η οποία εξασθενίζει σημαντικά την ικανότητα οδήγησης του αδικοπραγήσαντα, συμπεριλαμβανομένης της παράλειψής του να λάβει συνταγογραφημένη φαρμακευτική αγωγή. (ξ) Οδήγηση, ενώ γνωρίζει ότι τελεί σε κατάσταση κόπωσης ή έλλειψη επαρκούς ύπνου. (ο) Οδήγηση μη επαρκούς συντηρημένου οχήματος ή φορτωμένου κατά τρόπο επικίνδυνο.
(5)Το θύμα. (π) Η παράλειψη να έχει την κατάλληλη προσοχή σε ευάλωτους χρήστες του δρόμου. Στην Αγγλία, για το πιο πάνω αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης, υφίστανται τρία επίπεδα σοβαρότητας, τα οποία διακρίνονται από διάφορους παράγοντες που σχετίζονται κυρίως με το επίπεδο οδήγησης. Οι σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες στην επιβολή ποινής (sentencing guidelines), για άτομα λευκού ποινικού μητρώου, άνω των 18 ετών, οι οποίοι δεν κατατάσσονται ως επικίνδυνοι παραβάτες, έχουν ως ακολούθως: Φύση του αδικήματος Αφετηρία της ποινής Εύρος της ποινής Επίπεδο 1 Τα πιο σοβαρά αδικήματα που περικλείουν οδήγηση που εμπεριέχει εσκεμμένη απόφαση να αγνοήσει (ή μία πρόδηλη παράβλεψη) τους οδικούς κανόνες και μια εμφανή παράβλεψη των μεγάλων κινδύνων που προκαλούνται σε άλλους. 8 έτη φυλάκιση 7-14 έτη φυλάκιση Επίπεδο 2 Οδήγηση που δημιουργεί ουσιώδη κίνδυνο. 5 έτη φυλάκιση 4-7 έτη φυλάκιση Επίπεδο 3 Οδήγηση που δημιουργεί σημαντικό κίνδυνο. 3 έτη φυλάκιση 2-5 έτη φυλάκιση Στις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες καθορίζονται επιβαρυντικοί και ελαφρυντικοί παράγοντες, που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Οι επιπρόσθετοι επιβαρυντικοί παράγοντες, έχουν ως ακολούθως:
(1)προηγούμενες καταδίκες για τροχαία αδικήματα, ειδικά για αδικήματα τα οποία περιλαμβάνουν κακή οδήγηση ή κατανάλωση υπερβολικού αλκοόλ ή ουσιών πριν την οδήγηση,
(2)πέραν του ενός προσώπου θανατώθηκε, ως αποτέλεσμα του αδικήματος,
(3)επιπρόσθετα του θανάτου, σοβαρός τραυματισμός ενός ή περισσοτέρων θυμάτων,
(4)παράβλεψη προειδοποιήσεων,
(5)διάπραξη άλλων αδικημάτων κατά την ίδια στιγμή, όπως οδήγηση, κατά παράβαση των όρων της έγκυρης άδειας οδήγησης, ενώ του αποστερήθηκε αυτή, χωρίς ασφάλεια, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, κλεμμένου αυτοκινήτου,
(6)η ανεύθυνη συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντα, όπως, η παράλειψη να σταματήσει, ο λανθασμένος ισχυρισμός του ότι ένα από τα θύματα ευθύνεται για τη σύγκρουση ή η προσπάθειά του να πετάξει το θύμα από το αυτοκίνητο με απότομο ελιγμό του αυτοκινήτου του με σκοπό να εγκαταλείψει και
(7)εγκατάλειψη της σκηνής για να μην εντοπιστεί. Οι επιπρόσθετοι ελαφρυντικοί παράγοντες, έχουν ως ακολούθως:
(1)η κατανάλωση, χωρίς τη θέληση του αδικοπραγήσαντα, αλκοόλης ή ουσιών,
(2)ο σοβαρός τραυματισμός του αδικοπραγήσαντα από τη σύγκρουση,
(3)το θύμα ήταν στενός φίλος ή συγγενής του παραβάτη,
(4)πράξεις του θύματος ή τρίτου προσώπου που συνέβαλαν σημαντικά στην πιθανότητα της σύγκρουσης που επεσυνέβηκε και/ή στο θάνατο,
(5)η έλλειψη οδικής εμπειρίας του αδικοπραγήσαντα, που συνέβαλε στη διάπραξη του αδικήματος και
(6)η οδήγηση ήταν το αποτέλεσμα μίας γνήσιας, αποδεδειγμένης, επείγουσας κατάστασης, η οποία δεν συνιστά υπεράσπιση (βλ. Archbold Criminal Evidence and Practice 2021, Sentencing Guidelines Council, σελ. 91 και Regina v. Christopher Richard Gard
(2017)W.L. 00369037). Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, η οποία αφορούσε το αδίκημα του άρθρου 210, γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Boswell, ανωτέρω, όπου παρατίθενται, ενδεικτικά, κάποιοι επιβαρυντικοί και ελαφρυντικοί παράγοντες, για τους οποίους γίνεται αναφορά πιο πάνω και που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης (reckless driving). Στην Αγγλία, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από βαριά αμέλεια (gross negligence manslaughter), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου, όπως και στη δική μας περίπτωση, και υφίστανται σχετικές κατευθυντήριες γραμμές, αναφορικά με την ποινικολογική μεταχείριση του αδικοπραγήσαντα, αναλόγως του επιπέδου υπαιτιότητας που εμπίπτει η συμπεριφορά του. Λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες ενδείξεις: (
  1. i)1ο επίπεδο - πολύ ψηλή υπαιτιότητα Η πολύ ψηλή υπαιτιότητα μπορεί να υποδεικνύεται από τον ακραίο χαρακτήρα ενός ή περισσοτέρων παραγόντων υπαιτιότητας που καθορίζονται στο επίπεδο 2, στο οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω και/ή συνδυασμός αυτών. (
  2. ii)2ο επίπεδο - παράγοντες που υποδεικνύουν ψηλή υπαιτιότητα · Ο αδικοπραγήσας συνέχισε ή επανέλαβε την αμελή συμπεριφορά του όταν αντιμετώπισε την προφανή δίνη η οποία προκλήθηκε στον αποθανόντα από αυτή τη συμπεριφορά. · Η αμελής συμπεριφορά ήταν στο πλαίσιο άλλης σοβαρής εγκληματικής συμπεριφοράς. · Το αδίκημα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό, καθότι ο αδικοπραγήσας αγνόησε κατάφορα ένα πολύ ψηλό κίνδυνο πρόκλησης θανάτου, ως αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του. · Η αμελής συμπεριφορά παρακινήθηκε από οικονομικό κέρδος (ή αποφυγή κόστους). · Ο αδικοπραγήσας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην περίπτωση που ενεργούσε με άλλους στη διάπραξη του αδικήματος. · Η απόκρυψη, καταστροφή, αλλοίωση ή διαμελισμός του πτώματος (όπου δεν αντιμετωπίζει άλλη ξεχωριστή κατηγορία). (iii) 3ο επίπεδο - παράγοντες που υποδεικνύουν μέτρια υπαιτιότητα Υποθέσεις που εμπίπτουν μεταξύ ψηλής και χαμηλής υπαιτιότητας, καθότι παράγοντες υφίστανται τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, οι οποίοι εξισορροπούνται μεταξύ τους και/ή η υπαιτιότητα του αδικοπραγήσαντα εμπίπτει μεταξύ των παραγόντων ως αυτοί περιγράφονται στη ψηλή ή χαμηλή υπαιτιότητα. (
  3. iv)4ο επίπεδο - παράγοντες που υποδεικνύουν χαμηλή υπαιτιότητα · Η αμελής συμπεριφορά ήταν το αποτέλεσμα έλλειψης του ικανοποιητικού επιπέδου προσοχής. · Ο αδικοπραγήσας ήταν σε λιγότερο ή δευτερεύοντα ρόλο στην περίπτωση που ενεργούσε με άλλους στη διάπραξη του αδικήματος. · Η ευθύνη του αδικοπραγήσαντα μειώθηκε σημαντικά, λόγω ψυχικής διαταραχής, μαθησιακής δυσκολίας ή έλλειψης ωριμότητας. Αφού καθοριστεί σε ποιο επίπεδο εμπίπτει η παραπτωματική συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντα, σε σχέση με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από βαριά αμέλεια, υφίστανται κατευθυντήριες γραμμές για την ποινικολογική μεταχείρισή του. Έχουν, ως ακολούθως: Επίπεδο 1 Επίπεδο 2 Επίπεδο 3 Επίπεδο 4 Αφετηρία ποινής 12 χρόνια φυλάκιση Αφετηρία ποινής 8 χρόνια φυλάκιση Αφετηρία ποινής 4 χρόνια φυλάκιση Αφετηρία ποινής 2 χρόνια φυλάκιση Εύρος ποινής 10-18 χρόνια φυλάκιση Εύρος ποινής 6-12 χρόνια φυλάκιση Εύρος ποινής 3-7 χρόνια φυλάκιση Εύρος ποινής 1-4 χρόνια φυλάκιση Στις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές καθορίζονται επιβαρυντικοί και ελαφρυντικοί παράγοντες και επισημαίνεται ότι θα πρέπει να αποφεύγεται να λαμβάνονται υπόψη, για δεύτερη φορά, παράγοντες που ήδη συνυπολογίστηκαν κατά την εκτίμηση του επιπέδου της υπαιτιότητας του αδικοπραγήσαντα. Έχουν ως ακολούθως: (
  4. i)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη, οι προηγούμενες καταδίκες του αδικοπραγήσαντα, ότι το αδίκημα διαπράχθηκε ενώ τελούσε σε εγγύηση, το γεγονός ότι αγνόησε προηγούμενες προειδοποιήσεις, ότι διέπραξε το αδίκημα ενώ τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών, ότι άλλοι τέθηκαν σε κίνδυνο να υποστούν βλάβη από τη διάπραξη του αδικήματος και η σημαντική ψυχική ή σωματική ταλαιπωρία του αποθανόντα. (
  5. ii)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη, οι μη προηγούμενες καταδίκες ή οι μη σχετικές/πρόσφατες καταδίκες του αδικοπραγήσαντα, ο καλός χαρακτήρας και ή η παραδειγματική συμπεριφορά του, η ηλικία και ή η έλλειψη ωριμότητάς του, η ψυχική διαταραχή ή η μαθησιακή δυσκολία, οι τύψεις συνείδησης, η συνεργασία του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, για λόγους που δεν οφείλονται στον έλεγχο του αδικοπραγήσαντα, ότι πάσχει από άγχος, πίεση, οι οποίοι σχετίζονται και συνέβαλαν στην αμελή συμπεριφορά του, οι προσπάθειές του να βοηθήσει το θύμα, το γεγονός ότι αντιμετωπίζει σοβαρές ιατρικές παθήσεις, οι οποίες απαιτούν επείγουσα, εντατική ή μακροπρόθεσμη θεραπεία, το γεγονός ότι ο αδικοπραγήσας είναι ο μοναδικός ή ο κύριος προστάτης των εξαρτωμένων συγγενών του (βλ. Archbold 2021, Sentencing Guidelines, σελ. 763, 764). Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου και δεν προδεσμεύουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την ενώπιόν του υπόθεση και να επιβάλει εκείνη την ποινή που κρίνει δίκαιη και εύλογη, υπό τις ενώπιόν του περιστάσεις (βλ. Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B377, Ποιν. Έφ. 34/2017, ημερ. 18.9.2019 και Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B205, Ποιν. Έφ. 242/2018, ημερ. 31.5.2019). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι ο κατηγορούμενος δεν επέφερε το θάνατο στο θύμα από παράνομη πράξη, αλλά από παράνομη παράλειψη, που συνιστά υπαίτια αμέλεια, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή του ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Συνεκτιμούμε και το γεγονός ότι έχει τύψεις συνείδησης και υποφέρει για το θάνατο που προκάλεσε στο θύμα. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B194, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B221, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021). Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνεκτιμούμε προς όφελος του κατηγορούμενου, την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Όπως έχει αναφερθεί στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, στις 6.7.2021, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, με την οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και μέσω αυτής παρείχε καθοδήγηση και υποστήριξη στις ανακριτικές αρχές, προς την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και περαιτέρω προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών. Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992), 2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας 2010 2 Α.Α.Δ 22). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, την σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B130, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019). Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους της συνηγόρου του και όπως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, άγαμος και άτεκνος. Είναι το μικρότερο παιδί της εξαμελούς οικογένειάς του. Γεννήθηκε στην Αυστραλία και είναι παιδί Κυπρίων ομογενών. Οι γονείς του, μέχρι και σήμερα, διαμένουν μόνιμα στην Αυστραλία και ο ίδιος διατηρεί άριστες σχέσεις με αυτούς. Ο κατηγορούμενος, το 2017 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο. Κατά τα έτη 2007-2008 εργαζόταν στο Αυστραλιανό Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Στέγασης, όπου εκτελούσε καθήκοντα υπεύθυνου προμηθειών. Ακολούθως, μετατέθηκε στο Υπουργείο Υγείας της Αυστραλίας, όπου, μεταξύ άλλων, παρείχε ειδική εμπειρογνωμοσύνη σε θέματα προμηθειών, αλλά και συμβουλές για τη διαχείριση κρατικών συμβάσεων και πόρων. Περαιτέρω, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο απέκτησε διπλώματα στο τομέα των επιχειρήσεων. Ο κατηγορούμενος, όμως, λόγω του ότι ήθελε να επεκτείνει τους ακαδημαϊκούς και επαγγελματικούς του ορίζοντες, απόκτησε αριθμό επαγγελματικών διπλωμάτων, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της ακίνητης ιδιοκτησίας («real estate»). Κατά το 2009 εγκατέλειψε την ενασχόλησή του στον δημόσιο τομέα και μέχρι και το 2013 προσέφερε τις υπηρεσίες του σε γνωστές αυστραλιανές εταιρείες, ως πράκτορας πωλήσεων και στη συνέχεια, κατά το 2014 απόκτησε σχετική άδεια από το οικείο Συμβούλιο Κτηματομεσιτών της Βόρειας Επικράτειας, για την άσκηση κτηματομεσιτικών δραστηριοτήτων. Ίδρυσε τη δική του κτηματομεσιτική εταιρεία με την ονομασία «Your Real Estate». Ο κατηγορούμενος από το 2019 μέχρι και τη σύλληψή του εργαζόταν στην εταιρεία eToro, εκτελώντας καθήκοντα βοηθού χρηματοοικονομικών επενδύσεων. Η εν λόγω εταιρεία, ως αναφέρθηκε, είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες κοινωνικής διαπραγμάτευσης και διαμεσολάβησης πολλαπλών περιουσιακών στοιχείων, που δραστηριοποιείται στην παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και συμβουλών όπως «forex» και «crypto». Ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος αρκετών ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων, εργατικός και πρόκειται για άτομο που δεν εφησυχάζει και καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για το καλύτερο δυνατό. Ως μοναδική «παθογένεια» του χαρακτήρα του αποτελεί η περιστασιακή χρήση ναρκωτικών ουσιών, η οποία τον οδήγησε στη μοιραία νύχτα. Περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει και την εξωδικαστηριακή τιμωρία του τελευταίου. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετρίδη v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B38, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντα επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη, τα όσα συναφώς ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα, ότι αυτός, συνεπεία της διάπραξης του αδικήματος, έχει απωλέσει την εργασία του και ότι έχει επηρεαστεί η επαγγελματική του σταδιοδρομία, αφού δεν θα μπορεί πλέον να εργοδοτηθεί σε εταιρείες που ασκούν δραστηριότητες, υποκείμενες στον έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθότι αποτελεί προαπαιτούμενο το λευκό ποινικό μητρώο του εργοδοτούμενου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η υπαίτια αμέλεια του κατηγορουμένου εκδηλώθηκε σε συνέχεια της προηγηθείσας, έκνομης δραστηριότητας που αφορούσε την αγοραπωλησία ναρκωτικών, στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος. Λαμβάνουμε όμως, υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος τελούσε υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης και πίεσης, που τον οδήγησαν στην αμελή του συμπεριφορά, η οποία ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (βλ. Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 240/2018, ημερ. 15.4.2021, Παναγή ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B510, Ποιν. Έφ. 45/2016, ημερ. 23.11.2018 και Bistriceanu ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B199, Ποιν. Έφ. 76/2017, ημερ. 26.4.2018), ως επίσης και την συντρέχουσα αμέλεια του θύματος. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι εξαπατήθηκε, κατέβηκε από το όχημά του, προκειμένου να πάρει πίσω το ποσό που κατέβαλε για την αγορά των ναρκωτικών. Ακολούθησε συμπλοκή. Ο Παναγιώτης, γιος του θύματος, σε κάποια στιγμή πέταξε ένα σιδερένιο κάθισμα στην καμπίνα του οχήματος του κατηγορούμενου. Ακόμη και όταν αυτός προσπάθησε να εισέλθει στο όχημά του για να διαφύγει, πατέρας και γιος προσπαθούσαν να τον σταματήσουν. Όταν εισήλθε στο αυτοκίνητό του, το θύμα τραβούσε επίμονα την πόρτα του προς το μέρος του για να μείνει ανοιχτή. Ο κατηγορούμενος, όντας πανικοβλημένος, με το ένα χέρι τραβούσε την πόρτα του οδηγού για να κλείσει και με το άλλο προσπαθούσε να κατεβάσει το χειρόφρενο του οχήματός του για να φύγει. Ενόσω το θύμα τραβούσε την πόρτα για να μείνει ανοιχτή, το δεξί πόδι του κατηγορούμενου βρισκόταν εκτός του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα αυτό να υποστεί τραυματισμούς από τα κτυπήματα της πόρτας. Όταν κατάφερε να κλείσει την πόρτα, αντιλήφθηκε το θύμα να κινείται προς το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, χωρίς όμως να γνωρίζει σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν, αφού ήταν σκοτεινά και τα φώτα του οχήματος σβηστά. Ο κατηγορούμενος, παρέλειψε να βλέπει το δρόμο και ξεκίνησε το όχημά του, πατώντας το πεντάλ της βενζίνης στο τέρμα, ελπίζοντας ότι το θύμα θα προλάβει να διαφύγει, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το θύμα και να προκαλέσει το θάνατό του. Το τελευταίο, ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος θα εγκατέλειπε τη σκηνή κινήθηκε προς το μπροστινό μέρος του οχήματος. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή. Η εγκατάλειψη του θύματος συνιστά εγωιστική συμπεριφορά, (βλ. Πουμπουρής v Αστυνομίας 2008 2 Α.Α.Δ. 1), παρά τα όσα προηγήθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Αδιαφόρησε για τη κατάσταση του θύματος, μετέβηκε στην κατοικία του, όπου συνελήφθηκε αργότερα την ίδια ημέρα. Περαιτέρω, συνεκτιμούμε και τις συνθήκες που επικρατούν και στις φυλακές, εξαιτίας της πανδημίας και των σχετικών περιορισμών που ισχύουν (βλ. Regina v. Christopher Manning, WC2A 2LL, ημερ. 30.4.2020). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα του αδικήματος, το σύνολο των γεγονότων που το περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος, ενσυνείδητα, ανέλαβε ουσιαστικό ή πραγματικό υπαρκτό κίνδυνο πρόκλησης θανάτου ή τουλάχιστον, σοβαρής σωματικής βλάβης. Αδιαφόρησε για κινδύνους που ελλόχευαν από την όλη συμπεριφορά του. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε το θύμα να κινείται μπροστά από το αυτοκίνητό του. Παρά ταύτα, παρέλειψε να ελέγξει το δρόμο μπροστά του, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του θύματος, ελπίζοντας ότι αυτό θα προλάβει να διαφύγει. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα, ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ του κατηγορουμένου, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πάνω, επιβάλλεται η ακόλουθη ποινή στον κατηγορούμενο: Στην κατηγορία 3 (ανθρωποκτονία): Φυλάκιση πέντε
(5)ετών. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από τις 14.7.2021. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.