Δημοκρατία ν. ΧΠ, Υπόθεση αρ.: 15601/2021, 23/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:19 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15601/2021 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή και ΧΠ Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23/2/2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία του αδικήματος, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια για προστασία του θύματος.] Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος σε συνολικά 41 κατηγορίες, εκ των οποίων: (
- i)οι 7 αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ), του Ν. 3
(1)/2000. Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο, μεταξύ 2005 και 12.7.2007 (κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 9, 10 και 52), (ii) οι 14 αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10 του Ν. 87
(1)/2007. Τα αδικήματα των σχετικών κατηγοριών, διαπράχθηκαν την περίοδο από 13.7.2007 μέχρι 3.7.2014 (κατηγορίες 14, 17, 18, 21, 22, 25, 26 29, 30, 33, 34, 37, 38 και 55), (iii) οι 3 αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(3)του Ν. 91
(1)/2014. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο από 4.7.2014 μέχρι 31.12.2014 (κατηγορίες 43, 47 και 48), (iv) οι 16 αφορούν το αδίκημα της παράνομης συνουσίας με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών, κατά παράβαση του άρθρου 174
(1)του Ποινικού Κώδικα. Τα εν λόγω αδικήματα, διαπράχθηκαν την περίοδο από το 2005 μέχρι και το 2011 (κατηγορίες 53, 54, 57 μέχρι και 70) και, (v) η 1 αφορά το αδίκημα της συνουσίας μεταξύ ανδρών, κατά παράβαση του άρθρου 171, του πιο πάνω Νόμου, το οποίο διαπράχθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.2014 μέχρι 3.7.2014 (κατηγορία 56). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες, στις οποίες απαλλάχθηκε, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Ο ΧΧΧ (στο εξής θα καλείται «ο ΧΧΧ») γεννήθηκε στις ....
- Στις 17.11.2021 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε Λεμεσού από τον ΧΧΧ, ότι μεταξύ των ετών 2005 μέχρι 2014, όταν ήταν στην ηλικία των 6 μέχρι 15 ετών, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν φιλικό πρόσωπο της οικογένειάς του και σε κάποιο διάστημα διατηρούσε και ερωτικό δεσμό με την μητέρα του, ΨΨΨ, ερχόταν σε σεξουαλική επαφή μαζί του, στην οικία του κατηγορούμενου, που βρίσκεται στην περιοχή Ύψωνα στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τον ΧΧΧ, η πρώτη σεξουαλική επαφή στην οποία υπήρχε διείσδυση του πέους του κατηγορούμενου στον πρωκτό του, έγινε το 2005, όταν ήταν στην ηλικία των έξι ετών και αφού τον πήρε η μητέρα του επίσκεψη στο σπίτι του κατηγορούμενου. Ο ΧΧΧ ήθελε να κοιμηθεί και ο κατηγορούμενος του είπε να πάει στο υπνοδωμάτιο του. Μετά από λίγο, ο τελευταίος μετέβηκε στον πιο πάνω χώρο, κλείδωσε την πόρτα και του έδειξε πορνογραφικό υλικό, στο οποίο συμμετείχαν δύο άντρες. Στη συνέχεια, άρχισε να τον χαϊδεύει στη γάμπα και στο γεννητικό του όργανο, του έβγαλε τα ρούχα, του είπε να γυρίσει μπρούμυτα και στη συνέχεια διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό του, προκαλώντας του πόνο. Το παιδί, δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία των πράξεών του, λόγω της ηλικίας του, δεν πρόβαλε αντίσταση και υπέκυπτε στη θέση εξουσίας που είχε έναντί του, ο κατηγορούμενος. Έκτοτε, ο κατηγορούμενος ερχόταν σε σεξουαλική επαφή με τον ΧΧΧ, με διεισδύσεις στον πρωκτό του, ως επίσης, τον έβαζε να του κάνει και πεοθηλασμό. Ο κατηγορούμενος, άλλοτε εκσπερμάτωνε στον πρωκτό του ΧΧΧ και άλλοτε στο στόμα του. Οι πιο πάνω έκνομες πράξεις του κατηγορούμενου, σε βάρος του ΧΧΧ, άρχισαν κατά το έτος 2005, όταν τον παραλάμβανε από το σχολείο και το μετέφερε σπίτι του για να τον προσέχει μέχρι να σχολάσει η μητέρα του και σε κάποιες περιπτώσεις, το μετέφερνε η τελευταία, στην οικία του κατηγορούμενου και πάλι για να τον προσέχει. Όλα τα πιο πάνω διαδραματίζονταν εντός του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου με την πόρτα κλειδωμένη. Αυτό συνέβαινε μέχρι το 2008, πριν αποκτήσει κινητό τηλέφωνο ο ΧΧΧ. Κατά το έτος 2009, όταν ο ΧΧΧ, σε ηλικία 10 ετών, απέκτησε κινητό τηλέφωνο, ο κατηγορούμενος τού τηλεφωνούσε να πηγαίνει στο σπίτι του για να κάνουν σεξουαλικές πράξεις. Όταν άλλαξε σχολείο, ο κατηγορούμενος και πάλιν τον παραλάμβανε για να το μεταφέρει στην οικία του, όπου συνέχισε να τον κακοποιεί σεξουαλικά, καταχρώμενος τη θέση επιρροής που είχε στον ανήλικο. Όλα αυτά συνέβαιναν και κατά τα έτη 2010 και
- Κατά το έτος 2012, όταν ο ΧΧΧ ήταν πλέον 13 ετών, αντιλήφθηκε ότι όλα όσα βίωνε από τον κατηγορούμενο, δεν ήταν φυσιολογικά και προσπάθησε να τον αποφεύγει, χωρίς όμως να σταματήσει εντελώς να πηγαίνει στο σπίτι του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος, μέχρι και το 2014, συνέχισε να τον κακοποιεί σεξουαλικά, με τον ίδιο τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Κατά το έτος 2014, όταν ο ΧΧΧ ήταν 15 ετών, διείσδυσε το πέος του, στο πρωκτό του κατηγορούμενου, κατόπιν απαίτησης του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος, από την ηλικία των 6 του ΧΧΧ, του έλεγε να μην αναφέρει οτιδήποτε για όλα αυτά και πως θα είναι το μυστικό τους. Οι πιο πάνω πράξεις του κατηγορούμενου συνέτειναν στο σεξουαλικό-γενετήσιο-προσδιορισμό του ΧΧΧ, αφού μέχρι τα 13 του θεωρούσε πως όλα όσα βίωνε, ήταν φυσιολογικά. Οι σεξουαλικές επαφές του κατηγορούμενου με τον ΧΧΧ, σταμάτησαν τέλος του 2014 και έκτοτε, ο τελευταίος δεν ξαναείδε τον κατηγορούμενο, πλην όμως, τρεις εβδομάδες πριν την καταγγελία, επικοινώνησε μαζί του για χρήματα που του είχε δανείσει στο παρελθόν. Ο ΧΧΧ, κατά το έτος 2018, λίγο πριν πάει στο στρατό, εκμυστηρεύτηκε, για πρώτη φορά, τα πιο πάνω, στη θεία του, ΦΦΦ. Η τελευταία, τον παρότρυνε να επισκεφθεί ψυχολόγο, κάτι που έκανε. Κατά τη συνάντησή του, με την ψυχολόγο, ΧΧ Δημητρίου, της αποκάλυψε τα όσα βίωσε, αναφέροντάς της, ότι του προκάλεσαν μεγάλο βάρος, ντροπή, φόβο και στο παρελθόν σκέφτηκε πολλές φορές, ακόμη και να αυτοκτονήσει. Κατά το 2019, η ψυχολόγος διευθέτησε συνάντηση με τους γονείς του, στην παρουσία του, όπου και ενημερώθηκαν σχετικά. Ο ΧΧΧ ένιωσε έτοιμος να προβεί σε καταγγελία την 1.11.2021, αφού συνειδητοποίησε ότι για να το ξεπεράσει και να προχωρήσει στη ζωή του, έπρεπε να το καταγγείλει. Το έπραξε στις 17.11.2021 και την επομένη ημέρα, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε, αφού προηγουμένως εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Όταν του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «Είμαι αθώος εγώ. Δεν έκαμα τίποτε.». Στις 19.11.2021, ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε, όπου σε κάποια στιγμή ξέσπασε σε λυγμούς και ανάφερε ότι θέλει να απολογηθεί για τα όσα έκαμε. Τότε, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε: «Θέλω να σου πω τι έκαμα και να ζητήσω συγνώμη στην οικογένεια του ΧΧΧ». Ακολούθως, προέβηκε σε θεληματική κατάθεση, όπου ομολόγησε ότι στο παρελθόν είχε σεξουαλικές επαφές με τον ΧΧΧ και αυτό ξεκίνησε από το 2005 και ότι σε μία περίπτωση, έβαλε τον ΧΧΧ να διεισδύσει το πέος του στο πρωκτό του. Απολογήθηκε και εξέφρασε τη συγγνώμη του, τόσο στο παιδί όσο και στην οικογένειά του. Στη συνέχεια προέβηκε και σε υποδείξεις σκηνών και ειδικότερα, υπόδειξε την κατοικία και το υπνοδωμάτιο που συνέβαιναν όλα όσα περιγράφονται πιο πάνω. Η ψυχολόγος, ΧΧ Δημητρίου, κατά τον Ιούλιο του 2018, στο πλαίσιο των καθηκόντων της, αξιολόγησε τον ΧΧΧ, ο οποίος κατά τον πιο πάνω χρόνο, ήταν νεοσύλλεκτος στο ΚΕΝ Λεμεσού και είχε αιτηθεί αναστολή από τη στρατιωτική του θητεία. Διαπίστωσε ότι είχε γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, με σημάδια κατάθλιψης καθώς και συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής του στρες, με βάση τα βιώματά του. Ετοίμασε σχετική έκθεση που παρέδωσε στην Εθνική Φρουρά, με την εισήγηση για αναστολή της θητείας του, λόγω βαριάς κατάθλιψης σε υποτροπή με κακή λειτουργικότητα. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, στο στάδιο των αγορεύσεων, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη του, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία και μεταμέλειά του, ως επίσης και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων και περαιτέρω προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών. Ως αναφέρθηκε, βασανιζόταν και διακατεχόταν από τύψεις συνείδησης και έτσι ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων για να ξελαφρύνει. Περαιτέρω δε, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας, τόσο του ιδίου όσο και του παιδιού του. Το τελευταίο, ηλικίας 16 ετών, πάσχει από αυτισμό, έχει αναστατωθεί και έχει υποτροπιάσει ψυχολογικά, ενόψει του ότι ζητά συνεχώς τον πατέρα του. Κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να συνυπολογίσει την ηλικία του κατηγορούμενου (59 ετών), ο οποίος - ως ανέφερε -, με την ποινή που θα του επιβληθεί, ελπίζει ότι κάποια στιγμή, πριν ολοκληρωθεί ο βιολογικός του κύκλος, θα επανασυνδεθεί με την οικογένειά του. Επιπρόσθετα, η συνήγορός του κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει ότι ο κατηγορούμενος από το 2014 δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Κατά την κράτησή του - ως αναφέρθηκε -, φοβάται μήπως οι συγκρατούμενοί του, τον τραυματίσουν, ενόψει του ότι γνωρίζουν τα σοβαρά αδικήματα που διέπραξε. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Νομοθέτης, για το αδίκημα της συνουσίας με νεαρό άνδρα, κάτω των 13 ετών, κατά παράβαση του άρθρου 174
(1), του Ποινικού Κώδικα, πρόβλεψε ποινή φυλάκισης διά βίου. Για δε το αδίκημα της συνουσίας, μεταξύ ανδρών, κατά παράβαση του άρθρου 171, του ίδιου Νόμου, στην περίπτωση που ένα από τα πρόσωπα είναι ηλικίας κάτω των 17 ετών, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Σε σχέση με τα υπόλοιπα αδικήματα. Στις 21.1.2000 τέθηκε σε ισχύ ο περί Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμος του 2000 (Ν.3(Ι)/2000). Το άρθρο 3
(1)(γ) του πιο πάνω Νόμου, απαγόρευε την σεξουαλική εκμετάλλευση ή κακοποίηση ανηλίκων και το άρθρο 3
(2)(β) προνοούσε για το αδίκημα, ποινή φυλάκισης μέχρι 20 χρόνια. Ο πιο πάνω Νόμος, καταργήθηκε στις 13.7.2007, από τον περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμο του 2007 (Ν.87
(1)/2007). Το δε άρθρο 10, του τελευταίου Νόμου, προνοούσε ότι όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 20 χρόνια. Ο Νόμος 87
(1)/2007 καταργήθηκε στις 4.7.2014, από τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο (Ν.91
(1)/2014). Για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Νόμου, ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 20 χρόνια. Αυτής της μορφής τα αδικήματα, όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν και ενίοτε συνθλίβουν την προσωπικότητα και το ψυχισμό του θύματος και επομένως, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Πον. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017). Όπως έχει υποδειχθεί στην Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 135/2014 (σχ. με 138/2014), ημερ. 22.11.2016, «Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά.» (Βλ. επίσης Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/2019 ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57 και Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 109/2020, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:D83.) Η σοβαρότητα των συγκεκριμένων αδικημάτων δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια, αυτής της φύσης τα αδικήματα παρουσιάζουν ανησυχητικές - αυξητικές διαστάσεις. Έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα και κατάντησαν κοινωνική μάστιγα, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο, στην επιλογή της ποινής (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω και Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, ECLI:CY:AD:2016:B469, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία, στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και το ύψος της. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Όπως έχει υποδειχθεί στην Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, με αναφορά στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/2017, ημερ.14.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, «η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας». Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Ωστόσο, δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθίαν της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας κ.ά., ανωτέρω, οι εφεσείοντες αντιμετώπιζαν από κοινού, δύο κατηγορίες, κατά παράβαση του άρθρου 10, του Ν. 87
(1)/2007 και συνίσταντο σε σεξουαλική επαφή του εφεσείοντα 1 με δύο ανήλικες, ηλικίας τότε 15½ και 14 ετών, μεταξύ 27.4.2014 και 28.4.2014, αφού προηγουμένως, τους πρόσφεραν χρήματα για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, ο εφεσείων 1 αντιμετώπιζε ακόμη δύο κατηγορίες τέτοιας φύσης. Η μία αφορούσε 6 περιπτώσεις, όπου ήλθε σε σεξουαλική επαφή με ανήλικη, ηλικίας 13½ - 14 ετών, σε χρονική διάρκεια 6 μηνών και η άλλη, άλλες 12 περιπτώσεις, όπου ήλθε σε σεξουαλική επαφή, με την ίδια ανήλικη, σε χρονική περίοδο, επίσης 6 μηνών, όταν αυτή ήταν ηλικίας 14 - 14½ ετών. Η σεξουαλική εκμετάλλευση στην οποία αφορούσαν οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο εφεσείων 2, συνίστατο στο ότι μετέφερε τις ανήλικες, έναντι χρηματικής αμοιβής, στο σπίτι του πρώτου, όπου αυτός ήλθε σε συνουσία μαζί τους, έναντι χρηματικής αμοιβής. Το Κακουργιοδικείο, μετά από παραδοχή, επέβαλε στους εφεσείοντες 1 και 2, διαδοχικές ποινές φυλάκισης, έτσι ώστε, συνολικά, οι επιβληθείσες ποινές να ανέρχονται, στον πρώτο, στα 12 χρόνια και στο δεύτερο, στα 10 χρόνια. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η ομολογία και η παραδοχή των εφεσειόντων δεν είχε την ανάλογη αντανάκλαση στην ποινή και περαιτέρω, ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε μόνο φραστική σημασία στην ουσιαστική βοήθεια του εφεσείοντα 2. Έτσι, μείωσε τις ποινές, για το μεν εφεσείοντα 1, από τα 12 χρόνια στα 9 και για το δε εφεσείοντα 2, από τα 10 στα 7 χρόνια. Στην υπόθεση Η.Ε. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 50/2018 (σχ. με 137/2018), ημερ. 8.4.2020, το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, έκρινε ένοχο τον 40χρονο εφεσείοντα, ότι μεταξύ Μαΐου 2015 και Οκτωβρίου του 2016, κακοποιούσε σεξουαλικά την έφηβη θετή του κόρη και τον καταδίκασε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 χρόνων. Ο εφεσείων, από τα 12 χρόνια της κόρης του, άρχισε να τη χαϊδεύει, να τη χουφτώνει, να τη φιλά και να βάζει και την ίδια να τον φιλά. Όταν αυτή έγινε 13 χρονών, πήγαινε στο δωμάτιό της, ενώ απουσίαζε η μητέρα της, την αγκάλιαζε σφικτά και έτριβε το γεννητικό του όργανο πάνω της. Στη συνέχεια, η κατάσταση «εξελίχτηκε», αφού, ο εφεσείων, της άνοιγε τα πόδια και «έπαιζε» με το γεννητικό της όργανο, το οποίο χάιδευε μέχρι που να ολοκληρώσει. Οι χυδαιότητές του διάρκεσαν 2 χρόνια και τραυμάτισαν το ψυχικό κόσμο, τόσο της παραπονούμενης όσο και της μικρότερης αδελφής της, η οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, ήταν παρούσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή των 7 χρόνων, που επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(α), του Ν. 91(I)/2014, σε 10 χρόνια. Στην Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, καταδίκασε τον εφεσείοντα σε 3 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 10, 12(β) και (γ) του Ν. 87(Ι)/2007, για 3 ξεχωριστά περιστατικά, κατά τα οποία έβαλε το πέος του στον πρωκτό της παραπονούμενης, άγγιξε με το δάκτυλό του το γεννητικό της όργανο και προσπάθησε να το βάλει μέσα και έβαλε το γεννητικό του όργανο μπροστά στο πρόσωπό της, αντίστοιχα. Περαιτέρω, τον καταδίκασε και σε 2 κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν τα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης και της απειλής βιαιοπραγίας. Στις σοβαρότερες κατηγορίες, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 8 χρόνων. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ο εφεσείων παραδέχθηκε 53 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης, αδικήματα τα οποία διήρκησαν 9 χρόνια. Η παραπονούμενη, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν 5 μέχρι 14 χρόνων και ο εφεσείων, 14 μέχρι 23 χρόνων. Οι κατηγορίες αφορούσαν 46 περιστατικά, κατά τα οποία ο εφεσείων πρόβαλε πορνογραφικό υλικό στην παραπονούμενη, στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, τη χάιδευε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, άγγιζε το γεννητικό του όργανο στα γεννητικά της όργανα και την εξανάγκαζε να του αγγίζει τα γεννητικά του όργανα και να του κάνει πεοθηλασμό. Στον εφεσείοντα, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, σε όλες τις κατηγορίες, με μεγαλύτερη αυτή των 7 χρόνων, στα αδικήματα, κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(γ) του Ν. 91(Ι)/2014. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, επισήμανε ότι, στις περιπτώσεις σοβαρού εγκλήματος, προέχει η στιβαρή αντιμετώπισή του και η προσπάθεια καταστολής του, μέσω αποτρεπτικών ποινών. Τέλος, στην Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, μετά από ακροαματική διαδικασία, το Κακουργιοδικείο έκρινε ένοχο τον εφεσείοντα σε διάφορες κατηγορίες και του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 14 ετών, σε 3 κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(7), του Ν. 91(Ι)/2014 και ειδικότερα, ότι μεταξύ των ετών 2016 μέχρι και το 2018, ήλθε σε συνουσία μέσω παιδικής πορνείας με ανήλικο παιδί που γεννήθηκε το 2001. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σοβαρότερα και ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά των πιο πάνω υποθέσεων, αφού, ενώ σε μερικές από αυτές, δεν υπήρχε συνουσία, στην υπό εξέταση περίπτωση, η έκνομη δραστηριότητα του κατηγορούμενου σε βάρος του ανήλικου, με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, εκτείνεται σε βάθος χρόνου, καθώς διήρκησε 10 χρόνια. Πέραν τούτου, το παιδί ήταν μόλις 6 χρόνων, όταν κατηγορούμενος άρχισε τη σεξουαλική εκμετάλλευσή του και εκτός των άλλων, η εγκληματική δράση του κατηγορούμενου συνέτεινε στον προσδιορισμό του σεξουαλικού προσανατολισμού του παιδιού. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή του ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή σε υποθέσεις, όπως η παρούσα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού αποτρέπει την αναγκαιότητα παρουσίας του θύματος στο Δικαστήριο, ως μάρτυρα και την αναβίωση από αυτό, των θλιβερών γεγονότων (βλ. Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας κ.ά., ανωτέρω). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται ανάλογα. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B194 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:B221. Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνεκτιμούμε προς όφελος του κατηγορούμενου, την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Ένεκα του ότι διακατεχόταν από τύψεις συνείδησης, στις 19.11.2021 ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων και περαιτέρω προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών. Όλα αυτά, μαζί με την παραδοχή του, επιμαρτυρούν και τη μεταμέλειά του. Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε από την τελευταία φορά που κακοποίησε σεξουαλικά το παιδί μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992), 2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας 2010 2 Α.Α.Δ 22). Η συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής της, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει την ηλικία του κατηγορούμενου, 59 ετών, σε συνδυασμό με το ότι, ο τελευταίος, με την ποινή που θα του επιβληθεί, θα πρέπει να ελπίζει ότι κάποια στιγμή, πριν ολοκληρωθεί ο βιολογικός του κύκλος, θα επανασυνδεθεί με την οικογένειά του. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση R. v. Tussler
(1920)15 Cr. App. Rep. 59 και Pittas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 137, η μεγάλη ηλικία ενός κατηγορουμένου και η ενδεχόμενη ταλαιπωρία, λόγω προχωρημένης ηλικίας λειτουργεί ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου, Ποιν. Έφ. 20/2015, ημερ. 6.11.2017, επισημάνθηκε - με αναφορά στην υπόθεση R. v. Lucas, R. v. Walsh
(2000)All E.R. CD 183 - ότι είναι σημαντικό, όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος για το ηλικιωμένο άτομο και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης σε αυτό είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη. Τονίστηκε, ταυτοχρόνως, ότι σε τέτοια περίπτωση πρέπει να διατηρείται για τον καταδικασθέντα, φως στο τέλος της σήραγγας, έχοντας υπόψη, ακριβώς, την προσδοκία ζωής ενός ηλικιωμένου ατόμου, υπό την έννοια ότι, μια πολύχρονη φυλάκιση δεν πρέπει να καταλήγει, στην πράξη, σε φυλάκιση διά βίου. Θα πρέπει όμως στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ιδιαιτέρως, σε αρμονία με τα όσα τέθηκαν στην υπόθεση Χρίστου, ανωτέρω και στη Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4, ότι για αδικήματα σοβαρής μορφής - όπως τα υπό εξέταση -, οι προσωπικές περιστάσεις και ιδιαιτέρως, η ηλικία, δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία, καθότι τα Δικαστήρια θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα προς άτομα μιας ηλικίας, κάτι το οποίο δεν είναι πρόθεσή μας να πράξουμε (βλ. Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 189, Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2012, ημερ.13.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:D672 και Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους της συνηγόρου του και όπως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα σχετικά πιστοποιητικά που τέθηκαν ενώπιόν μας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 59 ετών, έγγαμος, πατέρας πέντε παιδιών, εκ των οποίων, το ένα ανήλικο. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Οι γονείς του χώρισαν, όταν αυτός φοιτούσε στο δημοτικό. Η μητέρα και οι τρεις μεγαλύτερες αδελφές του διατηρούσαν εξωσυζυγικές σχέσεις και ο ίδιος αντιδρούσε στο γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους να γίνουν συγκρουσιακές. Έτσι, από την ηλικία των 12 περίπου ετών, μεγάλωνε στους δρόμους, χωρίς σταθερό τόπο διαμονής και αναγκαζόταν να κλέβει για να επιβιώσει. Όταν προσπάθησε να επιστρέψει στο σπίτι, του ασκήθηκε λεκτική και σωματική βία. Κατά την εφηβεία του έκανε επανειλημμένες προσπάθειες αυτοκτονίας. Οι γονείς του απεβίωσαν και ο ίδιος δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή με τ' αδέλφια του. Σε ηλικία 18 ετών συνήψε γάμο, από τον οποίο απέκτησε μία θυγατέρα, ηλικίας σήμερα 40 ετών, διαζευγμένη, μητέρα τριών παιδιών. Επίσης, από σχέση που διατηρούσε, απέκτησε και δεύτερο παιδί, ηλικίας σήμερα 34 ετών, μητέρα δύο παιδιών. Μετά την ενηλικίωσή της, ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της. Πριν από 25 περίπου χρόνια, τέλεσε δεύτερο γάμο και απέκτησε τρία παιδιά, ηλικίας 24, 22 και 16 ετών. Η σύζυγός του, μετά από ατύχημα, αντιμετωπίζει μόνιμη σοβαρή κινητική αναπηρία στο δεξί της χέρι, με αποτέλεσμα να μην εργάζεται και να λαμβάνει σχετικό επίδομα. Το μικρότερο παιδί τους φοιτά σε ειδική μονάδα της Τεχνικής Σχολής Λεμεσού και αντιμετωπίζει σοβαρή ψυχική αναπηρία. Παρουσιάζει διαταραχή Asperger, ιδεοψυχαναγκαστική και παραληρητική διαταραχή και συνεπεία των πιο πάνω προβλημάτων που αντιμετωπίζει είναι λήπτης επιδόματος. Ο κατηγορούμενος διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με τη μητέρα του ΧΧΧ, η οποία διακόπηκε πριν 5 χρόνια, ενόψει του ότι του ζήτησε να διαζευχθεί με τη σύζυγό του και εκείνος αρνήθηκε. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα, πάσχει από ήπια διανοητική καθυστέρηση, διαταραχή συμπεριφοράς, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και μη οργανική ψύχωση. Επίσης, έχει σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, με πολλαπλές επιπλοκές, ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και μεικτή υπερλιπιδαιμία. Ακόμη, παρουσιάζει στεφανιαία αγγειοπλαστική με παρουσία εμφυτεύματος και μοσχεύματος. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο κατηγορούμενος είναι αναλφάβητος, καθότι διέκοψε τη φοίτησή του σε πολύ μικρή ηλικία. Εξέτισε μειωμένη στρατιωτική θητεία, καθότι προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Μέχρι την ηλικία των 35, περίπου, ετών, εργάστηκε ως οικοδόμος και έκτοτε παραμένει εκτός εργασιακού πλαισίου, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του, συντηρούνται από κρατικά επιδόματα. Δημιούργησε χρέος στον Οργανισμό Αναπτύξεως Γης, ύψους €37.589 (Λ.Κ.22.000), για την αγορά της κατοικίας που διαμένουν, πλην όμως δεν καταβάλλονται οι δόσεις. Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος - στα οποία αναφέρθηκε η συνήγορός του -, έχουμε θέσει υπόψη μας και τη νομολογιακή αρχή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, σύμφωνα με την οποία, εάν λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα, ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνουμε, ωστόσο, όπως εξάλλου έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:B534, ότι τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος, το οποίο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/2019, ημερ. 8.4.2020, θεωρούμε πως οι αρχές των φυλακών, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (βλ. επίσης Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνουμε παράλληλα, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/2014, ημερ. 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η συνήγορος του κατηγορούμενου, ότι ο τελευταίος ανησυχεί για την ασφάλειά του, ενόψει του ότι οι συγκρατούμενοί του πληροφορήθηκαν για τις έκνομες πράξεις του, κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, επισημαίνουμε το αυτονόητο. Δηλαδή, ότι οι αρχές των φυλακών έχουν υποχρέωση να διασφαλίσουν την ασφάλεια όλων όσων βρίσκονται στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Οι πολυδιάστατες δυσμενείς επιπτώσεις της καταδίκης και της ποινής στον κατηγορούμενο και στην οικογένειά του και ειδικότερα στο ανήλικο του παιδί, το οποίο αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, αποτελούν επίσης παράγοντες που δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο και ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη. Εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Yusuf ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 46/2014, ημερ. 18.2.2016), ECLI:CY:AD:2016:B
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι έκνομες πράξεις του κατηγορούμενου, μόνο αισθήματα απέχθειας, αποτροπιασμού και αποστροφής προκαλούν, στο μέσο συνετό άνθρωπο. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την ερωτική σχέση που διατηρούσε με τη μητέρα του παιδιού και καταχρώμενος της εμπιστοσύνης που του επέδειξε η τελευταία, εξανάγκαζε το ΧΧΧ, από την τρυφερή ηλικία των 6 ετών, να έρχεται σε συνουσία μαζί του, με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Άλλοτε εκσπερμάτωνε στον πρωκτό του μικρού παιδιού και άλλοτε στο στόμα του. Σε μια περίπτωση, κατά το έτος 2014, κατόπιν απαίτησης του κατηγορούμενου, το παιδί διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό του πρώτου. Ο κατηγορούμενος, προσχεδιασμένα και συστηματικά διέπραττε σε βάρος του παιδιού, σοβαρά εγκλήματα. Το τελευταίο, αντί αγάπης, τρυφερότητας και στοργής, εισέπραξε από τον κατηγορούμενο, βάναυση - συνεχή - σεξουαλική κακοποίηση. Στην υπό εξέταση περίπτωση, επιβαρυντικό στοιχείο είναι ότι η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου, σε βάρος του παιδιού, κάλυπτε μεγάλη χρονική περίοδο. Το μαρτύριο του τελευταίου, στα χέρια του κατηγορούμενου, διήρκεσε 10 χρόνια, από το 2005 μέχρι και το
- Επίσης, περαιτέρω επιβαρυντικό στοιχείο είναι και η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο. Όταν ο κατηγορούμενος ήλθε για πρώτη φορά σε παράνομη συνουσία με τον ΧΧΧ, ο τελευταίος ήταν ηλικίας 6 ετών, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 42, περίπου, ετών, γεγονός το οποίο προσδίδει στην εγκληματική δράση του, ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική απαξία (βλ. Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω και Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Επιπρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι ότι η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνέτεινε στο σεξουαλικό προσανατολισμό του παιδιού. Ο ΧΧΧ, όπως έχει αναφερθεί, λόγω των πιο πάνω βιωμάτων του, στο παρελθόν σκέφτηκε πολλές φορές, ακόμη και να αυτοκτονήσει. Μέχρι και την ηλικία των 13 ετών, θεωρούσε πως όλα όσα του συνέβαιναν, ήταν φυσιολογικά. Όταν δε, κατά την κατάταξή του στην Εθνική Φρουρά, εξετάστηκε, διαπιστώθηκε βαριά κατάθλιψη σε υποτροπή με κακή λειτουργικότητα. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου - όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης -, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η οποία μάλιστα πρέπει να είναι και αυστηρή. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα, ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ του κατηγορουμένου - ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω -, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πάνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 9 και 10: καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα τους περικλείονται στις κατηγορίες 57, 58, 59, 60, 61 και 62. Στις κατηγορίες 14, 17, 18, 21, 22, 25, 26, 29 και 30: καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα τους, ουσιαστικά περικλείονται στα γεγονότα των κατηγοριών 54, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69 και 70. Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 33, 34, 37, 38 και 55 (σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10 του Ν. 87(Ι)/2007): φυλάκιση δώδεκα
(12)ετών. Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 43, 47 και 48 (σεξουαλική εκμετάλλευση, κατά παράβαση του άρθρου 2, 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014): φυλάκιση δώδεκα
(12)ετών. Στην κατηγορία 52: καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα της περικλείονται στα γεγονότα της κατηγορίας 53. Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 53, 54, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69 και 70 (παράνομη συνουσία με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών): φυλάκιση δεκαέξι
(16)ετών. Στην κατηγορία 56 (συνουσία μεταξύ ανδρών): καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα της περικλείονται στα γεγονότα της κατηγορίας
- Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και μειώνονται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από τις 26.11.
- (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο