← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αριστοδήμου κ.α., Υπόθεση αρ.: 1/2021, 12/1/2022

Δημοκρατία ν. Αριστοδήμου κ.α., Υπόθεση αρ.: 1/2021, 12/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:6 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1/2021 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και 1. ΧΧΧ Αριστοδήμου 2. ΧΧΧ Οδυσσέως 3. ΧΧΧ Παμπακάς Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12.1.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Ματθαίου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Δημητρίου με κα Χ. Αλεξάνδρου και κ. Μ. Καούλλα Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Α. Δημητρίου με κα Χ. Αλεξάνδρου, κ. Καούλλα και κ. Κ. Κωνσταντινίδη Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Λ. Νεοφύτου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός δίκης) Όταν ο αστ. XXXXX Α. Χριστοφόρου, επιχείρησε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου 46 τεκμήρια[1], που εντοπίστηκαν εντός της αποθήκης της εταιρείας Interfreight Logistics Ltd (στο εξής θα καλείται «Interfreight»), οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων έφεραν ένσταση στην κατάθεσή τους και ζήτησαν όπως διεξαχθεί μία δίκη εντός δίκης, για όλα τα πιο πάνω τεκμήρια. Οι λόγοι ένστασης, ως αρχικά καθορίστηκαν, εστιάζονται στο ότι η έρευνα τού επίδικου παλέτου και των 7 χαρτοκιβωτίων, που κατ' ισχυρισμόν περιείχαν ναρκωτικά και βεγγαλικά, ήταν παράνομη, καθότι δεν εκδόθηκε ένταλμα έρευνας, αν και υπήρχε άπλετος χρόνος για να εκδοθεί και διενεργήθηκε με την «κατ' ισχυρισμό συγκατάθεση» αξιωματούχου της Interfreight. Περαιτέρω, ως αναφέρθηκε, ο τελευταίος δεν είχε εξουσία να παράσχει συγκατάθεση και κατ' επέκταση, η έρευνα είναι άνευ νομικού ερείσματος, καθότι δεν ήταν ιδιοκτήτης των επίδικων αντικειμένων και δεν είχε κοινό έλεγχο ή πρόσβαση σ' αυτά. Αποτελεί θέση των κατηγορούμενων, ότι η έρευνα που διενεργήθηκε από μέλη της Αστυνομίας, παραβίαζε τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος, ως επίσης και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής θα καλείται «ΕΣΔΑ») και κατ' επέκταση, το δικαίωμα σε δίκαια δίκη, ως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, συμφώνησε στη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για την επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων και το Δικαστήριο, με προηγούμενη ενδιάμεση απόφασή του, διέταξε τη διεξαγωγή της. Μετά που έκλεισε η κάθε πλευρά την υπόθεσή της και πριν αγορεύσουν οι δύο συνήγοροι, ο ευπαίδευτος συνήγορος που χειριζόταν την υπόθεση για τους κατηγορουμένους εισηγήθηκε ότι η συγκατάθεση - που έδωσε ο ΧΧΧ Μαρκίδης - διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας Interfreight, ήταν εξ υπαρχής άκυρη και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν ήταν εκούσια και ελεύθερη, καθότι η Αστυνομία δεν τον πληροφόρησε για το δικαίωμά του να αρνηθεί στην έρευνα. Ήταν η θέση του, ότι ο πιο πάνω επιπρόσθετος λόγος ακυρότητας του εντάλματος έρευνας δεν εκφεύγει του πλαισίου της δίκης εντός δίκης, αλλά και έτσι να είχαν τα πράγματα, το Δικαστήριο θα πρέπει να τον εξετάσει. Ως ανέφερε, οι συνθήκες λήψης της συγκατάθεσης δεν ήταν ευλόγως εμφανείς στην υπεράσπιση και διαπιστώθηκαν, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων στη δίκη εντός δίκης. Περαιτέρω, πριν τις τελικές αγορεύσεις, ο συνήγορος των κατηγορούμενων δήλωσε ότι δεν θα είχε ένσταση σε οποιοδήποτε αίτημα της κατηγορούσας αρχής για επανακλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία επισήμανε ότι ο πιο πάνω λόγος εκφεύγει του πλαισίου της δίκης εντός δίκης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα, το λόγο ένστασης, ότι η «κατ' ισχυρισμό συγκατάθεση» που δόθηκε από τον αξιωματούχο της εταιρείας είναι μολυσμένη, για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω, ότι δόθηκε περί τούτου μαρτυρία, τη δήλωση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι συγκατατίθεται σε αίτημα επανάκλησης και το γεγονός ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε δυσμένεια στην κατηγορούσα αρχή, κρίνουμε ότι θα πρέπει να εξεταστεί και ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες, τους, λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, α/αστ. XXXXX Α. Παντελή και ΧΧΧ Μαρκίδη. Από την άλλη πλευρά, δικαιωματικά, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιόν μας το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Τα παραδεκτά γεγονότα που περιβάλλουν τη δίκη εντός δίκης, έχουν ως ακολούθως: (
  2. i)Στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παραλήφθηκαν συνολικά 126 τεκμήρια, ως αυτά καταγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων (βλ. Tεκ.2), μεταξύ αυτών, 7 χαρτοκιβώτια[2] μαζί με το περιεχόμενό τους[3], ως επίσης και άλλα χαρτοκιβώτια[4], τα οποία στάληκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία από την εταιρεία Stergides S.A., η οποία εδρεύει στην Ελλάδα. (
  3. ii)Όλα τα πιο πάνω, βρίσκονταν εντός του ομαδοποιημένου εμπορευματοκιβωτίου με αρ. SALU 443969-4 και στάλθηκαν στην Κύπρο από το λιμάνι Λαυρίου στην Ελλάδα, με το πλοίο ALEXO, το οποίο κατέφθασε στο νέο λιμάνι Λεμεσού, στις 16.12.2020. Η εταιρεία Interfreight, η οποία θα αναλάμβανε την παραλαβή και την εκφόρτωση του πιο πάνω εμπορευματοκιβωτίου, στις 15.12.2020 έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από την εταιρεία Stergides S.A., με το οποίο την πληροφορούσε ότι το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο θα κατέφθανε στο νέο λιμάνι Λεμεσού, με το πλοίο ALEXO. (iii) Έτσι, στις 17.12.2020, η εταιρεία Interfreight κατέθεσε στο Τελωνείο Λεμεσού τα απαραίτητα έγγραφα, με σκοπό την αποδέσμευσή του και ειδικότερα: (α) το διατακτικό παράδοσης, ημερ. 17.12.2020 (βλ. Τεκ. 5), (β) την αίτηση βεβαίωσης τελωνειακού χαρακτήρα των ενωσιακών εμπορευμάτων, ημερ. 17.12.2020 (βλ. Τεκ. 6), (γ) το έγγραφο Τ2L, ημερ. 14.12.2020 (βλ. Τεκ. 7) και (δ) τον πίνακα φόρτωσης T2L, ημερ. 14.12.2020 (βλ. Τεκ. 8). Το Τελωνείο Λεμεσού, στις 17.12.2020, αποδέσμευσε το εν λόγω φορτίο (βλ. Τεκ. 9), αφού ελέχθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα και αφού διαπιστώθηκε ότι τηρήθηκαν όλες οι νενομισμένες διαδικασίες εισαγωγής του εμπορευματοκιβωτίου. (
  4. iv)Στις 17.12.2020, ο οδηγός της εταιρείας Interfreight μετέβηκε στο νέο λιμάνι Λεμεσού και αφού παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα, παρέλαβε το πιο πάνω εμπορευματοκιβώτιο και το μετέφερε στην αποθήκη της εταιρείας του. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, στο χώρο της αποθήκης της εταιρείας Interfreight, ο ΧΧΧ Βαρνάβα, αποθηκάριος, μαζί με άλλους συναδέλφους του, εκφόρτωσαν το περιεχόμενο του πιο πάνω εμπορευματοκιβωτίου. Η δε σφραγίδα που έφερε το τελευταίο δεν ήταν παραβιασμένη. (
  5. v)Σε σχέση με τα αναφερόμενα τεκμήρια, η εταιρεία Stergides S.A., έδωσε οδηγίες όπως ενημερωθεί για την παραλαβή τους η εταιρεία GC Pacific Logistics Ltd. Έτσι, στις 17.12.2020 και ώρα 13:32, η Μ. Νικολάου, υπάλληλος της εταιρείας Interfreight, απέστειλε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα στην GC Pacific Logistics Ltd, ενημερώνοντάς την για την άφιξη των κιβωτίων, ώστε να διευθετηθεί η παραλαβή τους (βλ. Τεκ. 10). Στις 18.12.2020, ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας Interfreight, για να παραλάβει τα πιο πάνω και η ΧΧΧ Μαύρου, υπάλληλος της τελευταίας, εξέδωσε σχετικό waybill, το οποίο του παρέδωσε για να τα παραλάβει από την αποθήκη. O α/αστ. XXXXX Α. Παντελή, στις 16.12.2020, διενήργησε διακριτικές εξετάσεις, κατόπιν πληροφορίας, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα διευθετούσαν την εισαγωγή ναρκωτικών, τα οποία θα φορτώνονταν σε ομαδοποιημένο εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο θα έφτανε από την Ελλάδα στο λιμάνι Λεμεσού με το πλοίο Alexo, με αποστολέα την εταιρεία Stergides S.A. O πιο πάνω μάρτυρας, ενημερώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, δύο μέρες προηγουμένως, στις 14.12.2020, παρέλαβαν ένα πακέτο από την εταιρεία Interfreight, το οποίο όμως δεν περιείχε ναρκωτικά. Το εν λόγω πακέτο, το εισήγαγαν δοκιμαστικά για να διαπιστωθεί κατά πόσο οι Αρχές της Δημοκρατίας θα το έλεγχαν και στη συνέχεια θα εισήγαγαν το δεύτερο φορτίο το οποίο θα περιείχε ναρκωτικά. Το τελευταίο αυτό φορτίο, ως ανέφερε, αφίχθηκε στο λιμάνι Λεμεσού, στις 16.12.2020, εντός του εμπορευματοκιβωτίου που γίνεται αναφορά πιο πάνω και την επομένη ημέρα, 17.12.2020, το παρέλαβε η εταιρεία Interfreight. Στην συνέχεια, με άλλους συναδέλφους του μετέβησαν πλησίον της εταιρείας Interfreight για παρακολούθηση. Στο μεταξύ, την ίδια ημέρα, γύρω στις 11:30, o λοχ. 2626 Κ. Παναγιώτου, μετέβηκε στα γραφεία της Interfreight και ζήτησε από τον διευθυντή της, όπως του παράσχει πρόσβαση στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της εταιρείας και βοήθεια προς εντοπισμό των ύποπτων πακέτων. Ειδικότερα, αναζητούσαν εμπορεύματα που φορτώθηκαν από την εταιρεία Stergides στην Ελλάδα και τελικό παραλήπτη το ΧΧΧ Ιωάννου. Ο ΧΧΧ Μαρκίδης, αφού έλεγξε τη λίστα εμπορευμάτων, του ανάφερε ότι υπάρχει ένα παλέτο και 7 κιβώτια με τα πιο πάνω στοιχεία και του παραχώρησε πρόσβαση στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από το γραφείο του ΧΧΧ Αλεξάνδρου, υπαλλήλου της εταιρείας. Ακολούθως, ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου αντιλήφθηκε να εκφορτώνεται ένα παλέτο τυλιγμένο με μαύρο νάιλον και διαστάσεις που ομοίαζαν με αυτές που καταγράφονταν στα χαρτιά φόρτωσης. Τότε, ζήτησε από τον ΧΧΧ Αλεξάνδρου να το ελέγξει, ο οποίος, αφού το έπραξε, τον ενημέρωσε ότι επρόκειτο για αυτό που ενδιέφερε και ότι σε αυτό αναγράφονταν τα ονόματα ΧΧΧ Ιωάννου και ΧΧΧ Αριστοδήμου. Επίσης, δίπλα από το παλέτο τοποθετήθηκαν 7 κιβώτια στα οποία αναγραφόταν το όνομα ΧΧΧ Ιωάννου. Ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, διαπίστωσε τα όσα του ανάφερε ο πιο πάνω υπάλληλος της εταιρείας. Τότε, ενημερώθηκε ολόκληρη η ομάδα που συμμετείχε στην επιχείρηση, ότι εντοπίστηκε το ύποπτο παλέτο και ότι δίπλα από αυτό τοποθετήθηκαν τα πιο πάνω κιβώτια και ανάμεναν το πρόσωπο που θα τα παραλάμβανε. Μέχρι η ώρα 17:00, που έκλεισε η αποθήκη, ουδείς εμφανίστηκε για να τα παραλάβει. Τότε, έλαβαν οδηγίες για να ελέγξουν το περιεχόμενο του παλέτου. Αφού εξασφαλίστηκε η προφορική συγκατάθεση του ΧΧΧ Μαρκίδη, διευθυντή της Interfreight, έγινε έρευνα στα πιο πάνω και στο παλέτο εντοπίστηκαν πυροτεχνήματα και στα κιβώτια ναρκωτικά. Ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου τόνισε ότι ο λόγος που προχώρησαν στην έρευνα ήταν διότι είχαν τη συγκατάθεση του ΧΧΧ Μαρκίδη, διευθυντή και ιδιοκτήτη της Interfreight. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η συγκατάθεση του τελευταίου ήταν προφορική και δόθηκε με την ελεύθερη του βούληση. Το πρόσωπο αυτό, ως ανάφερε, συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές από την πρώτη στιγμή. Αναγνώρισε ότι δεν του δόθηκε να υπογράψει το έντυπο της αστυνομίας για γραπτή συγκατάθεση για έρευνα (βλ. Τεκ. 13), το οποίο, ως ανάφερε, χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις υπόπτου προσώπου και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ΧΧΧ Μαρκίδης δεν ήταν ύποπτος. Περαιτέρω, ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του δήλωσε ότι, δεν του ανάφερε ότι είχε το δικαίωμα να αρνηθεί στην έρευνα. Αναγνώρισε ότι, αν αποφάσιζαν οι ανώτεροί του, υπήρχε αρκετός χρόνος να εκδοθεί ένταλμα έρευνας. Ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, ανέφερε ότι, αφού εξασφαλίστηκε η σχετική έγκριση, προχώρησαν στην αντικατάσταση των παράνομων αντικειμένων με ομοιώματα με σκοπό να διενεργηθεί ελεγχόμενη παράδοση. Ο α/αστ. XXXXX Α. Παντελή, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι, τόσο ο ίδιος όσο και άλλα μέλη της αστυνομίας παράμειναν στο χώρο της εταιρείας και μετά που αποχώρησε ο ΧΧΧ Αλεξάνδρου, υπάλληλος της εταιρείας, και επίσης αναφέρθηκε στο τι διαδραματίστηκε την επόμενη ημέρα, 18.12.2020. Ο ΧΧΧ Μαρκίδης, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας Interfreight, η οποία ασχολείται με τη μεταφορά εμπορευμάτων από και προς την Κύπρο. Επίσης, η εταιρεία διατηρεί αποθήκη φύλαξης εμπορευμάτων, μετά την εκτελώνιση και αποδέσμευσή τους από το Τελωνείο. Τα γραφεία και οι αποθήκες της εφάπτονται και βρίσκονται εντός περιφραγμένου χώρου στη Λεμεσό και πρόκειται για την επαγγελματική τους στέγη. Ως ανέφερε, οι αποθήκες δεν είναι προσβάσιμες στο κοινό, παρά μόνο ο πελάτης μπορεί να μεταβεί στην είσοδό τους, παραδίδοντας το waybill, για να του παραδοθεί το εμπόρευμα. Όπως διευκρίνισε, δεν πρόκειται για τελωνειακή αποθήκη και τα εμπορεύματα παραμένουν σ' αυτήν μέχρι και την παραλαβή τους από τους πελάτες. Αναγνώρισε ότι τα προσωπικά αντικείμενα του καθ' ενός, παραμένουν υπό την ασφαλή φύλαξή τους και ουδείς εξ αυτών έχει το δικαίωμα να ανοίξει εμπορευματοκιβώτιο. Δεν έχουν οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των εμπορευμάτων, τα οποία ανήκουν στους παραλήπτες. Το πρωϊνό της 17.12.2020, τον επισκέφθηκε στα γραφεία της εταιρείας του ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, όπου τον ενημέρωσε ότι υπήρχε πληροφορία ότι εντός του πιο πάνω ομαδοποιημένου εμπορευματοκιβωτίου, με αποστολέα την εταιρεία Stergides S.A., στην Αθήνα και παραλήπτη τον ΧΧΧ Ιωάννου, το οποίο αφίχθηκε την ίδια ημέρα στις αποθήκες της εταιρείας του, υπήρχαν κρυμμένα ναρκωτικά. Από έλεγχο που διενήργησε στο μανιφέστο του εμπορευματοκιβωτίου, διαπίστωσε ότι πράγματι υπήρχε τέτοιο φορτίο, με στοιχεία αποστολέα, ΧΧΧ Rotaru και στοιχεία παραλήπτη, Ιωάννου ΧΧΧ και ενημέρωσε τον πιο πάνω λοχία, ότι για τα εν λόγω εμπορεύματα υπήρχαν οδηγίες όπως ενημερωθεί η εταιρεία GC Pacific Logistics Ltd. Ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, του ζήτησε όπως παραμείνει στα γραφεία της εταιρείας του, με σκοπό να ελέγχει το κλειστό κύκλωμα, για εντοπισμό του προσώπου που θα τα παραλάμβανε και τότε, του έδωσε την συγκατάθεσή του. Ακολούθως, έδωσε οδηγίες στον υπάλληλο της εταιρείας του, ΧΧΧ Αλεξάνδρου, όπως μεταβεί στο γραφείο του ο πιο πάνω λοχίας, για να παρακολουθεί, από εκεί, μέσω του κλειστού κυκλώματος. Μέχρι τις 17:00, της ίδιας ημέρας, δεν προσήλθε οποιοσδήποτε για να παραλάβει το ύποπτο φορτίο και το πιο πάνω μέλος της Αστυνομικής Δύναμης, του ζήτησε να ελέγξει το ύποπτο φορτίο. Ο μάρτυρας, του ανέφερε ότι μπορούσε να το πράξει και έδωσε και πάλι οδηγίες στον υπάλληλο της εταιρείας, ΧΧΧ Αλεξάνδρου, όπως τον συνοδεύσει στην αποθήκη για να ελέγξει το φορτίο. Όπως ενημερώθηκε αργότερα, εντός αυτού εντοπίστηκαν ναρκωτικά και πυροτεχνήματα, τα οποία ανταλλάχθηκαν από την Αστυνομία, με σκοπό να συνεχιστεί η παράδοσή τους. Επίσης, ενημερώθηκε ότι μέλη της Αστυνομικής Δύναμης θα παρέμεναν εντός της αποθήκης, για φρούρηση. Στις 18.12.2020, μετά από συνεννόηση με τον λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, μετέβηκε στο χώρο, άλλος αστυνομικός, με σκοπό να ελέγξει το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της εταιρείας, πράγμα το οποίο έπραξε. Την ίδια ημέρα, γύρω στις 10:30-11:00, μετέβηκε στην εταιρεία κάποιο πρόσωπο, το οποίο παρέλαβε το φορτίο. Αργότερα, προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας, ο α/αστ. XXXXX Α. Παντελή, ο οποίος του ζήτησε να παραλάβει τον σκληρό δίσκο του κλειστού κυκλώματος της εταιρείας και αφού συγκατατέθηκε, έδωσε οδηγίες στον υπάλληλο, ΧΧΧ Αλεξάνδρου, να τον παραδώσει. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας, αναγνώρισε ότι συνεργάστηκε με την Αστυνομία, καθότι το θεωρούσε καθήκον του και συγκατατέθηκε στην έρευνα του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου. Θεώρησε ότι η Αστυνομία είχε δικαίωμα να το πράξει και δεν του αναφέρθηκε ότι είχε δικαίωμα να αρνηθεί. Τονίζουμε ότι, έχουμε θέσει ενώπιόν μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή, πως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι στοιχεία μαρτυρίας που επιχειρεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο δεν μολύνονται από αντισυνταγματική, παράνομη ή άλλως πως, επιλήψιμη ενέργεια ή παράλειψη της Αστυνομίας. Θα προσεγγίσουμε τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί στη δίκη εντός δίκης προκειμένου να αποφασίσουμε τα επίδικα θέματα, έχοντας πάντα κατά νου, ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ειδικότερα, των κατηγορουμένων. Αυτή η αναγκαιότητα επιβάλλει περιορισμούς στο σχολιασμό της μαρτυρίας, αλλά και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Ioannides v. The Republic

(1968)2 Α.Α.Δ. 169 και Petri v. The Police
(1968)2 Α.Α.Δ. 40). Συνεπώς, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα γίνει υπό το φως της Νομολογίας και θα περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα ώστε να καλυφθούν με επάρκεια οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθηκαν στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και τίποτε άλλο (βλ. Στυλιανού ν. Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2018:B534, Ποιν. Έφ. 268/2015, ημερ. 13.12.2018). Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο, και δεν υπάρχει δυνατότητα αξιολόγησης σε αυτή, μαρτυρίας που έχει προσαχθεί στην κυρίως δίκη για να καταλήξει ένα Δικαστήριο σε ευρήματα (βλ. Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 Α.Α.Δ. 177). Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας. Αναφορικά με όλους τους μάρτυρες που κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, επισημαίνεται ότι δεν υπέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση. Πέρα δε τούτου, η μαρτυρία τους, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης. Επομένως, γίνεται αποδεκτή, για ό,τι αποτελεί ζητούμενο στη δίκη εντός δίκης. Θα επανέλθουμε σ' αυτή, όταν θα εξετάζουμε τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η επαγγελματική στέγη της εταιρείας Interfreight προστατεύεται από τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη, ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ανάφερε ότι οι πιο πάνω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή, καθότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί το συγκεκριμένο υποστατικό να εκληφθεί ως κατοικία, στη βάση όσων έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B443, Ποιν. Έφ. 55/2016, ημερ. 24.10.2019. Καταρχήν επισημαίνουμε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η έρευνα έγινε στην επαγγελματική στέγη της εταιρείας Ιnterfreight και συγκεκριμένα, στην αποθήκη που διατηρεί στη Λεμεσό. Τα δε γραφεία και οι αποθήκες εφάπτονται και βρίσκονται εντός περιφραγμένου χώρου. Οι αποθήκες της δεν είναι προσβάσιμες στο κοινό, παρά μόνο ο πελάτης μπορεί να μεταβεί στην είσοδό τους, παραδίδοντας το Waybill, για να του παραδοθεί το εμπόρευμα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από αυτά της Ευθυμίου, ανωτέρω, καθότι, στην τελευταία υπόθεση «αφ' ενός δεν ήταν η κατοικία του Εφεσείοντα, αφετέρου, δεν συνιστούσε επαγγελματική στέγη, υπό την έννοια υποστατικού το οποίο λειτουργούσε για την αποκλειστική χρήση φυσικού ή νομικού προσώπου, εν προκειμένω του Εφεσείοντα. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως ότι, υπό την αίρεση στοιχειοθέτησης εύλογης υποψίας, παρείχετο εξουσία στους Αστυνομικούς για είσοδο και έρευνα κατ' εφαρμογή του άρθρου 25
(1)(β)(i) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου .». Το Άρθρο 15 του Συντάγματος, το οποίο αντιστοιχεί στο Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, προστατεύει το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Το δε Άρθρο 16 του Συντάγματος, ρητά διαλαμβάνει ότι η κατοικία του κάθε ενός είναι απαραβίαστη και η είσοδος σε αυτήν «δεν επιτρέπεται ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής.» Στο Σύγγραμμα European Convention on Human Rights, Commentary, του Christoph Grabenwarter
(2014), στη σελ. 197, επισημαίνονται τα ακόλουθα: "The word "home" under the convention also includes business premises." Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Niemietz v. Germany, αρ. υπόθεσης 13710/1988, ημερ. 16.12.1992, επισήμανε ότι ο όρος «κατοικία», που γίνεται αναφορά στο άρθρο 8 της Σύμβασης, έχει γίνει δεκτός ότι επεκτείνεται και σε επαγγελματική στέγη και ότι τέτοια ερμηνεία συνάδει με το Γαλλικό κείμενο, εφόσον ο όρος "domicile" έχει ευρύτερη έννοια από τον όρο "home" και μπορεί να επεκτείνεται στην επαγγελματική στέγη. (Βλ. επίσης Stes Colas Est a.o. v France, No. 37971/97, § 41, απόφαση Δ.Ε.Δ. στην Varec SA v. Belgian State, C-450/06 και το Σύγγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Ανδρέα Ν. Λοϊζου, σελ. 109.) Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η επαγγελματική στέγη απολαμβάνει της ίδιας συνταγματικής προστασίας με την κατοικία και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 16 του Συντάγματος, η είσοδος σε αυτήν «δεν επιτρέπεται ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής». Συνεπώς, η περί αντιθέτου εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, δεν μας βρίσκει σύμφωνους και συνακόλουθα, απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η συγκατάθεση που δόθηκε για έρευνα είναι άκυρη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η συγκατάθεση που έδωσε ο ΧΧΧ Μαρκίδης, διευθυντής της εταιρείας Interfreight, είναι άκυρη καθότι ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, δεν τον πληροφόρησε για το δικαίωμά του να αρνηθεί στην έρευνα. Στο πλαίσιο της εμπεριστατωμένης του αγόρευσης, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 105/2019 (σχ. με 118/2019 και 119/2019), ημερ. 25.6.2021, ως επίσης και σε αλλοδαπή νομολογία. Στην υπόθεση Γεωργίου, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά και σε Καναδική νομολογία, επισήμανε ότι: «Η συναίνεση του ενοίκου μιας κατοικίας, συνεπάγεται παραίτηση από τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και του απαραβίαστου της κατοικίας του. Σε συμφωνία με την καναδική προσέγγιση, θεωρούμε ότι για να είναι η συγκατάθεση έγκυρη και αποτελεσματική προϋποθέτει την ύπαρξη δυνατότητας άσκησης επιλογής μεταξύ του να επιτρέψει ο ένοικος την είσοδο ή να την αρνηθεί. Η οποιαδήποτε επιλογή έχει νόημα μόνο αν ο ένοικος γνωρίζει για το δικαίωμα του να αρνηθεί και, στην περίπτωση συναινέσεως του, για τις τυχόν συνέπειες από αυτή. Ιδιαίτερα όταν ο ένοικος θεωρείται ύποπτος για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, απαιτούνται κριτήρια τέτοια που να διασφαλίζουν τη δίκαιη μεταχείριση του στο πλαίσιο του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας και που τον προστατεύουν από ανάρμοστους τρόπους εξασφάλισης της συγκατάθεσής του. . Η συγκατάθεση του εφεσείοντα, λοιπόν, για να είναι έγκυρη και αποτελεσματική, προϋπόθετε γνώση του δικαιώματος του να αρνηθεί την έρευνα καθώς επίσης των συνεπειών της συγκατάθεσης του.» Στην υπόθεση Γεωργίου, ανωτέρω, ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε αριθμό κατηγοριών που αφορούσαν αδικήματα, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου. Μετά που παρέλαβε όχημα ενοικίασης, έδωσε το κλειδί του σε άλλο πρόσωπο, με σκοπό να μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες, το οποίο όμως, το εγκατέλειψε, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας. Ο εφεσείοντας, συνελήφθηκε και μετά από έρευνα που έγινε στην κατοικία του, εντοπίστηκε το πιο πάνω κλειδί. Να σημειωθεί ότι δεν εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας. Έτσι, η διεξαγωγή της έρευνας, εφόσον δεν είχε εξασφαλιστεί σχετικό ένταλμα, προϋπόθετε, σύμφωνα με τη σχετική συνταγματική επιταγή, την ύπαρξη «ρητής» συγκατάθεσης εκ μέρους του. Ενόψει του γεγονότος, ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε για το δικαίωμά του να αρνηθεί στην έρευνα της οικίας του και για τις πιθανές συνέπειες της συναίνεσής του κατά την εξέλιξη της υπόθεσης, κρίθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η έρευνα της οικίας του, παραβίαζε τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά του, δυνάμει των Άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος και συνακόλουθα, το κλειδί που παραλήφθηκε στο πλαίσιο της έρευνας της οικίας του από την Αστυνομία, δεν ήταν επιτρεπτό να κατατεθεί ως μαρτυρία στη δίκη. Η υποχρέωση της Αστυνομίας να πληροφορήσει ένα πρόσωπο για το δικαίωμά του να αρνηθεί την έρευνα της οικίας του ή της επαγγελματικής του στέγης και για τις πιθανές συνέπειες της συναίνεσής του, καθώς αντιλαμβανόμαστε, είναι για να διασφαλιστεί το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης ενός υπόπτου ή κατηγορούμενου και κατ' επέκταση, να διασφαλιστεί το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο εμπεριέχει, σιωπηρά, το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, η κατοχύρωση του οποίου, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51) «..αποβλέπει στην προστασία του κατηγορούμενου από τυχόν εξαναγκασμό ή καταπίεση του να αυτοενοχοποιηθεί.». Όπως ρητά διαλαμβάνει το άρθρο 3Γ του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το τελευταίο αυτό δικαίωμα συνίσταται στη μη υποχρέωση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ή έγγραφα ή να παράσχει πληροφορίες που μπορεί να οδηγήσουν στην αυτοενοχοποίησή του. Το εν λόγω δικαίωμα βασίζεται στην αρχή ότι ουδείς υποχρεούται σε επιβάρυνση και ενοχοποίηση του εαυτού του (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 968). Τα γεγονότα όμως που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, διαφέρουν ουσιωδώς από τα αυτά της Γεωργίου, ανωτέρω. Και εξηγούμε. Στην υπό εξέταση περίπτωση, σύμφωνα με την αποδεκτή και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, τόσο η εταιρεία Interfreight όσο και ο διευθυντής και ιδιοκτήτης αυτής, ΧΧΧ Μαρκίδης, ουδέποτε ήταν ύποπτοι, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε στην υπόθεση Γεωργίου, ανωτέρω, όπου ο εφεσείοντας ήταν ύποπτος και μάλιστα, πριν την έρευνα στην οικία του, είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Στην παρούσα υπόθεση, οι υποψίες της Αστυνομίας, σε κανένα στάδιο, δεν στρέφονταν εναντίον της εταιρείας και του αξιωματούχου αυτής. Αντιθέτως, η πληροφορία που είχε στην κατοχή της η Αστυνομία, εστιαζόταν στο ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν αυτοί που θα διευθετούσαν την εισαγωγή ναρκωτικών, τα οποία θα φορτώνονταν σε ομαδοποιημένο εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο θα έφτανε στην Κύπρο από την Ελλάδα, με το πλοίο Alexo και με αποστολέα την εταιρεία Sergides S.A. Αφού διαπιστώθηκε ότι αφίχθηκε το ύποπτο εμπορευματοκιβώτιο, στις 16.12.2020, οι Αστυνομικές Αρχές ακολούθησαν τη διαδρομή του, το οποίο κατέληξε στην εταιρεία Interfreight, η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την αποθήκευση εμπορευμάτων μέχρι και την παραλαβή τους από τους πελάτες. Περαιτέρω, ο πιο πάνω αξιωματούχος της εταιρείας, συνεργάστηκε πλήρως με την Αστυνομία. Κατόπιν συγκατάθεσής του, παρέσχε πρόσβαση, στο λοχ. 2626 Κ. Παναγιώτου, στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της εταιρείας του. Στη συνέχεια, συγκατατέθηκε στο να γίνει έρευνα στην αποθήκη, όπου υπήρχε το παλέτο και τα χαρτοκιβώτια και περαιτέρω συγκατατέθηκε να παραμείνουν στην αποθήκη τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης και μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου της εταιρείας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί τόσο η εταιρεία όσο και ο ΧΧΧ Μαρκίδης, ουδέποτε ήταν ύποπτοι διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος. Δεν πληροφορήθηκαν για το δικαίωμά τους να αρνηθούν στην έρευνα και για τις πιθανές συνέπειες της συναίνεσης. Καμία συνέπεια δεν θα αντιμετώπιζαν, αφού, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν ήταν ύποπτοι. Ενόψει του τελευταίου δεν τίθετο ζήτημα πληροφόρησής τους. Η συγκατάθεση για έρευνα στην αποθήκη, δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του ΧΧΧ Μαρκίδη και ήταν «ρητή». Δεν δόθηκε παρά τη θέλησή του. Δεν έχει εξασφαλιστεί κατόπιν εξαναγκασμού ή καταπίεσης, μα ούτε και είναι προϊόν παρανομίας και γενικότερα δεν εξασφαλίστηκε κατά τρόπο ανάρμοστο. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν πληροφορήθηκε για τη δυνατότητα που είχε να αρνηθεί την έρευνα και τις πιθανές συνέπειες της συναίνεσής του, κατά την εξέλιξη της υπόθεσης δεν μεταβάλλει το γεγονός, ότι η συναίνεσή του ήταν εκούσια και ρητή, όπως απαιτεί το άρθρο 16 Συντάγματος. Στην παρούσα υπόθεση, δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια. Συνακόλουθα, η σχετική, περί αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η έρευνα ήταν παράνομη καθότι έγινε χωρίς προηγουμένως να εκδοθεί ένταλμα έρευνας παρά το ότι υπήρχε άπλετος χρόνος για την έκδοσή του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η έρευνα ήταν παράνομη, καθότι δεν διεξήχθηκε κατόπιν εντάλματος έρευνας, ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχε άπλετος χρόνος για την έκδοσή του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο λοχ. XXXXX Κ. Παναγιώτου, αναγνώρισε ότι υπήρχε αρκετός χρόνος για την έκδοση εντάλματος έρευνας. Υπενθυμίζουμε ότι οι Αστυνομικές Αρχές γνώριζαν ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, δύο ημέρες πριν την επίδικη έρευνα, παρέλαβαν ένα πακέτο από την εταιρεία Interfreight, το οποίο δεν περιείχε ναρκωτικά. Το τελευταίο αυτό πακέτο το εισήγαγαν, δοκιμαστικά, για να διαπιστώσουν κατά πόσο θα ελεχθεί από τις αρχές της Δημοκρατίας. Στις 16.12.2020 υπήρχε πληροφορία ότι οι κατηγορούμενοι θα διευθετούσαν την εισαγωγή ναρκωτικών. Την επόμενη ημέρα, γύρω στις 11:30, ο πιο πάνω λοχίας μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας Interfreight και λίγο αργότερα εντοπίστηκε το ύποπτο εμπόρευμα. Η δε έρευνα στην αποθήκη της εταιρείας διενεργήθηκε η ώρα 17:00. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Anderson v. The United States, 399 F.2D 753 (10th Cir 1968) "As the cited cases indicate, consent to a search can be binding in the absence of a search warrant even though there was ample time and probable cause for obtaining a warrant ." Τονίζεται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η έρευνα στην αποθήκη της εταιρείας Interfreight διενεργήθηκε κατόπιν της ρητής συγκατάθεσης του ΧΧΧ Μαρκίδη, διευθυντή και ιδιοκτήτη της. Το γεγονός ότι υπήρχε χρόνος, για την έκδοση εντάλματος έρευνας, δεν καθιστά άκυρη την έρευνα που διενεργήθηκε από την Αστυνομία, μετά που δόθηκε σχετική ρητή συγκατάθεση από το πιο πάνω πρόσωπο. Συνακόλουθα, η περί αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η έρευνα στο παλέτο και στα κιβώτια ήταν εξ υπαρχής άκυρη, καθότι η εταιρεία δεν είχε ιδιοκτησιακό καθεστώς σε αυτά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι ακόμη και αν η συγκατάθεση του αξιωματούχου της εταιρείας για έρευνα στην αποθήκη είναι έγκυρη και δεν ήταν αναγκαία η έκδοση εντάλματος έρευνας, ο τελευταίος δεν είχε εξουσία να συγκατατεθεί στην έρευνα του παλέτου και των κιβωτίων, καθότι η εταιρεία δεν είχε οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό καθεστώς επί αυτών και, ως ανέφερε, θα έπρεπε να είχε εκδοθεί ένταλμα έρευνας των πιο πάνω εμπορευμάτων. Σε σχέση με το τελευταίο επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ένταλμα έρευνας εκδίδεται σε σχέση με «τόπο». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Psaras and another v. The Republic
(1987)2 C.L.R., 132, ως επίσης στις Αμερικάνικες υποθέσεις Corngold v. United States of America, 367 F.2d 1 (9th Cir. 1966), The People of the State of Illinois v. Ortega 2020 IL App (1st) 162516 και στην Καναδική υπόθεση Buhay v. Her Majesty The Queen
(2003)1 SCR 631. Στην Buhay έγινε έρευνα σε ντουλάπι στο σταθμό λεωφορείων, στην απουσία εντάλματος έρευνας, όπου εντοπίστηκαν ναρκωτικά. Το Εφετείο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη προσδοκία ιδωτικότητας στο περιεχόμενο του ντουλαπιού που ενοικίαζε και η Αστυνομία έπρεπε να λάβει ένταλμα για να το ερευνήσει. Ως επισημάνθηκε, επρόκειτο για ανεπίτρεπτη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και έτσι παραβίαζε το άρθρο 8 του Καναδικού Χάρτη Δικαιωμάτων. Στην Corngold, τελωνειακοί πράκτορες εντόπισαν στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου, ραδιενεργό υλικό με τη χρήση «σπινθηριστή». Αυτό, στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο αεροδρόμιο του Los Angeles, όπου μεταφέρθηκαν στην πλατφόρμα φόρτωσης της Trans World Airlines (TWA), με σκοπό να αποσταλούν στη Νέα Υόρκη. Μία από τις συσκευασίες ανοίχτηκε και εντοπίστηκε μεγάλη ποσότητα ρολογιών με κατράν, επεξεργασμένα με ράδιο. Ο υπάλληλος της TWA άνοιξε το πακέτο του εφεσείοντα επειδή του το ζήτησε η κυβερνητική υπάλληλος και δεν ανοίχθηκε για οποιοδήποτε σκοπό του μεταφορέα, με βάση τη ρήτρα επιθεώρησης. Αποφασίστηκε ότι η έρευνα έγινε υπό τον μανδύα του δικαιώματος του μεταφορέα για έρευνα, προκειμένου να μπορέσουν οι αξιωματικοί να αποφύγουν τις απαιτήσεις της Τέταρτης Τροποποίησης του Αμερικάνικου Συντάγματος και συγκεκριμένα την έκδοση εντάλματος έρευνας. Το Δικαστήριο όμως επισήμανε ότι το ανεξάρτητο δικαίωμα παραχώρησης άδειας εισόδου σε τόπο που ερευνάται δεν εξαρτάται από τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη, του οποίου η περιουσία βρίσκεται στις εγκαταστάσεις (βλ. Roberts v. United States, 332 F.2d 892, 897 (8th Cir. 1964)). Επισημάνθηκε ότι, η Τ.W.A., θα μπορούσε να παραχωρήσει πρόσβαση στη δική της περιοχή φόρτωσης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες του κατηγορούμενου, ωστόσο, το περιεχόμενο του πακέτου του τελευταίου δεν παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας στο χώρο φόρτωσης της T.W.A. Αποκαλύφθηκε από έρευνα στο ίδιο το δέμα. Στην Ortega, οδηγός φορτηγού μετέφερε επί αυτού ένα όχημα μάρκας BMW και όταν προσπάθησε να τοποθετήσει άλλο όχημα αντιλήφθηκε ότι η μπαταρία του εν λόγω αυτοκινήτου (BMW) ήταν νεκρή και όταν κοίταξε στο πορτ μπακάζ εντόπισε πολλές δέσμες τυλιγμένες με κολλητική ταινία και έτσι επικοινώνησε με την Αστυνομία. Στη συνέχεια, εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για το όχημα BMW. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι, η Αστυνομία μπορούσε να ερευνήσει εμπορευματοκιβώτιο ή συσκευασία που βρέθηκε σε ένα αυτοκίνητο, χωρίς ένταλμα, αν υπάρχει εύλογη αιτία για τούτο και στην συγκεκριμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο ουσιαστικά δεν εξέτασε το τελευταίο αυτό ζήτημα. Έτσι, το Εφετείο παρέπεμψε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να αποφασίσει, αφού ακούσει μαρτυρία μέσω της δέουσας διαδικασίας, διάφορα θέματα που εγέρθηκαν, μεταξύ αυτών και το κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ ένταλμα έρευνας τη στιγμή που ανοίχθηκαν τα πακέτα. Στην Psaras, ο εφεσείοντας άφησε εκτεθειμένο στο γραφείο του και προσβάσιμο στο προσωπικό της εταιρείας του, το ημερολόγιό του και έτσι εξάλειψε την οποιαδήποτε προσδοκία ότι το περιεχόμενο του ημερολογίου θα έπρεπε να παραμείνει ιδιωτικό, οπότε κρίθηκε ότι η έρευνα ήταν νόμιμη, υπό τις περιστάσεις. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, διαφέρουν ουσιωδώς από τις υποθέσεις Buhay, Corngold και Ortega. Στην πρώτη, έγινε έρευνα, χωρίς ένταλμα και χωρίς τη συγκατάθεση του κατηγορουμένου, σε κλειδωμένο ντουλάπι, το οποίο ενοικίαζε. Στη δε Corngold, η έρευνα έγινε υπό τον μανδύα του δικαιώματος του μεταφορέα για έρευνα, προκειμένου να μπορέσουν οι κυβερνητικοί πράκτορες να αποφύγουν τις απαιτήσεις της Τέταρτης Τροποποίησης του Αμερικάνικου Συντάγματος, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση, καθότι ο διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας Interfreight έδωσε, ως είχε δικαίωμα, με την ελεύθερη βούλησή του, ρητή συγκατάθεσή για έρευνα της αποθήκης και η Αστυνομία δεν έδρασε κατά παράβαση του Συντάγματος. Στη δε Ortega, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε αν υπήρχε εύλογη αιτία για έρευνα, σε αντίθεση με την παρούσα, και ουσιαστικά, το Εφετείο παρέπεμψε στο πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ ένταλμα, όταν ανοίχθηκαν τα πακέτα που βρίσκονταν εντός του BMW. Η ύπαρξη εξουσίας για έρευνα σε υποστατικό, εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες και πρόκειται για ζήτημα πραγματικό. Με άλλα λόγια είναι ζήτημα γεγονότων. Στην Psaras, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "An employee is not by virtue of his office necessarily invested with authority to authorise a search of the premises of his employer. The existence of such authority is dependent on a variety of factors including the position of the employee in the company, the instructions of his principal, and more importantly the access enjoyed to the various parts of the premises.**** Ultimately, it is a question of fact for the trial Court whose findings will not be disturbed on appeal unless demonstrably wrong." Στην υπόθεση United States v. Matlock
(1974)No. 72-1355, ημερ. 20.2.1974, επισημάνθηκε ότι «. when the prosecution seeks to justify a warrantless search by proof of voluntary consent, it is not limited to proof that consent was given by the defendant, but may show that permission to search was obtained from a third party who possessed common authority over or other sufficient relationship to the premises or effects sought to be inspected.". Στην υπόθεση United States v. Phifer, 400 F. Supp. 719 (E.D. Pa. 1975), έγινε έρευνα στο αεροπλάνο του κατηγορούμενου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί σχετικό ένταλμα, καθότι ο πιλότος, ο οποίος είχε τον επιχειρησιακό έλεγχο του αεροπλάνου, συγκατατέθηκε στην έρευνα. Θεωρήθηκε ότι η έρευνα, χωρίς ένταλμα, ήταν συνταγματική και η μαρτυρία που λήφθηκε αποδεκτή, εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εταιρεία Interfreight ήταν ιδιοκτήτης, κάτοχος και είχε τον έλεγχο των επίδικων εγκαταστάσεων. Ο δε διευθυντής και ιδιοκτήτης αυτής, έδωσε, με την ελεύθερη βούλησή του, ρητή συγκατάθεση για έρευνα της αποθήκης που διατηρεί. Στην τελευταία υπήρχαν τα επίδικα εμπορεύματα, τα οποία αποτελεί αποδεκτό γεγονός, ότι δεν ανήκαν στην εταιρεία και στο διευθυντή αυτής. Η εταιρεία τα κατείχε, με σκοπό να τα παραδώσει στο δικαιούχο τους και ήταν κάτω από τον έλεγχό της. Συνεπώς, η εταιρεία, μέσω του διευθυντή αυτής, νομιμοποιείτο να συγκατατεθεί να γίνει έρευνα στα αντικείμενα τα οποία κατείχε, υπό την πιο πάνω ιδιότητά της. Πέρα δε τούτου, η εταιρεία, ως έχει αναφερθεί, συγκατατέθηκε να εισέλθουν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης στην αποθήκη της και να γίνει έρευνα στα εμπορεύματα, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι εντός αυτών υπήρχαν ναρκωτικά. Και κάτι ακόμη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η έρευνα, κατά τη θέση του, θα ήταν νομότυπη, εάν εκδιδόταν ένταλμα έρευνας, για τους λόγους που έχει εξηγήσει και δεν χρήζουν επανάληψης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εταιρεία παρέσχε τη ρητή συγκατάθεσή της για έρευνα και έτσι δεν απαιτείτο η έκδοση εντάλματος έρευνας. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, ότι η έρευνα που διενεργήθηκε ήταν νόμιμη και ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια. Συνακόλουθα, επιτρέπεται η κατάθεση των επίμαχων τεκμηρίων. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Πρόκειται για τα τεκμήρια 1-44, 106 και 107 που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων (βλ.Τεκ.2). [2] Τεκμήρια 1, 5, 9, 15, 18, 25, 31, που περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων (βλΤεκ.2). [3] Τεκμήρια 2-4, 6-8, 10-14, 16, 17, 19-24, 26-30, 32-36, που περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκ.2). [4] Τεκμήριο 106, που περιγράφεται στον κατάλογο τεκμηρίων Τεκ.2). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.