← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΝΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16875/21, 25/2/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΝΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16875/21, 25/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:13 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16875/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. XXX ΤΡΑΠΕΖΑΝΙΔΗΣ
  2. XXX XXX
  3. XXX XXX Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25/2/2022 Για την Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Σαουρής. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι τελούσαν υπό κράτηση με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, στις 24/2/2022 απάντησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 8/4/
  4. Μετά από αυτό η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την περαιτέρω κράτηση όλων των κατηγορουμένων μέχρι την δίκη τους. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν έφεραν ένσταση ενώ τέτοια εγέρθηκε από τον κατηγορούμενο
  5. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα 11 κατηγορίες για αδικήματα που φέρεται να διέπραξε στη Λεμεσό, την ίδια ημέρα και δη στις 21/11/
  6. Η κατηγορία 1 αφορά το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα και σύμφωνα με αυτήν ο κατηγορούμενος 1 ήλθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης με γυναίκα, δηλαδή την A. P. (στο εξής «η παραπονούμενη»), χωρίς τη συναίνεση της. Η κατηγορία 2 αφορά το αδίκημα της απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα και σύμφωνα με αυτήν ο κατηγορούμενος, με σκοπό τη συνουσία, απήγαγε την παραπονούμενη, χωρίς τη θέληση της. Η κατηγορία 3 αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(4)(β), 14 και 34 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 και σύμφωνα με αυτήν, ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί δηλαδή με την παραπονούμενη, η οποία γεννήθηκε στις XXXX, μέσω κατάχρησης της ευάλωτης θέσης της λόγω κατάστασης εξάρτησης. Οι λοιπές κατηγορίες αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος 1: § Κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή μεθαμφεταμίνη άγνωστης ποσότητας αλλά και βάρους 0,7 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορίες 4 και 5 αντίστοιχα). § Προμήθευσε την παραπονούμενη ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή μεθαμφεταμίνη άγνωστης ποσότητας αλλά και βάρους 0,7 γραμμαρίων (κατηγορίες 6 και 7 αντίστοιχα). § Παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή μεθαμφεταμίνη (κατηγορία 8). § Κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή ηρωίνη άγνωστης ποσότητας, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 9). § Προμήθευσε την παραπονούμενη ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή άγνωστη ποσότητα ηρωίνης (κατηγορία 10). § Παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή ηρωίνη (κατηγορία 11). Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, κατ' αρχάς υποστήριξε, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ότι δεν μπορεί ο κατηγορούμενος 1 να εγείρει ένσταση σε αυτό το στάδιο με δεδομένο ότι ήγειρε τέτοια ενώπιον του παραπέμποντος Επαρχιακού Δικαστηρίου και δεν εφεσίβαλε την απόφαση αυτού. Σε κάθε περίπτωση στήριξε το αίτημα κράτησης στην πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορούμενου 1 στην δίκη του και αναφέρθηκε στις σχετικές περιστάσεις, που κατά την κρίση της, συνηγορούν στην έγκριση του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 στην δική του αγόρευση, με αναφορά στη νομολογία, υποστήριξε ότι μπορεί να εγείρει ένσταση σε αυτό το στάδιο και στη συνέχεια εξήγησε τους λόγους, που σύμφωνα με τον ίδιο, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής θα πρέπει να απορριφθεί και ο πελάτης του να αφεθεί ελεύθερος με όρους, τους οποίους και εισηγήθηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Σε αυτό το στάδιο κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στο ιστορικό της υπόθεσης, ως προκύπτει από τον φάκελο και από όσα έχουν συμπληρωματικά τεθεί ενώπιον μας. Οι κατηγορούμενοι στις 20/12/2021 παραπέμφθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, σε απευθείας δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που θα συνεδρίαζε στις 27/1/
  1. Η κατηγορούσα αρχή, υπέβαλε τότε αίτημα όπως και οι τρεις κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την δίκη τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ο κατηγορούμενος 2 δεν έφερε ένσταση ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και 3 έφεραν ένσταση. Με απόφαση του ημερομηνίας 21/12/2021, το παραπέμπον Δικαστήριο, αποφάσισε όπως και οι τρεις κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την δίκη τους στο Κακουργιοδικείο. Ως έχουμε ενημερωθεί και αποτελεί κοινό έδαφος, κανένας εκ των κατηγορουμένων 1 και 3 δεν καταχώρησε έφεση επί της πιο πάνω απόφασης. Στις 27/1/2022 οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν χρόνο για απάντηση και έτσι η υπόθεση ορίσθηκε για τον σκοπό αυτό στις 11/2/
  2. Η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα κράτησης τους, το οποίο και υποστήριξε με αναφορά στις περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν υπήρξε ένσταση και αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα όσα έθεσε σχετικά η κατηγορούσα αρχή, διέταξε την κράτηση όλων των κατηγορουμένων. Στις 11/2/2022 η υπόθεση αναβλήθηκε ώστε να εξετασθεί το αίτημα της κατηγορούμενης 3 για λεπτομέρειες σε σχέση με μια εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και με τη σύμφωνη γνώμη των λοιπών συνηγόρων η υπόθεση ορίσθηκε για απάντηση στις 24/2/
  3. Ζητήθηκε εκ νέου η κράτηση όλων των κατηγορουμένων. Δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς των κατηγορουμένων αλλά οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 3 επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να εγείρουν τέτοια σε μεταγενέστερο στάδιο. Έτσι διατάχθηκε η περαιτέρω κράτηση των κατηγορουμένων. Ως έχει νομολογηθεί, μετά από την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν την κρίση του επί του θέματος της κρατήσεως, και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξ αρχής. Σχετικά παραπέμπουμε στην Δημητρίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 416, όπου με βάση τα πιο πάνω, κρίθηκε ότι κακώς το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε εξ υπαρχής με τα γεγονότα τα οποία διέπουν την κρίση επί της κρατήσεως σε συνάρτηση με τον κίνδυνο μη προσέλευσης στη δίκη και με ευρύτερες αναφορές στην πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή. Σχετικό με το θέμα είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Μαυρομιχάλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 165/20 και 166/20, ημερ. 22/10/2020: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταδείξει, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή, ότι, εκκρεμούσης της δίκης, η εξέταση ενστάσεως σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης κατηγορουμένου προσώπου διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει τέτοιο. Διαπιστώνεται, έτσι, εφόσον περί τούτου πρόκειται, το περιεχόμενο της νέας μαρτυρίας που έχει, στο μεταξύ, προκύψει και η τυχόν επίδρασή της στην ήδη υπάρχουσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ως προς την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου. ΄Αλλως πως, δε δικαιολογείται η εξέταση, εκ νέου, του πλαισίου, νομικού ή και πραγματικού, εντός του οποίου έχει εκδοθεί προηγούμενο διάταγμα κράτησης, της θέσης αυτής οριζομένης από το δόγμα του δεδικασμένου. Η σχετική νομολογία επιβεβαιώθηκε, πολύ πρόσφατα, στην J. Kalfat κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 125/2020 και 126/2020, 8.10.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, αναμφίβολα, η απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Dydi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, καθιέρωσε τέτοιο δεδικασμένο, ήτοι αναφορικά με την ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης, στη βάση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής που υπήρχε στις 30.6.2020.» (η υπογράμμιση δική μας). Παραπέμπουμε επίσης στην πιο πρόσφατη απόφαση στην S.M. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 75/2021, ημερ. 6/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B299, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (από την πλειοψηφία): «Η Εφεσίβλητη ζήτησε όπως ο Εφεσείων μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, παραμείνει υπό κράτηση γιατί θεωρεί πως υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Να σημειώσουμε πως ο Εφεσείων τελούσε ήδη υπό κράτηση στη βάση προηγούμενης απόφασης του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, το οποίο βρήκε ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Η εν λόγω απόφαση του παραπέμψαντος Δικαστηρίου είχε εφεσιβληθεί από τον Εφεσείοντα. Η Έφεση όμως αποσύρθηκε και απορρίφθηκε άνευ βλάβης, αφού δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί από το Εφετείο πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ο Εφεσείων θα εμφανιζόταν για πρώτη φορά ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Έτσι, το θέμα τέθηκε εκ νέου εκ μέρους του Εφεσείοντα και ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 20.5.2021, όταν αυτός απάντησε στις κατηγορίες και δήλωσε σε όλες μη παραδοχή. Αναφέρουμε από τώρα πως με δεδομένο ότι ο Εφεσείων αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του παραπέμψαντος Δικαστηρίου αναφορικά με την κράτηση του, την οποία και προσέβαλε μέσω της νόμιμης οδού, αλλά η έφεση απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ενομιμοποιείτο να εγείρει εκ νέου το θέμα ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Τα όσα σχετικά ανέφερε το Κακουργιοδικείο στις σελ. 3 και 4 της απόφασης του, θα ίσχυαν μόνο εάν ο Εφεσείων δεν προσέβαλλε την απόφαση του παραπέμψαντος Δικαστηρίου ή εάν το Εφετείο εξέδιδε απόφαση σε σχέση με την απόφαση κράτησης που εξέδωσε το παραπέμψαν Δικαστήριο. Το θέμα όμως εδώ δεν έχει σημασία, αφού το Κακουργιοδικείο ορθά εξέτασε κατά πόσο συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η κράτηση του Εφεσείοντα στη βάση της πιθανότητας μη προσέλευσης του στη δίκη. Το Κακουργιοδικείο με την απόφαση του ημερ. 28.5.2021, που τώρα προσβάλλεται, διέταξε την κράτηση του Εφεσείοντα αφού βρήκε πως υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας» (η υπογράμμιση δική μας). Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των πιο πάνω κρίνεται ορθό όπως τεθούν, εν συνόψει, τα όσα σχετικά ανέφερε το Κακουργιοδίκειο στις σελίδες 3 και 4 της ως άνω εφεσιβληθείσας απόφασης του. Συγκεκριμένα το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του ημερ. 28/5/2021, αφού σημείωσε ότι είχε προηγηθεί παρόμοιο αίτημα κράτησης, στηριζόμενο στον ίδιο λόγο, ενώπιον του παραπέμποντος Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο εξετάζοντας την ένσταση του κατηγορούμενου, αποφάσισε την κράτηση του και ότι η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο ίδιο μαρτυρικό υλικό με αυτό που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου και τέθηκαν οι ίδιες ακριβώς θέσεις από τους συνηγόρους, αναφέρθηκε στις υποθέσεις Δημητρίου και Μαυρονικόλα (ανωτέρω) και κατέληξε ότι δεν είχαν τεθεί οποιαδήποτε νέα δεδομένα που να έχουν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν το όλο πλαίσιο, νομικό και πραγματικό, που αφορά το υπό κρίση θέμα. Η υπόθεση S.M. (ανωτέρω) επιβεβαίωσε λοιπόν το νομολογιακό κανόνα ύπαρξης δεδικασμένου, εάν δεν υπάρχουν νέα δεδομένα που θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος της κρατήσεως. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι δεν συμφωνούμε με την θέση του κ. Σαουρή ότι η απόφαση της πλειοψηφίας στην S.M. (ανωτέρω) δεν ενδιέτριψε επί του θέματος και ως εκ τούτου δεν είναι δεσμευτική. Είμαστε της γνώμης ότι η προαναφερθείσα νομολογία είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψην τα ως άνω θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε νέα δεδομένα που να έχουν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν το όλο πλαίσιο, νομικό και πραγματικό, που αφορά το υπό κρίση θέμα. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι τίθεται θέμα δεδικασμένου, ως προκύπτει από την προαναφερόμενη νομολογία και συνεπώς δεν θα πρέπει να εξετασθεί το αίτημα κράτησης εξ υπαρχής, ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσουμε και επί της ουσίας τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας για κράτηση του κατηγορούμενου
  2. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το Συντάγματος. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
  2. Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στην δίκη του. Στην προκειμένη τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα για τα αδικήματα του βιασμού, της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου και της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου, ενώ τα λοιπά αδικήματα προβλέπονται πολυετείς ποινές φυλάκισης. Στην Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στην σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για την διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Έχουμε διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Να υπενθυμίσουμε ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Από το σύνολο της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας, η οποία ως αναφέρεται πιο πάνω, εξετάζεται στην όψη της και μόνο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην τις καταθέσεις της παραπονούμενης, κρίνουμε ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου 1 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία αθώωσης. Αυτό άλλωστε είναι παραδεκτό και από τον κ. Σαουρή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας και δη τις καταθέσεις της παραπονούμενης: Ενώ στις 21/11/2021, η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της κατηγορουμένης 3, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 για να την προμηθεύσει με ναρκωτικά. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε την οικία της κατηγορουμένης 3 και αφού έκατσε για λίγο, στη συνέχεια έφυγε με την παραπονούμενη. Αφού μπήκαν στο όχημά του, τη μετέφερε σε περιοχή κοντά στη θάλασσα, όπου δεν είχε κόσμο. Κατά τη διαδρομή η παραπονούμενη του ζήτησε να την πάρει σπίτι αλλά αυτός αρνήθηκε. Όταν σταμάτησε το όχημα ο κατηγορούμενος 1 της έδειξε ναρκωτικά, τα οποία έκαναν χρήση με γυάλινη πίπα. Επίσης της έδειξε δύο σακουλάκια που περιείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μεθαμφεταμίνη συνολικού βάρους 0,7 γραμμαρίων, τα οποία παρέδωσε στην παραπονούμενη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος της ζήτησε να καθίσουν στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου και όταν το έκαναν, άρχισε να τρίβεται στο σώμα της παραπονούμενης. Αυτή φώναξε αλλά αυτός δεν της έδωσε σημασία, ενώ στη συνέχεια ήρθε σε συνουσία μαζί της, παρά το ότι η ίδια δεν ήθελε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε την παραπονούμενη στην οικία της κατηγορουμένης 3, όπου ανέφερε στην τελευταία ότι την βίασε. Περαιτέρω σύμφωνα με τη μαρτυρία του XXX Χατζηκώστα η παραπονούμενη του ανέφερε ότι τη βίασε ο κατηγορούμενος 1 όταν τον έπιασε για να της φέρει ναρκωτικά. Σύμφωνα δε με τη κατάθεση του XXX Μάρκοβ, η παραπονούμενη του ανέφερε ότι την βίασαν. Τέλος η παραπονούμενη έφτασε στην οικία της γύρω στις 6 το πρωί στις 22/11/2021 και κλαίγοντας είπε στη μητέρα της ότι την βίασε ο κατηγορούμενος 1. Η σοβαρότητα της υπόθεσης φαίνεται, κατά την κρίση μας, μέσα από τα ως άνω γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων. Ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω μπορούμε να πούμε, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο 1 σε περίπτωση καταδίκης του, ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών δεδομένων. Λαμβάνονται υπόψην μεταξύ άλλων και στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψην όλα όσα σχετικά τέθηκαν στην προκειμένη και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος 1: § Είναι ηλικίας 42 ετών. § Κατάγεται από την Γεωργία και είναι κάτοχος Ελληνικής Υπηκοότητας. § Είναι άνεργος, λόγω του ότι κατά καιρούς κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. § Ήλθε στην Κύπρο σε ηλικία 20 ετών, μιλά ελληνικά και έκτοτε βρίσκεται εδώ. § Ο πατέρας του έχει αποβιώσει στην Κύπρο, όπου και έχει ταφεί. § Διαμένει με την αδελφή και τη μητέρα του, οι οποίες εργάζονται. § Η μητέρα του, με την οποία έχει στενούς δεσμούς και τον υποστηρίζει και του συμπαραστέκεται, μετά που ασθένησε από κορωνοιό, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Ενόψει των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψην ότι οι δεσμοί του κατηγορούμενου 1 είναι με την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε σχέση με το θέμα των δεσμών ενός κατηγορουμένου με την Δημοκρατία, στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του». Οι δεσμοί λοιπόν του κατηγορούμενου 1 με τη Δημοκρατία λαμβάνονται μεν υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Κίνδυνος υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.131/2021, ημερ.1.9.2021). Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα πιο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι αμέσως προαναφερόμενοι παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του στην δίκη (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου 1 στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Τέλος, αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για ακρόαση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ημέρα ακρόασης δεν είναι μεγάλο και αναμένεται όπως αρχίσει η ακροαματική διαδικασία εκείνη την ημερομηνία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική μας ευχέρεια, διατάσσουμε την κράτηση του κατηγορουμένου 1 μέχρι την δίκη του, ήτοι μέχρι τις 8/4/2022. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.