← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10659/18, 28/2/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10659/18, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Α. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10659/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον ΧΧΧΧ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28.2.22 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα. Δ. Ναπολέοντος Κατηγορούμενος αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης που συνδεόταν με αθλητικό αγώνα κατά παράβαση των άρθρων 2, 59 και 73 του Περί Πρόληψης και της Καταστολής της βίας στους αθλητικούς χώρους Νόμου 48

(1)/2008 (1η κατηγορία), καθώς και την κατηγορία για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 2.10.2016 στη Λεμεσό επιτέθηκε εναντίον του ΧΧΧΧ Νικολάου Μετζίτικου και η επίθεση συνδεόταν με αθλητικό αγώνα, δηλαδή τον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΠΟΛΛΩΝ-ΟΜΟΝΟΙΑ. Ενώ σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο παράνομα επιτέθηκε κατά του του ΧΧΧΧ Νικολάου Μετζίτικου. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Αστ. 2ΧΧ3 ΧΧΧΧ Οικονομίδη ΜΚ1, την ΧΧΧΧ Μενελάου Χαραλάμπους ΜΚ2 και τον παραπονούμενο ΧΧΧΧ Νικολάου Μετζίτικο (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 αυτός επέλεξε να καταθέσει από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την ακροαματική διαδικασία δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του τεκμ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέταση του. Στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι την 25.11.16 (διευκρινίζοντας ότι η καταγραφή του έτους 2017 αντί του 2016 πρόκειται για τυπογραφικό λάθος), στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης για την οποία ορίστηκε ανακριτής, μετάβηκε στο Τσίρειο Στάδιο όπου η ώρα 16.55 παρέλαβε ως τεκμήριο από τη χειρίστρια του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, ΧΧΧΧ Χαραλάμπους ένα ψηφιακό δίσκο, ο οποίος περιέχει καταγραφές από τις κάμερες 6 και 12 του Τσιρείου σταδίου ημερομηνίας 2.10.16 μεταξύ των ωρών 17.50 και 18.
  1. Τον ψηφιακό δίσκο τον υπέγραψε στην παρουσία του η ΧΧΧΧ Χαραλάμπους και αφού έθεσε σε αυτόν διακριτικό αριθμό τον υπέγραψε και ο ίδιος. Την ίδια μέρα στον αστυνομικό σταθμό παρακολούθησε τα πλάνα που υπήρχαν καταγραμμένα στον ψηφιακό δίσκο, στα οποία φαίνεται ένας επιτηρητής να σπρώχνει τον παραπονούμενο. Από τις καταγραφές δεν διακρίνεται το πρόσωπο του συγκεκριμένου επιτηρητή, αλλά φαίνεται ότι φέρει πορτοκαλί γιλέκο, γεγονός που σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου, πρόκειται για τον κατηγορούμενο. Στις 30.11.16 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στην συνέχει τον κατηγόρησε γραπτώς. Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε από τον μάρτυρα στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως τεκμ. 2, όπως και η γραπτή καταγγελία που σημειώθηκε ως τεκμ.
  2. Κατατέθηκε επίσης από τον μάρτυρα ο προαναφερόμενος ψηφιακός δίσκος και σημειώθηκε ως τεκμ.
  3. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις επανέλαβε ότι στα πλάνα του ψηφιακού δίσκου φαίνεται ο επιτηρητής να σπρώχνει τον παραπονούμενο λέγοντας ότι στο χώρο φαίνονται και άλλα πρόσωπα κανένα όμως από αυτά δεν φέρει πορτοκαλί γιλέκο. Ανέφερε επίσης ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε και άλλες καταθέσεις τις οποίες για άγνωστο λόγο δεν τις κατέθεσε στο Δικαστήριο και αυτό ενώ αντεξεταζόμενος από τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι τις έχει στο φάκελο του. Οι ενέργειες που ανέφερε ότι έκανε ο ΜΚ1 στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του όπως περιγράφονται πιο πάνω γίνονται αποδεκτές. Κατά τα άλλα όμως δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο λέγοντας ότι στα πλάνα του ψηφιακού δίσκου φαίνεται ο επιτηρητής με το πορτοκαλί γιλέκο, δηλαδή ο κατηγορούμενος, να σπρώχνει τον παραπονούμενο. Τούτο διότι κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της ΜΚ2 αλλά και του παραπονούμενου ΜΚ3, προβλήθηκαν τα πλάνα από τον ψηφιακό δίσκο τεκμ. 4 και όπως περιγράφεται στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, σε κανένα σημείο των πλάνων του ψηφιακού δίσκου ο κατηγορούμενος, που σημειώνω δεν αμφισβήτησε ότι είναι το πρόσωπο με το πορτοκαλί γιλέκο, δεν φαίνεται να σπρώχνει τον παραπονούμενο. Αντίθετα στα συγκεκριμένα πλάνα φαίνεται ο παραπονούμενος να σπρώχνει τον κατηγορούμενο, δίνοντας βέβαια την δική του εκδοχή για το γεγονός αυτό, εκδοχή που αξιολογείται στη συνέχεια. Συνεπώς πλην των ενεργειών του ως ανακριτή η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1 για το ουσιαστικό αυτό ζήτημα δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Η μαρτυρία της ΜΚ2 ήταν τυπική δεν αμφισβητήθηκε και σημειώνεται από την αρχή ότι γίνεται αποδεκτή. Υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση της τεκμ. 5 στην οποία και αναφέρει ότι είναι γραμματέας του Γ.Σ.Ο για είκοσι χρόνια και χειρίστρια του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του Τσιρείου σταδίου. Μετά από σχετικό αίτημα ετοίμασε τον ψηφιακό δίσκο τεκμ. 4 με πλάνα από την είσοδο του σταδίου των φιλάθλων του Απόλλωνα και τον παρέδωσε στον ΜΚ
  4. Αναγνώρισε τον ψηφιακό δίσκο τεκμ. 4 ο οποίος και προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι οι καταγραφές από τις κάμερες 6 και 12 είναι οι ίδιες αλλά από την κάμερα 12 τα πλάνα είναι πιο κοντινά και φαίνονται πιο καθαρά. Ο παραπονούμενος ΜΚ3 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του τεκμ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέταση του. Πρόκειται για μία πολυσέλιδη και μακροσκελή κατάθεση μεγάλο μέρος της οποίας αφορά τις διάφορες ενέργειες που έκανε, έτσι ώστε, να διωχθεί ποινικά ο κατηγορούμενος, αλλά και άλλα γεγονότα που δεν αφορούν τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της κατάθεση του στην ολότητα της αλλά αναφορά θα γίνει μόνο στα σημεία που αφορούν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Ο παραπονούμενος αναφέρει ότι στις 2.10.16 πήγε να παρακολουθήσει τον αγώνα με τον ανήλικο γιό του ηλικίας 7 ετών. Στη είσοδο του σταδίου υπήρχαν 5 με 6 πρόσωπα που έφεραν πράσινα γιλέκα ένας εκ των οποίων έλεγξε το εισιτήριο του, ενώ ένας άλλος έλεγξε τη τσάντα που κρατούσε και αφού δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ύποπτα ή απαγορευμένα αντικείμενα προχώρησαν με τον γιό του να εισέλθουν στο γήπεδο. Πέρασαν την πρώτη πόρτα που οδηγεί στις κερκίδες και εισήλθαν εντός του στεγασμένου χώρου από τον οποίο έπρεπε να περάσουν για να μεταβούν στις κερκίδες. Ενώ βρισκόταν στο τέλος του μικρού αυτού χώρου ένα πρόσωπο, που ακολούθως διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, του είπε να μην ξανάρθει με αυτή τη τσάντα γιατί δεν θα περάσει στο γήπεδο. Ο ίδιος τότε του απάντησε ότι διαφωνεί μαζί του και ότι έχει δικαίωμα να κρατά τη τσάντα του. Ακολούθως πλησίασαν ο ένας τον άλλο και ο κατηγορούμενος του είπε ότι ο μόνος λόγος που του επιτρέπει να εισέλθει στο γήπεδο είναι ο «λεβέντης μας δαμέ» πιάνοντας τον ανήλικο γιο του από τον ώμο. Τότε ο παραπονούμενος του απάντησε ότι είναι δικηγόρος, γνωρίζει τα δικαιώματα του και θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να μεταφέρει την προσωπική του τσάντα στο γήπεδο και ότι ήδη την είχαν ελέγξει. Μετά την απάντηση του αυτή ο κατηγορούμενος νεύριασε και άρχισε να φωνάζει και να μιλά με επιθετικές διαθέσεις και να κουνά το δάκτυλο του μπροστά από το πρόσωπο του παραπονούμενου ενώ την ίδια ώρα προσπάθησε να βάλει πίσω από την πλάτη του τον ανήλικο γιό του. Ο παραπονούμενος του ζήτησε να κατεβάσει το δάκτυλο και να σταματήσει να τον απειλεί και να του φωνάζει και να κάνει στην άκρη για να περάσει να δει τον αγώνα. Τότε, όπως αναφέρει ο παραπονούμενος, ενώ ο ίδιος παρέμεινε ψύχραιμος, ο κατηγορούμενος άνοιξε τα δύο του χέρια και αμέσως τον έσπρωξε βίαια προς τα πίσω τοποθετώντας τα χέρια του γύρω από το σώμα του συμπαρασύροντας μαζί και τον ανήλικο γιό του. Παράλληλα ο κατηγορούμενος του φώναζε να περάσει έξω και ότι δεν έχει δικαίωμα να εισέλθει στο γήπεδο. Ο παραπονούμενος σύμφωνα με τα λεγόμενα του δεν αντέδρασε καθόλου και αφού ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε, τότε έκανε βήματα προς τα πίσω για να μην τραυματισθεί ο ίδιος και το παιδί του. Βρέθηκε έξω από τη πόρτα του χώρου που περιέγραψε προηγουμένως όπου εκεί βρίσκονταν τα πρόσωπα που έφεραν πράσινα γιλέκα. Είδε στα 10 μέτρα ένα αστυνομικό και φώναξε δυνατά για να τον ακούσει. Ακολούθως πλησίασαν τον αστυνομικό μαζί με το παιδί του καθώς και τον κατηγορούμενο. Υπέδειξε την ταυτότητα του στον αστυνομικό και του υπέβαλε παράπονο ότι είχε δεχθεί επίθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος έφερε πορτοκαλί γιλέκο με τον διακριτικό αριθμό
  5. Στη συνέχεια οδηγήθηκαν στον υπεύθυνο αξιωματικό του σταδίου. Ο παραπονούμενος ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του διευκρίνισε πως το όλο περιστατικό εξελίχθηκε στον στεγασμένο χώρο που προανέφερε ο οποίος είναι γύρω στα 8τ.μ με 10τ,μ και όχι στον ανοικτό χώρο όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι συνάδελφοι του κατηγορούμενου, αλλά όπως είπε φαίνονταν από την πόρτα που βρισκόταν σε απόσταση 2 μέτρων και συνεπώς οι συνάδελφοι του κατηγορούμενου τους έβλεπαν. Πράγματι στα πλάνα του ψηφιακού δίσκου τεκμήριο 4 ο παραπονούμενος μαζί με τον κατηγορούμενο εμφανίζονται μετά που βγαίνουν από τον αναφερόμενο χώρο και συνεπώς αποδέχομαι την πιο πάνω θέση του παραπονούμενου. Κατά τα άλλα όμως παρατηρώ ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις και ανακρίβειες. Όταν κατά την κυρίως εξέταση του προβλήθηκε ο ψηφιακός δίσκος τεκμήριο 4, όπου σημειώνω φαίνεται να πλησιάζει με έντονο ύφος τον αστυνομικό που βρισκόταν εκεί, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο φαίνεται ο ίδιος να σπρώχνει με τα χέρια του τον κατηγορούμενο, ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν για να εξηγήσει στον αστυνομικό τι του είχε κάνει προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Θέση που βέβαια δεν συνάδει με τη λογική και για κανένα λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν απαιτείτο να χειρονομήσει για να μεταφέρει στον αστυνομικό το παράπονο του. Άλλωστε όπως διαπιστώνεται, στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι υπέδειξε τη ταυτότητα του στον αστυνομικό και τον πληροφόρησε ότι μόλις είχε δεχθεί επίθεση και άσκηση σωματικής βίας από τον κατηγορούμενο, χωρίς σε κανένα σημείο να αναφέρει ότι ο ίδιος έσπρωξε τον κατηγορούμενο για «να εξηγήσει» στον αστυνομικό τι του έκανε ο τελευταίος. Σε κάθε περίπτωση και χωρίς να γίνεται αποδεκτή η πιο πάνω εκδοχή του παραπονούμενου, παρατηρώντας το τρόπο που φαίνεται ο ίδιος να σπρώχνει τον κατηγορούμενο, ουδόλως συνάδει με το τρόπο με τον οποίο ο ίδιος περιέγραψε ότι του επιτέθηκε ο κατηγορούμενος. Ερωτηθείς τι επίθεση δέχθηκε ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήρθε μπροστά του κοντά στο πρόσωπο του, σήκωσε το δάκτυλο και του είπε αυτά που αναφέρει στην κατάθεση του δηλαδή να μην αυθαδιάζει και ότι δεν δικαιούται να εισέρχεται στο γήπεδο με τη τσάντα και τον διέταξε θυμωμένα να περάσει έξω. Αυτό σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση του, όπου αναφέρει ότι ακολούθως ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε βίαια προς τα πίσω τοποθετώντας τα χέρια του γύρω από το σώμα του. Διαπιστώνοντας βέβαια στη συνέχεια την αντίφαση αυτή στη μαρτυρία του ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος άνοιξε τα χέρια του και ερχόμενος σε επαφή με το σώμα του τον έσπρωξε προς τα πίσω. Ενώ ακολούθως ισχυρίσθηκε με ασάφεια ότι ο κατηγορούμενος άσκησε «μία δύναμη» και αφού ο ίδιος έκανε 2 με 3 βήματα προς τα πίσω τον έβγαλε μαζί με το ανήλικο γιό του έξω από τη πόρτα του στεγασμένου χώρου. Οι διαφορετικές αυτές εκδοχές του παραπονούμενου δεν συνάδουν με τη γραπτή κατάθεση του όπου συγκεκριμένα αναφέρει πως, ο κατηγορούμενος άνοιξε τα δύο του χέρια και αμέσως τον έσπρωξε βίαια προς τα πίσω τοποθετώντας τα χέρια του γύρω από το σώμα του συμπαρασύροντας μαζί και τον ανήλικο γιό του. Ο παραπονούμενος δεν έπεισε επίσης για την αλήθεια της εκδοχής του σύμφωνα με την οποία ο ίδιος παρέμεινε ψύχραιμος, δεν αντέδρασε καθόλου και δεν συμπεριφέρθηκε αλλά ούτε και μίλησε άσχημα στον κατηγορούμενο. Τούτο αφενός διότι όπως αναφέρεται πιο πάνω την ώρα που συζητούσε με τον αστυνομικό έσπρωξε τον κατηγορούμενο, αλλά και αφετέρου όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του επειδή ο κατηγορούμενος δεν αποκάλυπτε το όνομα του παρά μόνο τον διακριτικό του αριθμό τον αποκάλεσε δειλό. Επίσης ούτε και αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος κατάφερε να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του, όπως αυτή περιλαμβάνεται στην γραπτή κατάθεση του. Ερωτηθείς σχετικά αποδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος του είπε να περάσει στο γήπεδο όμως κανονικά δεν θα έπρεπε να μεταφέρει τσάντα μαζί του. Εγείρεται συνεπώς το εύλογο ερώτημα το οποίο και του τέθηκε κατά την αντεξέταση του, γιατί τότε δεν πέρασε μέσα στο γήπεδο εφόσον του επιτράπηκε να περάσει. Ο παραπονούμενος δεν μπόρεσε να δώσει μία σαφή και συγκεκριμένη απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Αλλά ούτε και για τον λόγο που συνέχισε να παραμένει στον χώρο ακόμα και μετά που ο κατηγορούμενος του είπε να περάσει στο γήπεδο αφού συνόδευε τον ανήλικο γιό του. Ουδόλως δε πειστική ήταν η εκδοχή του ότι όταν ανέφερε στον κατηγορούμενο, που ήταν ο επικεφαλής της ομάδας επιτηρητών, ότι είναι δικηγόρος και γνωρίζει τα δικαιώματα του, τότε αυτός άλλαξε αμέσως γνώμη και ήθελε να τον βγάλει έξω από το γήπεδο. Ούτε μπόρεσε να δώσει μία λογική και ικανοποιητική εξήγηση όταν ερωτήθηκε πως ο κατηγορούμενος, ενώ σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του, έδειχνε προς αυτόν μία φιλική διάθεση, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγινε ο επιθετικός άνθρωπος που περιέγραψε ο οποίο όμως, όπως φαίνεται και στα πλανά του ψηφιακού δίσκου, δέχεται επίθεση από τον ίδιο και για ακόμα μία φορά δεν αντιδρά . Αντίθετα με επιτηδευμένο τρόπο που δεν έπειθε για την αλήθεια της εκδοχής του, ισχυρίσθηκε πως ο ίδιος παρέμεινε ψύχραιμος και έκανε το σωστό και έδειξε τη ταυτότητα του στον αστυνομικό και τότε ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι έκανε λάθος και για αυτό αρνιόταν να αναφέρει το όνομα του τόσο στον αστυνομικό όσο και στον υπεύθυνο του σταδίου. Προς τούτο δε για ακόμα μία φορά και με σκοπό να δικαιολογήσει το γεγονός ότι στα πλάνα του ψηφιακού δίσκου φαίνεται ο ίδιος να αντιδρά έντονα και να σπρώχνει τον κατηγορούμενο, επανέλαβε την πρόφαση που περιγράφεται πιο πάνω, η οποία δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν. Σε αντίφαση δε τόσο με τα λεγόμενα του κατά την κυρίως εξέταση του αλλά και τη γραπτή κατάθεση του, αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος άνοιξε τα χέρια του και τον οδήγησε προς τα έξω, λέγοντας με ασάφεια ότι ο κατηγορούμενος άνοιξε τα χέρια του και τον «έσυρε προς τα έξω». Για όλους τους λόγους που υποδεικνύονται πιο πάνω, αλλά και ένεκα της γενικής εντύπωσης που μου άφησε ο παραπονούμενος παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται από τα στυγνά πρακτικά, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με το πως διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα στην πραγματικότητα. Η γενικότερη εικόνα που αποκόμισα γι' αυτόν, ήταν ότι προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως τον βόλευαν και όχι όπως πραγματικά εξελίχθηκαν. Από τη μαρτυρία του δέχομαι βέβαια ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως κανονικά δεν έπρεπε να μεταφέρει τσάντα στο γήπεδο αλλά ταυτόχρονα του επέτρεψε να περάσει και να παρακολουθήσει τον αγώνα εφόσον συνόδευε και τον ανήλικο γιό του. Τούτο άλλωστε συνάδει και με τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου αναφορά στην οποία γίνεται αμέσως στη συνέχεια. Το κατά πόσο σύμφωνα με τους κανονισμούς που επικρατούσαν κατά τον επίδικο χρόνο επιτρεπόταν η μεταφορά τσάντας στο γήπεδο ή όχι, δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο δεδομένου ότι δεν είναι ζήτημα που αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Κατά τα άλλα όμως η μαρτυρία και η εκδοχή του παραπονούμενου για τους λόγους που υποδεικνύονται πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνεπώς απορρίπτεται. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του και τη δική του εκδοχή. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του, θεωρώ ότι περιέγραψε τα γεγονότα όπως ακριβώς εκτυλίχθηκαν, απαντώντας με αμεσότητα, ευθύτητα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό, ενώ τα όσα ισχυρίσθηκε κατά τη μαρτυρία του είχαν συνέπεια και λογική συνοχή. Σημειώνω δε ότι τα εύλογα ερωτήματα που παρέμεναν αναπάντητα μέσα από την μαρτυρία του παραπονούμενου, όπως αυτά υποδεικνύονται πιο πάνω, ενισχύουν την εκδοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα στην πραγματικότητα. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο ομαδάρχης των επιτηρητών στο Τσίρειο στάδιο. Ο ίδιος ως ο υπεύθυνος των επιτηρητών παρόλο που είδε τον παραπονούμενο να μεταφέρει τσάντα πλάτης, λαμβάνοντας υπόψη ότι συνοδευόταν από τον ανήλικο γιό του, του υπέδειξε μεν ότι η τσάντα που κρατούσε απαγορεύεται αλλά του επέτρεψε να εισέλθει να παρακολουθήσει τον αγώνα. Ο παραπονούμενος μετά από αυτή την παραίνεση του κατηγορούμενου αντέδρασε και άρχισε να φωνάζει δημιουργώντας οχληρία με την πιθανότητα να δημιουργηθεί γενικότερη σύρραξη αφού στο σημείο που βρίσκονταν είχαν πρόσβαση οι οπαδοί που ήταν ήδη μέσα στο γήπεδο. Ο ίδιος του ζήτησε να απομακρυνθεί και να περάσει στις εξέδρες για να παρακολουθήσει τον αγώνα. Ο παραπονούμενος όμως επέμενε να παραμένει στον συγκεκριμένο χώρο φωνάζοντας και ξεστομίζοντας απειλές, ότι λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρος θα δημιουργήσει προβλήματα, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο μιας γενικότερης σύρραξης που τα αποτελέσματα της ήταν προβλεπτά εφόσον άλλοι οπαδοί χωρίς να γνωρίζουν την ουσία της συνομιλίας, θα μπορούσαν να επέμβουν με πολύ άσχημα αποτελέσματα. Οπότε για την ασφάλεια του παραπονούμενου, του αγοριού που συνόδευε, τη δική του και των υπολοίπων αποφάσισε να απαγορεύσει τελικά στον παραπονούμενο την είσοδο στο γήπεδο με τη δικαιολογία της οχλαγωγίας και της δημιουργίας έντασης που θα μπορούσε να προκαλέσει βία σε αθλητικούς χώρους. Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί ότι έχει εκπαιδευτεί για να ασκεί το επάγγελμα του επιτηρητή και γνωρίζει ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει δικαίωμα να περιορίσει κάποιον μέχρι να έρθει η αστυνομία ή μέχρι να τον οδηγήσει σε γραφείο που υπάρχει αστυνομία. Ισχυρίσθηκε ότι επέλεξε να μην ασκήσει καθόλου βία στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον λόγο ότι ο παραπονούμενος συνοδευόταν από ένα μικρό αγόρι και απλά τοποθετώντας το σώμα του μπροστά του τον ανάγκασε να εξέλθει της εισόδου. Παρόλη την άσχημη συμπεριφορά του παραπονούμενου προς το πρόσωπο του, ο ίδιος δεν αντέδρασε σε κανένα σημείο του επεισοδίου. Ούτε ακόμα και τη στιγμή που ο ίδιος ο παραπονούμενος άσκησε βία εναντίον του, όπως επιβεβαιώνεται και από τα πλάνα του ψηφιακού δίσκου που προβλήθηκαν στο δικαστήριο και αυτό, όπως ανέφερε, για να μην δημιουργήσει περαιτέρω πρόβλημα. Σε κανένα όμως σημείο όπως ισχυρίσθηκε δεν έχει ασκήσει την παραμικρή βία εναντίον του παραπονούμενου. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος παρέμενε απόλυτα σταθερός στις θέσεις του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο ξεκίνησε η συζήτηση μεταξύ του και του παραπονούμενου ανέφερε πως ο λόγος ήταν επειδή του υπέδειξε πως μετέφερε απαγορευμένο αντικείμενο, δηλαδή τη τσάντα και του είπε να μην το ξαναφέρει στον επόμενο αγώνα. Η θέση αυτή συνάδει και με τα λεγόμενα του παραπονούμενου ο οποίος όμως για το τι ακολούθησε στη συνέχεια, έδωσε μία διαφορετική εκδοχή που για τους λόγους που εξηγήθηκαν δεν έγινε αποδεκτή. Υποστήριξε επίσης ότι απαγορεύεται οι φίλαθλοι να μεταφέρουν τσάντες στα γήπεδα εξηγώντας και τους λόγους που γίνεται αυτό, ζήτημα όμως το οποίο όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο καθότι δεν αφορά τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Σε σχετική υποβολή αρνήθηκε ότι ο ίδιος νεύριασε και ξεκίνησε να φωνάζει και να μιλά με επιθετικές διαθέσεις προς τον παραπονούμενο, όταν ο τελευταίος του είπε ότι είναι δικηγόρος και ότι είχε δικαίωμα να μεταφέρει την προσωπική του τσάντα στο γήπεδο. Επίσης αρνήθηκε ότι κουνούσε το δάχτυλο μπροστά από το πρόσωπο του παραπονούμενου, παραμένοντας σταθερός στη θέση του ότι σε κανένα σημείο δεν έγινε επιθετικός προς τον αυτόν. Αποδέχθηκε ότι άνοιξε τα χέρια του κάτι που άλλωστε ανέφερε και ο παραπονούμενος, λέγοντας όμως με πειστικότητα ότι δεν ήρθε σε σωματική επαφή με τον παραπονούμενο, αλλά ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν για να υποδείξει στον παραπονούμενο τον δρόμο προς την έξοδο και φράσσοντας τον δρόμο που οδηγούσε εντός του γηπέδου. Προσθέτω επίσης ότι τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε κατά την ένορκη κατάθεση του σε ότι αφορά τα ουσιώδη σημεία της υπόθεσης δεν αποκλίνουν αλλά βρίσκονται σε συνάφεια με την ανακριτική κατάθεση του, ενώ σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία του. Όσο αφορά το ζήτημα του κατά πόσο ο κατηγορούμενος ασκώντας τα καθήκοντα του ως ο επικεφαλής των επιτηρητών του σταδίου είχε δικαίωμα να απαγορεύσει την είσοδο του παραπονούμενου στο γήπεδο κρίνω ότι δεν αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ζήτημα όμως που σε κάθε περίπτωση δεν έτυχε αμφισβήτησης, Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή καταλήγω συνεπώς στα ανάλογα ευρήματα και για σκοπούς αποφυγής επανάληψης καταλήγω πως κατά τον επίδικο χρόνο τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψε ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι η επίθεση και βασίζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 242: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνοµα, είναι ένοχος πληµµελήµατος, αν όµως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύµφωνα µε τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Επίσης και το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι η επίθεση με επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο όπως η επίθεση συνδέεται με αθλητικό αγώνα και βασίζεται στο άρθρο 59 του Περί Πρόληψης και της Καταστολής της βίας στους αθλητικούς χώρους Νόμου 48
(1)/2008 σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου: «Οποιοδήποτε πρόσωπο συµµετέχει σε συµπλοκή ή επίθεση µε οποιοδήποτε τρόπο εναντίον οποιουδήποτε προσώπου και η επίθεση ή συµπλοκή οφείλεται ή συνδέεται µε αγώνα ή εκδήλωση είναι ένοχο πληµµελήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.» Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεση αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση και απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και ειδικότερα του ΜΚ3 που ήταν η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού και όπως είναι νομολογημένο, το βάρος απόδειξης σε ποινική δίκη βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και εναπόκειται σ' αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Επίσης έχει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη βαρύνει και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και να είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Ίδια ήταν η προσέγγιση και στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Petcova ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 521. Το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος, που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο επικεφαλής των επιτηρητών του σταδίου, μετά που τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψε ο ίδιος, απαγόρευσε την είσοδο του παραπονούμενου στο γήπεδο όπου θα διεξαγόταν ποδοσφαιρικός αγώνας, δεν είναι στοιχείο αρκετό στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί και να εξαγάγει οποιοδήποτε συμπεράσματα για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της επίθεσης η νομική πτυχή των οποίων περιγράφεται πιο πάνω. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του.....Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. €140 έξοδα να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.