ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 18695/19, 8/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18695/19 ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ v. ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΧΧ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08 Μαρτίου, 2022. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Βασιλείου. Για τον Κατηγορούμενο: Καμία Εμφάνιση Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης αποτέλεσε διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου στις 11.02.2019 στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού ΧΧ/ΧΧ στην παρουσία του και μετά από καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 05.02.2019[1] και το οποίο διαλάμβανε τα ακόλουθα: «Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα κατεδάφισης της οικοδομής (μικρής οικίας) εντός του οικοπέδου με αρ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ εντός 2 μηνών από σήμερα (11/02/2019), εκτός και αν ληφθούν οποιαδήποτε νόμιμα διαβήματα που θα εξασφαλίζουν την νομιμότητα του εν λόγω υποστατικού.» Στις 19.09.2019 το Δημοτικό Συμβούλιο Κάτω Πολεμιδιών ως Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε το υπό κρίση κατηγορητήριο με το οποίο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο η διάπραξη αδικήματος ήτοι αυτού της Παρακοής Δικαστικού Διατάγματος δυνάμει των προνοιών μεταξύ άλλων και του άρθρου 20
(5)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96. Ο Κατηγορούμενος παρά την σοβαρότητα της κατηγορίας επέλεξε όπως χειριστεί μόνος του την υπόθεση ενώ η πλευρά της Δημοτικής Αρχής προς στοιχειοθέτηση της Κατηγορίας παρουσίασε συνολικά 2 μάρτυρες ήτοι την κα. Α. Στυλιανού (ΜΚ1) και τον κ. Α. Γεωργίου (ΜΚ2) ενώ στις 15.02.2020 το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση και αφού προηγουμένως άκουσε την επιχειρηματολογία έκαστης πλευράς κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και αυτός επέλεξε όπως δώσει ενόρκως μαρτυρία κάτι το οποίο έπραξε στις 28.02.2022 και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Η Μαρτυρία: Πρώτη Μάρτυρας Κατηγορία (ΜΚ1) παρουσιάστηκε η Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού και υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος η οποία είχε στην κατοχή της και κατέθεσε στην διαδικασία τόσο το διάταγμα ημερομηνίας 11.02.2019 που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού ΧΧ/ΧΧ (Τεκμήριο 1) όσο και αυτούσιο τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης ΧΧ/ΧΧ (Τεκμήριο 2) και δεν έτυχε αντεξέτασης από τον Κατηγορούμενο ο οποίος περιορίστηκε να αναφέρει προς το Δικαστήριο για άδικες αποφάσεις και ψευδείς διαδικασίες τις οποίες ζει ως πολίτης. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Στυλιανού ο οποίος εργάζεται ως Τεχνικός Πολιτικός Μηχανικός από το 2009 μέχρι και σήμερα στον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών με καθήκοντα τον έλεγχο οικοδομών την έκδοση πιστοποιητικών τελικής έγκρισης την μελέτη νέων αδειών οικοδομής την διαχείριση παραπόνων καθώς και την τήρηση της σχετικής με τις οικοδομές νομοθεσία και κανονισμών. Ως ανέφερε γνωρίζει τον κατηγορούμενο τον οποίο και αναγνώρισε στην αίθουσα του δικαστηρίου από το έτος 2008 σε επίσκεψη που διενέργησε στο υποστατικό του μετά από οδηγίες του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών για την ετοιμασία έκθεσης σε σχέση με τα υποστατικά που βρίσκονται εντός της Κτηνοτροφικής Περιοχής Πολεμιδιών. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 που του υποδείχθηκε ως το διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου και ανέφερε πως μετά την έκδοση αλλά μέχρι και σήμερα αφού επισκεύθηκε τον χώρο η κατάσταση εντός του κτηνοτροφικού οικοπέδου παραμένει ως είχε. Μάλιστα στις 15.02.2022 και ώρα 0900 ο ίδιος μετέβηκε στο χώρο και έβγαλε φωτογραφίες τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 (Α) μέχρι και (Δ) υποδεικνύοντας με κόκκινο κύκλο το επίδικο υποστατικό δηλαδή την μικρή οικία με σκεπή από κεραμίδια από διάφορες οπτικές γωνίες στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3 Β - Γ και Δ το οποίο δεν έχει κατεδαφιστεί παρά τις πρόνοιες του διατάγματος. Σημείωσε πως με τον κατηγορούμενο είχε συναντηθεί στο Δικαστήριο σε προηγούμενες ημερομηνίες που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και στις οποίες είχε παρευρεθεί και τον συμβούλεψε ότι ως πολίτης της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα να αποταθεί στην Πολεοδομική Αρχή για εξασφάλιση καλυπτικής άδειας αν αυτό καθίσταται δυνατό με σκοπό να εξασφαλίσει την προαναφερόμενη μικρή οικία όμως εκ της θέσεως του ως Τεχνικός του Δήμου που χειρίζεται την υπόθεση δεν έχει πληροφόρηση ότι προέβηκε σε τέτοια ενέργεια παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη οικοδομή υφίσταται μέχρι και σήμερα χωρίς να έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια οικοδομής. Αντεξεταζόμενος από τον Κατηγορούμενο ερωτήθηκε για την επίσκεψη του στο συγκεκριμένο χώρο και για την ύπαρξη του δωματίου πλύσης και δωμάτιο φύλαξης ζωοτροφών και κατά πόσο υπάρχει κάτι το παράνομο με τον μάρτυρα να απαντά πως πράγματι μετά την απόφαση επισκεύθηκε το κτηνοτροφικό υποστατικό του κατηγορούμενου στα πλαίσια των καθηκόντων του και έχοντας τον φάκελο και την σχετική άδεια οικοδομής και του εξήγησε πως η υπό αναφορά στην υπόθεση οικοδομή δηλαδή η μικρή οικία αντικείμενο του διατάγματος έχει ανεγερθεί χωρίς να καλύπτεται από την υπάρχουσα άδεια οικοδομής υπ. Αρ ΧΧ ημερ. 19.11.1981 αφού αυτή ανεγέρθηκε διαφορετικά από τα εγκεκριμένα σχέδια αυτής και επιπρόσθετα ούτε και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης δεν έχει εξασφαλίσει. Ο κατηγορούμενος στην συνεχεία ισχυρίστηκε στον μάρτυρα πως η φάρμα κτίστηκε από τον πατέρα του εδώ και 40 χρόνια μάλιστα με κρατική επίβλεψη και με την υπογραφή μηχανικού ενώ ο Δήμος σήμερα τα παρουσιάζει ως παράνομα με τον μάρτυρα να επαναλαμβάνει την θέση πως η συγκεκριμένη μικρή οικοδομή ανεγέρθηκε όχι με βάση τα εγκριμένα σχέδια της συγκεκριμένης άδειας οικοδομής αντίγραφο της οποίας μάλιστα υποδείχθηκε στον ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στην διαδικασία. Σε υπόδειξει αρχιτεκτονικής κάτοψης στο οποίο παρουσιαζόταν σύμφωνα με τον κατηγορούμενο το δωμάτιο πλύσης και ξεκούρασης του κτηνοτρόφου και δίπλα η αποθήκη των ζωοτροφών την οποία ο Δήμος παρουσιάζει ως κατοικία ο ΜΚ2 ανέφερε πως το συγκεκριμένο έγγραφο πρόκειται στην ουσία για το κυανούν 4 επί του φακέλου του σχέδιο το οποίο καλύπτεται από την αναφερθήσα από αυτόν άδεια οικοδομής το οποίο όμως δεν συνάδει με την επί τόπου κατάσταση αφού η μικρή οικοδομή η οποία αναφέρεται στο διάταγμα κατεδάφισης είναι χωροθετημένη πλησίον της πρόσοψης της αδειοδοτημένης μάντρας και η σκεπή της είναι από κεραμίδη ενώ σύμφωνα με την άδεια κανένα κτίριο δεν θα μπορούσε να έχει σκεπή από κεραμίδη και επιπρόσθετα το δωμάτιο πλυσίματος και η αποθήκη θα έπρεπε να ήταν ανεγειρόμενα στο βορειοδυτικό τμήμα του τμήμα του οικοπέδου ενώ αυτή είναι ανεγειρόμενη πλησίον της πρόσοψης με τον κατηγορούμενο να συμφωνεί πως πράγματι η τοποθέτηση της αποθήκης και του δωματίου πλύσης τοποθετήθηκαν πλησίον του δρόμου για να κατεβαίνουν εύκολα οι τροφές με τον ΜΚ2 να συμπληρώνει πως η χωροθέτηση αυτή δεν είναι σύμφωνη με την άδεια οικοδομής του τεμαχίου. Τέλος ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός πως σύμφωνα με το ισχύον Τοπικό Σχέδιο αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 και το οποίο επηρεάζει και τα δυτικά διοικητικά όρια του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών δύναται οι περιοχές αυτές στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο να έχουν οικιστική ανάπτυξη νοουμένου ότι έχουν μετακινηθεί τα κτηνοτροφικά υποστατικά που υφίστανται εντός της εν λόγω ζώνης χωρίς βεβαίως το γεγονός αυτό να εμποδίζει ως ανέφερε τον κατηγορούμενο να αιτηθεί την εξασφάλιση καλυπτικής άδειας χωρίς μέχρι σήμερα να το έχει πράξει. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου ήταν σύντομη, στην ουσία προέβηκε σε αναφορά του ιστορικού απόκτησης από τον ίδιο του επίδικου οικοπέδου μέσω του πατέρα του ο οποίος ως ανέφερε ήταν το πρόσωπο που ανέγειρε την φάρμα και λειτουργούσε ενώ στην συνέχεια ανέλαβε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ο ίδιος σημείωσε πώς ο Δήμος έχει προχωρήσει σε δίωξη εναντίον του άλλα πρόσωπα που έχουν γειτονικά ακίνητα δεν έχουν διωχθεί παρά το γεγονός πώς ως φαίνεται και στο φωτογραφικό υλικό (Τεκμήριο 5) το οποίο και κατέθεσε έχουν κτίσει και αυτοί υποστατικά μπροστά στον κύριο δρόμο για ευκολία λειτουργίας της φάρμας όπως και η δική του χωρίς να τηρηθεί η απόσταση των 6 μέτρων και παρά το γεγονός τούτο ως ισχυρίστηκε ο Δήμος επέτρεψε τις μεταβιβάσεις τους. Μάλιστα σημείωσε πως η δική τους φάρμα σε αντίθεση με τις άλλες της περιοχής έχει γίνει από τον πατέρα του με κρατική επίβλεψη και άδεια οικοδομής αναγνωρίζοντας όμως πώς ο πατέρας του παρέλειψε να κάνει άλλα σχέδια και καταληκτικά δήλωσε πως είναι αθώος. Αντεξεταζόμενος συνέχισε να επιμένει πως σε σχέση με την μικρή οικία που πρόκειται για την αποθήκη με βάση σχέδιο έχει γίνει παραλαβή από μηχανικό ενώ ισχυρίστηκε πως ο δικηγόρος του Δήμου προσπαθεί να παραπληροφορήσει και να πιέζει τον Δήμο Πολεμιδιών να πει ψέματα αλλά πως και ο ίδιος λέει ψέματα. Τέλος ερωτούμενος για το τι σκοπεύει να κάνει με την οικοδομή και αν έχει σκοπό να την κατεδαφίσει απάντησε μονολεκτικά και με έντονο ύφος προς τον δικηγόρο της κατηγορούσας αρχής ''Τρελάθηκες''. Αξιολόγηση & Ευρήματα: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Η μαρτυρία της ΜΚ1 η οποία σημειώνεται πως δεν αντεξετάστηκε ήταν τυπικής φύσεως και σχετιζόταν με την κατάθεση του επίδικου διατάγματος καθώς και του φακέλου της Ποινικής Υπόθεσης του Ε.Δ. Λεμεσού ΧΧ/ΧΧ συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ το σύνολο αυτής ως αξιόπιστο και αληθές. Στρεφόμενος προς τον ΜΚ2 σημειώνω εξ αρχής πώς αυτός άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι αυτός δεν ήταν προκατειλημμένος ούτε και επεδίωκε πάση θυσία την καταδίκη του Κατηγορούμενου απεναντίας προσήλθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Αυτός απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και με πηγαίο τρόπο και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής προσφεύγοντας στην υπερβολή, στην ασάφεια ή στο ψεύδος. Δεν έχει περιπέσει σε αντιφάσεις, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, παρέθεσε μάλιστα με σαφήνεια και πληρότητα όσα γεγονότα περιήλθαν στην γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του όταν αυτό δεν ήταν προϊόν της άμεσης εμπλοκής του. Ανέφερε με λεπτομέρεια την δική του εμπλοκή στην υπόθεση που αφορούσε κατά κύριο τον έλεγχο κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε προχωρήσει σε συμμόρφωση με τα όσα διατασσόταν να πράξει με το διάταγμα ημερομηνίας 11.02.2019 καθώς και στους ελέγχους τους οποίους ο ίδιος διενέργησε μάλιστα με επιτόπιες επισκέψεις στις οποίες διαπίστωσε την μη συμμόρφωση του Κατηγορούμενου μέχρι και σήμερα στα όσα το επίδικο διάταγμα προέβλεπε και ούτε έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια μέχρι και σήμερα. Συνεπώς για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο αποδέχεται το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2 ως αξιόπιστο αφού σε καμιά περίπτωση η αξιοπιστία του δεν έχει πληγεί. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη τόσο των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του όσο και από την συνολική συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εντύπωση που ήθελε να δώσει στο Δικαστήριο ήταν ότι αυτός ήταν το θύμα της όλης υπόθεσης και το πρόσωπο το οποίο αδικείται όχι μόνο από τον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών από και από τα ίδια τα Δικαστήρια χαρακτηρίζοντας την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης ΧΧ/ΧΧ άδικη αλλά και προϊόν συμπαιγνίας των εμπλεκόμενων τότε δικηγόρων. Η μαρτυρία του δεν ήταν σχετική με τα επίδικα θέματα της παρακοής και στην ουσία αφορούσαν γεγονότα και αναφορές που εξετάστηκαν ή θα έπρεπε να εξετάζονταν στην προηγούμενη ποινική υπόθεση και δεν ήταν δυνατό για τον ίδιο να αντιληφθεί ότι είχε ήδη περατωθεί και μάλιστα με επικύρωση της ορθότητας της τότε καταδικαστικής απόφασης με σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μετά από καταχώρηση και προώθηση έφεσης από την πλευρά του. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του αγωνιωδώς θα μπορούσα μάλιστα να το χαρακτήριζα να αποστασιοποιηθεί από την οποιαδήποτε ευθύνη και να πείσει μέσω των θέσεων του ότι για την άδικη κατάσταση στην οποία ευρίσκεται σήμερα ευθύνη έχουν άλλοι παρά ο ίδιος. Το Δικαστήριο με εξαίρεση τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα δεν είναι διατεθειμένο να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου και την οποία απορρίπτει ως αναξιόπιστη για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω. Νομική Πτυχή: Η νομική βάση που διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτή του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96: «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η ό αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Το άρθρο 20
(3)του Κεφ. 96, διαλαμβάνει τα εξής: «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε, κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί... (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δεν χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου...». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε, δυνάμει των εδαφίων
(3)ή (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ. 96 και
- Η ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Για να επιτύχει η Κατηγορούσα Αρχή την στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει:
- Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και
- Ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλ. να αποδείξει την ένοχη διάνοια του (mens rea). Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations ltd
(1977)1 CLR 287, διασαφηνίστηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή. Όμως στη Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε νομικό ερώτημα ότι η επίδοση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου που ήταν παρών κατά την έκδοση του δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το Εφετείο τίποτα τέτοιο δεν υπαγορεύεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, είτε στους δυνάμει του πιο πάνω Νόμου Κανονισμούς σε αντίθεση με ανυπακοή διαταγμάτων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις όπου και σύμφωνα με την Διαταγή 42(Α), θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας τέτοια διατάγματα πρέπει να έχουν την δέουσα οπισθογράφηση και να επιδίδονται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση, αυτό εξηγεί και το ότι, κατά κανόνα, τα Δικαστήρια απαιτούν την παρουσία των κατηγορουμένων που κατηγορούνται για τη διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση νομοθετημάτων που εξουσιοδοτούν την έκδοση διαταγμάτων επιπρόσθετα όποιας άλλης ποινής. Συνεπώς η παρουσία του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο κατά το χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος θεωρείται ικανοποιητική γνώση του ιδίου για την ύπαρξη του διατάγματος. Βέβαια θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι εν σχέση με την παρακοή ή την παράλειψη συμμόρφωσης δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί απλά η παρακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί και το ηθελημένο αυτής. Επί τούτου σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 η οποία αξίζει να σημειωθεί αφορούσε αδικήματα ίδια με αυτά που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Τα Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε εναντίον της αθωωτικής απόφασης που εξέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Στο σύγγραμμα The Law of Contempt - Borrie & Lowe, (σελ. 322), διαπιστώνεται η ύπαρξη βαθμού αβεβαιότητας ως προς την αναγκαιότητα απόδειξης του ηθελημένου της πράξης. Υιοθετείται η άποψη ότι κάποιος βαθμός υπαιτιότητας (fault) είναι απαραίτητος για τη στοιχειοθέτηση παρακοής διατάγματος δικαστηρίου. Στην περίπτωση, όμως, προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους, όπως επισημαίνεται, συνιστούσε ανέκαθεν υπεράσπιση, με την επιφύλαξη ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή - (βλ. A.G. v. Walthamstow Urban District Council, 1895, VOL. XI 189495,TLR,533. Lewis v. Pontypridd, Caerphilly, and Newport Railway Company, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR, 203). Στην προκείμενη περίπτωση, η αδυναμία του εφεσίβλητου να συμμορφωθεί προς το διάταγμα διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. Πέραν τούτου, το στοιχείο του ηθελημένου της πράξης, με την έννοια της πρόκλησης εκείνου το οποίο απαγορεύει ο νόμος, δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση ποινικού αδικήματος, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία προσδιορίζει το Άρθρο 20
(5)του Κεφ. 96, να εξοβελισθεί. Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι το στοιχείο του ηθελημένου, τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Στην απουσία του, ορθά διαπιστώθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε.» Επιπρόσθετα και στο σύγγραμμα των Borrie & Lowe: 'The Law of Contempt', 3η έκδ., σελ. 560 και 568, αναφέρεται πως στην περίπτωση προστακτικού διατάγματος, το πρόσωπο προς το οποίο αυτό απευθύνεται έχει υποχρέωση να εξεύρει τους κατάλληλους τρόπους για να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Παρά το ότι δυνατόν να αποτελέσει υπεράσπιση η απόδειξη του ότι η συμμόρφωση προς το διάταγμα ήταν αδύνατη, είναι ο κατηγορούμενος που έχει το βάρος να αποδείξει την επικληθείσα αδυναμία («impossibility»). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, να αναφέρω τέλος ότι με βάση τη Νομολογία για να είναι δυνατή η τιμωρία του κατηγορούμενου, το σχετικό διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις θα πρέπει να γίνουν ή απαγορεύονται ανάλογα και κάτω από ποια ιδιότητα (1. YUGOS FINANCE BV κ.α. v. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Π.Ε. 180/09, ημερ. 08/03/2013, Φρύνη Σπύρου Λτδ v. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριάνος Λτδ κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151). Ευρήματα: Λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καθώς και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και έγγραφα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπόθεση: Στις 11.02.2019 εναντίον του Κατηγορούμενου και στην παρουσία του εκδόθηκε στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού ΧΧ/ΧΧ μετά από καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 05.02.2019 το ακόλουθο προστακτικό διάταγμα: «Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα κατεδάφισης της οικοδομής (μικρής οικίας) εντός του οικοπέδου με αρ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ εντός 2 μηνών από σήμερα (11/02/2019), εκτός και αν ληφθούν οποιαδήποτε νόμιμα διαβήματα που θα εξασφαλίζουν την νομιμότητα του εν λόγω υποστατικού.» Ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε καταχώρηση της Ποινικής Έφεσης Αρ. 35/2019 εναντίον της καταδικαστικής απόφασης ημερομηνίας 05.02.2019 η οποία όμως απορρίφθηκε στις 20.12.2019 από το Ανώτατο Δικαστήριο και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε ως ορθή. Εντός του οικοπέδου με αρ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ βρίσκεται οικοδομή ήτοι μικρή οικία με σκεπή από κεραμίδια που αποτελεί αντικείμενο του διατάγματος ημερομηνίας 11.02.2019 και η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε Πολεοδομική Άδεια ή Άδεια Οικοδομής από τις Αρμόδιες Αρχές ούτε και έχει κατεδαφιστεί από τον Κατηγορούμενο παρά τις πρόνοιες του διατάγματος. Το διάταγμα ημερομηνίας 11.02.2019 ήταν εις γνώση του κατηγορούμενου, έφερε την αναγκαία οπισθογράφηση και είχε σαφή περιεχόμενο και παρά το γεγονός τούτο ο Κατηγορούμενος ηθελημένα παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτό μέχρι και σήμερα. Υπαγωγή των ευρημάτων επί της νομικής πτυχής & συμπεράσματα: Από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει διαπιστώνω πώς η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της αφού ο Κατηγορούμενος ηθελημένα μέχρι και σήμερα παρά τις ρητές πρόνοιες του διατάγματος το οποίο ήταν εις γνώση του με σαφή περιεχόμενο ηθελημένα δεν έχει προχωρήσει στην κατεδάφιση της επίδικης οικοδομής ήτοι της μικρής οικίας που περιγράφεται σε αυτό και ούτε οποιαδήποτε άδεια έχει εξασφαλίσει σε σχέση με την οικοδομή αυτή. Αξιοσημείωτο πως ο Κατηγορούμενος ακόμα και κατά την διάρκεια της δίκης κράτησε σαφή στάση ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει σε οποιαδήποτε κατεδάφιση. Μάλιστα αντεξεταζόμενος κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του όταν ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για τι σκοπεύει να κάνει με την οικοδομή και αν ο σκοπός τους είναι να την κατεδαφίσει απάντησε χαρακτηριστικά και με έντονο ύφος προς τον συνήγορο ''Τρελάθηκες''. Σημειώνεται πως ο κατηγορούμενος στην ουσία δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς στοιχειοθέτησης της εναντίον του υπόθεσης και παρά την προτροπή του Δικαστηρίου τόσο πριν την έναρξη της ακρόασης όσο και κατά την διάρκεια αυτής ακόμα και μετά το εκ πρώτης όψεως στάδιο να συμβουλευθεί ή διορίσει δικηγόρο αυτός δεν το έπραξε και επέμενε να χειρίζεται μόνος του την υπόθεση προβαίνοντας σε αναφορές ότι αυτός δεν έτυχε δίκαιας δίκης κατά την προηγούμενη διαδικασία είτε επιμένοντας να ασχολείται στα πλαίσια της υπόθεσης με θέματα τα οποία δεν μπορούσαν να ήταν επίδικα αλλά είχαν ως αντικείμενο την προηγούμενη ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του χωρίς να είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι αυτή έχει ολοκληρωθεί με καταδικαστική απόφαση η οποία μάλιστα επικυρώθηκε και κατ έφεση και το παρόν δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί αφού εξετάζει μόνο το ζήτημα κατά πόσον έχει η όχι αποδειχθεί το αδίκημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος από μέρος του Κατηγορούμενου. Κατάληξη: Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως αυτά αναφέρθησαν πιο πάνω και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σχετική και η Ποινική Έφεση Αρ. 35/2019 που ο Κατηγορούμενος καταχώρησε εναντίον της καταδικαστικής απόφασης και η οποία στις 20.12.2019 απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο