KARMI UNIFRUIT LIMITED ν. P.N.P. PICK AND PAY LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2655/21, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2655/21 KARMI UNIFRUIT LIMITED v.
- P.N.P. PICK AND PAY LIMITED (ΗΕ ΧΧΧ)
- ΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ
- ΧΧΧ ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Λουιζίδης Κατηγορούμενοι 2 & 3: Παρόντες AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 08.04.2021 στο Ε.Δ. Λεμεσού μέσω του οποίου καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 (1η Κατηγορία) το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στους Κατηγορούμενους 2 και 3 (2η Κατηγορία) ότι αυτοί παρείχαν στην Κατηγορούμενη 1 συνδρομή, συμβουλή ή παρακίνηση στην διάπραξη του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος. Σύμφωνα με τις κοινές λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτό που προωθείται στην υπό εξέταση υπόθεση είναι πώς μεταξύ των ημερομηνιών 01.08.2019 και 24.10.2019 στην Λεμεσό η Κατηγορούμενη 1 μέσω των Κατηγορουμένων 2 και 3 οι οποίοι ενεργούσαν υπό την ιδιότητα των αντιπροσώπων της πρώτης απέσπασαν και/ή κατάφεραν την εξασφάλιση και παράδοση από τους παραπονούμενους εμπορευμάτων και αγαθών αξίας €13.931,13 κατόπιν ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση των παραπονουμένων, ώθησαν τους παραπονούμενους να τους παραδώσουν τα εμπορεύματα αυτά και να εκδώσουν τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμών παριστάνοντας ότι αυτά θα πληρώνοντο ενώ γνώριζαν ότι οι εν λόγω παραστάσεις ήτο ψευδείς και δεν ήτο αληθινές. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον κ. ΧΧΧ Χαραλάμπους (ΜΚ1) και τον κ. ΧΧΧ Νικηφόρου (ΜΚ2) ενώ με το κλείσιμο αυτής η πλευρά της υπεράσπισης προέβηκε σε εισήγηση πως οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[1] Στρεφόμενος προς την προφορική αγόρευση του κ. Λουιζίδη εκπροσώπου των Κατηγορουμένων με την οποία προβαίνει σε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του αυτή στην ουσία βασίστηκε στην θέση ότι δεν έχει αποδειχθεί από την τεθείσα μαρτυρία ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο έχουν αποσπαστεί συνέπεια ψευδών παραστάσεων με αναφορά κυρίως στην μαρτυρία του ΜΚ2 αλλά και τα λεχθέντα στην Ιωάννου Μαργαρίτα και άλλος ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 417. Αντίθετη ήταν βεβαίως η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία μέσω της δικής της αγόρευσης υποστήριξε την θέση πως οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί η όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Μαρτυρία: Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο κ. ΧΧ Χαραλάμπους ο οποίος από το 2015 μέχρι και σήμερα εργάζεται στους Παραπονούμενους που δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή και πώληση φρούτων και λαχανικών και συγκεκριμένα στην θέση του υπεύθυνου πωλήσεων. Ως ανέφερε γνωρίζει την κατηγορούμενη 1 αφού τουλάχιστον από το 2015 που ο ίδιος εργάζεται στην εταιρεία ήταν πελάτη τους και επιβεβαίωσε πώς κατηγορούνται για την παραλαβή αγαθών αξίας €13.931,13 και συγκεκριμένα φρούτων και λαχανικών τα οποία τους έχουν προμηθεύσει. Ο ίδιος είχε ευθύνη να πάρει τις παραγγελίες από τους πελάτες μεταξύ άλλων και της Κατηγορούμενης 1 και να τις δώσει στην αποθήκη για να ετοιμαστούν και να παραδοθούν την επόμενη ημέρα στον πελάτη μαζί με τα σχετικά τιμολόγια. Τις παραγγελίες σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 έκανε μέσω τηλεφώνου τόσο η Κατηγορούμενη 2 όσο και ο Κατηγορούμενος 3 και συγκεκριμένα συμπληρώνονταν τα δελτία παραγγελιών (Τεκμήριο 1) δίνονταν στην συνέχεια στην αποθήκη για την ετοιμασία της παραγγελίας, εκδίδονταν τα σχετικά τιμολόγια βάση του δελτίου παραγγελίας και την επόμενη ημέρα παραδίδονταν στον πελάτη. Ερωτούμενος για την περίοδο 01.08.2019 και 24.10.2019 και για τον τρόπο πληρωμής των παραγγελιών αυτών ο μάρτυρας ανέφερε πως για κάθε πελάτη έτσι και για την κατηγορούμενη 1 διδόταν μια χρονική περίοδος για την πληρωμή δηλαδή έδιναν πίστωση και στη βάση των πληρωμών που γίνονταν από τον Κατηγορούμενο 3 υπήρχε ένα διάστημα 2 με 3 μηνών καθυστερημένης πίστωσης από τις επιταγές που έδινε με τον κατηγορούμενο 3 να του αναφέρει πώς θα τα κανόνιζε και ζητούσε να τους δοθεί λίγος χρόνος όπως και έγινε με αποτέλεσμα να μπουν στα προβλήματα που έχουν τώρα. Ο ίδιος επισκεύθηκε προσωπικά το μαγαζί των κατηγορουμένων και σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά ανέφερε πως μίλησε με τον Κατηγορούμενο 3 σε διάφορες τηλεφωνικές επικοινωνίες αφού ήταν δύσκολο για τον μάρτυρα ενώ υπήρχαν οφειλόμενα ποσά να παίρνει και να στέλνει νέες παραγγελίες ενώ το λογιστήριο τον πίεζε ότι θα έπρεπε το υπόλοιπο του πελάτη να είχε τακτοποιηθεί. Τέλος ανέφερε πώς κρατούσε ενήμερο το λογιστήριο για το τι γινόταν με τις παραγγελίες και κατά πόσον μπορούσαν να συνεχίζουν να στέλνουν νέες και του ανέφεραν πώς είχαν μιλήσει με τον Κατηγορούμενο 3 και τους είχε πει ότι θα το τακτοποιούσε και έτσι συνέχιζαν την αποδοχή και αποστολή νέων παραγγελιών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πώς ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα για ζητήματα καθυστερημένων ποσών ή διευκολύνσεων πληρωμής ενώ σε έγγραφο που του υποδείχθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην διαδικασία σημείωσε πως επρόκειτο για τιμοκατάλογο της εταιρείας τους ο οποίος αποστελλόταν κάθε Τρίτη στους πελάτες της μεταξύ άλλων και της Κατηγορούμενης 1 με φαξ με σκοπό να γνωρίζουν τις τιμές των φρούτων και λαχανικών που θα έφταναν την ίδια ημέρα ή την επομένη μετά από εισαγωγή τους έτσι ώστε να τοποθετήσουν τις παραγγελίες τους. Συμφώνησε πως η Κατηγορούμενη 1 φαίνεται να ήταν πελάτης των Παραπονουμένων και πριν ο μάρτυρας αναλάβει καθήκοντα κατά το έτος 2015 αλλά δεν γνώριζε για το πότε ακριβώς ξεκίνησε η μεταξύ τους συνεργασία και παρέπεμψε στο μάρτυρα που θα παρουσιαζόταν από το λογιστήριο της εταιρείας να απαντήσει στο κατά πόσον υπήρχε η όχι διάστημα πίστωσης 2 με 3 μηνών αφού δεν ήταν δικής του αρμοδιότητας. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο κ. ΧΧ Νικηφόρου ο οποίος από τον Ιούλιο του 2009 είναι υπεύθυνος του λογιστηρίου των Παραπονουμένων και γνωρίζει την Κατηγορούμενη 1 η οποία ήταν ήδη υφιστάμενος πελάτης τους όταν ο ίδιος ανέλαβε εργασία. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 3, 4 και 5 δέσμη τιμολογίων για τους μήνες Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2019 τα οποία φέρουν τις υπογραφές των Κατηγορουμένων 2 και
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα η συνεργασία τους με την Κατηγορούμενη 1 ήταν για αρκετά χρόνια ομαλή με τις παραγγελίες, παραδώσεις και εισπράξεις να πηγαίνουν κανονικά. Τα προβλήματα άρχισαν αρχές του 2019 αφού παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις στην παραλαβή των επιταγών καθώς και αύξηση της πίστωσης που έγινε χωρίς την έγκριση της διεύθυνσης της εταιρείας με αποτέλεσμα να αποφασιστεί όπως η κατηγορούμενη 1 να μπει στην ομάδα των πελατών που πρόσεχαν ιδιαίτερα έτσι ώστε να μην ξεφύγει το υπόλοιπο της και είχαν ενημερώσει σχετικά και τον ΜΚ1 στο τμήμα παραγγελιών. Ο ίδιος ο μάρτυρας ερχόταν σε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 3 για έγκαιρη διευθέτηση του υπολοίπου τους από τα αρχικά στάδια του 2019 ενώ τον Αύγουστο του 2019 επειδή η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν στο κόκκινο έλαβε εντολή από την διεύθυνση των παραπονουμένων να ενημερώσει τον υπεύθυνο των παραγγελιών για να σταματήσει τις παραγγελίες αρχές Αυγούστου 2019 ενώ ξεκαθάρισε στον κατηγορούμενο 3 πως για την όποια παραγγελία στο εξής από τον Αύγουστο 2019 θα έπρεπε να πληρώνετε με την παράδοση αυτής πράγμα στο οποίο συμφώνησε ο Κατηγορούμενος
- Σε σχέση με τα προϊόντα που αφορούν τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 και αν αναφέρθηκε οτιδήποτε από τον Κατηγορούμενο 3 σε σχέση με την πληρωμή τους ο μάρτυρας ανέφερε ότι θα πληρώνονταν αλλά σημείωσε πώς υπήρξε προηγούμενο υπόλοιπο οφειλόμενο και έτσι έλαβαν επιταγές αρχές Αυγούστου και συγκεκριμένα 10 επιταγές για εξόφληση Μαΐου 2019 ενώ ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 3 πως ήθελαν επιταγές και για τα τρέχοντα τιμολόγια. Ο μάρτυρας υποστήριξε την θέση πως ο Κατηγορούμενος 3 τον κορόιδεψε αφού δεν τήρησε τα όσα είχε αποφασίσει η διεύθυνση δηλαδή με την παράδοση κάθε παραγγελίας να γινόταν και η αντίστοιχη πληρωμή και αναφέρθηκε σε λόγους όπως το γεγονός πώς αυτός δεν ήταν παρόν πάντοτε στο κατάστημα κατά την παράδοση ενώ σημείωσε πώς συνέχισαν να παραδίδουν προϊόντα στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς να λαμβάνουν χρήματα της μετρητής διότι παρέλαβαν κάποιες επιταγές που εξοφλούσαν προηγούμενες οφειλές της Κατηγορούμενης 1 και συγκεκριμένα στις 06.08.2019 παρέλαβαν επιταγές για εξόφληση οφειλών Μαΐου 2019, 28.08.2019 παρέλαβαν επιταγές για εξόφληση Ιουνίου 2019 ενώ στις 07.10.2019 έλαβαν επιταγές για εξόφληση μέχρι και 31.07.2019 με αποτέλεσμα να φτάσουν μέχρι τον Οκτώβριο 2019 που ενώ πληρώθηκαν οι επιταγές που είχαν δοθεί για τα καθυστερημένα δημιουργήθηκε όμως το υπόλοιπο μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου
- Τέλος υποστήριξε την θέση πως ο Κατηγορούμενος 3 τον κοροίδεψε αφού δεν πλήρωνε τα τρέχοντα τιμολόγια με την παραλαβή των προϊόντων πράγμα για το οποίο ο ΜΚ2 ενημερωνόταν εκ των υστέρων είτε από τον οδηγό είτε από τον υπεύθυνο των παραγγελιών ότι δηλαδή επέστρεφε ο οδηγός χωρίς να έχει μαζί του επιταγή δικαιολογώντας μάλιστα ότι για τα τιμολόγια που έμειναν απλήρωτα για το διάστημα από την 01.08.2019 μέχρι 24.10.2019 πως ο κατηγορούμενος 3 ''..εχρίσονεν μου το χάπι με τις επιταγές που ελάμβανα για τους προηγούμενους μήνες και όχι για τους τρέχοντες, με τουν τον τρόπο εγώ έμειναν εκτεθειμένος προς την διεύθυνση ..''' σημειώνοντας πώς μέχρι σήμερα το ποσό των €13.931,13 δεν έχει εξοφληθεί και συνεχίζει να παραμένει οφειλόμενο. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πως η Κατηγορούμενη 1 τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2007 ήταν πελάτης των Παραπονουμένων χωρίς να αποκλείει ότι ενδεχόμενα να ήταν και απο προγενέστερη περίοδο με τον κάθε πελάτη να συνεργάζεται με τους παραπονούμενους στη βάση προφορικών συμφωνιών αφού δεν έχουν συγκεκριμένους γραπτούς όρους. Ερωτούμενος αν γνωρίζει τον ΧΧΧ Σοφοκλέους και ποια η σχέση του με τους Παραπονούμενoυς ανέφερε πώς πρόκειται για πρόσωπο που έχει αποβιώσει αλλά ήταν ένας εκ των Διευθυντών και Μέτοχος των Παραπονουμένων. Ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τους όρους συνεργασίας της Κατηγορούμενης 1 με τους Παραπονούμενους να συμφωνήθηκαν μέσω του ΧΧΧ Σοφοκλέους σε σχέση με το χρόνο πίστωσης ο ίδιος όμως δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία μπροστά του από το 2007 για το χρόνο πίστωσης που ίσχυε η οποία συνήθως ήταν στους 2 μήνες εκτός κάποιων εξαιρέσεων. Δεν συμφώνησε όμως σε υποβολή ότι ο χρόνος πίστωσης ήταν αυτός των 3 μηνών και σημείωσε πως η πολιτική της εταιρείας τους είναι όταν κλείνει ένας μήνας να εισπράττουν τις επιταγές έστω και μεταχρονολογημένες κάτι που δεν συνέβαινε στην περίπτωση της Κατηγορούμενης 1 εξού και ήταν στο κόκκινο και από τις αρχές του 2019 και για τον λόγο αυτό. Ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε κατάσταση υπολοίπου (Τεκμήριο 6) την οποία διατηρούσαν οι Παραπονούμενοι σχετικά με την Κατηγορούμενη 1 στην οποία παρουσιάζονται οι πληρωμές των επιταγών των οφειλομένων ποσών για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2019 Τέλος ο μάρτυρας επιβεβαίωσε πώς παρά το γεγονός πως η απόφαση της εταιρείας ήταν να μην παραδίδονταν άλλα εμπορεύματα προς την Κατηγορούμενη 1 από 01.08.2019 εκτός αν αυτά πληρώνονταν κατά την παράδοση αυτοί συνέχισαν να παραδίδουν παραγγελίες μέχρι και τις 24.10.2019 εκδίδοντας μάλιστα και credit invoices αφού όπως εξήγησε η εταιρεία τους για λόγους πολιτικής αλλά και λογιστικούς σκοπούς που αφορούν τις εγγραφές στις μερίδες των πελατών δεν εκδίδουν cash invoices ενώ ανάφερε πως ανάλογα με τις αγορές κάθε πελάτη έτσι και με την περίπτωση της κατηγορούμενης 1 παρόλο που δεν είχε πληρώσει τα τιμολόγια περιόδου μετά την 01.08.2019 της έκδιδαν πιστωτική σημείωση δηλαδή της έκπτωσης που η παραπονούμενη έδιδε σε κάθε πελάτη έτσι ώστε να μειωθεί το οφειλόμενο ποσό λόγο της μακρόχρονης συνεργασίας τους. Νομική Πτυχή: Όπως έχει αναφερθεί και στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας απόφασης οι επίδικες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις - άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς και αυτό της παροχής συνδρομής για την διάπραξη του πιο πάνω αναφερόμενου αδικήματος δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
- Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος τα οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄ εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα, τα συστατικά στοιχεία τούτου αλλά και τα όσα προκύπτουν μέσα από την σχετική νομολογία για την απόδειξη τους, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων 2 & 3: Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με τους Διευθυντές και Γραμματείς της Κατηγορούμενης 1 αλλά θα πρέπει να υπενθυμιστεί πώς ακόμη και τέτοια μαρτυρία να υπήρχε που να οδηγούσε στο συμπέρασμα πώς οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 αυτό δεν τους καθιστά άμεσα συνεργούς. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δόθηκε στην Ευριβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600[2] στην οποία αναφέρθηκε πως το γεγονός απλά και μόνο ότι ένα πρόσωπο είναι διευθυντής μίας εταιρείας αυτό από μόνο του δεν του δημιουργεί ποινική ευθύνη. Όπως επίσης προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δεν υπάρχει οποιοδήποτε άρθρο σε αυτό το οποίο να δημιουργεί ποινική ευθύνη του Διευθυντή νομικού προσώπου με αναφορά απλά και μόνο στην ιδιότητα του αυτή. Φυσικά το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα καλύπτει οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε αδίκημα περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό. Στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd.
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι: « Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα[3]. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Στην υπόθεση Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, κτηνίατρος αμελώς πιστοποίησε ότι κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Ο κρεοπώλης που το εξέθεσε προς πώληση καταδικάστηκε για το αυστηρής ευθύνης αδίκημα έκθεσης προς πώληση ακατάλληλου κρέατος. Ο κτηνίατρος επίσης καταδικάστηκε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κτηνίατρου παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε πως η αμέλεια δεν ήταν αρκετή για ποινική ευθύνη συνεργού, έστω και αν η ευθύνη του αυτουργού δεν βασιζόταν σε απόδειξη οποιουδήποτε βαθμού σφάλματος. (Δέστε και Smith v. Mellors [1987] 84 Cr. App. R. 279). Θα θέλαμε τώρα να θέσουμε ένα υποθετικό ερώτημα, που καταδεικνύει το λογικό της αναγκαιότητας ύπαρξης ένοχης διάνοιας. Αν διευθυντής εταιρείας υπέγραφε εκ μέρους της επιταγή πληρωτέα «εν όψει» ("on demand") και αν μέχρι την παρουσίαση της επιταγής για εξαργύρωση σε 1-2 μέρες, άλλοι αξιωματούχοι της εταιρείας απέσυραν όλα τα κεφάλαια από το λογαριασμό και η επιταγή παρέμενε ακάλυπτη, θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι, εκείνος που υπέγραψε την επιταγή ήταν συνεργός σε διάπραξη αδικήματος; Η απάντηση θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι αρνητική.» Είναι λοιπόν αναγκαίο με βάση τις πιο πάνω αρχές να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή ή τέτοια συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Ως διαφάνηκε ανωτέρω απο την ανάλυση της νομικής πτυχής της κατηγορίας της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι να εντοπίσει την ύπαρξη εξ' υπαρχής πρόθεσης ως μέρος των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Μέσα απο την μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, και χωρίς να προβαίνω σε διαπίστωση αξιοπιστίας η μη, προέκυψε ότι η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε πολυετή συνεργασία με την Κατηγορούμενη 1 μάλιστα από το έτος 2007 χωρίς να αποκλειστεί να ήταν και από προγενέστερη περίοδο μέχρι και τις 24.10.2019 δια της αγοράς φρούτων και λαχανικών. Προς το σκοπό μάλιστα της συνεργασίας αυτής η Παραπονούμενη άνοιξε και διατηρούσε προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 κατάσταση λογαριασμού (Statement of Account) στην οποία κατέγραφε τόσο τα εκδοθεισομένα τιμολόγια όσο και τις πληρωμές που κατά καιρούς γίνονταν κυρίως δια της έκδοσης και παράδοσης επιταγών ακόμα και μεταχρονολογημένων οι οποίες μάλιστα πληρώνονταν κανονικά ενώ ακόμα και οι καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν κατά το έτος 2019 και συγκεκριμένα τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2019 διευθετήθηκαν και αυτές έστω και με καθυστέρηση δια της παράδοσης επιταγών. Μάλιστα επιβεβαιώθηκε ότι η πώληση των φρούτων και λαχανικών γινόταν και με περίοδο παραχωρηθείσας πίστωσης περιόδου μέχρι και 2 μηνών χωρίς να αποκλείουν οι μάρτυρες κατηγορίας να ήταν και για μεγαλύτερη περίοδο ήτοι 3 μηνών και δεν απαιτείτο ούτε και ήταν προϋπόθεση στην μεταξύ τους πολύχρονη συνεργασία η άμεση εξόφληση του ποσού των τιμολογίων με την ταυτόχρονη παράδοση των πωληθέντων αγαθών. Αξιοσημείωτα μάλιστα τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΚ2 τον υπεύθυνο του λογιστηρίου της Παραπονούμενης ο οποίος ενώ παραδέχθηκε πως έλαβαν οδηγίες από την διοίκηση της εταιρείας να σταματήσουν να λαμβάνουν οποιεσδήποτε άλλες νέες παραγγελίες από την Κατηγορούμενη 1 λόγω των οφειλών που είχαν ήδη συσσωρευθεί από τον Απρίλιο του 2019 και πώς για οποιαδήποτε άλλη νέα παραγγελία θα έπρεπε το κόστος αυτής να διευθετείτο με την ταυτόχρονη παράδοση της κάτι τέτοιο δεν έγινε αφού οι ίδιοι συνέχισαν να τροφοδοτούν την Κατηγορούμενη 1 μετά την 01.08.2019 με νέες παραγγελίες μέχρι και τις 24.10.2019 χωρίς να απαιτούν άμεση εξόφληση των παραδομένων σε κάθε περίπτωση δίδοντας ως δικαιολογία αλλά και παραδοχή στο τέλος της ημέρας πως αυτό το έπραξαν γιατί είχε γίνει διευθέτηση και συνεννόηση να τους παραδοθούν επιταγές που θα εξοφλούσαν τα υπόλοιπα οφειλόμενα ποσά της Κατηγορούμενης 1 για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2019 όπως και έγινε αφού παραδόθηκαν οι σχετικές επιταγές και τα οφειλόμενα ποσά της πιο πάνω αναφερόμενης περιόδου εξοφλήθηκαν όπως ο μάρτυρας επιβεβαίωσε. Δεν μπορεί άλλωστε να δοθεί οποιαδήποτε άλλη εξήγηση πέραν από αυτήν που ανέφερε ο ίδιος ο ΜΚ2, στην ενέργεια των Παραπονουμένων να συνεχίζουν να τροφοδοτούν επί πίστωση την Κατηγορούμενη 1 με φρούτα και λαχανικά μέσω νέων (πολλαπλών) παραγγελιών για την περίοδο από 01.08.2019 μέχρι και τις 24.10.2019 χωρίς να πληρώνονται και να εξοφλούνται ταυτόχρονα με την παράδοση κάθε παραγγελίας ως ισχυρίστηκαν ότι αποφάσισαν από το γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας αποδέχονταν τις νέες παραγγελίες επί περαιτέρω πίστωση γιατί συμφώνησαν την εξόφληση παλαιότερων οφειλομένων ποσών η οποία εξόφληση όπως παραδέχθηκαν έλαβε χώρα με την παράδοση αριθμού επιταγών. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του ΜΚ2 για το θέμα αυτό αφού ανέφερε πώς ''..εχρίσονεν μου το χάπι με τις επιταγές που ελάμβανα για τους προηγούμενους μήνες και όχι για τους τρέχοντες, με τουν τον τρόπο εγώ έμειναν εκτεθειμένος προς την διεύθυνση ..''' δηλαδή αυτό που διαπιστώνει το δικαστήριο είναι πως στην προσπάθεια της πωλήτριας εταιρείας να διασφαλίσει την πληρωμή προηγούμενων οφειλομένων περιόδων από την πώληση φρούτων και λαχανικών συνέχισαν να τροφοδοτούν την Κατηγορούμενη 1 ουσιαστικά επί περαιτέρω πίστωσης όχι βασιζόμενοι σε κατ ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις που έλαβαν χώρα για την πληρωμή αλλά με σκοπό να διασφαλίσουν την λήψη του λαβείν τους για τα οφειλόμενα μέχρι και τις 31.07.2019 παραγνωρίζοντας για τον κίνδυνο ότι η περαιτέρω παραχώρηση πίστωσης προς την Κατηγορούμενη 1 η οποία μάλιστα σύμφωνα με τους ίδιους αντιμετώπιζε ήδη οικονομικά προβλήματα από τις αρχές του 2019 ως είχαν ακούσει ενδεχομένως να είχε ως αποτέλεσμα να υπήρχε αδυναμία καταβολής και είσπραξης του ποσού της νέας παραχωρηθείσας πίστωσης των πωληθέντων μετά την 01.08.
- Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου πως η παράδοση των αγαθών που έλαβε χώρα την περίοδο από 01.08.2019 μέχρι και τις 24.10.2019 δεν έγινε κάτω από συνθήκες ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση έτσι ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το καταλογιζόμενο εναντίον της Κατηγορούμενης 1 ποινικό αδίκημα αφού στην υπό εξέταση υπόθεση φαίνεται ξεκάθαρα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμα και χωρίς αυτά να τυγχάνουν οποιασδήποτε αξιολόγησης πως απουσιάζουν τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να αποδεικνύει έστω και σε αυτό το στάδιο εξ' αρχής πρόθεση για εξασφάλιση πίστωσης ή αγαθών με ψευδείς παραστάσεις αλλά ελλείπει περαιτέρω και η μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη δόλου ή πρόθεσης. Η κατηγορούμενη 1 για σωρεία ετών συνεργαζόταν με την παραπονούμενη με συγκεκριμένο τρόπο διατηρώντας κατάσταση λογαριασμού, με παραχωρημένη χρονική περίοδο πίστωσης περί τους 2 μήνες και έδινε επιταγές έναντι του υπολοίπου της. Η ύπαρξη οφειλής και η μη πληρωμή αυτού του υπολοίπου δεν αποδεικνύει δίχως άλλο πρόθεση καταδολίευσης. Η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της Παραπονουμένης και της Κατηγορούμενης 1 είναι αστικής φύσεως και αφορά την ύπαρξη του οφειλόμενου ποσού για την περίοδο 01.08.2019 μέχρι και τις 24.10.2019 το οποίο μάλιστα δεν διαφάνηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να αμφισβητείτε ότι όχι μόνο υπάρχει αλλά και δεν έχει μέχρι σήμερα διευθετηθεί. Συνεπακόλουθα των ανωτέρω η κατηγορούμενη 1 απαλλάσσεται και αθωώνεται στην 1η Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνεπεία της απόρριψης της 1ης Κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί και η 2η Κατηγορία που οι Κατηγορούμενοι 2 & 3 αντιμετωπίζουν για την ισχυριζόμενη συνδρομή και/ή συμβουλή και/ή παρακίνησης της Κατηγορούμενης 1 στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση. Και αυτό γιατί δεν δύναται να εξετάσω συμμετοχή και συνδρομή στην διάπραξη αδικήματος για το οποίο ο φερόμενος δράστης έχει απαλλαγεί. Εν πάση περιπτώσει όμως αναφέρω ότι δεν έχει τεθεί καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει ότι είτε η κατηγορούμενη 2 είτε ο κατηγορούμενος 3 είχαν πρόθεση να καταδολιεύσουν τους παραπονούμενους ή ότι προέβηκαν σε οιανδήποτε ψευδή παράσταση. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οιουδήποτε εκ των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία συνεπώς απαλλάσσω και αθωώνω αυτούς απο το στάδιο αυτό. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Ενόψει της κατάληξης μου για απόρριψη της υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κρίνω δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα. Στην απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι καμία αμφισβήτηση δεν τέθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 ότι οφείλει το συγκεκριμένο ποσό προς τους Παραπονούμενους αφού ούτως η άλλως η πλευρά της υπεράσπισης περιορίστηκε στο ζήτημα ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης δεν συνιστούν ή στοιχειοθετούν το καταλογιζόμενο ποινικό αδίκημα αλλά πρόκειται για αστικής φύσεως αξίωση των Παραπονουμένων εναντίον της Κατηγορούμενης 1 ως οφειλέτριας συγκεκριμένου ποσού που στο τέλος της ημέρας επαναλαμβάνω δεν έχει αμφισβητηθεί ότι υπάρχει ούτε και το ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει διευθετηθεί. Επίσης έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση με την Κατηγορούμενη
- (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [2] Η ιδιότητα διευθυντή εταιρείας δεν μπορεί από μόνη της να στηρίξει την καταδίκη του δυνάμει του Άρθρου 20, στην απουσία μαρτυρίας για συμμετοχή του. [3] Αυτουργοί
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο