ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SO2 CREATIVE SOLUTIONS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2995/19, 15/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2995/19 ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ v.
- SO2 CREATIVE SOLUTIONS LIMITED (ΗΕ ΧΧΧ)
- ΧΧ ΣΟΦΡΩΝΙΟΥ (Α.Δ.Τ. ΧΧΧ)
- CYPRUS ESTATES LIMITED (HE ΧΧΧ)
- ΧΧ ΑΛΗΦΑΝΤΗ (Α.Δ.Τ. ΧΧΧ)
- ΧΧ ΑΛΗΦΑΝΤΗ (Α.Δ.Τ. ΧΧ) Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: O κ. Σ. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: Ο κ. Χ. Φλώρου Για την Κατηγορούμενη 3: Η κα. Π. Κυριακίδου Κατηγορούμενη 2: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 28.02.2019 στο Ε.Δ. Λεμεσού με Κατήγορο τον Δήμο Λεμεσού και περιλάμβανε σε αυτό 12 κατηγορίες οι οποίες είχαν ως αντικείμενο ισχυριζόμενες παραβάσεις του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και των προνοιών του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85και αφορούσαν ως η Δημοτική Αρχή υποστηρίζει το ακίνητο που βρίσκεται στην Οδό ΧΧ εντός Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού και συγκεκριμένα το τεμάχιο ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ γνωστό ως Αρχοντικό ΧΧΧ. Η υπόθεση αποσύρθηκε σε σχέση με τις Κατηγορούμενες 4 & 5[1] ενώ η υπόθεση ενόψει της καταχώρησης απάντησης μη παραδοχής οδηγήθηκε σε ακρόαση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 με έναρξη της στις 19.10.2022 δια της παράθεσης της κυρίως εξέτασης του ΜΚ1 ΧΧ Καλλινίκου μέσω της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Στην συνέχεια όμως και πριν την αντεξέταση του μάρτυρα από πλευράς των δικηγόρων υπεράσπισης έγινε παραδοχή των Κατηγοριών 5, 6, 7, 9, 10 και 11 ενώ οι κατηγορίες 1 έως 3 οδηγήθηκαν τελικά σε ακρόαση και διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: Πρώτη Κατηγoρία Μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ άδειας παρά της αρμόδιας αρχής εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού κατά παράβαση τωv άρθρων 2, 3
(1)(ε), 9, 20
(1)(α) και 20
(3)(α), (β) και (γ) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96) και τωv άρθρωv 2, 7, 84(α), (ιθ) και (κ), 103, 112 και 126 τoυ Περί Δήμωv Νόμoυ 111/85. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕIΕΣ ΑΔIΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 κατά/ή περί την 09/10/2018 μέσα στα Δημοτικά Όρια του Δήμου Λεμεσού, στην Επαρχία Λεμεσού, μετέτρεψε την εγκεκριμένη χρήση της κατοικίας που βρίσκεται στην οδό ΧΧ, τεμ. ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ («Αρχοντικό ΧΧΧ»), δηλαδή προέβη σε αλλαγή χρήσης της υπαίθριας αυλής της εν λόγω κατοικίας από αυλή κατοικίας σε αυτοεξυπηρετούμενο χώρο εστίασης/μπαρ, χωρίς να εξασφαλίσει σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. Δεύτερη Κατηγoρία Παροχή συνδρομής και/ή παρακίνηση της Κατηγορουμένης 1 στη μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ άδειας παρά της αρμόδιας αρχής εvτός τωv Δημoτικώv Ορίωv του Δήμου Λεμεσoύ κατά παράβαση τωv άρθρωv 2, 3
(1)(ε), 9, 20
(1)(α) και 20
(3)(α), (β) και (γ) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96), τωv άρθρωv 2, 7, 84(α), (ιθ) και (κ), 103, 112 112 και 126 τoυ Περί Δήμωv Νόμoυ 111/85 και του άρθρου 20 του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου (ΚΕΦ. 154). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕIΕΣ ΑΔIΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 2, ως διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1, κατά/ή περί την 09/10/2018 μέσα στα Δημοτικά Όρια του Δήμου Λεμεσού, στην Επαρχία Λεμεσού, παρακίνησε και/ή βοήθησε και/ή παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 να μετατρέψει την εγκεκριμένη χρήση της κατοικίας που βρίσκεται στην οδό ΧΧ, τεμ. ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧΧ («Αρχοντικό ΧΧ»), δηλαδή να προβεί σε αλλαγή χρήσης της υπαίθριας αυλής της εν λόγω κατοικίας από αυλή κατοικίας σε αυτοεξυπηρετούμενο χώρο εστίασης/μπαρ, χωρίς η Κατηγορούμενη 1 να εξασφαλίσει σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. Τρίτη Κατηγoρία Ανοχή στη μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής από την Κατηγορούμενη 1 άνευ άδειας παρά της αρμόδιας αρχής εvτός τωv Δημoτικώv Ορίωv του Δήμου Λεμεσoύ κατά παράβαση τωv άρθρωv 2, 3
(1)(ε), 9, 20
(1)(α) και 20
(3)(α), (β) και (γ) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96) και τωv άρθρωv 2, 7, 84(α), (ιθ) και (κ), 103, 112 και 126 τoυ Περί Δήμωv Νόμoυ 111/85. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕIΕΣ ΑΔIΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 3, ως ιδιοκτήτρια της κατοικίας που βρίσκεται στην οδό ΧΧ, τεμ. ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ («Αρχοντικό ΧΧ»), κατά/ή περί την 09/10/2018 μέσα στα Δημοτικά Όρια του Δήμου Λεμεσoύ, στην Επαρχία Λεμεσoύ, επέτρεψε και/ή ανέχθηκε τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της εν λόγω κατοικίας από την Κατηγορούμενη 1, δηλαδή να προβεί σε αλλαγή χρήσης της υπαίθριας αυλής της εν λόγω κατοικίας από αυλή κατοικίας σε αυτοεξυπηρετούμενο χώρο εστίασης/μπαρ, χωρίς η Κατηγορούμενη 1 να εξασφαλίσει σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον κ. ΧΧ Καλλινίκου (ΜΚ1) ενώ με το κλείσιμο αυτής η πλευρά της υπεράσπισης προέβηκε σε εισήγηση πως οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες τους γραπτές αλλά και προφορικές εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[2] Στρεφόμενος προς την προφορική αγόρευση του κ. Φλώρου εκπροσώπου των Κατηγορουμένων 1 & 2 με την οποία προβαίνει σε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του, αγόρευση την οποία υιοθέτησε και η πλευρά της Κατηγορούμενης 3 χωρίς προσθήκη οτιδήποτε άλλου, διαπιστώνω πώς αυτή βασίζεται στους ακόλουθους άξονες: (α) Στην επιχειρηματολογία ότι από την στιγμή που δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για το πότε ακριβώς έχει κτιστεί η συγκεκριμένη κατοικία και από την στιγμή που σύμφωνα με τον ΜΚ1 αυτή έχει ανεγερθεί αρχές του 19ου ή αρχές του 20ου αιώνα τότε δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κεφ. 96 αφού οι πρόνοιες του νόμου ως εισηγήθηκε δεν καλύπτουν υποστατικά που ανεγέρθηκαν πριν την εφαρμογή τους και παρέπεμψε στις υποθέσεις Mouskos v. District Officer of Larnaca
(1976)2 C.L.R. 132, Παναγιώτου ν. Επάρχου Λεμεσού
(1997)2 Α.Α.Δ 152 καθώς και στην πρωτόδικη απόφαση ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΣΑΒΒΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13567/12, 2/7/2015. (β) Στην επιχειρηματολογία ότι η κατηγορία που αφορά σε αλλαγή χρήσης του ακινήτου δεν επιμαρτυρείτε από οποιαδήποτε άδεια δηλαδή δεν έχει παρουσιαστεί άδεια που να καθορίζει συγκεκριμένη χρήση την οποία οι κατηγορούμενοι έχουν μετατρέψει σε άλλη μη αδειούχα και συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει παράβαση είτε του άρθρου 3 είτε του άρθρου 9 του Κεφ. 96 ακόμα και o νόμος τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. (γ) Στην επιχειρηματολογία ότι ακόμα και αν οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε αλλαγή της χρήσης του ακινήτου το οποίο αποτρέπεται με βάση το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 αυτό δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα για το οποίο το Δικαστήριο δύναται να τους καταδικάσει αφού με την τροποποίηση που έγινε στο άρθρο 20 του Κεφ. 96 με τον τροποποιητικό νόμο 19(Ι)/2016 πλέον το άρθρο 20 στην μορφή που ισχύει από το 2016 μέχρι και σήμερα και συγκεκριμένα το άρθρο 20
(1)(α) μιλά καθαρά και μόνο για ανέγερση οικοδομής χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3 συνεπώς δεν καλύπτει την περίπτωση του άρθρου 3
(1)(ε) που αφορά σε αλλαγή χρήσης υποστατικού αφού με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους είναι η μετατροπή της εγκριμένης χρήσης και όχι η ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής. Το άρθρο 20 ως αυτό υφίσταται σήμερα αλλά και διέπει τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης δεν καλύπτει την περίπτωση της μετατροπής της εγκριμένης χρήσης της οικοδομής. (δ) Στην επιχειρηματολογία ότι ούτε το άρθρο 9 του Κεφ. 96 μπορεί να τύχει εξέτασης αφού στην προκειμένη περίπτωση καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε αν έγινε οποιαδήποτε παράβαση όρων άδειας αφού ούτε και οποιαδήποτε άδεια έχει παρουσιαστεί για να αποδειχθεί οποιαδήποτε παραβίαση όρου της ενώ και το άρθρο 9(β) ειδικότερα αφορά μόνο σε ανέγερση οποιασδήποτε νέας οικοδομής ενώ η επίδικη οικοδομή έχει κτιστεί πριν την έναρξη εφαρμογής του νόμου και πρόκειται όχι για νέα αλλά για παλιά οικοδομή. Παρέπεμψε σχετικά στις αποφάσεις Αντωνίου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου
(1996)4 ΑΑΔ 3411 και Μαυρομμάτη ν. Επάρχου Λ/σίας
(1991)4 ΑΑΔ 4115. (ε) Στην επιχειρηματολογία πως δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί λόγω της απουσίας σχετικής μαρτυρίας οποιοδήποτε αδίκημα που διέπεται από τις πρόνοιες του Περί Δήμων Νόμου που έχουν συμπεριληφθεί στη νομική βάση των κατηγοριών. Αντίθετη ήταν βεβαίως η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος τόσο με την γραπτή του αγόρευση όσο και με τα όσα προφορικά ανέφερε στο Δικαστήριο υποστήριξε την θέση πως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί η όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Μαρτυρία: Μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο κ. Καλλινίκου Τεχνικός στον Δήμο Λεμεσού τα τελευταία 14 χρόνια και αρμόδιος τεχνικός και κάτοχος του φακέλου του Δήμου Λεμεσού ΧΧ που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση και υποστατικό ο οποίος για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Τεκμήριο
- Πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο έγγραφο το οποίο είχε κατατεθεί στις 19.10.21 κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και το οποίο αναγνώρισε και υιοθέτησε εκ νέου στις 04.02.22 με την σύμφωνη γνώμη και των δικηγόρων υπεράσπισης όταν η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε για τις εναπομείνασες 3 κατηγορίες τις οποίες οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 δεν παραδέχθηκαν[3] σε αντίθεση με όλες τις άλλες κατηγορίες για τις οποίες καταχωρήθηκε απάντηση παραδοχής. Συνεπώς το συγκεκριμένο έγγραφο είναι αντιληπτό ότι κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε περιλάμβανε γεγονότα αλλά και αναφορά σε έγγραφα τα οποία στην συνέχεια κατατέθηκαν στην διαδικασία ως Τεκμήρια στη βάση προώθησης και απόδειξης του συνόλου των κατηγοριών που οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετώπιζαν με το υπό εξέταση κατηγορητήριο δηλαδή και για αυτές που στην συνέχεια παραδέχθηκαν. Ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν προτίθεται να ασχοληθεί με την μαρτυρία που αφορά κατηγορίες στις οποίες έχει γίνει παραδοχή θα γίνει όμως σχετική αναφορά όπου κριθεί αναγκαίο για σκοπούς της εκδίκασης των εναπομείναντων κατηγοριών. Ως ο μάρτυρας αναφέρει επί του Τεκμηρίου 1 εντός του τεμαχίου ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ στην ενορία Αγίας Νάπας εντός Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού και επί της οδού ΧΧ βρίσκεται υποστατικό δηλαδή διώροφη κατοικία με αυλή γνωστό στην Λεμεσό ως <<Αρχοντικό ΧΧ>> ιδιοκτησίας της κατηγορούμενης 3 (σχετικό το Τεκμήριο 8) αναφορικά με το οποίο ο Δήμος Λεμεσού τηρεί τον φάκελο υπ αρ. ΧΧ τον οποίο μέχρι και τις 26.01.2020 χειριζόταν η Τεχνικός του Δήμου ΧΧ Πιρικκή ενώ στην συνέχεια και ένεκα της αποχώρησης της από την υπηρεσία τον χειρισμό του ανέλαβε ο μάρτυρας. Για το υποστατικό αυτό λήφθηκαν σωρεία παραπόνων και στις 09.10.2018 η κα. Πιρικκή προχώρησε σε επιτόπια επιθεώρηση λαμβάνοντας και σχετικό φωτογραφικό υλικό (Τεκμήριο 5) στο οποίο παρουσιάζονται καρέκλες, τραπέζια, ανεμιστήρες καθώς και μπαρ που κτίστηκε παράνομα με διαπίστωση πως στο συγκεκριμένο υποστατικό και πιο συγκεκριμένα η αυλή του χρησιμοποιείτο ως χώρος εστίασης / μπαρ από το 2016 μέχρι και σήμερα κυρίως κατά τους μήνες Απρίλιο μέχρι και Οκτώβριο έκαστου έτους αφού πρόκειται για υπαίθριο χώρο χωρίς να έχει εξασφαλιστεί άδεια από το Δήμο Λεμεσού με τον μάρτυρα να σημειώνει πως έχει προσωπική γνώση για την λειτουργία του αφού μία από τις αρμοδιότητες του στον Δήμο Λεμεσού είναι και οι επισκέψεις και επιθεωρήσεις νυχτερινών κέντρων για έκδοση αδειών λειτουργίας αλλά και από προσωπική γνώση αφού πρόκειται ως ανέφερε για γνωστό εστιατόριο / μπαρ στην πόλη της Λεμεσού στο οποίο συχνάζει η νεολαία από το
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο συγκεκριμένος χώρος εστίασης / μπαρ ο οποίος λειτουργεί στην αυλή του υποστατικού φέρει την ονομασία ΧΧ και χρησιμοποιείται ως αυτοεξυπηρετούμενος χώρος εστίασης / μπαρ από την κατηγορούμενη 1 η οποία διαχειρίζεται επίσης την γειτονική επιχείρηση με το όνομα ΧΧ που βρίσκεται ακριβώς απέναντι και προς τούτο κατέθεσε τα Τεκμήρια 6 & 7 στα οποία παρουσιάζεται ο συσχετισμός των δύο καθώς και φωτογραφικό υλικό αλλά και αναρτήσεις από μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αποδεικνύουν πως κατά τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2018 λειτουργούσε ο συγκεκριμένος χώρος ως κέντρο αναψυχής και μπαρ αλλά και το κάλεσμα του κόσμου στην συγκεκριμένη αυλή, καθώς επίσης και αναρτήσεις περί μη λειτουργίας του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες λόγω των καιρικών συνθηκών. Μάλιστα κατέθεσε και ως Τεκμήριο 9 σχετική βεβαίωση του Δήμου Λεμεσού που αφορά την από μέρους της κατηγορούμενης 1 πληρωμή όλων των σχετικών με την λειτουργία του συγκεκριμένου επαγγελματικού υποστατικού που ευρίσκεται στην οδό ΧΧ για τα έτη από 2010 μέχρι και τις 26.09.2019 και προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης ότι αυτό κατέχεται από την Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή των δικηγόρων της στην οποία αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η Κατηγορούμενη 1 λειτουργεί εντός του τεμαχίου ΧΧ το ΧΧ. Στρεφόμενος προς την Κατηγορούμενη 1 η οποία ως υποστήριξε λειτουργεί τον συγκεκριμένο χώρο εστίασης / μπαρ αυτό γίνεται κατόπιν υποκίνησης, συνδρομής και βοήθειας που της παρέχει η Κατηγορούμενη 2 μοναδική διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 από τις 05.07.2006 μέχρι και σήμερα καθώς και αποκλειστική μέτοχος αυτής από τις 15.10.2009 μέχρι και τις 24.04.2019 ενώ από τις 24.04.2019 έχει παραχωρήσει το 50% των μετοχών της στον ΧΧ Ιωάννου ο οποίος είναι και Γραμματέας της Εταιρείας από τις 18.04.2018 (σχετικά τα Τεκμήρια 11 μέχρι και 16) ενώ ως σημείωσε ο μάρτυρας κατά τις επιθεωρήσεις του έχει δει αρκετές φορές την Κατηγορούμενη 2 στο υποστατικό από το 2016 μέχρι και σήμερα η οποία ενεργεί ως υπεύθυνη του χώρου κατά τις ώρες λειτουργίας του, μάλιστα σύμφωνα και με το Τεκμήριο 17 αυτή φαίνεται πως στον λογαριασμό της στο facebook δηλώνει ότι δουλεύει στην εταιρεία ΧΧ. Σε σχέση με το επίδικο υποστατικό σύμφωνα με τα αρχεία του Δήμου Λεμεσού ο μάρτυρας διαπίστωσε πώς αυτό είναι κτίριο ιστορικής σημασίας για την πόλη της Λεμεσού αφού χτίστηκε περί τον 19ο η αρχές του 20ου αιώνα και η οικία η οποία μάλιστα έχει κηρυχθεί και ως διατηρητέα οικοδομή σύμφωνα και με το Τεκμήριο 18 είναι γνωστή και ως το αρχοντικό ΧΧ. Εξ όσων γνωρίζει από την ανέγερση του μέχρι και τουλάχιστον το έτος 1978 αλλά και κάποια χρόνια μετά χρησιμοποιείτο ως οικία. Μέχρι και το 2001 ουδέποτε υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για μεταβολή της εγκεκριμένης χρήσης του η για οποιεσδήποτε προσθηκομετατροπές. Σε σχέση με την ιδιοκτήτρια αυτού ήτοι την Κατηγορούμενη 3 αυτή είναι φανερό όπως ανέφερε ότι ανέχεται και επιτρέπει την παράνομη λειτουργία στον χώρο της αυλής του χώρου εστίασης / μπαρ από την ενοικιάστρια της την Κατηγορούμενη 1 ενώ γνωρίζει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άδεια από τον Δήμο Λεμεσού. Μάλιστα παρά το γεγονός πώς στις 24.10.2016 απέστειλε επιστολή για τις μετατροπές που έγιναν (Τεκμήριο 19) μέχρι και σήμερα δεν έπραξε οτιδήποτε άλλο ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια στην οποία να δείχνει την αντίρρηση ή εναντίωση της αναφορικά με την λειτουργία του υποστατικού ως χώρου εστίασης ή για τις προσθήκες και μετατροπές που έγιναν εντός αυτού ούτε και οποιαδήποτε διαδικασία έξωσης τροχοδρόμησε ενώ φαίνεται σύμφωνα και με τα Τεκμήρια 20 μέχρι και 23 δηλαδή τις οικονομικές της καταστάσεις για τα έτη 2015 μέχρι και 2018 που ήταν διαθέσιμες στην σελίδα του Εφόρου Εταιρειών αυτή να λαμβάνει τα ενοίκια από την Κατηγορούμενη 3 από την παραχώρηση προς την Κατηγορούμενη 1 της αυλής του υποστατικού η οποία ξεκίνησε από τον Απρίλιο του
- Στις 26.10.2016 και 09.11.2018 απεστάλησαν από τον Δήμο Λεμεσού επιστολές προς τις Κατηγορούμενες 1, 2 και 3 αναφορικά με την παράνομη χρήση του υποστατικού καθώς και τις μετατροπές που έγιναν στην εν λόγω οικία με σκοπό να σταματήσουν την λειτουργεία της αυλής ως χώρο εστίασης και όπως άρουν τις παράνομες κατασκευές στις οποίες προέβηκαν (Τεκμήρια 24 - 29) ενώ στις 10.12.2018 με επιστολή του ο Αρχιτέκτονας Μηχανικός κ. Ιερείδης (Τεκμήριο 30) προς τον Δήμο Λεμεσού και σε συνέχεια της επιστολής ημερ. 09.11.2018 ενεργώντας εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 3 ζητούσε ενημέρωση αν ο Δήμος Λεμεσού φέρει ένσταση στο να εξυπηρετείται ο υπαίθριος χώρος εστίασης που ευρίσκεται στο τεμάχιο XXXXX από την υφιστάμενη αδειούχο επιχείρηση ΧΧ που βρίσκεται απέναντι εντός του τεμαχίου ΧΧ, ΧΧ και ότι έχουν ετοιμαστεί σχετικά σχέδια για κατάθεση με την Δημοτική Αρχή να απαντά γραπτώς στις 14.02.2019 (Τεκμήριο 31) και να ενημερώνει ότι για να μπορέσουν οι πελάτες τους να εξασφαλίσουν άδεια χρήσης του υπαίθριου χώρου θα πρέπει να υποβάλλουν πολεοδομική αίτηση και ότι ο Δήμος θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων για την παράνομη χρήση της υπαίθριας αυλής. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε μετατροπές τις οποίες περιέγραψε που έγιναν κατά το έτος 2016 από την Κατηγορούμενη 1 στην διατηρητέα οικία/υποστατικό και συγκεκριμένα στον χώρο της αυλής χωρίς την εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας για τις οποίες μάλιστα κατέθεσε και σχετικό φωτογραφικό υλικό ως Τεκμήριο 32 και 33[4] ενώ αναφέρθηκε και σε αίτηση που η Κατηγορούμενη 3 κατέθεσε στον Δήμο Λεμεσού στις 03.04.2001 με την οποία επιδίωξε την αλλαγή της χρήσης του επίδικου υποστατικού από κατοικία σε Κυπριακό Μουσείο Θεάτρου (Τεκμήριο 34) καθώς και σε επιστολή ημερ. 16.10.2001 του τότε Αρχιτέκτονα της κ. Σταματάρη (Τεκμήριο 35) στην οποία γίνεται αναφορά σε οικία και την αλλαγή της χρήσης της σε μουσείο Θεάτρου. Μάλιστα στις 08.04.2021 η Κατηγορούμενη 3 υπέβαλε και αίτηση για αλλαγή χρήσης της αυλής του υποστατικού η οποία έλαβε αριθμό Π.Α. ΧΧ και αιτείτο την εξασφάλιση άδειας για την ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥ ΜΠΑΡ ΣΕ ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗ (Τεκμήριο 39). Τέλος ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε παράπονα που κατά καιρούς υποβάλλονται συμπεριλαμβανομένων και γραπτών ανώνυμων παραπόνων (Τεκμήριο 36) καθώς και σε διαπιστώσεις τόσο του ιδίου στα πλαίσια επιθεωρήσεων που έκανε όσο και από έρευνα στην οποία έχουν προβεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι το συγκεκριμένο υποστατικό λειτουργούσε κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2019 (Τεκμήρια 37 - 38) ενώ ο ίδιος κλήθηκε και έδωσε κατάθεση και στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού η οποία εξετάζει το ενδεχόμενο διάπραξης παρόμοιων με την υπό εξέταση υπόθεση αδικημάτων. Η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη. Ο μάρτυρας ανέφερε πώς σε σχέση με την Πολεοδομική Αίτηση ΧΧ (Τεκμήριο 39) και την επιστολή του Δήμου ημερ. 27.09.2021 (Τεκμήριο 40) παρά και την πάροδο 5 μηνών δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απάντηση ακόμα παρόλα αυτά δεν αποστάλθηκε επιστολή απόρριψης της αίτησης. Ερωτούμενος για το πότε κτίστηκε το κτίριο ο μάρτυρας απάντησε πώς σύμφωνα με τα αρχεία του φακέλου ήταν στις αρχές περίπου του 20ου αιώνα και αυτό το γνωρίζει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 35 δηλαδή της επιστολής του Αρχιτέκτονα Σταματάρη. Σημείωσε πως μέσα από το αρχείο του φακέλου φαίνεται πως η αδειούχα χρήση του μέχρι το 2001 ήταν αυτή της κατοικίας αλλά συμφώνησε πως δεν υπάρχει στον φάκελο οποιαδήποτε άδεια οικοδομής που να το αποδεικνύει ούτε και οποιοιδήποτε τέτοιοι όροι σε άδεια οικοδομής. Σε σχέση με την αίτηση για μετατροπή του επίδικου υποστατικού σε κυπριακό μουσείο θεάτρου ανέφερε πώς κατά την 14η συνεδρίαση της επιτροπής οικοδομών ημερομηνίας 19.11.2022 εγκρίθηκε η αλλαγή χρήσης από κατοικία σε θεατρικό μουσείο αλλά ως περαιτέρω ανέφερε η συγκεκριμένη άδεια δεν εκτελέστηκε αφού δεν έγιναν οι εργασίες που προτείνονταν και η συγκεκριμένη άδεια έχει λήξει από τις 05.08.2005 χωρίς αυτή να ανανεωθεί εξού και η αίτηση ΠΑ ΧΧ αναφέρεται σε δημιουργία υπαίθριου μπαρ σε διατηρητέα οικοδομή. Συμφώνησε όμως με την θέση του κ. Φλώρου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άδεια σε γραπτό κείμενο και το γεγονός ότι ήταν κατοικία το γνωρίζουν από τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας προηγουμένως. Τέλος αναφορικά με την χρήση σήμερα του συγκεκριμένου υποστατικού και κατά πόσον αυτή έχει τερματιστεί ο μάρτυρας ανέφερε πώς κατά τους χειμερινούς μήνες τα τελευταία έξι χρόνια δεν βλέπει κόσμο μέσα αφού ο χώρος αυτός ανοίγει περί τις αρχές ή μέσα ή τέλος Απριλίου ανάλογα με τον καιρό και δουλεύει μέχρι και τον Οκτώβριο πάλι εξαρτώμενο από τον καιρό ενώ τους χειμερινούς μήνες είναι κλειστό λόγω του καιρού, των βροχοπτώσεων και της θερμοκρασίας. Τα πιο πάνω τα γνωρίζει ένεκα των καθηκόντων του στον Δήμο Λεμεσού αφού είναι και επιθεωρητής των νυκτερινών κέντρων για σκοπούς εξασφάλισης άδειας λειτουργίας συνεπώς τα γνωρίζει από την εργασία του αλλά και από τις προσωπικές του εξόδους. Συμφώνησε πως σήμερα δεν εργάζεται σημειώνοντας πώς αυτό πράττει κάθε χειμώνα αλλά δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν θα ανοίξει η όχι τον Απρίλιο. Η κα. Κυριακίδου υιοθέτησε την αντεξέταση του κ. Φλώρου και δεν ερώτησε οτιδήποτε άλλο τον μάρτυρα. Νομική Πτυχή: Οι επίδικες κατηγορίες σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην Έκθεση Αδικήματος κάθε μιας από αυτές στηρίζονται σε διάφορα άρθρα του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Ουσιαστικά η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για το αδίκημα της μετατροπής της εγκριμένης χρήσης οικοδομής, η Κατηγορούμενη 2 για την παροχή συνδρομής και/ή παρακίνησης της Κατηγορούμενης 1 να διαπράξει το καταλογιζόμενο αδίκημα που ήδη αντιμετωπίζει και η Κατηγορούμενη 3 για το ότι ανέχθηκε και/ή επέτρεψε στην Κατηγορούμενη 1 να μετατρέψει την εγκριμένη χρήση της οικοδομής. Στο άρθρο 2 του Κεφ. 96 δίδεται ο ακόλουθος ορισμός των λέξεων <<αρμόδια αρχή >> και <<εγκεκριμένη χρήση>>. "αρμόδια αρχή" σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται. ''εγκεκριμένη χρήση'' σημαίνει τη χρήση μιας οικοδομής όπως αυτή εγκρίθηκε με άδεια και όπως φαίνεται στα εγκεκριμένα σχέδια: Νοείται ότι η χρήση μιας οικοδομής κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού θα θεωρείται ως η εγκεκριμένη χρήση αν αυτή δεν συγκρούεται με την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε και τα εγκεκριμένα σχέδια. Σημειώνεται πως η εισαγωγή στο άρθρο 2 του Κεφ. 96 του όρου εγκεκριμένη χρήση έγινε με προσθήκη στον Περί Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ. 96 με τον τροποποιητικό νόμο Ν. 24/1978 ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 08.05.
- Ως εκ τούτου, η ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού όπως αναφέρεται στο συγκεκριμένο τροποποιητικό νομοθέτημα είναι η ημερομηνία της δημοσίευσης του δηλαδή στις 08.05.1978 (σχετικό το άρθρο 7 του Περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1). [5] Το άρθρο 3 το οποίο τιτλοφορείται Χάραξη κλπ. οδών και ανέγερση κλπ. οικοδομών απαγορεύεται χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και συγκεκριμένα η υποπαράγραφος 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 ορίζει ότι: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- ...... (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)(α) του Άρθρου 3 του Κεφ. 96, αρμόδια αρχή εντός οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού. Στη βάση του πιο πάνω λεκτικού καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που θα πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή είναι:[6] (α) ότι υπάρχει εγκεκριμένη χρήση της οικοδομής και (β) η οικοδομή να βρίσκεται εντός των ορίων που ασκεί δραστηριότητα η κατηγορούσα αρχή και (γ) ότι επήλθε μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης από τους κατηγορούμενους χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή ή ότι οι κατηγορούμενοι ή κάποιοι εξ αυτών επέτρεψαν ή ανέχθηκαν τέτοια μετατροπή. Σημειώνεται πως στην Ποινική Έφεση Αρ. 7871 μεταξύ Κοιλιάρη Ιουλία ν. Δήμου Αγίου Δομετίου
(2005)2 ΑΑΔ 350 ημερομηνίας 09.06.2005 αναφέρθηκε πως σε σχέση με το αδίκημα της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με δομικές μετατροπές της οικοδομής. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά ''.Εκείνο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση είναι ότι με το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 καθίσταται αδίκημα η μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. .΄΄ Στην Ποινική Έφεση Αρ. 5745 μεταξύ Δήμος Λεμεσού ν. Χριστοφίδη κ.α.
(1994)2 ΑΑΔ 206 ημερομηνίας 16.12.1994 αναφέρθηκε από τον Δικαστή Σόλωνα Νικήτα πως ''Η μετατροπή "εγκεκριμένης χρήσης "οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή απαγορεύεται. Αυτό προβλέπει το άρθρο 3
(1)(ε) και (στ) σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 - όπως διαμορφώθηκε ύστερα από τις τροπολογίες τις οποίες υπέστη - που ποινικοποιούν τέτοια ενέργεια.'' Επιπρόσθετα και το Άρθρο 9 του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 το οποίο περιλαμβάνεται στην νομική βάση των κατηγοριών και τιτλοφορείται Όροι από την αρμόδια αρχή διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 9.-
(1)Κατά τη χορήγηση άδειας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η αρμόδια αρχή έχει εξουσία, τηρουμένων των εκάστοτε κανονισμών που είναι σε ισχύ, να εξετάσει και επιβάλει όρους οι οποίοι εκτίθενται στην άδεια ως ακολούθως, δηλαδή- ........ (β) σχετικά με την ανέγερση οποιασδήποτε νέας οικοδομής ή προσθήκης, μετατροπής ή επισκευής σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή, όρους αναφορικά με- ..... (viii) τη χρήση στην οποία η οικοδομή δυνατό να τεθεί Ποινικά αδικήματα και ποινές 20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3·[7] ..... (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9∙ ...... διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. ....
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Όσον αφορά την ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 2: Η Κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1. Αυτό δεν την καθιστά άμεσα συνεργό. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δόθηκε στην Ευριβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600[8] στην οποία αναφέρθηκε πως το γεγονός απλά και μόνο ότι ένα πρόσωπο είναι διευθυντής μίας εταιρείας αυτό από μόνο του δεν του δημιουργεί ποινική ευθύνη. Όπως επίσης προκύπτει από τις διατάξεις του Κεφαλαίου 96 ή του άρθρου 20 του Κεφ. 154, δεν υπάρχει οποιοδήποτε άρθρο σε αυτά το οποίο να δημιουργεί ποινική ευθύνη του Διευθυντή νομικού προσώπου με αναφορά απλά και μόνο στην ιδιότητα του αυτή. Στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd.
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι: « Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα[9]. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Στην υπόθεση Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, κτηνίατρος αμελώς πιστοποίησε ότι κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Ο κρεοπώλης που το εξέθεσε προς πώληση καταδικάστηκε για το αυστηρής ευθύνης αδίκημα έκθεσης προς πώληση ακατάλληλου κρέατος. Ο κτηνίατρος επίσης καταδικάστηκε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κτηνίατρου παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε πως η αμέλεια δεν ήταν αρκετή για ποινική ευθύνη συνεργού, έστω και αν η ευθύνη του αυτουργού δεν βασιζόταν σε απόδειξη οποιουδήποτε βαθμού σφάλματος. (Δέστε και Smith v. Mellors [1987] 84 Cr. App. R. 279). Θα θέλαμε τώρα να θέσουμε ένα υποθετικό ερώτημα, που καταδεικνύει το λογικό της αναγκαιότητας ύπαρξης ένοχης διάνοιας. Αν διευθυντής εταιρείας υπέγραφε εκ μέρους της επιταγή πληρωτέα «εν όψει» ("on demand") και αν μέχρι την παρουσίαση της επιταγής για εξαργύρωση σε 1-2 μέρες, άλλοι αξιωματούχοι της εταιρείας απέσυραν όλα τα κεφάλαια από το λογαριασμό και η επιταγή παρέμενε ακάλυπτη, θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι, εκείνος που υπέγραψε την επιταγή ήταν συνεργός σε διάπραξη αδικήματος; Η απάντηση θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι αρνητική.» Είναι λοιπόν αναγκαίο με βάση τις πιο πάνω αρχές να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή ή τέτοια συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Εκτίμηση Δικαστηρίου: Στην υπό εξέταση υπόθεση κρίνω πως θα πρέπει κατά προτεραιότητα να εξεταστούν οι θέσεις της υπεράσπισης ως αυτές προωθήθηκαν με την αγόρευση του κ. Φλώρο και αφορούν την νομική κυρίως επιχειρηματολογία πως (α) ο Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση αφού η επίδικη οικοδομή αποδεδειγμένα έχει οικοδομηθεί πριν την έναρξη εφαρμογής του Κεφ 96 και συγκεκριμένα πριν την 1.9.1946 και (β) πως η αλλαγή της χρήσης του ακινήτου το οποίο αποτρέπεται με βάση το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα για το οποίο το Δικαστήριο δύναται να τους καταδικάσει αφού δεν περιλαμβάνεται στα όσα το τροποιημένο δυνάμει του Νόμου 19(Ι)/2016 άρθρο 20 του Κεφ. 96 διαλαμβάνει. Τυχόν αποδοχή τέτοιας / τέτοιων εισήγησης / εισηγήσεων θα σήμαινε και το τέλος της υπόθεσης και δεν θα χρειαζόταν το Δικαστήριο να ασχοληθεί αν από την τεθείσα μαρτυρία θα έπρεπε η όχι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 να κληθούν σε απολογία συνεπώς επιβάλλεται η κατά προτεραιότητα εξέταση τους. Κατά πόσον εφαρμόζεται ο Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος Κεφ. 96 στην υπό εξέταση υπόθεση: Καταρχάς δηλώνω εξ αρχής πώς η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2 η οποία έχει υιοθετηθεί και από την Κατηγορούμενη 3 πως δεν τυγχάνει εφαρμογής το Κεφ. 96 αφού η επίδικη οικοδομή έχει ανεγερθεί πριν την 1.9.1946 δεν με βρίσκει σύμφωνο και εξηγώ τους λόγους: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 δεν αφορούν αδικήματα ανέγερσης της οικοδομής και συγκεκριμένα του κτιρίου που βρίσκεται στην οδό ΧΧ, τεμ. ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ («Αρχοντικό ΧΧ») ούτε και ότι αυτοί κατέχουν το κτίριο αυτό χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από την τεθείσα μαρτυρία και δεν έχει αμφισβητηθεί το συγκεκριμένο κτίριο αυτό καθ αυτό παρά το ότι δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος ανέγερσης του φαίνεται και αυτό δεν αμφισβητείται ότι έχει συμπληρωθεί πριν από την 1.9.1946 που το Κεφ. 96 τέθηκε σε ισχύ. Το ζητούμενο όμως δεν είναι αυτό αφού το αντικείμενο της υπό εξέταση υπόθεσης δεν αποτελεί το συγκεκριμένο κτίριο ή η ανέγερση του ή η κατοχή του αλλά αυτά τα οποία ως η Δημοτική Αρχή υποστηρίζει έλαβαν χώρα στον υπαίθριο χώρο της αυλής του και τα οποία έγιναν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών κατά η περί την 09.10.2018 από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 ή την δική τους συνδρομή ή ανοχή. Από μελέτη του κατηγορητήριου προκύπτει το συμπέρασμα πως τα όσα καταλογίζονται στους κατηγορούμενους είτε αυτά αφορούν κατηγορίες που έχουν ήδη παραδεχθεί[10] είτε αυτές που έχουν οδηγηθεί σε ακρόαση[11] προκύπτουν σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες κατηγορίας στην μετατροπή της εγκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς την εξασφάλιση άδειας ότι δηλαδή είτε προέβηκαν είτε παρείχαν συνδρομή είτε ανέχθηκαν στην αλλαγή χρήσης της υπαίθριας αυλής της εν λόγω κατοικίας από αυλή κατοικίας σε αυτοεξυπηρετούμενο χώρο εστίασης/μπαρ, είτε προχώρησαν σε μετατροπές και προσθήκες που περιγράφονται στις κατηγορίες που έχουν ήδη παραδεχθεί σε όλη την έκταση της αυλής της εν λόγω κατοικίας. Στις αποφάσεις που ο κ. Φλώρου με παρέπεμψε μεταξύ άλλων του Ανωτάτου Δικαστηρίου Mouskos v. District Officer of Larnaca
(1976)2 C.L.R. 132, Παναγιώτου ν. Επάρχου Λεμεσού
(1997)2 Α.Α.Δ 152[12] καθώς και στην πρωτόδικη απόφαση ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΣΑΒΒΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13567/12, 2/7/2015 τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέποντας τις εφέσεις και στις δύο υποθέσεις, σε σχέση με την κατηγορία κατοχής οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης κατά παράβαση των Άρθρων 10
(1)και
(2)και 20
(1)(α), του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96 όσο και ο πρωτόδικος αδελφός δικαστής Μ. Αγιομαμίτης επεσήμαναν ότι για οικοδομές οι οποίες είχαν ανεγερθεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου, ήτοι πριν την 1.9.1946, δεν διαπράττετο αδίκημα από πρόσωπο δυνάμει των προνοιών των εν λόγω άρθρων καθότι για τις οικοδομές αυτές δεν απαιτείται η έκδοση άδειας οικοδομής δυνάμει του εν λόγω Νόμου.[13] Είναι λοιπόν πασιφανές πως τέτοια ζητήματα δεν υφίστανται στην υπό εξέταση υπόθεση είτε αυτά αφορούν τις κατηγορίες που οδηγήθηκαν σε ακρόαση και εξετάζονται με την παρούσα υπόθεση είτε και τις συναφείς κατηγορίες τις οποίες μάλιστα οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν παραδεχθεί. Δηλαδή ως αναφέρθηκε και ανωτέρω εξετάζονται αδικήματα άλλα από αυτά που αφορούν την ανέγερση ή την κατοχή χωρίς εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης του ανεγερθέν πριν το 1946 κτιρίου για το οποίο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί αν βεβαίως αντιμετώπιζε τέτοιες κατηγορίες πως οι πρόνοιες του Κεφ. 96 δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν καθότι για την οικοδομή αυτή καθ αυτή δεν απαιτείται η έκδοση άδειας οικοδομής. Οι υπό εξέταση κατηγορίες είναι συγκεκριμένες και σχετίζονται με κατ ισχυρισμό διαπραχθέντα αδικήματα που έλαβαν χώρα ή συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα στον εξωτερικό χώρο της οικοδομής και συγκεκριμένα στην αυλή του τεμαχίου ΧΧ σε χρόνο που μάλιστα τοποθετείται περί τον Οκτώβριο του 2018. Ως εκ τούτου οι πρόνοιες του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στο σύνολο των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στην υπό εξέταση υπόθεση. Κατά πόσον οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 συνιστούν η όχι ποινικό αδίκημα στη βάση και του άρθρου 20 του Κεφ. 96 μετά την τροποποίηση με τον Ν. 19(Ι)/2016: Η επιχειρηματολογία του κ. Φλώρου σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν απλή. Παρά το ότι αναγνώρισε το γεγονός πώς το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 αποτρέπει την αλλαγή της χρήσης ενός ακινήτου χωρίς την εξασφάλιση σχετικής άδειας υποστήριξε την θέση πώς κάτι τέτοιο ακόμα και αν συντελεστεί δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα για το οποίο το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει το εμπλεκόμενο πρόσωπο και αυτό στη βάση του ότι το άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96 ως έχει τροποποιηθεί στις 18.03.2016 με τον Ν. 19(I)/2016 δεν καλύπτει πλέον την περίπτωση του άρθρου 3
(1)(ε) του Κεφ. 96. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό το εγειρόμενο ζήτημα θα πρέπει να παρατεθεί το πώς υφίστατο το άρθρο 20 του Κεφ. 96 πριν την τροποποίηση του με τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016 (Ν. 19(I)/2016) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4556, 18.3.2016 Το άρθρο 20 του Κεφ. 96 είχε το ακόλουθο λεκτικό: Ποινικά αδικήματα και ποινές 20.-
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει: (α) Οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 3, 4(1Α), 9Α ή 10
(1)και 10
(2)(β) οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 6 ή 9 (γ) οποιοδήποτε διάταγμα, απόφαση ή ειδοποίηση εκδόθηκε ή επιδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15 ή 15Α (δ) οποιαδήποτε επιτακτική ή απαγορευτική διάταξη Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου, Μετά την τροποποίηση του στις 18.03.2016 με τον Ν. 19(I)/2016 το λεκτικό του άρθρου 20 του Κεφ. 96 έχει ως ακολούθως: Ποινικά αδικήματα και ποινές 20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ (δ) υποβάλει στην αρμόδια αρχή παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με τα καθοριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3Β∙ (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9∙ (στ) παραβαίνει διάταγμα στο οποίο καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας για οποιαδήποτε οδό ή οικοδομή με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Α∙ (ζ) παραβαίνει διάταγμα που εξαιρεί από την υποχρέωση έκδοσης οποιασδήποτε άδειας με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Β∙ (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β∙ (θ) ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9Α, Συνεπώς αφού ως υποστηρίζει η πλευρά της υπεράσπισης με την τροποποίηση του 2016 έχει αντικατασταθεί η αναφορά ότι συνιστά αδίκημα η οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 με ειδική πλέον αναφορά μόνο σε ζητήματα που αφορούν τα της ανέγερσης οικοδομής και αφού στην υπό εξέταση περίπτωση αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 είναι για κατ ισχυρισμό αδίκημα μετατροπής της εγκριμένης χρήσης και όχι για ανέγερση οικοδομής τότε δεν υφίσταται η διάπραξη από μέρους τους οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Με όλο τον προσήκωντα σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων αλλά τέτοια προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού θα οδηγούσε σε παράλογα και αυθαίρετα συμπεράσματα αλλά ταυτόχρονα θα καθιστούσε και τον σκοπό του Κεφ. 96 μάταιο και αναποτελεσματικό. Η ερμηνεία των νομοθετικών προνοιών του Κεφ. 96 δεν μπορεί να δικαιολογήσει τέτοια προσέγγιση επί του θέματος.[14] Καταρχάς υπενθυμίζεται πώς τόσο στην Ποινική Έφεση Αρ. 7871 μεταξύ Κοιλιάρη Ιουλία ν. Δήμου Αγίου Δομετίου
(2005)2 ΑΑΔ 350 ημερομηνίας 09.06.2005 όσο και στην Ποινική Έφεση Αρ. 5745 μεταξύ Δήμος Λεμεσού ν. Χριστοφίδη κ.α.
(1994)2 ΑΑΔ 206 ημερομηνίας 16.12.1994 σημειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πώς με το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 καθίσταται αδίκημα η μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής και αυτό και σε συνδυασμό και με το άρθρο 20 του Κεφ.
- Σημειώνεται πως στον ίδιο τον τίτλο του άρθρου 3 του Κεφ. 96 αναφέρονται τα ακόλουθα: Χάραξη κλπ. οδών και ανέγερση κλπ. οικοδομών απαγορεύεται χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Μάλιστα στην πολύ πρόσφατη Ποινική Έφεση Αρ. 25/2019 μεταξύ ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν.
- GELATOLOGY HOLDINGS LTD,
- ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ημερ. 24.06.2020 παρόλο που αυτή αφορούσε σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος πρόκειτο για περίπτωση που μεταξύ άλλων οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου κατηγορίες αναφορικά με κατ ισχυρισμό αλλαγή ή μετατροπή εγκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατηγορίες οι οποίες εδράζονταν επί των σχετικών προνοιών του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Το σύνολο της επιχειρηματολογίας αλλά και το σκεπτικό που ο κ. Ιωάννου έχει παραθέσει στην γραπτή του αγόρευση για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχή για το ζήτημα τούτο με βρίσκει σε συμφωνία και το παραθέτω κατωτέρω αφού εκφράζει και την πεποίθηση του παρόντος Δικαστηρίου. Εξαιρουμένης βεβαίως της θέσης που εξέφρασε πως το άρθρο 20(3Α) του Κεφ. 96 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού διατάγματος για τον προσωρινό τερματισμό της χρήσης οικοδομής αφού κάτι τέτοιο παραγνωρίζει τα αποφασισθέντα στην πρόσφατη Ποινική Έφεση Αρ. 25/2019 μεταξύ ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν.
- GELATOLOGY HOLDINGS LTD,
- ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ημερ. 24.06.2020 που αφορούσε έφεση στο ζήτημα αυτό και αποφασίστηκε πως η εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 20(3Α) του Κεφ. 96 αφορά και μόνο στην αποφυγή διεξαγωγής περαιτέρω εργασιών και σε καμιά περίπτωση στον προσωρινό τερματισμό της μη αδειούχας χρήσης.[15] Η θέση των δικηγόρων της Υπεράσπισης είναι με λίγα λόγια ότι δεν δημιουργείται αδίκημα για τον λόγο ότι το άρθρο 20
(1)(α) δημιουργεί αδίκημα όταν πρόσωπο «Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3», εστιάζοντας μόνο στη φράση «ανεγείρει οικοδομή» χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ολόκληρη η Νομοθεσία και ολόκληρο το λεκτικό του άρθρου 20
(1)(α) αλλά και του άρθρου 20 γενικότερα του Κεφαλαίου 96. Πρόκειται για λανθασμένο συμπέρασμα και ερμηνεία. Ούτε η σχετική διατύπωση του άρθρου 20
(1)(α) του Κεφαλαίου 96 έχει ένα τέτοιο σκοπό. Είναι ξεκάθαρο ότι σκοπός του Νομοθέτη δεν ήταν να αποκλείσει από τα αδικήματα που προκύπτουν με βάση τα άρθρα 3 και 20
(1)του Κεφ. 96 το αδίκημα της μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Με αυτό το σκεπτικό το μοναδικό αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να προκύψει με βάση τα εν λόγω άρθρα θα ήταν αυτό της ανέγερσης οικοδομής χωρίς την εξασφάλιση άδειας και κανένα άλλο. Από την απλή ανάγνωση ολόκληρου του Κεφαλαίου 96 και των σχετικών προνοιών όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ήταν πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να μην δημιουργείται αδίκημα όταν προκύπτει μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης οποιασδήποτε οικοδομής και εξηγώ: 1) Το άρθρο 20
(1)(α) του Κεφαλαίου 96 δεν αναφέρεται συγκεκριμένα και μόνο στο άρθρο 3
(1)(β) το οποίο αφορά ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια, αλλά αναφέρεται σε ολόκληρο το άρθρο 3 του Κεφαλαίου 96 («όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3»). 2) Επιπλέον, εάν ήταν αυτή η πρόθεση του Νομοθέτη, θα αφαιρείτο και από το άρθρο 2 και ο ορισμός της φράσης «εγκεκριμένη χρήση» και η σχετική επιφύλαξη, κάτι το οποίο δεν έγινε. Ούτε θα χρειαζόταν άδεια από την Αρμόδια Αρχή για αλλαγή της εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ε). 3) Το άρθρο 20
(1)(α) καταλήγει με την φράση «.,όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3», το οποίο άρθρο 3 απαγορεύει μεταξύ άλλων την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια. Εάν υπήρχε πρόθεση να δημιουργείται αδίκημα μόνο για ανέγερση οικδομής χωρίς άδεια, το άρθρο 20
(1)(α) θα κατέληγε με τη φράση όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3
(1)(β) και όχι ολόκληρου του άρθρου 3. 4) Το ίδιο το άρθρο 3 δημιουργεί απαγόρευση τέλεσης συγκεκριμένων πράξεων χωρίς να έχει εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η σχετική άδεια από τις Αρμόδιες Αρχές. Τούτο συμπεραίνεται τόσο από τον ίδιο τον τίτλο του άρθρου 3 όσο και από το περιεχόμενο του. 5) Με το ίδιο σκεπτικό, και εάν γίνει αποδεκτή η εισήγηση των δικηγόρων υπεράσπισης, ούτε τα υπόλοιπα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)του Κεφαλαίου 96 με εξαίρεση ότι αφορά σε ανέγερση οικοδομής θα συνιστούν αδικήματα μεταξύ άλλων: α) η διάνοιξη ή κατασκευή οδού (άρθρο 3
(1)(α)) β) προσθήκες/μετατροπές σε υφιστάμενη οικοδομή (άρθρο 3
(1)(β)) γ) η οποιαδήποτε κατεδάφιση (άρθρο 3
(1)(β)) δ) η ανοικοδόμηση οικοδομής (άρθρο 3
(1)(β)) ε) η διάνοιξη ή διαίρεση οποιασδήποτε γης σε χωρισμένα οικόπεδα (άρθρο 3
(1)(γ)) στ) διαίρεση οικοδομής σε χωρισμένα διαμερίσματα (άρθρο 3
(1)(δ)) 6) Εάν γίνει δηλαδή αποδεκτή η θέση των δικηγόρων υπεράσπισης θα προκύψει οικοδομική και πολεοδομική αναρχία. Ο καθένας θα μπορεί να προβαίνει στις πιο πάνω πράξεις χωρίς οποιαδήποτε συνέπεια. 7) Επίσης, ο τίτλος του άρθρου 3 του Κεφαλαίου 96 όπως φαίνεται στη Νομοθεσία δεν αναφέρεται μόνο σε «ανέγερση οικοδομής». Ο τίτλος του άρθρου 3 είναι διατυπωμένος ως εξής: «Χάραξη κλπ. οδών και ανέγερση κλπ. οικοδομών απαγορεύεται χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής». Δηλαδή το άρθρο 3 απαγορεύει μεταξύ άλλων διάφορες ενέργειες χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. 8) Εάν γίνει αποδεκτή η θέση των δικηγόρων υπεράσπισης ούτε το εξής θα συνιστά αδίκημα: «Να ανέχεται το οποιοδήποτε πρόσωπο ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή (άρθρο 3
(1)(β))». Δηλαδή ακόμα και οι ιδιοκτήτες οικοδομών στις οποίες ανεγείρονται οικοδομές χωρίς την εξασφάλιση σχετικής άδειας δεν θα διαπράττουν αδίκημα και θα απαλλάσσονται εάν η ανέγερση οικοδομής γίνεται από τρίτους στην οικοδομή τους. 9) Εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μην στοιχειοθετείται αδίκημα, τότε θα αφαιρούσε από το σχετικό κείμενο της Νομοθεσίας τόσο το άρθρο 3
(1)(ε) όσο και τις υπόλοιπες υποπαραγράφους του άρθρου 3
(1)του Κεφαλαίου 96, πλην της πρόνοιας που απαγορεύει την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. 10) Από την ανάγνωση του άρθρου 20
(1)του Κεφαλαίου 96 πριν και μετά την τροποποίηση η οποία επήλθε με τον Ν. 19/2016, σε καμία περίπτωση δεν διαφαίνεται η πρόθεση του Νομοθέτη να μην συνιστά αδίκημα η μη συμμόρφωση με το άρθρο 3
(1)(ε) της ίδιας Νομοθεσίας. Από απλή ανάγνωση είναι σαφές ότι μετά την τροποποίηση στην ουσία εξειδικεύονται και αυξάνονται οι πράξεις και/ή παραλείψεις που συνιστούν αδικήματα. Αυτό διότι με το άρθρο 20
(1)του Κεφαλαίου 96 ως είχε τροποποιηθεί το 2016, αυξήθηκαν τα αδικήματα τα οποία μπορεί να προκύψουν με βάση το εν λόγω άρθρο. 11) Περαιτέρω, εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μην στοιχειοθετείται αδίκημα με βάση το άρθρο 3
(1)(ε) και 20
(1)(α), τότε θα αφαιρούσε από τη Νομοθεσία και τη πρόνοια η οποία δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για τερματισμό της χρήσης οικοδομής η οποία γίνεται κατά παράβαση της εγκεκριμένης χρήσης της σύμφωνα με το άρθρο 20
(3)(β), κάτι το οποίο δεν έπραξε. Παρέμεινε δηλαδή το άρθρο 20
(3)(β) διατυπωμένο ως εξής:
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- ........ (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Συνεπώς για το σύνολο των λόγων που έχω παραθέσει ανωτέρω είναι ξεκάθαρο πώς με το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 καθίσταται αδίκημα η μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής χωρίς την εξασφάλιση σχετικής άδειας και αυτό και σε συνδυασμό και με το άρθρο 20 του Κεφ. 96 στην μορφή που αυτό έχει από το 2016 μέχρι και σήμερα ως εκ τούτου οι θέσεις της υπεράσπισης για το ζήτημα τούτο απορρίπτονται. Η εφαρμογή του άρθρου 9 του Κεφ. 96 στην υπό εξέταση υπόθεση: Στρεφόμενος προς την δυνατότητα της εφαρμογής του άρθρου 9 του Κεφ. 96 θεωρώ πως στην υπό εξέταση υπόθεση παρά το γεγονός ότι αυτό συμπεριλαμβάνεται στην νομική βάση των κατηγοριών μεταξύ άλλων άρθρων αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής κάτι για το οποίο ούτε και η πλευρά της κατηγορούσας αρχής φαίνεται να υποστηρίζει αφού περιορίζει την υπόθεση στην γραπτή της αγόρευση στις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 και ειδικότερα στην επιφύλαξη που υπάρχει στον ορισμό της εγκεκριμένης χρήσης η οποία θεωρούν ότι τυγχάνει εφαρμογής στα ιδιαίτερα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε άδεια της Δημοτικής Αρχής η οποία να περιλαμβάνει συγκεκριμένους όρους σε σχέση με την χρήση στην οποία η οικοδομή δύναται να τεθεί (άρθρο 9
(1)(viii) Κεφ. 96) συνεπώς η υπό εξέταση υπόθεση θα κριθεί μόνο στη βάση του άρθρου 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 και της ερμηνευτικής διάταξης και επιφύλαξης του όρου ''εγκεκριμένη χρήση'' που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 96 δηλαδή στο κατά πόσον από την τεθείσα μαρτυρία προκύπτει κατά τρόπο ικανοποιητικό και νομοθετικά αποδεκτό για το ποια ήταν η εγκεκριμένη χρήση της υπό εξέταση οικοδομής αλλά και κατά πόσον αυτή έχει μετατραπεί (ή τέτοια μετατροπή έγινε δυνάμει συνδρομής ή ανοχής) άνευ εξασφάλισης άδειας από την δημοτική αρχή. Η εφαρμογή νομοθετικών προνοιών του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85: Στη νομική βάση των κατηγοριών 1, 2 και 3 περιλαμβάνονται εκτός από τις νομοθετικές πρόνοιες του Κεφ. 96 και πρόνοιες του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85και ειδικότερα τα άρθρα 103[16] και 112[17] που μεταξύ άλλων διέπουν ζητήματα εξασφάλισης αδειών για την λειτουργία επαγγελματικών υποστατικών και επιχειρήσεων εντός δημαρχούμενης περιοχής. Τα άρθρα αυτά όμως δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση και εξηγώ τους λόγους: Οι λεπτομέρειες κατηγορίας παρά την συμπερίληψη στην νομική βάση και άρθρων άλλων από των νομοθετικών προνοιών του Κεφ. 96 διέπουν καθαρά και μόνο τα αδικήματα της μετατροπής της εγκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ άδειας και τα αντίστοιχα της παροχής συνδρομής η της επίδειξης ανοχής στην διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος στη βάση συγκεκριμένων άρθρων του Κεφ. 96 όπως υποστηρίχθηκε ούτως η άλλως και με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Δημοτικής Αρχής χωρίς να επιχειρηματολογήσει οτιδήποτε άλλο περί του αντιθέτου. Μάλιστα αξιοσημείωτο πως η ίδια η Δημοτική Αρχή μέσω του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας και συγκεκριμένα μέσω της παραγράφου 12 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1) αλλά και μέσω του Τεκμηρίου 9 παρουσίασε γεγονότα και έγγραφα για να καταδείξει την διασύνδεση της κατηγορούμενης 1 με την κατοχή του συγκεκριμένου επαγγελματικού χώρου η οποία μάλιστα καταβάλει και φορολογίες, τέλη και δικαιώματα της περιόδου από 2010 μέχρι και τις 26.09.2019 που καλύπτουν φορολογικές τους υποχρεώσεις έναντι του Δήμου για την εξασφάλιση επαγγελματικής άδειας καθώς και άδειας διατήρησης επαγγελματικού υποστατικού στον Δήμο. Ούτε από την τεθείσα μαρτυρία υποστηρίχτηκε ή προωθήθηκε οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων προωθήθηκαν περί της ισχυριζόμενης μετατροπής της εγκριμένης χρήσης άνευ άδειας που στηρίχτηκαν ειδικά και μόνο στα όσα ο Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος Κεφ. 96 διαλαμβάνει. Συνεπώς για τους λόγους που εξήγησα δεν προκύπτει δυνατότητα εξέτασης της υπόθεσης αυτής στη βάση των νομοθετικών προνοιών του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85που συμπεριλήφθηκαν στην νομική βάση των κατηγοριών. Εξέταση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης: Αφού λοιπόν δεν έχω αποδεχτεί την πιο πάνω νομική επιχειρηματολογία την οποία η υπεράσπιση προέβαλλε για σκοπούς απαλλαγής από το στάδιο αυτό των πελατών της θα προχωρήσω να εξετάσω αν θα πρέπει οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 να κληθούν σε απολογία στη βάση των νομολογιακών αρχών που διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Έχοντας υπόψη την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή ότι η τεθείσα μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πιεστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Λαμβάνοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της μετατροπής της εγκριμένης χρήσης οικοδομής καθώς και τα αντίστοιχα για την παροχή συνδρομής ή επίδειξη ανοχής όπως αυτά έχουν αποκρυσταλλωθεί στην νομική πτυχή της παρούσας απόφασης σημειώνεται πως στην υπό εξέταση υπόθεση δεν τυγχάνει αμφισβήτησης ότι το τεμάχιο ΧΧ ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης 3 βρίσκεται εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού ούτε και ότι η χρήση του εξωτερικού χώρου της αυλής από την Κατηγορούμενη 1 την οποία κατέχει ως ενοικιάστρια γίνεται δια της διατήρησης χώροu εστίασης / μπαρ με την ονομασία ΧΧ Αυτό βεβαίως που αμφισβητείται είναι κατά πόσον έχει η κατηγορούσα αρχή καταφέρει να αποδείξει την εγκριμένη χρήση της οικοδομής κάτι το οποίο όμως το δικαστήριο θα εξετάσει με την τελική του κρίση αφού αξιολογήσει το σύνολο της τεθείσας δια ζώσης και έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί. Μάλιστα ως ήταν και η εισήγηση τους η σχετική επιφύλαξη στο ερμηνευτικό κομμάτι της εγκεκριμένης χρήσης σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία επιτρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει σε ανάλογα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση. Αυτό φυσικά θα εξεταστεί με την τελική απόφαση του δικαστηρίου αφού για το ενδιάμεσο αυτό στάδιο θεωρώ πως υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία για να κληθούν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 σε απολογία και για το ζήτημα αυτό χωρίς βεβαίως σε καμιά περίπτωση να προδικάζεται η τελική κρίση του Δικαστηρίου ούτε και η νομική ερμηνεία που θα δοθεί στο συγκεκριμένο ζήτημα. Και η ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 2 θα εξεταστεί με την τελική κρίση του Δικαστηρίου τόσο σε σχέση με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί όσο και με τα όσα έτυχαν (αν βεβαίως έτυχαν) αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης και αφορούν την εμπλοκή της Κατηγορούμενης 2 στα όσα της καταλογίζονται. Μάλιστα σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 ιδιοκτήτρια του ακινήτου δεν έχει αμφισβητήσει ποσώς τα όσα της καταλογίζονται σε σχέση με το αδίκημα της ανοχής στην μετατροπή της εγκριμένης χρήσης όμως και πάλι σε σχέση με αυτή την κατηγορία το κατά πόσον έχει αποδειχθεί εγκριμένη χρήση η οποία παραβιάζεται με την χρήση του χώρου της αυλής δια της διατήρησης χώρου εστίασης / μπαρ θα αποφασιστεί με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνω πως από την μέχρι τώρα τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία χωρίς αυτή να αξιολογείται και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη και αφού έχω απορρίψει τα από πλευράς υπεράσπισης εγερθέντα νομικά ζητήματα και αφού πλέον έχει αποκρυσταλλωθεί η νομική πτυχή στην οποία βασίζονται οι κατηγορίες αναπόφευκτα δεν έχω άλλη επιλογή από το να καλέσω τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 σε απολογία. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 σε μία έκαστη των κατηγοριών που αυτοί αντιμετωπίζουν[18] και ως εκ τούτου αυτοί καλούνται σε απολογία. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Οι κατηγορίες 4, 8 και 12 τους αφορούσαν. [2] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [3] Αρχικά και μετά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα στις 19.10.21 τις είχαν παραδεχθεί και αυτές αλλά έγινε αλλαγή απάντησης στις 04.02.22 και καταχωρήθηκε απάντηση μη παραδοχής με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε ακρόαση οι κατηγορίες 1, 2 και 3. [4] Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω για τα γεγονότα αυτά και τις κατηγορίες που τα αφορούν έχει ήδη καταχωρηθεί παραδοχή από μέρους των Κατηγορούμενων 1, 2 και 3. [5] Έναρξη νομοθεσίας 7. Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed). [6] ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ, v. ΔΗΜΟΥ ΛΑΤΣΙΩΝ, .Ποινική Έφεση 7171 ημερ. 03.02.2002 [8] Η ιδιότητα διευθυντή εταιρείας δεν μπορεί από μόνη της να στηρίξει την καταδίκη του δυνάμει του Άρθρου 20, στην απουσία μαρτυρίας για συμμετοχή του. [9] Αυτουργοί 20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. [10] Κατηγορίες 5, 6, 7, 9, 10 και 11 [11] Κατηγορίες 1, 2 και 3 [12]Βλέπετε επίσης την Andreas Trimikliniotis v. The District Officer of Limassol
(1975)2 CLR, 105 [13] Έχοντας διαπιστωθεί μετά τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις δύο πιο πάνω αποφάσεις, το κενό που δημιουργείτο, ο Νομοθέτης στις 8.5.1978 με σχετικό τροποιητικό νόμο, τον Νόμο 24/78, τροποποίησε το άρθρο 10 του Νόμου Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών, Κεφ. 96, με την προσθήκη στο τέλος του εδαφίου 1 του Άρθρου 10 των ακολούθων λέξεων: «ανεξαρτήτως εάν εχορηγήθη δια την τοιαύτην οικοδομή άδεια δυνάμει του Άρθρου 3.». Μετά την εν λόγω τροποποίηση το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ρηγίνος Παναγιώτου ν. Έπαρχου Λεμεσού
(1997)2 Α.Α.Δ, 152, επιτρέποντας την έφεση και αθωώνοντας τον κατηγορούμενο επεσήμανε τα εξής: « Έχουμε εξετάσει με προσοχή το θέμα που εγείρεται και κρίνουμε ότι το άρθρο 10
(1)όπως τροποποιήθηκε, δεν καλύπτει περίπτωση ως η παρούσα. Βρίσκουμε ότι με την τροποποίηση που έγινε με το Νόμο 24/78, πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να καλύψει περιπτώσεις όπου υπήρχε υποχρέωση εξασφάλισης άδειας και αυτή δεν εξασφαλίζετο και χρησιμοποιούνταν υποστατικά χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Εάν πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να καλύπτονταν και όλα τα υποστατικά που ανεγέρθηκαν πριν την εφαρμογή του Κεφ. 96, θα αναμέναμε τούτο να γίνει με λεπτομερείς νομοθετικές ρυθμίσεις που να καλύπτουν και τα πρακτικά προβλήματα που θα εγείρονταν και όχι με μία απλή τροποποίηση με την προσθήκη της φράσης που αναφέραμε πιο πάνω στο τέλος του άρθρου 10
(1). Στο εύρημα μας αυτό αντλούμε και υποστήριξη από την απόφαση στην υπόθεση Mouskoς v. District Officer (πιο πάνω), όπου στη σελ. 137 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « We appreciate that there may arise problems in facing situations where for some reason or other the person involved in the construction itself cannot be prosecuted and, consequently, constructions built without a building permit may remain standing in contravention of the Streets and Buildings Regulations Law, Cap. 96, but, this is, however a matter for the appropriate authorities to consider and remedy by legislative clarification.» Είναι προφανές ότι ήταν οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου που ώθησαν το Νομοθέτη να προβεί στην τροποποίηση, γεγονός που υποδεικνύει ότι σκοπός της ήταν να καλύψει περιπτώσεις που υποστατικά χρησιμοποιούνταν χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης αλλά μόνο εκεί όπου υπήρχε η αναγκαιότητα εξασφάλισης άδειας οικοδομής για την ανέγερση τους.» [14] Στην υπόθεση Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 1142 λέχθηκε ότι οι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός όπου αυτό είναι σε αντίθεση με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου, ή αν αυτό το νόημα θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα. Σχετική επίσης με την ερμηνεία νομοθετημάτων είναι και η υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ και άλλοι ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά την κρίση μας, η πρωτόδικη ερμηνευτική προσέγγιση ήταν ορθή και το αποτέλεσμα της αναπόφευκτο. Η αυστηρή γραμματική ερμηνεία, παραδείγματα της οποίας αφθονούν στην Αγγλική νομολογία - η Magor and St Mellons v. Newport Corporation [1951] 2 All E.R. 839 (H.L.) ίσως να είναι η πιο συχνά αναφερθείσα - ανήκει, ύστερα από πολλή ταλάντευση και διχογνωμία, στο παρελθόν. Ήδη από το 1975 ο δικαστής Diplock παρατήρησε τα εξής στην Carter v. Bradbeer [1975] 3 All E.R. 158 (σελ. 161 g): "If one looks back to the actual decisions of this House on questions of statutory construction over the past thirty years one cannot fail to be struck by the evidence of a trend away from the purely literal towards the purposive construction of statutory provisions." Η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος ή του Κανονισμού βέβαια, έχει πλέον εδραιωθεί και πλαισιώνεται με διάφορες εξειδικεύσεις. Η πιο σημαντική επί του ζητήματος υπόθεση είναι η Pepper v. Hart [1993] 1 All E.R. 42 (H.L.). Επιλήφθηκε της υπόθεσης η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων με ενισχυμένη σύνθεση. Ο δικαστής Browne-Wilkinson που εξέδωσε την πρώτη απόφαση ανέφερε σχετικά τα εξής (σελ. 65 c): "Given the purposive approach to construction now adopted by the courts in order to give effect to the true intentions of the legislature, the fine distinctions between looking for the mischief and looking for the intention in using words to provide the remedy, are technical and inappropriate." Ο δικαστής Griffiths σε ξεχωριστή αλλά συγκλίνουσα ομιλία υπογράμμισε τη μεταβολή λέγοντας ότι (σελ. 50 a-b): "The days have long passed when the courts adopted a strict constructionist view of interpretation which required them to adopt the literal meaning of the language. The courts now adopt a purposive approach which seeks to give effect to the true purpose of legislation ........" Επικράτησε και στην Κύπρο η ίδια προσέγγιση. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 η οποία αφορούσε, όπως και εδώ, την ερμηνεία διάταξης για την επιβολή φορολογίας. Λέχθηκαν σχετικά τα εξής (σελ. 64): "Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου."» Από δε τα λεχθέντα στην υπόθεση Μηλιδώνη ν. Έπαρχου Λευκωσίας
(1998)2 Α.Α.Δ 384 συνάγεται ότι ο σκοπός του Κεφ.96 είναι η εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης των οικοδομών από τον άνθρωπο, η οποία επιτυγχάνεται με την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεσης της αρμόδιας αρχής και έμμεσα με τη διαβεβαίωση, ότι η οικοδομή θα είναι ασφαλής για κατοχή και χρήση. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στη θέση της υπεράσπισης ότι η κατασκευή της καινούργιας στέγης εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του νόμου και συνεπώς δεν απαιτείται η εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης, υπάρχει η ορθή απάντηση, την οποία ο πρωτόδικος δικαστής, κατόπιν ερμηνείας της σχετικής διάταξης, διατυπώνει στην απόφαση ως εξής: "Έχοντας κατά νου ένα βασικό σκοπό του Νόμου Κεφ. 96, που είναι η εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης των οικοδομών από τον άνθρωπο, δεν μπορεί παρά η λέξη "αντικατάσταση" να ερμηνευθεί με τη στενή έννοια... Στις πλείστες των περιπτώσεων παρομοίας φύσεως, η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και η αποκατάσταση της νομιμότητας επιτυγχάνεται μέσω της έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης. Το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, πάντοτε πρέπει να έχει κατά νου το συγκεκριμένο σκοπό του νόμου, ο οποίος σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να καθίσταται μάταιος Βλ. Improvement Board of Kaimakli v. Pelopidas Sevastides
(1967)2 C.L.R. 117 και Municipality οf Nicosia v. Antoniou and Others
(1978)2 C.L.R. 451.» [15] ''Τίθεται ενώπιόν μας μέσω των λόγων έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε την πρόνοια του άρθρου 20(3Α) του Κεφ. 96, θεωρώντας ότι καλύπτει κατασκευαστικές και/ή οικοδομικές εργασίες μόνο και όχι εργασίες που σχετίζονται με τη χρήση της οικοδομής αυτής καθ΄ εαυτής, αυτοπεριορίζοντας με αυτό τον τρόπο τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του πιο πάνω άρθρου. Με όλο το σεβασμό, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Εφεσείοντα. Το λεκτικό του επίμαχου άρθρου 20(3Α) είναι σαφές, προκειμένου να οδηγήσει στη διακρίβωση της έννοιας της συγκεκριμένης πρόνοιας. Με βάση τη γραμματική ερμηνεία, ήτοι την απόδοση της φυσικής και συνήθους έννοιας των λέξεων του κειμένου του νόμου, διαπιστώνεται η ξεκάθαρη βούληση του νομοθέτη επί του προκειμένου. Η υπό κρίση νομοθετική διάταξη, όπως η λεκτική διατύπωσή της επιμαρτυρεί, παρέχει τη δυνατότητα, μέσω καταχώρησης μονομερούς αιτήσεως, εξασφάλισης διατάγματος αναστολής οικοδομικών εργασιών, με σκοπό την άμεση παρεμπόδιση περαιτέρω συνέχισής τους από πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει κατηγορία στη βάση των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 20
(1)του Κεφ. 96. Είναι γι΄ αυτές τις επείγουσες περιπτώσεις που ο νομοθέτης προέβλεψε την εξαιρετική διαδικασία της προσφυγής στο Δικαστήριο μονομερώς, ούτως ώστε, στις κατάλληλες υποθέσεις, να ασκείται η δραστική εξουσία του Δικαστηρίου στην απουσία της αντίδικης πλευράς, προς αποφυγή διεξαγωγής περαιτέρω εργασιών από πρόσωπα τα οποία κατηγορούνται ότι δεν κατέχουν τη σχετική προς τούτο άδεια από την Αρμόδια Αρχή.' [16] Διατήρησις ωρισμέvωv επαγγελματικώv υπoστατικώv άvευ αδείας δεv επιτρέπεται [17] Θέατρα, κλπ. vα μη χρησιμoπoιoύvται άvευ αδείας [18] Κατηγορούμενη 1 στην πρώτη κατηγορία, Κατηγορούμενη 2 στην δεύτερη κατηγορία και Κατηγορούμενη 3 στην 3η κατηγορία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο