Δημοκρατία ν. Molla, Υπόθεση αρ.: 12998/21, 24/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:7 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 12998/21 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και XXX Molla Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/1/2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή έχει κριθεί ένοχος σε συνολικά τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα, της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, του τραυματισμού, κατά παράβαση του άρθρου 234(α), του ίδιου Νόμου και της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ), του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος, ανιψιός του XXX Hossain (στο εξής θα καλείται «το θύμα») συγκατοικούσε με αλλοδαπούς, με τους οποίους τσακωνόταν συχνά, λόγω και της συνήθειάς του να καταναλώνει αλκοόλ. Μετά που προσπάθησε να κρεμαστεί από φωτιστικό στο σπίτι όπου διέμενε και μετά που νοσηλεύτηκε, μετά από πρόσκληση του θύματος φιλοξενήθηκε στο σπίτι του. Ο λόγος που τον είχε προσκαλέσει για να τον φιλοξενήσει, ήταν για να ορθοποδήσει και να αποφασίσει πώς θα πορευτεί στη ζωή του. Στο σπίτι, πέραν από το θύμα, διέμεναν η κοπέλα του κι ακόμα δύο ομοεθνείς του. Ο κατηγορούμενος φιλοξενήθηκε στο σπίτι του θύματος για 20-30 μέρες. Εκεί έκανε χρήση αλκοόλ. Όταν είχε χρήματα εξαφανιζόταν για κάποιες μέρες και μετά επανεμφανιζόταν. Στις 11.10.2021, το θύμα του έκανε συστάσεις να μην πίνει στο σπίτι, αλλά, αν το επιθυμεί, να το πράττει εκτός σπιτιού. Επιπρόσθετα, του ζήτησε να αφήσει τα κλειδιά του σπιτιού και να φύγει από το σπίτι, οπότε, μεταξύ τους ακολούθησε διαπληκτισμός. Το θύμα εγκατέλειψε την οικία και στη συνέχεια, έλαβε τηλεφώνημα από τον συγκάτοικό του, DD, ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον τραυματίσει με μαχαίρι και του επέφερε μερικές γρατσουνιές, και αυτό, σε ερώτησή του τι ήθελε να φάει. Όταν το θύμα επέστρεψε στο σπίτι, έκανε παρατηρήσεις στον κατηγορούμενο και του έδωσε προθεσμία 2-3 ημερών για να φύγει από το σπίτι. Το πρωί της επομένης, 12.10.2021, το θύμα πέρασε από το καθιστικό, κατευθυνόμενο προς το μπάνιο, ενώ ο κατηγορούμενος ξάπλωνε. Όταν μετά από είκοσι περίπου λεπτά, το θύμα πέρασε ξανά από το μέρος, ο κατηγορούμενος, που εξακολουθούσε να ξαπλώνει, σηκώθηκε απότομα και μαχαίρωσε το θύμα στην πλάτη, τραυματίζοντάς το ελαφρά. Στην προσπάθειά του το θύμα να αμυνθεί, το ρώτησε γιατί θέλει να τον σκοτώσει, και αυτός του ανάφερε ότι θέλει να τον σκοτώσει επειδή του καταστρέφει τη ζωή. Το θύμα έτρεξε και κλειδώθηκε στο δωμάτιό του και ο κατηγορούμενος χτυπούσε δυνατά την πόρτα. Κατ' εκείνο το στάδιο, το θύμα δεν τηλεφώνησε στην Αστυνομία, καθότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα χαρτιά του. Όταν, μετά από παρέλευση είκοσι λεπτών, ο κατηγορούμενος είχε ηρεμήσει και ξαπλώσει ξανά, το θύμα τον πλησίασε και του ζήτησε με ωραίο τρόπο να του δώσει το μαχαίρι που είχε στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος τότε, αντ' αυτού πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι του και του επιτέθηκε, μαχαιρώνοντάς το, στην κοιλιά, αυτή τη φορά, με αποτέλεσμα να το τραυματίσει σοβαρά. Τότε, ο DD και η κοπέλα του θύματος, κάλεσαν την Αστυνομία, μέσω του εργοδότη του πρώτου. Αστυνομικοί που κατέφτασαν στη σκηνή, εντόπισαν στο καθιστικό της οικίας τον κατηγορούμενο να κάθεται στο κρεβάτι του και το θύμα να είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι του υπνοδωματίου του, με εμφανές τραύμα στην κοιλιακή χώρα. Τα εντόσθιά του κρέμονταν έξω από την κοιλιά. Ασθενοφόρο, το μετέφερε στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύματα από μαχαίρι, στη δεξιά πλάγια κοιλιά, μήκους 4 εκατοστών, με προβολή λεπτού εντέρου και στο δεξιό ημιθωράκιο, παρά την οπίσθια μασχάλια γραμμή. Το θύμα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, όπου διαπιστώθηκε ενδοκοιλιακή αιμορραγία η οποία ελέγχθηκε και έγινε συρραφή των τραυμάτων. Από εξετάσεις που έγιναν στη σκηνή, από τη Αστυνομία, ανευρέθηκε και παραλήφθηκε κάτω από το κρεβάτι του κατηγορούμενου, στο καθιστικό της οικίας, μεγάλο μαχαίρι κουζίνας με λεπίδα, που καταλήγει σε μυτερή άκρη, μήκους 27 εκατοστών. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε την ίδια μέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, όπου, ανακρινόμενος, μεταξύ των ωρών 09:20-09:40, πρόβηκε σε θεληματική κατάθεση, στην οποία ανέφερε πως ο θείος του και η φιλενάδα του ήθελαν να τον διώξουν από το σπίτι και να του καταστρέψουν τη ζωή. Το πρωί είχε νεύρα, φώναζαν και τσακώθηκαν. Ανάφερε ότι μαχαίρωσε το θείο του, δύο φορές, πρώτα στην πλάτη και μετά στο στομάχι και στη συνέχεια, έριξε το μαχαίρι κάτω από το κρεβάτι του. Επίσης, δήλωσε πως δεν μετανιώνει για όσα έκανε και ότι αν δει ξανά το θύμα, θα το σκοτώσει, γιατί του κατάστρεψε τη σχέση με τον πατέρα και τη σύζυγό του, οι οποίοι βρίσκονται στη χώρα τους, λέγοντάς τους ψέματα για τον ίδιο. Ο κατηγορούμενος, την ίδια ημέρα και ώρα 10:55, συνελήφθηκε, κατόπιν δικαστικού εντάλματος και αφού πληροφορήθηκε τους λόγους της σύλληψής του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «OK sir». Στις 13.10.2021 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου εκδόθηκε διάταγμα κράτησης του για οκτώ ημέρες. Στις 14.10.2021, μετά από αίτημα της Αστυνομίας, έτυχε υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης από το δρ. XXX Σουτζιή. Κατά την εξέτασή του, παρουσιάστηκε προσανατολισμένος, με καλή προσοχή και συγκέντρωση, χωρίς διαταραχές στην ομιλία και στη σκέψη. Έδειξε μετάνοια για την πράξη του. Δεν παρουσίασε ψυχωσικά συμπτώματα ή ενεργό αυτοκαταστροφικό ή ετεροκαταστροφικό ιδεασμό. Ήταν ικανός να κατανοήσει τις συνέπειες των πράξεων του και κρίθηκε ικανός για να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης έγιναν εξετάσεις, μέσω της ΥΑΜ Λεμεσού, σχετικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου και διαπιστώθηκε ότι διέμενε υπό το καθεστώς αιτητή πολιτικού ασύλου, ωστόσο, από τις 7.10.2021 που απέσυρε την αίτησή του, διέμενε παράνομα. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής της, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία και μεταμέλειά του, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, ως επίσης και το λευκό του ποινικό μητρώο. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα. Κατά τη συνήγορο, το θύμα είπε ψέματα στο πατέρα και τη σύζυγο του κατηγορουμένου ότι εργαζόταν και δεν τους έστελνε χρήματα. Έτσι, κατ' εκείνη την ημέρα, τελώντας σε κατάσταση μέθης, καθώς αυτή είχε αμβλύνει τον αυτοέλεγχό του, επιτέθηκε στο θύμα, μαχαιρώνοντάς το. Περαιτέρω δε, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως κατά την επιμέτρηση της ποινής, λάβει υπόψη το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε για την πράξη του, παρά το γεγονός, ότι, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν μετάνιωσε για όσα έκανε και αν συναντούσε ξανά το θύμα θα το σκότωνε. Ως ανάφερε, κατά τον πιο πάνω χρόνο, ήταν υπό την επήρεια της αλκοόλης και δεν ήταν νηφάλιος. Επιπρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει, το γεγονός ότι οι τραυματισμοί του θύματος δεν ήταν από τους πλέον σοβαρούς και αυτό ανάρρωσε σε σχετικά, σύντομο χρόνο. Η κατάσταση της υγείας του είναι καλή. Ως αναφέρθηκε, οι δύο τους έχουν συμφιλιωθεί. Το θύμα συγχώρεσε τον κατηγορούμενο και δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από αυτόν. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Νομοθέτης προέβλεψε, για τα αδικήματα (
- i)της απόπειρας φόνου, ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου, (
- ii)του τραυματισμού, ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια και (iii) της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι και €1.708 ή και τις δύο αυτές ποινές. Τονίζεται ότι για το αδίκημα της απόπειρας φόνου, έγινε ειδική ρύθμιση από τον νομοθέτη, ο οποίος καθόρισε την ίδια ανώτατη ποινή, όπως και για την περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, που ως αναφέρθηκε είναι η δια βίου φυλάκιση. Αυτή η ποινή είναι κατά πολύ αυστηρότερη από την επταετή φυλάκιση που προβλέπεται από τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για το αδίκημα της απόπειρας. Ο λόγος για αυτό είναι προφανής και σχετίζεται με το ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί ύψιστο αγαθό, η δε αφαίρεσή της, μέγιστο έγκλημα, με κάθε εκ προθέσεως πράξη που τη θέτει σε κίνδυνο, να ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία (βλ. Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563). Όμως, η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια, τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα και έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά, μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου, ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, που θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερα κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για το αδίκημα του άρθρου 214 (α) του Ποινικού Κώδικα. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:D183, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017). Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθία της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2016). Στην Τσεκούρα v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ο εφεσείων, χωρίς προσχεδιασμό, μετά από έντονη λογομαχία, πυροβόλησε το θύμα, ενώ το τελευταίο ήταν στο αυτοκίνητο του πρώτου, με αποτέλεσμα να το τραυματίσει κρίσιμα. Επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 13 ετών για την κατηγορία της απόπειρας φόνου, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Σεργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/2015, ημερ. 13.3.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 9 ετών, που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα μετά από ακροαματική διαδικασία, για το αδίκημα της απόπειρας φόνου εναντίον της συμβίας του. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 44 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και με προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ. Διέπραξε το αδίκημα υπό την επήρεια αλκοόλ και συναισθηματικής φόρτισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνυπολόγισε και τη συμφιλίωση μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου, τονίζοντας πως, αν εξέλειπε, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη. Στην Q.A. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 71/2018, ημερ. 11.9.2019, ο εφεσείων, υπό το κράτος απώλειας της ψυχραιμίας του, επιχείρησε να θανατώσει τον παραπονούμενο, περνώντας σχοινί γύρω από το λαιμό του. Ο παραπονούμενος υπέστη πολλαπλές μικρές εκδορές. Επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 9 ετών για την κατηγορία της απόπειρας φόνου, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Wasel v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 682, Ποιν. Έφ. 128/2006, ημερ.16.10.2008, ο εφεσείων, μαζί με άλλα πρόσωπα, εισήλθαν στο σπίτι των παραπονούμενων, ενώ αυτοί κοιμόντουσαν, και τους κτύπησαν με βαριά αντικείμενα. Οι σωματικές κακώσεις των θυμάτων ήταν σοβαρές και επώδυνες. Οι σοβαροί τραυματισμοί τους, προκλήθηκαν από τα κτυπήματα που δέχθηκαν και μπορούσαν να προκαλέσουν το θάνατό τους. Επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 14 ετών για την κατηγορία της απόπειρας φόνου, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Τέλος, στην πιο πρόσφατη απόφαση, Dontharaveni v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B194, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021, ο εφεσείων, αφού διέρρηξε την κατοικία της παραπονούμενης, προσπάθησε να την πνίξει με τα χέρια του, καθ' ον χρόνο αυτή κοιμόταν, βράδυ και μόνη, σε υπνοδωμάτιο της κατοικίας της. Επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 10 ετών για την κατηγορία της απόπειρας φόνου, η οποία επικυρώθηκε. Ο εφεσείων, ως είχε δικαίωμα, δεν παραδέχθηκε ενώπιον των ανακριτικών αρχών, ούτε και συνεργάστηκε μ' αυτές για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, εάν συνεργαζόταν θα είχε ένα πρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα, αφού δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή του ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Συνεκτιμούμε και το γεγονός ότι έχει μετανοήσει για τις έκνομες πράξεις του, παρά το γεγονός ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μετανιώνει για όσα έκανε και ότι αν δει ξανά το θύμα θα το σκοτώσει, για τους λόγους που εξήγησε. Ως αναφέρθηκε, λίγες μέρες μετά, όταν εξετάστηκε από τον δρ. Φ. Σουτζιή, έδειξε μετάνοια για τις πράξεις του. Περαιτέρω, συνυπολογίζουμε τα όσα σχετικά ανάφερε η συνήγορος του κατηγορουμένου ότι το θύμα συγχώρεσε το δράστη ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Παύλου
(1997)2 Α.Α.Δ. 170) και ότι έχουν συμφιλιωθεί (βλ. Κάττος v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 195). Όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B194, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B221, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021). Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνεκτιμούμε προς όφελος του κατηγορούμενου, την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Όπως έχει αναφερθεί στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, στις 12.10.2021, λήφθηκε από τον κατηγορούμενο θεληματική κατάθεση, με την οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και περαιτέρω πρόβηκε και σε υποδείξεις σκηνών. Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241 και Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, την σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B130, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019). Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους της συνηγόρου του και ως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και την ιατρική έκθεση. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 22 ετών, κατάγεται από το Μπανγκλαντές, είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός παιδιού, ηλικίας 18 μηνών. Κατά το έτος 2018, ήλθε στην Κύπρο, αφήνοντας την έγκυο, τότε, σύζυγό του και υπόβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου, με σκοπό να εργαστεί, για να στηρίξει την οικογένειά του. Οι γονείς του δεν εργάζονται και αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Κατά τη διαμονή του στη χώρα μας, προσπάθησε να αυτοκτονήσει και για τον σκοπό αυτό νοσηλεύτηκε για μερικές μέρες στο νοσοκομείο. Κατ' εκείνη την περίοδο, αισθανόταν άγχος και δυσκολία στη διαχείριση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Το αίτημα ασύλου του, το απέσυρε και ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην οικογένειά του. Εργαζόταν για να μαζέψει χρήματα για το ταξίδι του, πλην όμως μεσολάβησε το περιστατικό για το οποίο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, ανάφερε ότι το θύμα είπε ψέματα στο πατέρα και τη σύζυγο του κατηγορουμένου, ότι, παρά το ότι εργαζόταν, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε, δεν τους έστελνε χρήματα. Έτσι, κατ' εκείνη την ημέρα, τελώντας σε κατάσταση μέθης, καθώς αυτή είχε αμβλύνει τον αυτοέλεγχό του, επιτέθηκε στο θύμα, μαχαιρώνοντάς το. Όπως έχει νομολογηθεί, η μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό, αφού όμως συνεκτιμηθεί με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελεί ο δράστης κατά τη διάπραξη αδικήματος, είναι δυνατό να υπεισέλθει ως παράγοντας που μετριάζει τη σοβαρότητά του, στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και επιδρά στις πράξεις ενός παραβάτη, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης, ειλημμένης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος (βλ. Samoila v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/2012, ημερ. 8.12.2016, Selmani v. Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/2013, 236/2013, ημερ. 5.10.2016, Μωϋσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 34, Yeates κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 A.A.Δ. 320 και Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417). Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο κατηγορούμενος κατανάλωνε συστηματικά αλκοόλ. Κατά τον επίδικο χρόνο, περιήλθε εθελούσια σε κατάσταση μέθης με αποτέλεσμα να επιφέρει μείωση του αυτοέλεγχου του και ως τέθηκε στην Φαναράς v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50 «. ο παράγοντας τούτος δεν έπαιξε σοβαρό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, μολονότι ελήφθη υπόψη.». Των παραπάνω λεχθέντων, προσμετρούμε προς όφελος του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο, τελούσε σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα αυτή να αμβλύνει τον αυτοέλεγχό του και να επιδράσει στις πράξεις του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι συνθήκες τέλεσης των σοβαρότερων αδικημάτων προκαλούν αποτροπιασμό. Το κυρίαρχο στοιχείο στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι η έντονη βία που απρόκλητα χρησιμοποίησε εναντίον του θύματος - θείου του, που ήταν το πρόσωπο που τον ευεργέτησε. Και εξηγούμε. Όταν αποπειράθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή του και μετά που εξήλθε από το νοσοκομείο, το θύμα, τον φιλοξένησε στην οικία του. Κατά την επίδικη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος, αρχικά επιτέθηκε στο θύμα με μαχαίρι, τραυματίζοντας το ελαφρά. Το τελευταίο κλειδώθηκε στο δωμάτιό του για να αποφύγει τα χειρότερα. Ακολούθως, όταν ο κατηγορούμενος είχε ηρεμήσει, το θύμα τον πλησίασε και του ζήτησε το μαχαίρι. Τότε, ο κατηγορούμενος, και πάλι του επιτέθηκε, μαχαιρώνοντας το, αυτή τη φορά στην κοιλιά. Οι σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη το θύμα, ως αποτέλεσμα της βάναυσης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είναι το άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την υπόθεση. Όπως έχει αναφερθεί, με τη μαχαιριά που κατάφερε στην κοιλιακή χώρα του θύματος, τα εσωτερικά του όργανα κρέμονταν. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Εξήλθε από το νοσοκομείο, στις 21.10.2021 και του δόθηκε αναρρωτική άδεια για ένα μήνα. Ευτυχώς, η κατάσταση της υγείας του είναι καλή και επανήλθε στην εργασία του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα, ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ του κατηγορουμένου, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πάνω, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές στον κατηγορούμενο: Στην κατηγορία 1 (απόπειρα φόνου): φυλάκιση επτά
(7)ετών. Στην κατηγορία 2 (τραυματισμός): φυλάκιση ενός
(1)έτους. Στην κατηγορία 3 (παραμονή στη Δημοκρατία χωρίς άδεια): φυλάκιση τριών
(3)μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και μειώνονται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από τις 21.10.2021. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο