CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD ν. ALL ABOUT WHEELS AND TYRES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 491/20, 2/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 491/20 CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD v.
- ALL ABOUT WHEELS AND TYRES LTD (HE XXX)
- XXX ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 02 Μαίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Παραπονούμενους: Ο κ. Λ. Κοινάς Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: Η κα. E. Ιωάννου A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.01.2020 από ιδιώτη κατήγορο με την οποία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (Κατηγορία 1) κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως αυτό έχει τροποποιηθεί και στον Κατηγορούμενο 2 η διάπραξη του αδικήματος της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης και/η συμμετοχής προς την Κατηγορούμενη 1 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένου προσώπου αυτής στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (Κατηγορία 2) στη βάση τόσο του άρθρου 305Α όσο και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμφότερων των Κατηγοριών καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 πως με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 προχώρησε στην έκδοση της επιταγής του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ με αριθμό XXX ημερομηνίας 21.10.2019 προς όφελος των παραπονουμένων για το ποσό των €1.319,00 η οποία δεν πληρώθηκε κατά την παρουσίαση της στην Τράπεζα μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα γιατί ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός και αυτή παρέμεινε απλήρωτη και μετά το πέρας των 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα. Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής των Κατηγορουμένων η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Παραπονούμενοι παρουσίασαν μαρτυρία μέσω του XXX Βαρνάβα (ΜΚ1) και του Τραπεζικού Υπαλλήλου της Eλληνικής Τράπεζας κ. XXX Mυλωνά (ΜΚ2). Το Δικαστήριο την 01.02.2022 με αιτιολογημένη του απόφαση κάλεσε τους Κατηγορούμενους σε απολογία και ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε και έδωσε ο ίδιος μαρτυρία ενώ κάλεσαν και ως μάρτυρα υπεράσπισης (ΜΥ1) τον γραφολόγο Μ. Μαρκίδη. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο κ. Βαρνάβα ο οποίος για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 Γραπτή Δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει πως πρόκειται για υπάλληλο της παραπονούμενης εταιρείας τα τελευταία 25 χρόνια και εκτελεί καθήκοντα λειτουργού εισπράξεων στο τμήμα του λογιστηρίου της η οποία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή και εμπορεία καινούργιων οχημάτων, την πώληση εξαρτημάτων τους καθώς και την επισκευή και συντήρηση αυτών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο ίδιος είναι γνώστης των πληρωμών που γίνονται από τους πελάτες μετά την τιμολόγηση / χρέωση τους πληρωμές οι οποίες μεταξύ άλλων γίνονται και με επιταγές. Σε κάποιες περιπτώσεις όταν οι πληρωμές γίνονται δια επιταγών κάποιες εξ αυτών επιστρέφονται πίσω απλήρωτες μετά την κατάθεση τους στην τράπεζα είτε γιατί ο λογαριασμός του εκδότη έκλεισε είτε γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια μεταξύ άλλων και η επίδικη επιταγή. Η επιταγή αυτή την οποία κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 2 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λάρνακας εκδόθηκε τον μήνα Οκτώβρη του 2019 και συγκεκριμένα στις 21.10.2019 με αριθμό XXX για το ποσό των €1.319 και η οποία είχε δοθεί από πελάτη της παραπονούμενης εταιρείας εν λευκώ ως προς το όνομα του δικαιούχου επί της οποίας αυτοί, ως δικαιούχοι της εναπόθεσαν όταν την έλαβαν το όνομα τους με την σφραγίδα τους και την κατέθεσαν στην τράπεζα με την επιταγή να επιστρέφετε στην συνέχεια απλήρωτη με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός. Τέλος ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε αποτέλεσμα έρευνας που αφορά τον Διευθυντή και Γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 στην οποία παρουσιάζεται μόνο ο Κατηγορούμενος 2 ως Διευθυντής και Γραμματέας αυτής και καταλήγει πως από την στιγμή που η κατηγορούμενη 1 έκδωσε με την συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 διευθυντή της την επίδικη επιταγή και την άφησαν να κυκλοφορήσει και καταλήξει στα χέρια των παραπονουμένων ενώ ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 ήταν κλειστός και η επιταγή δεν πληρώθηκε φέρουν ποινική ευθύνη για αυτό οι κατηγορούμενοι. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν εργάζεται στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας στην Λεμεσό αλλά στην Λευκωσία ως λειτουργός εισπράξεων. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή ήτοι το Τεκμήριο 2 ανέφερε πώς περιήλθε στην κατοχή του μόνο όταν αυτή επιστράφηκε απλήρωτη από την Τράπεζα στην οποία είχε κατατεθεί στην Λεμεσό αφού του παραδόθηκε από τον messenger της παραπονούμενης εταιρείας στις 23.10.2019 ημερομηνία που φέρει και η σχετική σφραγίδα πάνω στην επιταγή. Ο ίδιος ως περαιτέρω ανέφερε δεν γνωρίζει ούτε ποιος έχει υπογράψει την επιταγή για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 ούτε και ποιος την έχει συμπληρώσει αφού αυτή δεν παραδόθηκε στον ίδιο αλλά στην Ταμία της παραπονούμενης εταιρείας στα γραφεία της Λεμεσού η οποία και στην συνέχεια έκδωσε σχετική απόδειξη όταν της παραδόθηκε. Μάλιστα ως σημείωσε φαίνεται πως όταν η επιταγή παραδόθηκε ήταν ανοικτή στο όνομα του εκδότη και η Ταμίας τοποθέτησε την σφραγίδα με το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Ούτε για την μονογραφή που υπήρχε επί του Τεκμηρίου 2 πάνω από την ημερομηνία γνώριζε ποιος την είχε τοποθετήσει ανέφερε μόνο πως φαίνεται να είναι η ίδια υπογραφή με αυτή που έχει παρατεθεί στον χώρο που υπογράφεται για τον εκδότη. Σε υποβολή μάλιστα ότι δεν υπήρχε κανένα νόμιμο αντάλλαγμα που να αφορά την επίδικη επιταγή μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 ο μάρτυρας συμφώνησε πως η εταιρεία τους δεν είχε καμία σχέση με την κατηγορούμενη 1 αφού πράγματι ήταν ο πελάτης τους με το όνομα XX Νικολάου που τους είχε παραδώσει την εν λόγω επιταγή χωρίς αναγραφή στο όνομα του δικαιούχου με σκοπό την εξόφληση τιμολογίου που του είχε εκδοθεί στο δικό του όνομα και που αφορούσε σε service του αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής XX το οποίο δεν σχετίζεται με τους κατηγορούμενους ως ο μάρτυρας συμφώνησε αλλά με τον XX Νικολάου. Τέλος ερωτούμενος κατά πόσον γνωρίζει αν η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη όταν δόθηκε ανέφερε πώς αυτή φαίνεται ότι εκδόθηκε όταν είχε εκδοθεί και η σχετική απόδειξη και το τιμολόγιο που έφεραν την ίδια ημερομηνία με την επιταγή ήτοι 21.10.
- Δεύτερος Μάρτυρα Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Τραπεζικός Υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας κ. ΧXX Μυλωνάς ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 4). Σε αυτήν αναφέρει πως εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα τα τελευταία 33 χρόνια και είναι εξουσιοδοτημένος από αυτή να παρουσιαστεί στην υπό εξέταση υπόθεση και να δώσει μαρτυρία αφού είναι ενήμερος και γνώστης του τηρούμενου στο όνομα της κατηγορούμενης 1 λογαριασμού της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος
- Επιβεβαίωσε πως για την επίδικη επιταγή την οποία αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 2 όταν αυτή του υποδείχθηκε μετά την κατάθεση της για πληρωμή από τον δικαιούχο αυτής δηλαδή τους παραπονούμενους αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός του εκδότη είχε κλείσει περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου
- Σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ανέφερε πώς πρόκειται ουσιαστικά για λογαριασμό που ανοίχθηκε από την κατηγορούμενη 1 αρχικά στην ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ η οποία στην συνέχεια συγχωνεύθηκε με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ και για τον οποίο λογαριασμό είχε εκδοθεί και βιβλιάριο επιταγών. Στην συνέχεια ο λογαριασμός αυτός μεταφέρθηκε από το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα η οποία πώλησε με την σειρά της το χαρτοφυλάκιο της στην Ελληνική Τράπεζα με αποτέλεσμα ο λογαριασμός αυτός να διατηρείτε πλέον στην Ελληνική Τράπεζα παρουσιάζοντας μάλιστα ως Τεκμήριο 5 σχετική κατάσταση λογαριασμού σημειώνοντας πώς κατά το έτος 2019 αλλά και το 2ο εξάμηνο του 2018 καμία επιταγή που εκδίδετο από την Κατηγορούμενη 1 από τον συγκεκριμένο λογαριασμό δεν εξαργυρωνόταν λόγο έλλειψης διαθέσιμων υπολοίπων ενώ μέσα του Σεπτέμβριου 2019 ο λογαριασμός αυτός έκλεισε. Ως προς τον λόγο που το Τεκμήριο 5 αναφέρεται σε άλλο αριθμό λογαριασμού από ότι αυτόν που παρουσιάζεται πάνω στο Τεκμήριο 2 ο μάρτυρας ανέφερε πώς με την μεταφορά του επίδικου λογαριασμού στην Ελληνική Τράπεζα και για να είναι δυνατή η λειτουργία του με βάση το λογισμικό της δικής τους Τράπεζας στην οποία ο λογαριασμός είχε μεταφερθεί αντικαταστάθηκε ο αρχικός αριθμός λογαριασμού (XXX) και έλαβε νέο αριθμό (XXX) με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να παραμένουν τα ίδια. Σε σχέση με τις υπογραφές που φαίνονται πάνω στην επίδικη επιταγή ανέφερε πως σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας και το δείγμα της υπογραφής που διαθέτει πρόκειται για υπογραφή του XXX Περατικού με αριθμό δελτίου ταυτότητας 824948 ενώ ερωτούμενος αν ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει ανέφερε πως η Τράπεζα με το κλείσιμο ενός λογαριασμού αποστέλλει σχετική επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του πελάτη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά αν ταχυδρομήθηκε προς τους κατηγορούμενους οποιαδήποτε επιστολή για το κλείσιμο του λογαριασμού ούτε αν από το 2015 αυτοί έχουν αλλάξει την διεύθυνση τους όμως σημείωσε πως η συνήθεις διαδικασία που ακολουθείτε είναι η αποστολή τους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του πελάτη που είναι αυτή που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο
- Ο ίδιος δεν ήταν ο τραπεζικός που χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό και είχε προσωπική επαφή με τον κατηγορούμενο 2 μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση κατά το έτος 2005 με
- Ερωτούμενος σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ανέφερε πώς ο κατηγορούμενος 2 δεν υπέγραψε στην παρουσία του τα δείγματα των υπογραφών που η τράπεζα είχε στην κατοχή της ούτε και την επίδικη επιταγή όμως ως ανέφερε από τα αρχείο της τράπεζας και αντιπαραβάλλοντας τα στοιχεία που έχουν φαίνεται πως η επίδικη επιταγή συμπεριλαμβανομένης της μονογραφής πάνω από την ημερομηνία υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 αφού συνάδει η συγκεκριμένη υπογραφή και με τα δείγματα που η Τράπεζα έχει καταχωρημένα μέσα στο σύστημα και αρνήθηκε την υποβολή ότι η επιταγή δεν φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου
- Ανέφερε πως η συγκεκριμένη επιταγή φαίνεται να έχει καταχωρηθεί από τους παραπονούμενους στην Τράπεζα Κύπρου και η οποία δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λάρνακας διότι η συνεργατική αυτή είχε συγχωνευθεί με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και στην συνέχεια η Ελληνική Τράπεζα αγόρασε το καλό της χαρτοφυλάκιο μεταξύ άλλων και τον επίδικο λογαριασμό συνεπώς η επιταγή μετά την κατάθεση της στην Τράπεζα Κύπρου παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση στην Ελληνική Τράπεζα όπου εφ' όσον ο λογαριασμός ήταν κλειστός επιστράφηκε πίσω όπως δείχνει και η σφραγίδα στην επιταγή. Ερωτούμενος κατά πόσον έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να φαίνεται πως ο λογαριασμός του τεκμηρίου 5 είναι ο ίδιος με τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ανέφερε πως δεν είχε μαζί τους αφού οι μετατροπές των λογαριασμών έγιναν ηλεκτρονικά κατά την ημερομηνία ενοποίησης των τραπεζικών συστημάτων όπου άλλαξε ο αριθμός λογαριασμού και δόθηκε καινούργιος με τον μάρτυρα να απορρίπτει την υποβολή ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό. Ο Μάρτυρας δεν γνώριζε αν ο επίδικος λογαριασμός είχε όριο παρατραβήγματος όμως ανέφερε πως μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 προκύπτει πως αρκετές επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν καθότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα συμφώνησε όμως με την δικηγόρο υπεράσπισης πως σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 που του υποδείχθηκε σε κάποιες περιπτώσεις το πρώτο εξάμηνο του 2018 κάποιες επιταγές που είχαν κατατεθεί εξαργυρώθηκαν. Επέμενε στην θέση πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός ορθά τον χαρακτήρισε προβληματικό εξού και στην συνέχεια αυτός έκλεισε από την Τράπεζα καθότι ως φαίνεται από το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 5) τους τελευταίους 12 μήνες πριν το κλείσιμο αυτού δεν είχε πληρωθεί καμιά επιταγή και ο λογαριασμός εξακολουθούσε να ήταν χρεωστικός συνέχεια. Σε τέτοια περίπτωση η λειτουργία λογαριασμού με τον τρόπο αυτό ως ανέφερε δημιουργεί πρόβλημα στην τράπεζα η οποία και προχωρά στο κλείσιμο του. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν κάποιες επιταγές δεν είχαν πληρωθεί διότι είχαν πλαστογραφηθεί και αν είχε γίνει και σχετική καταγγελία στην Αστυνομία επαναλαμβάνοντας πως ο ίδιος ερεύνησε μόνο για την επίδικη επιταγή για την οποία έχει κλητευθεί για μαρτυρία και όχι για άλλα πράγματα. Ο Κατηγορούμενος 2 στην σύντομη μαρτυρία του ανέφερε πως ο ίδιος ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου XX ούτε και πήρε τέτοιο αυτοκίνητο στους παραπονούμενος για οποιοδήποτε σκοπό. Σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 2 ανέφερε πως η επιταγή δεν φέρει την δική του υπογραφή ή μονογραφή και ανέθεσε στον γραφολόγο XXX Μαρκίδη να ετοιμάσει σχετική έκθεση σε σχέση με τις υπογραφές που φέρει η επιταγή την οποία είχε στην κατοχή του και κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Ο ίδιος παραχώρησε στον γραφολόγο δείγματα της υπογραφής του για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης καθώς και άλλα έγγραφα που έφεραν την υπογραφή του τα οποία και του παρέδωσε. Τέλος ανέφερε πως ούτε η εταιρεία του αλλά ούτε και ο ίδιος έλαβαν οποιαδήποτε ενημέρωσε από την Τράπεζα πως ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είχε κλείσει αλλά ούτε και για την συγκεκριμένη επιταγή την οποία ουδέποτε ο ίδιος παρέδωσε στους παραπονούμενους. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πως ο διορισμός του γραφολόγου έγινε μόλις πρόσφατα παρά του ότι η υπόθεση εκκρεμεί από το 2020 ενώ δεν θυμόταν αν κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από την δικηγόρο του η αναφορά περί πλαστογραφημένων επιταγών συμπεριλάμβανε και την επίδικη επιταγή. Σημείωσε πως προχώρησε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στις αρχές του 2020 για διάφορες επιταγές του συγκεκριμένου μπλοκ επιταγών και κατονόμασε ως ύποπτο τον πρώην υπάλληλο του Κωνσταντίνο Μελετίου που πιθανόν να τις έχει πλαστογραφήσει. Ανέφερε επίσης πως ο ίδιος στην παρουσία του γραφολόγου αλλά και του κ. Κοινά στο Πρωτοκολλητείο έβγαλαν φωτογραφίες της επιταγής και στην συνέχεια μετέβησαν στην αίθουσα των δικηγόρων και πάλι στην παρουσία του κ. Κοινά όπου ο Κατηγορούμενος έθεσε κάποια δείγματα υπογραφών στην διάθεση του γραφολόγου. Ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσον θα έπρεπε η όχι να προμηθεύσει ο γραφολόγος τον κ. Κοινά ή τον φάκελο της υπόθεσης με αντίγραφα των δειγμάτων των υπογραφών που έλαβε. Τέλος επιβεβαίωσε πώς ο ίδιος είναι ο μοναδικός διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και ήταν το αρμόδιο πρόσωπο να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο ή επιταγή για λογαριασμό της και αρνήθηκε την υποβολή ότι η επίδικη επιταγή φέρει την δική του υπογραφή σημειώνοντας πώς ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε τέτοια επιταγή. Ως μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ1) κλήθηκε και κατάθεσε ο Γραφολόγος XXX Μαρκίδης ο οποίος είναι και το πρόσωπο που ετοίμασε την γραφολογική έκθεση Τεκμήριο 7 το περιεχόμενο της οποίας ανάγνωσε και υιοθέτησε. Συνοπτικά αφού αναφέρθηκε στα προσόντα αλλά και το βιογραφικό του όπως παρουσιάζεται στις τρείς πρώτες σελίδες της έκθεσης, ανέφερε πώς εξέτασε την επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2 στις 02.02.2022 και στην παρουσία του δικηγόρου της Παραπονουμένης παρέλαβε δείγματα υπογραφών από τον Κατηγορούμενο 2 καθώς και του παρέδωσε έγγραφα τα οποία έφεραν την υπογραφή του σε ανύποπτο χρόνο. Στην συνέχεια προχώρησε σε σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής εκδότη επί του Τεκμηρίου 2 σε σύγκριση με τα έγγραφα που έφεραν την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 σε ανύποπτο χρόνο καθώς και τα δείγματα υπογραφής που του έδωσε στις 02.02.2022 το σύνολο των οποίων αποτελούν τα παραρτήματα Α, Β και Γ του Τεκμηρίου 7 και εντόπισε διαφορές ουσίας και συγκεκριμένα διαφορά στην γενική μορφή, εμφάνιση, στην τεχνική σχηματισμού, στην κλήση, στον τρόπο κατάληξης και στην σχέση και αναλογία μεταξύ των γραφικών του σχηματισμών τις οποίες καταγράφει παραστατικά και σε τυχαία μεγέθυνση σε 3 συγκριτικούς πίνακες στις σελίδες 16, 17 και 18 της έκθεσης του και καταλήγει στο τελικό αποτέλεσμα της έκθεσης ως αυτό παρουσιάζεται στην σελίδα 19 ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη στο Τεκμήριο 2 σε σύγκριση με όλα τα δείγματα που αφορούν τον Κατηγορούμενο 2 παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και κατά την γνώμη του η πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 αλλά αποτελεί προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του XXXXX Περατικού από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πώς οδηγίες για την εξέταση του θέματος της πλαστογραφίας της επίδικης επιταγής έλαβε από την δικηγόρο των Κατηγορουμένων την 31.01.2022 ενώ τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο δεν γνώριζε είδε για πρώτη φορά στον χώρο του Δικαστηρίου. Αρνήθηκε υποβολή ότι τα δείγματα της υπογραφής που έλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 από την στιγμή που αντίγραφα αυτών δεν τέθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης έχουν παραποιηθεί σημειώνοντας πώς στα 32 χρόνια που ασχολείται με το συγκεκριμένο θέμα η κατάθεση των δειγμάτων γίνεται μόνο κατά τον χρόνο της ακρόασης ενώ τα συγκεκριμένα δείγματα λήφθηκαν με την ελεύθερη του θέληση του κατηγορούμενου 2 στην παρουσία μάλιστα του δικηγόρου της Παραπονουμένης. Μάλιστα σημείωσε πως ακόμα και οι όποιες διαφορές στις υπογραφές φαίνεται να παρουσιάζονται στην σελίδα 10 και 11 της έκθεσης, έχουν να κάνουν με το γεγονός πώς το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανισμός που παράγει προϊόντα ακριβείας όπως ένας εκτυπωτής αλλά παράγει προϊόντα που υπόκεινται σε φυσιολογικές παραλλαγές / διακυμάνσεις οι οποίες βέβαια παραλλαγές κυμαίνονται μεταξύ κάποιων πλαισίων και περιορίζονται μόνο στα γενικά γραφολογικά γνωρίσματα ενώ τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα της υπογραφής ενός προσώπου παραμένουν σταθερά και επαναλαμβάνονται με αποτέλεσμα αυτά να προσδίδουν την ατομικότητα στην υπογραφή ενός προσώπου. Σε σχέση με την επίδικη υπογραφή εκδότη επί του Τεκμηρίου 2 και παραπέμποντας στους πίνακες που φαίνονται στις σελίδες 16, 17 και 18 του Τεκμηρίου 7 σημείωσε πώς υπάρχει ένας συνδυασμός 5 διαφορών που αφορούν σε ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία παρουσιάζονται στην σελίδα 15 της έκθεσης και υπάρχουν αλλά και επαναλαμβάνονται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα δείγματα αλλά διαφέρουν από την αμφισβητούμενη υπογραφή. Τέλος σημείωσε πως τα πιθανά αποτελέσματα στα οποία μπορεί να καταλήξει ένας εμπειρογνώμονας σε μια υπόθεση που εξετάζεται γραφολογικά είναι αυτά της πλήρης βεβαιότητας, της ισχυρής πεποίθησης, της απλής υποψίας και αυτό της καμιάς εκφοράς γνώμης. Την υπό εξέταση υπόθεση την κατατάσσει στην πλήρη βεβαιότητα και αρνήθηκε υποβολή ότι έπραξε ότι έπραξε με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο
- Νομική Πτυχή: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (1η Κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Επίσης, το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:» Ο δε Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παροχής συνδρομής[1] προς την Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (2η Κατηγορία) στη βάση και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154[2]. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:[3]
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Ιδιαίτερα σε σχέση με την δυνατότητα συμπλήρωσης μιας επιταγής από τον κάτοχο αυτής ή από το πρόσωπο στο οποίο δίνεται σε περίπτωση ανοικτής επιταγής και στην οποία ο κάτοχος της συμπληρώνει ο ίδιος το όνομα του στη θέση του δικαιούχου σχετικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Τσιακλίδη ν. Σιάνου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 296 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, υπέδειξε ότι από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο Εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 20 του Κεφ. 262 να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματος του ως δικαιούχου και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε για ακόμα μια φορά και σχετικά πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην VBH (CYPRUS) LTD ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017 από τον Δικαστή Οικονόμου και τα ακόλουθα σχετικά: ''Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).΄΄ Στην ίδια απόφαση έγινε επίσης και η εξής αναφορά: ''Υπήρχε επίσης μαρτυρία του υπαλλήλου της τράπεζας ότι η τράπεζα διαθέτει ειδική υπηρεσία που χειρίζεται και ελέγχει τις επιταγές και ότι από τη στιγμή που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη» εξυπακούεται ότι ελέγχθηκε η υπογραφή με βάση το δείγμα που τηρείται στην τράπεζα. Το τελευταίο δεν αποτελούσε εικασία του μάρτυρα, αλλά θα μπορούσε να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από το μαχητό τεκμήριο που έχει θεσπιστεί στο Άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, ως προς την αλήθεια της νενομισμένης αναφοράς από το πιστωτικό ίδρυμα (σημείωσης ή σφραγίδας) του λόγου για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής). Η ρύθμιση αυτή του Νόμου που επήλθε με τροποποίηση, έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας ως προς τη εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, σε περίπτωση μη πληρωμής, στη συγκεκριμένη κάθε φορά αναφορά επί της επιταγής. Εν προκειμένω, με το να επιστραφούν οι επιταγές (4 φορές η μία και από 2 φορές οι άλλες δύο) με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη», υποδηλώνεται ότι το πρόβλημα για την τράπεζα δεν ήταν μη η αναγνώριση του εκδότη (της υπογραφής του), αλλά η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.'' Επιπρόσθετα με τις ανωτέρω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262: Άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Άρθρο 73 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Σημειώνεται πως το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262, ενεργοποιείται μόνο αφής στιγμής η παραπονούμενη η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής της / των επίδικης/κων επιταγών/ής εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια στην νομιμοποίηση της στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.[4] Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262: «Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη συγκεκριμένη θέση του εφεσείοντα, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εκεί και όπου δημιουργείται το μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον εφεσείοντα. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 107 και Heatron Co. Ltd. v. Σωκράτους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034. .....Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Τελειώνοντας με το ζήτημα αυτό παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος." (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Επίσης σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Κεφ.262, νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, υπό τον όρο ότι έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα[5] στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.[6] Στην υπόθεση Jones (R.E.) Ltd ν. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670, αναφέρεται ότι «η έκφραση νομιμοποιημένος κομιστής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 29, δεν περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο της επιταγής. Προτού ένα πρόσωπο καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής πρέπει το έγγραφο αυτό να μεταβιβασθεί σε αυτόν και τούτο γιατί η αρχική παράδοση του εγγράφου της επιταγής ή της συναλλαγματικής δεν θεωρείται μεταβίβαση». Το ζήτημα του νομιμοποιημένου κομιστή εξετάστηκε στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 153/2011 ημερομηνίας 16.01.2013 Κλεάνθους v. Τύχωνος στην οποία αφού έγινε μία ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)και
(2)και των αλλαγών που επήλθαν με την τροποποίηση του, το Ανώτατο Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από τα νομολογηθέντα στην Τομάζου v. Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ 626 και ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον νομιμοποιημένο κομιστή μέσα στην έννοια του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. .................................. Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» Οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων: Στην ουσία η κα. Ιωάννου με την προφορική της αγόρευση εισηγήθηκε πως οι πελάτες της θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν καθότι η Παραπονούμενη δεν έχει καταφέρει να αποδείξει από την τεθείσα μαρτυρία και στον απαιτούμενο βαθμό αφού πρόκειται για ποινική υπόθεση το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας αυτής. Σχετική αναφορά προέβηκε στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς της Παραπονουμένης για να αναδείξει το ζήτημα αυτό αλλά και στην μαρτυρία που οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν για να αποδείξουν την πλαστογράφηση της επιταγής. Επιπρόσθετα αναφορά έκανε και στην ανυπαρξία ανταλλάγματος αλλά και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να αποδεικνύει την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 στο καταλογιζόμενο αδίκημα. Από την αντίπερα όχθη ο κ. Κοινάς για τους λόγους που με λεπτομέρεια επεξήγησε στο Δικαστήριο εισηγήθηκε πώς οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να βρεθούν ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν αφού από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδεικνύεται το σύνολο των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[7] Aξιολόγηση Μαρτυρίας: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα ως έχουν καθιερωθεί μέσα από την νομολογία, (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ο ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία του δηλαδή τα γεγονότα τα οποία περιέγραψε και αφορούν την εμπλοκή της εταιρείας τους και συγκεκριμένα τον τρόπο που η επίδικη επιταγή περιέπεσε στην κατοχή τους και κατέστηκε δικαιούχος αυτής. Δεν μπορώ να αποδεχθώ όμως το συμπέρασμα ή την γνώμη του μάρτυρα ως αυτή αποτυπώνεται στην γραπτή του δήλωση ότι για την ισχυριζόμενη έκδοση, διακίνηση και μη πληρωμή της επίδικης επιταγής ποινική ευθύνη φέρουν οι Κατηγορούμενοι αφού τα όποια συμπεράσματα και κατάληξη αφορούν το δικαστήριο ανάλογα και με την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία. Ο μάρτυρας με ειλικρίνεια απάντησε πως η εταιρεία τους έλαβε την επίδικη επιταγή από πρόσωπο άλλο από τους Κατηγορούμενους με τους οποίους οι ίδιοι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση η οποία κατά τον χρόνο παραλαβής της ήταν ήδη υπογραμμένη αλλά και ανοιχτή ως προς το όνομα του δικαιούχου με αποτέλεσμα να τοποθετήσουν το όνομα της εταιρείας τους και να κατατεθεί προς εξαργύρωση σε συνέχεια παράδοσης της από δικό τους πελάτη και προς εξόφληση του κόστους συντήρησης του αυτοκινήτου του. Η επιταγή αυτή δεν υπογράφηκε είτε ενώπιον του μάρτυρα είτε ενώπιον άλλου υπαλλήλου της παραπονούμενης εταιρείας συνεπώς δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σχετικά για το ζήτημα αυτό. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα σε σχέση με τον ΜΚ
- Κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένος να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του με εξαίρεση όμως της θέσης που εξέφρασε για το γεγονός πως η επίδικη υπογραφή έχει υπογραφεί από τον Κατηγορούμενο
- Η θέση του αυτή η οποία και έχει τύχει αμφισβήτησης από την υπεράσπιση στην ουσία αφορούσε συμπέρασμα του ιδίου από την σύγκριση που έκανε της υπογραφής με το δείγμα που η τράπεζα είχε στην κατοχή της αλλά σύγκριση που έγινε όχι κατά τον χρόνο που η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή αλλά όταν ο ίδιος ο μάρτυρας κλήθηκε να δώσει μαρτυρία στην υπόθεση. Μάλιστα να σημειωθεί πώς κανένα έγγραφο δεν κατέθεσε στην διαδικασία σε σχέση με τα δείγματα των υπογραφών που η Τράπεζα είχε στο αρχείο της ως η θέση του μάρτυρα και τα οποία ο ίδιος είχε την ευκαιρία να μελετήσει. Όπως ο ίδιος με ειλικρίνεια ανέφερε δεν ήταν ο υπεύθυνος τραπεζίτης του επίδικου λογαριασμού, ούτε ήταν το πρόσωπο στην παρουσία του οποίου είχε δοθεί το δείγμα του Κατηγορούμενου 2 προς την τράπεζα ούτε βεβαίως ήταν και το πρόσωπο που προέβηκε στην σύγκριση της υπογραφής της επιταγής με το δείγμα που η τράπεζα διατηρούσε όταν η επιταγή παρουσιάστηκε προς πληρωμή. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τις επισημάνσεις αυτές θεωρώ το συμπέρασμα του μάρτυρα αυτού στην απουσία οτιδήποτε άλλου υποστηρικτικού δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο αφού ο ίδιος δεν ανέφερε ούτε για το κατά πόσον έχει τις οποιεσδήποτε γνώσεις για να προβεί σε σύγκριση των υπογραφών και να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό. Στρεφόμενος προς τον Κατηγορούμενο 2 να υπενθυμίσω πώς η μαρτυρία του ήταν ούτως η άλλως ιδιαίτερα σύντομη. Αυτός περιορίστηκε στο να αναφέρει ερωτούμενος σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 ότι δεν φέρει την υπογραφή ή την μονογραφή του καταλογίζοντας μάλιστα ευθύνη σε συγκεκριμένο πρόσωπο πρώην υπάλληλο του για την πλαστογράφηση της επίδικης επιταγής. Ο Κατηγορούμενος 2 άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής της επιταγής και θεωρώ πώς ήταν ειλικρινής στα όσα αναφέρθηκε τα οποία επιβεβαιώνονται και από την μαρτυρία του γραφολόγου η οποία παρουσιάστηκε στην συνέχεια. Ο ΜΥ1 έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας - γραφολόγος. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα, αξιoλογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες, (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1414 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του. (βλ. Star Fiberglass Ltd ν. Elneda Trading Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 875). Όσον αφορά το μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του και ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του. Παρόλα αυτά, αφού εξέτασα το επάγγελμα, την εκπαίδευση, τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας, στην ειδικότητα που έχει ως γραφολόγος (βλ. υπόθεση Christakis Evangelou a.a. ν. Stavros G. Ambizas a.a.
(1982)1 CLR 41, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, R.Κ.Β. Leathergoods Limited ν. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071, Μαρία Στεφάνου Παπαχριστοφόρου ν. Τάκη Κυριάκου Καπνίση κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 244, Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285 και Kayat Trading Limited v. Genzreme Corporation
(2013)1 ΑΑΔ 438). Επομένως, η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητας του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cement Works Ltd ν. Christos Stavrou
(1978)1 CLR 389 και Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Σ' αυτή την περίπτωση, ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Davie ν. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Andreas Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, Renos Philippou ν. Christoforos Odysseos
(1989)1 CLR 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Ρίτσας Χριστοδουλίδου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 926, Παναγιώτης Νεοφύτου ν. Μαριάννας Ανδρέου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 692, Cybarco Ltd v. Silvia Korascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298, Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική έφεση αρ. 386/2010 ημερομηνίας 15.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:A522 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 162/2014 ημερομηνίας 2.5.2017). Όσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψη του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 AAΔ 746). Ο εμπειρογνώμονας, γραφολόγος Μ. Μαρκίδης, ΜΥ1, με την χρήση της αναλυτικής συγκριτικής μεθόδου έκανε σύγκριση δειγμάτων γραφής που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 2, καθώς και δειγμάτων υπογραφής που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο με την αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη επί του Τεκμηρίου 2 και ετοίμασε πίνακες για να εξηγήσει τα ευρήματα του. Για να προβεί στην σύγκριση χρησιμοποίησε ειδικά εργαλεία. Οι πίνακες αποτυπώνουν τα όσα είδε ο ΜΥ1 όταν εξέτασε τις υπογραφές με την χρήση των εργαλείων. Το συμπέρασμα του ήταν ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 σε σύγκριση με τα δείγματα της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 παρουσιάζουν διαφορές ουσίας μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και τα οποία παραθέτει στην σελίδα 15 του Τεκμηρίου 7 με αποτέλεσμα να καταλήγει στο συμπέρασμα πως η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του. Ο μάρτυρας αυτός άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού επεξήγησε πλήρως και με λεπτομέρεια το πώς κατέληξε στα συμπεράσματα του ενώ η μαρτυρία του ουδόλως κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση αφού απαντούσε με σταθερότητα και με πλήρη επεξήγηση τα ερωτήματα που του τίθεντο. Συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ το σύνολο της μαρτυρίας του. Ευρήματα: Λαμβάνοντας υπόψη την ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που διέπουν την υπό εξέταση υπόθεση. Η παραπονούμενη εταιρεία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή και εμπορεία καινούργιων οχημάτων, την πώληση εξαρτημάτων τους καθώς και την επισκευή και συντήρηση αυτών. Στις εγκαταστάσεις στην Λεμεσό της παραπονουμένης ο XXX Νικολάου πελάτης αυτής μετέφερε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXX με σκοπό να γίνει service και για τις υπηρεσίες αυτές η παραπονούμενη προχώρησε στην έκδοση σχετικού τιμολογίου καθώς και απόδειξης είσπραξης ημερομηνίας 21.10.
- Η πληρωμή του συγκεκριμένου τιμολογίου έγινε με την παράδοση από τον XXX Νικολάου προς την παραπονούμενη της επιταγής με αριθμό XXX του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ για το ποσό των €1.319 η οποία ήταν λευκή ως προς το όνομα του δικαιούχου με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να εναποθέσει όταν την παρέλαβε το όνομα της δια σφραγίδας και προχώρησαν στην κατάθεση της στην Τράπεζα Κύπρου στις 22.10.2019 η οποία όμως επιστράφηκε απλήρωτη στις 23.10.2019 αφού ο λογαριασμός που συνδεόταν με την επίδικη επιταγή ήταν κλειστός και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της μέχρι και σήμερα. Η υπογραφή επί της επιταγής με αριθμό XXX, πρόκειται για πλαστογραφία και συγκεκριμένα όχι για γνήσια υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 αλλά από προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή. Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Στην υπό εξέταση υπόθεση αυτό που τέθηκε προς αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης ήταν ουσιαστικά το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής και συγκεκριμένα ως προς την απόδειξη της πατρότητας αυτής αφού ή θέση τους ήταν ότι αυτή δεν φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 δηλαδή του μοναδικού διευθυντή και εξουσιοδοτημένου για υπογραφή των επιταγών της κατηγορούμενης 1 προσώπου αλλά υπογράφηκε στην ουσία δια πλαστογραφίας από άλλο πρόσωπο μη εξουσιοδοτημένο. Ως εισηγήθηκαν κατά την τελική τους αγόρευση η Παραπονούμενη που είχε μάλιστα και το βάρος στους ώμους της δεν έχει αποδείξει από την προσκομισθείσα μαρτυρία την έκδοση της επίδικης επιταγής μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως όφειλε να πράξει. Προς υποστήριξη μάλιστα αυτής της υπερασπιστικής γραμμής πέραν από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 αλλά και ο γραφολόγος ο οποίος ανέλαβε την ετοιμασία και σχετικής έκθεσης η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 7) και αφορούσε την γνησιότητα της τεθείσας στην επίδικη επιταγή υπογραφής. Τίθεται βεβαίως εύλογα το ερώτημα στην υπο εξέταση υπόθεση άσχετα της όποιας μαρτυρίας παρουσίασε η υπεράσπιση κατά πόσον η πλευρά της κατηγορούσας αρχής η οποία είναι και αυτή που φέρει το βάρος να αποδείξει την υπόθεση της αλλά και κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αν έχει προσκομίσει τέτοια μαρτυρία τόσο στον απαιτούμενο βαθμό όσο και σε ποιότητα που να αποδεικνύει την έκδοση της επίδικης επιταγής δηλαδή την πατρότητα και γνησιότητα αυτής. Έχει δηλαδή καταφέρει να αποδείξει αυτό που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε δηλαδή την πατρότητα και γνησιότητα της επιταγής; Θωρώ πώς με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία αυτό δεν έχει καταδειχθεί και εξηγώ τους λόγους: Όσον αφορά τον ΜΚ1 αυτός με ειλικρίνεια ανέφερε πώς η συγκεκριμένη επιταγή όταν παραδόθηκε στην ταμία της παραπονούμενης εταιρείας στην Λεμεσό έφερε ήδη υπογραφές οι οποίες μάλιστα δεν τέθηκαν ενώπιον του συγκεκριμένου μάρτυρα ή του προσώπου που την παρέλαβε, ήταν δηλαδή συμπληρωμένη και υπογραμμένη όταν αυτή τους παραδόθηκε με εξαίρεση το μέρος αναγραφής του δικαιούχου το οποίο ήταν λευκό με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να συμπληρώσει η ίδια το δικό της όνομα. Ο μάρτυρας ανέφερε με ειλικρίνεια πως δεν γνώριζε ποιος υπέγραψε ή συμπλήρωσε την συγκεκριμένη επιταγή. Τέλος ο ΜΚ2 που ήταν ο τραπεζικός υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας ανέφερε πώς δεν ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού ούτε και το πρόσωπο ενώπιον του οποίου τέθηκαν τα δείγματα της υπογραφής από πλευράς κατηγορούμενου 2 στην αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού αλλά ούτε και ήταν και ο τραπεζικός υπάλληλος ο οποίος προέβηκε κατά τον χρόνο παραλαβής της επιταγής σε συνέχεια κατάθεσης αυτής στην σύγκριση της τεθείσας υπογραφής στην επιταγή με το δείγμα που διατηρούσε η τράπεζα για να καταλήξει ότι επρόκειτο για υπογραφή του εκδότη ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου. Περιορίστηκε απλά να αναφέρει πώς ο ίδιος σήμερα που έχει εμπλακεί στην υπόθεση με την κλήση του ως μάρτυρας και με βάση τα έγγραφα που συνέλεξε για να παρουσιάσει στο δικαστήριο και αφορούν την υπόθεση πώς φαίνεται συγκρίνοντας την υπογραφή πάνω στην επιταγήν σε σχέση με το δείγμα που η τράπεζα διατηρεί πως είναι η ίδια και αφορά την υπογραφή του κατηγορούμενου
- Αξιοσημείωτο πώς το πρόσωπο που προέβηκε στον όποιο έλεγχο, αν πράγματι είχε γίνει έλεγχος από πλευράς της τράπεζας κατά την παρουσίαση προς εξαργύρωση της επιταγής δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη δίκη. Ούτε και ο ΜΚ2 ενώ έκαμε αναφορά στην ύπαρξη αρχείου της τράπεζας που αφορούσε τα δείγματα που είχαν ληφθεί παρουσίασε οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο παρά μόνο την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Δηλαδή προκύπτει πως η θέση της παραπονούμενης για την έκδοση της επίδικης επιταγής δεν σχετίζεται με αυτόπτη μάρτυρα ενώπιον του οποίου τέθηκε η υπογραφή από συγκεκριμένο πρόσωπο, ή προσώπου που ήταν εξοικειωμένος με την υπογραφή που τίθετο στις επιταγές που η κατηγορούμενη 1 έκδιδε, ούτε και από μαρτυρία γραφολόγου αλλά ούτε και από του προσώπου δηλαδή του λειτουργού της τράπεζας που κατά τον χρόνο της παρουσίασης της για πληρωμή έλεγξε αυτή για να διαπιστώσει αν πράγματι η τεθείσα υπογραφή σύναδε η όχι με το δείγμα που η εκδότρια τράπεζα διέθετε στο αρχείο της. Το δικαστήριο μάλιστα διαπιστώνει πώς τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης όσον αφορά την μαρτυρία που παρουσιάστηκε για το ζήτημα της έκδοσης (πατρότητα & γνησιότητα) της επίδικης επιταγής προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα όσα εξετάστηκαν στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 179/2021, ημερομηνίας 15.02.2022 μεταξύ OMILOS LAIKOU DISTRIBUTORS LTD v. ΚΑΖΑΜΙΑ, και την μαρτυρία που εκεί προσκομίστηκε στην οποία αποφασίστηκε σε διαφοροποίηση μάλιστα από την Corina Snacks Limited v. Ορφανίδη, Ποιν. Έφ. Αρ.212/2015, ημερ.29.5.2018 ότι η ύπαρξη της σφραγίδας από μέρους του τραπεζικού ιδρύματος ως προς τον λόγο που μια επιταγή δεν έχει πληρωθεί και την δημιουργία του μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας ως προς την εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει σε εκ πρώτης όψεως αποδοχή της αναφοράς επί της επιταγής [8] δεν μπορούν από μόνα τους να αποδείξουν την πατρότητα και γνησιότητα της επιταγής ως εγγράφου. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου πως η πλευρά της παραπονουμένης δεν έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής εν τη έννοια ότι αυτή έχει υπογραφή από εξουσιοδοτημένο από την Κατηγορούμενη 1 πρόσωπο. Πέραν από τα πιο πάνω όμως και για σκοπούς πληρότητας σημειώνω πως με βάση την αποδεκτή από πλευράς υπεράσπισης μαρτυρία τόσο του Κατηγορούμενου 2 όσο και του Εμπειρογνώμονα Γραφολόγου ΜΥ1 την οποία και αποδέχθηκα στο σύνολο της καταλήγω στο συμπέρασμα πώς η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 πρόκειται για πλαστογραφία και συγκεκριμένα όχι για γνήσια υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 αλλά από προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Ενόψει της κατάληξης μου για απόρριψη της υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κρίνω δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα. Στην απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου το γεγονός πως η επίδικη επιταγή παραδόθηκε ανοικτή προς τους Παραπονούμενους από πρόσωπο άλλο από τους Κατηγορούμενους και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν κατά τον χρόνο που την έλαβαν αν αυτή ήταν κατάλληλα εκδομένη δηλαδή έφερε την υπογραφή στην θέση του εκδότη από πρόσωπο που ήταν η όχι εξουσιοδοτημένο να υπογράφει ή αν είχε η όχι αυτή πλαστογραφηθεί. Όσον αφορά την εισήγηση της κας. Ιωάννου πώς η παραπονούμενη αν προέβαινε σε δέουσα έρευνα σε σχέση με την επιταγή εξ αρχής δεν θα προχωρούσε στην καταχώρηση της υπό εξέτασης υπόθεσης και συνεπώς οι κατηγορούμενοι δεν θα αναγκάζονταν να επωμιστούν και έξοδα νομικής εκπροσώπησης δεν με βρίσκει σύμφωνο καθότι ακόμα και η ίδια η υπεράσπιση που προωθούσε το ζήτημα της πλαστογραφίας της επίδικης επιταγής μόλις μετά που η υπόθεση πέρασε το εκ πρώτης όψεως στάδιο ανέθεσαν σε γραφολόγο την εξέταση της επιταγής και την ετοιμασία σχετικής έκθεσης. Στην απόφαση μου αυτή που αφορά την διαταγή των εξόδων λήφθηκε υπόψη και το γεγονός πως οι Κατηγορούμενοι είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». [2] Αυτουργοί 20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. [3] Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yιοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερ. 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». [4] Το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (και κατ' επέκταση επιταγής), θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η έκδοση ή διαπραγμάτευση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, οπόταν τεκμαίρεται ότι δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής. [5] άρθρο 29
(1)(β) του Κεφ.262 [6] Η κυριότερη αποστολή της επιταγής, ως αξιογράφου, είναι ότι αποτελεί μέσον κυκλοφορίας αξιών (βλ.Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 243, James Lamont & Co v. Hyland Ltd
(1958)1 K.B. 585). Για την εκπλήρωση της λειτουργίας αυτής είναι απαραίτητο να προστατευθεί ο καλής πίστεως κομιστής, ο οποίος δέχεται την επιταγή με την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαίτηση του, που δεν είναι άλλη από την είσπραξη του ποσού, και ότι δεν θα ευρεθεί προ ενστάσεων που θα αναιρούν την απαίτηση αυτή. Δεν είναι δυνατόν βέβαια να αποκλειστούν όλες γενικά οι ενστάσεις, αλλά σημειώνεται οι ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν είναι περιορισμένες. Η αρχή του αποκλεισμού των ενστάσεων έναντι του νομιμοποιημένου κομιστή προκύπτει από το άρθρο 38 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο αυτό ο νομιμοποιημένος κομιστής «κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική». Ακόμη και αν ο τίτλος είναι ελαττωματικός, ο νομιμοποιημένος κομιστής «(i) αποκτά καλό και πλήρη τίτλο στη συναλλαγματική, και (ii) αν λάβει πληρωμή της συναλλαγματικής το πρόσωπο το οποίο πληρώνει αυτόν κατά τον προσήκοντα τρόπο λαμβάνει έγκυρη εξόφληση της συναλλαγματικής.». [7] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [8] Σχετικό το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο