← Κύπρος

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. MACARENA LIMITED, ιδιοκτήτρια της εμπορικής επωνυμίας Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20272/18, 4/5/2022

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. MACARENA LIMITED, ιδιοκτήτρια της εμπορικής επωνυμίας Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20272/18, 4/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20272/18 XX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ -v-

  1. MACARENA LIMITED, ιδιοκτήτρια της εμπορικής επωνυμίας Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ
  2. XXX ΜΙΧΑΗΛ
  3. XXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
  4. XXX ΜΠΕΙΤΗΣ
  5. LA MAISON VRACHIMIS LIMITED Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 04 Μαίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Παραπονούμενους: Ο κ. Χ. Χατζηστερκώτης & κα. Ε. Χατζηστερκώτη Για τον Κατηγορούμενο 2: Η κα. Α. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους 4 & 5: Ο κ. Κ. Πόλεως Κατηγορούμενοι 2 & 4 παρόντες EΝΔΙΑΜΕΣΗ A Π Ο Φ Α Σ Η (εκ πρώτης όψεως) Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 05.12.2018 αρχικά εναντίον και των 5 κατηγορουμένων οι οποίοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε για ακρόαση. Η έναρξη της ακρόασης έλαβε χώρα στις 08.11.2021 και η πλευρά της Παραπονούμενης παρουσίασε τους Μάρτυρες Κατηγορίας 1 &
  7. Στην συνέχεια την 01.12.2021 και αφού η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης οι συνήγοροι της Παραπονουμένης ζήτησαν όπως αποσύρουν την υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1 & 3 με αποτέλεσμα αυτοί να αθωωθούν και να απαλλαχθούν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν και να παύσουν να αποτελούν μέρος της διαδικασίας. Aμέσως μετά οι συνήγοροι της Παραπονουμένης αιτήθηκαν την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου και στην απουσία ένστασης από πλευράς των δικηγόρων των Κατηγορουμένων 2, 4 & 5 το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε την 01.12.2021 στο οποίο οι Κατηγορούμενοι μετά που επανακατηγορήθηκαν δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες με αποτέλεσμα η συνέχιση της ακρόασης να τροχοδρομηθεί πλέον για τις ακόλουθες κατηγορίες ως αυτές διαμορφώθηκαν και μετά την τροποποίηση της νομικής βάσης της 8ης κατηγορίας που έγινε στις 15.04.2022: Πρώτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 2, χρησιμοποιώντας την εμπορική επωνυμία Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ, εξέδωσε επιταγή ημερομηνίας XX της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, με αρ. επιταγής XX, αρ. λογαριασμού XX δια το ποσό των €8,000 σε διαταγή του Κατηγορούμενου 4, ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης η οποία κατά την παρουσίασή της επιταγής αυτής εις την οικεία Τράπεζα εντός του εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία είχε καταστεί πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε, διότι ο Κατηγορούμενος 2 χωρίς εύλογη αιτία σταμάτησε την πληρωμή της (stop Payment) και προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Τρίτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 2, χρησιμοποιώντας την εμπορική επωνυμία Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ, εξέδωσε επιταγή ημερομηνίας XX της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, με αρ. επιταγής XX, αρ. λογαριασμού XX δια το ποσό των €10,000 σε διαταγή του Κατηγορούμενου 4, ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης η οποία κατά την παρουσίασή της επιταγής αυτής εις την οικεία Τράπεζα εντός του εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία είχε καταστεί πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε, διότι ο Κατηγορούμενος 2 χωρίς εύλογη αιτία σταμάτησε την πληρωμή της (stop Payment) και προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Πέμπτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 2, χρησιμοποιώντας την εμπορική επωνυμία Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ, εξέδωσε επιταγή ημερομηνίας XX της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, με αρ. επιταγής XX, αρ. λογαριασμού XX δια το ποσό των €10,000 σε διαταγή του Κατηγορούμενου 4, ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης η οποία κατά την παρουσίασή της επιταγής αυτής εις την οικεία Τράπεζα εντός του εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία είχε καταστεί πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε, διότι ο Κατηγορούμενος 2 χωρίς εύλογη αιτία σταμάτησε την πληρωμή της (stop Payment) και προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Έβδομη Κατηγορία Εξασφάλιση πίστωσης δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 301 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 4 εξασφάλισε από την παραπονούμενη πίστωση για το ποσό των 28,000€ με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι δηλώνοντας και/ ή παριστάνοντας και/ ή πείθοντας την παραπονούμενη ότι οι ανωτέρω επιταγές ημερομηνιών 30/05/2017, 30/06/2017 και 30/07/2017, τις οποίες οπισθογράφησε και παρέδωσε στην παραπονούμενη προς εξασφάλιση χρέους του έναντι της 28,000€ βάσει μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 2/11/2016, ήταν καλές προς εξαργύρωση και ότι σίγουρα θα εισπράξει το ως άνω ποσό των επιταγών, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν αναληθές και ότι στην πραγματικότητα οι επιταγές αυτές θα ανακαλούνταν από τον εκδότη τους, ήτοι τον Κατηγορούμενο
  3. Όγδοη Κατηγορία Συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, οι Κατηγορούμενοι 2, 4 και 5 συνωμότησαν μεταξύ τους για τη διάπραξη των πλημμελημάτων που περιγράφονται στις κατηγορίες 1[1], 3, 5 και 7 ανωτέρω. Ένατη Κατηγορία Απάτη κατά παράβαση των άρθρων 300 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 4 με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα, ήτοι την οπισθογράφηση και παράδοση στην παραπονούμενη των ανωτέρω επιταγών ημερομηνιών 30/05/2017, 30/06/2017 και 30/07/2017 προς εξασφάλιση του ως άνω χρέους του έναντι της παραπονούμενης, ενώ γνώριζε ότι θα ανακαλούνταν από τον εκδότη τους, ήτοι τον Κατηγορούμενο 2, εξασφάλισε από την παραπονούμενη πίστωση 28,000€ και υποκίνησε την παραπονούμενη να του μεταβιβάσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην Κατηγορούμενη
  6. Δέκατη Κατηγορία Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 4 με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι δηλώνοντας και/ ή παριστάνοντας και/ ή πείθοντας την παραπονούμενη ότι οι ανωτέρω επιταγές ημερομηνιών 30/05/2017, 30/06/2017 και 30/07/2017, τις οποίες οπισθογράφησε και παρέδωσε στην παραπονούμενη, ήταν καλές προς εξαργύρωση και ότι σίγουρα θα εισπράξει το ως άνω ποσό των επιταγών, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν αναληθές και ότι στην πραγματικότητα οι επιταγές αυτές θα ανακαλούνταν από τον εκδότη τους, ήτοι τον Κατηγορούμενο 2, και με πρόθεση καταδολίευσης της παραπονούμενης ότι δια των εν λόγω επιταγών θα εξασφαλιζόταν το ως άνω χρέος μεταξύ τους, υποκίνησε την παραπονούμενη να του μεταβιβάσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην Κατηγορούμενη
  8. Ενδέκατη Κατηγορία Συνωμοσία για καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  9. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατά ή περί το έτος 2016-2017 στη Λευκωσία, οι Κατηγορούμενοι 2, 4 και 5 συνωμότησαν, όπως καταδολιεύσουν την παραπονούμενη ότι το ως άνω χρέος του Κατηγορούμενου 4 έναντι της έχει εξοφληθεί και να μεταβιβάσει στον Κατηγορούμενο 4 όλες τις μετοχές που κατείχε στην Κατηγορούμενη 5, χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα ή επινόημα, ήτοι την έκδοση, οπισθογράφηση και παράδοση στην παραπονούμενη των ανωτέρω επιταγών ημερομηνιών 30/05/2017, 30/06/2017 και 30/07/2017 και την ανάκληση αυτών χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη τους, ήτοι τον Κατηγορούμενο 2, μετά την υπογραφή των σχετικών εγγράφων για τη μεταβίβαση των ως άνω αναφερόμενων μετοχών. Για την υπόθεση της Παραπονούμενης έδωσαν μαρτυρία συνολικά 4 πρόσωπα συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας ενώ με το κλείσιμο της υπόθεσης της οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 , 4 & 5 εισηγήθηκαν για τους λόγους που ένας έκαστος εξ αυτών προώθησε προφορικά στο Δικαστήριο ότι οι πελάτες τους θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαχθούν των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[2] Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί η όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Παραπονουμένων. Η Μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε Λειτουργός του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη η οποία εργάζεται στο Τμήμα Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών. Ερωτούμενη αν γνωρίζει για την Εμπορική Επωνυμία M.M. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ ανέφερε πως πρόκειται για Εγγεγραμμένη Εμπορική Επωνυμία με αριθμό μητρώου XX με ιδιοκτήτη τον XXXXX Μιχαήλ (Τεκμήριο 1) και ημερομηνία έναρξη εργασιών την 09.01.
  1. Σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής Εμπορικής Επωνυμίας εκδόθηκε στις 14.08.2015 ενώ με το έντυπο ΕΕ2 ενημερωνόταν το Τμήμα ότι αυτή παύει να διεξάγει εργασίες στις 15.09.
  2. Σημείωσε μάλιστα πως όταν μια Εμπορική Επωνυμία παύει να διεξάγει εργασίες θεωρείται ότι αυτή διαγράφεται αλλά μπορεί παρά την διαγραφεί της να επανεγραφεί με το ίδιο όνομα εφόσον αυτή αλλάξει ιδιοκτήτη. Σε σχέση με την Εμπορική Επωνυμία M.M. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ ανέφερε πως έγινε νέα αίτηση για την εγγραφή της στην οποία παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης η εταιρεία MACARENA LTD και πήρε αριθμό μητρώου XX και δηλώθηκε ως η ημερομηνία έναρξης των εργασιών της η 15.09.2015 (Τεκμήριο 2) ενώ στις 28.09.2015 εκδόθηκε και σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής Εμπορικής Επωνυμίας ενώ και για αυτήν με το έντυπο ΕΕ2 δηλώθηκε στο Τμήμα της ότι παύει να διεξάγει εργασίες στις 02.08.
  3. Αναφορικά με την εταιρεία MACARENA LTD κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 σχετικά πιστοποιητικά που εκδίδονται από το Τμήμα της και σχετίζονται με την εγγραφή της εταιρείας, τους μετόχους, αξιωματούχους συμπεριλαμβανομένου ιστορικού των αλλαγών καθώς και την διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου αυτής. Αναφέρθηκε τέλος και στην ύπαρξη μιας τρίτης Εμπορικής Επωνυμίας με αριθμό μητρώου XX με ιδιοκτήτη τον XX Μιχαήλ η οποία φέρει το όνομα XX ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ με ημερομηνία έναρξης εργασιών την 25.11.
  4. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως με βάση το Τεκμήριο 4 σε σχέση με τους αξιωματούχους της MACARENA LTD για την περίοδο από 01.03.2013 μέχρι και 09.03.2015 διευθυντής ήταν ο XX Ξενοφώντος, για την περίοδο από 09.03.2015 μέχρι και 31.08.2016 ήταν ο XX Μιχαήλ ενώ από τις 31.08.2016 μέχρι και σήμερα είναι ο XX Ξενοφώντος. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου που ευρίσκεται στην Αρεδιού ο οποίος ανέφερε ότι στο συγκεκριμένο υποκατάστημα έχει ανοιχθεί μετά από αίτηση του XX Μιχαήλ στις XX ο τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό XX με δικαιούχο την Εμπορική Επωνυμία M.M. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ και αριθμό εγγραφής
  5. Προς το σκοπό υποστήριξης των αναφορών του κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της αίτησης για άνοιγμα του λογαριασμού η οποία υπογραφόταν από τον XX Μιχαήλ, τους όρους λειτουργίας, το πιστοποιητικό εγγραφής της Εμπορικής Επωνυμίας καθώς και φωτοαντίγραφο της πολιτικής ταυτότητας του Μιχαήλ. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε αν η συγκεκριμένη Εμπορική Επωνυμία έχει διαγραφεί και επανέλαβε την θέση πως όταν στις 17.09.2015 έγινε η αίτηση για άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά ότι ήταν εγγεγραμμένη. Είδε τα Τεκμήρια Α, Β και Γ προς αναγνώριση (τα οποία κατά την μαρτυρία της ΜΚ3 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 23, 24 και 25 αντίστοιχα) δηλαδή τις επίδικες 3 επιταγές και σε ερώτηση ποιος τις εξέδωσε και σε ποιου το όνομα απάντησε πώς από ότι φαίνεται και από ότι βλέπει αυτές εκδόθηκαν από τον XX Μιχαήλ προς τον XX Μπείτη. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 στις επιταγές με αριθμό XX και XX υπάρχει σε μία έκαστη εξ αυτών 2 υπογραφές ως οπισθογράφηση ενώ σε σχέση με την επιταγή XX υπάρχει μόνο μία υπογραφή στην οπισθογράφηση. Και οι 3 επιταγές κατατέθηκαν στην Τράπεζα αλλά δεν έχουν πληρωθεί αφού είχαν δοθεί οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής τους στις 24.11.2016 σύμφωνα και με το Τεκμήριο 7 το οποίο και κατάθεσε. Διευκρίνισε πως οι επιταγές XX και XX παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα στις 28.07.2017 και στις 31.07.2017 επιστράφηκαν πίσω απλήρωτες αφού είχαν δοθεί οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής τους ενώ η επιταγή XX παρουσιάστηκε στις 31.07.2017 και επιστράφηκε και αυτή απλήρωτη για τον ίδιο λόγο την 01.08.
  6. Ερωτούμενος αν φαίνεται η αιτία της ανάκλησης ο μάρτυρας ανέφερε πώς είχαν δοθεί οδηγίες για ανάκληση σε 5 επιταγές και οι οδηγίες αυτές είχαν δοθεί μέσω του 1bank δηλαδή του ηλεκτρονικού τμήματος της τράπεζας (Τεκμήριο 7) και ο λόγος για την ανάκληση των επιταγών που δόθηκε ως έχει εντοπίσει μετά που είχε και επικοινωνία με το ηλεκτρονικό τμήμα της τράπεζας ήταν η αναγραφή της λέξης Lost ότι δηλαδή οι επιταγές χάθηκαν. Σημείωσε επιπρόσθετα πως σύμφωνα και με το Τεκμήριο 7 από τις 5 επιταγές που είχαν δοθεί οι οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής τους παρουσιάστηκαν στην τράπεζα οι 3 εξ αυτών δηλαδή οι επιταγές με αριθμό XX, XX και XX ενώ οι επιταγές με αριθμό XX και XX δεν έχουν παρουσιαστεί. Τέλος ερωτούμενος αν φαίνεται από τις επίδικες επιταγές ποιος τις κατέθεσε στην Τράπεζα για πληρωμή ανέφερε πως η κατάθεση τους έγινε στον λογαριασμό με αριθμό XX ο οποίος ανήκει στην Στυλιανού XX. Ο μάρτυρας αυτός αντεξεταζόμενος από τον κ. Κονναρή (που εκπροσωπούσε τους πρώην κατηγορούμενους 1 & 3) επιβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε με βάση το Τεκμήριο 6 δηλαδή την αίτηση που υποβλήθηκε στην Τράπεζα αφορά την Εμπορική Επωνυμία με αριθμό εγγραφής XX και ότι αυτός ο λογαριασμός δεν έχει καμία σχέση με την Εμπορική Επωνυμία με αριθμό XX. Επίσης ο μάρτυρας αυτός συμφώνησε και σε ερώτηση ότι ο λογαριασμός της Εμπορικής Επωνυμίας M.M. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ δεν έχει σχέση με την εταιρεία MACARENA LIMITED. Αντεξεταζόμενος και από την κ. Ιωάννου η οποία εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο 2 του υποβλήθηκε η θέση πως οι επίδικες επιταγές είχαν κλαπεί με τον μάρτυρα να απαντά πως κάτι τέτοιο δεν το γνωρίζει σημειώνοντας πως δεν γνωρίζει αν στο σύστημα της τράπεζας υπάρχει η επιλογή όταν δίδεις οδηγίες για ανάκληση επιταγής αυτή της κλοπής. Μάρτυρας Κατηγορίας 3 (ΜΚ3) παρουσιάστηκε η Παραπονούμενη η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 9) το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρει ότι τον Αύγουστο του 2013 ξεκίνησε να εργάζεται ως υπάλληλος της Κατηγορούμενης 5 η οποία είχε ως μοναδικό διευθυντή τον Κατηγορούμενο 4 και η οποία δραστηριοποιείτο στην διοργάνωση διάφορου είδους δεξιώσεων. Στις 13.01.2014 η Παραπονούμενη παράλληλα με την εργοδότηση της προχώρησε στην απόκτηση ποσοστού 20% των μετοχών της Κατηγορούμενης 5 καταβάλλοντας στον Κατηγορούμενο 4 το συνολικό ποσό των €60.0000 με το υπόλοιπο ποσοστό 80% του μετοχικού κεφαλαίου ο Κατηγορούμενος 4 να το μεταβιβάζει στον υιό του XX Μπείτη. Παρά την πιο πάνω αγορά υπήρξαν προβλήματα μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου 4 στην διαχείριση της εταιρείας και ούτε διορίστηκε ως Διευθύντρια αυτής παρά τα συμφωνηθέντα, με τον Κατηγορούμενο 4 να της προτείνει την αγορά του μετοχικού της μεριδίου για ποσό μικρότερο από αυτό που του είχε καταβάλει στο παρελθόν η παραπονούμενη κάτι το οποίο δεν αποδέχθηκε. Ένεκα των προβλημάτων αυτών αρχές του 2014 η Παραπονούμενη υπέβαλε παραίτηση από την εργασία της από την κατηγορούμενη 5 και στις 02.02.2014 καταχώρησε την Αγωγή Ε.Δ. Λευκωσίας XX εναντίον των Κατηγορουμένων 4 & 5 καθώς και του XX Μπείτη στα πλαίσια της οποίας και συγκεκριμένα στις 27.04.2016 εκδόθηκε εξ συμφώνου απόφαση όπως της καταβαλλόταν συγκεκριμένο ποσό εντός καθορισμένου χρονοδιαγράμματος πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα με τον τρόπο που καθορίστηκε στην απόφαση. Λόγω της μη συμμόρφωσης τους με τα όσα στην δικαστική απόφαση καθορίστηκαν η Παραπονούμενη προχώρησε σε καταχώρηση της αίτησης ειδοποίησης πτώχευσης αρ. XX Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορούμενου 4 η οποία οδήγησε στο να γίνουν συζητήσεις για εξεύρεση διευθέτησης για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους των Κατηγορουμένων 4, 5 και XX Μπείτη και συγκεκριμένα υπογράφτηκε συμφωνία ημερομηνίας 02.11.2016 μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου 4 η οποία αν τηρείτο θα γινόταν εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Σύμφωνα με την συμφωνία ημερομηνίας 02.11.2016 ο Κατηγορούμενος με την υπογραφή της θα κατέβαλε στην παραπονούμενη ποσό ύψους €10.000 με δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου ως καθορίστηκαν στην συμφωνία, μέχρι τις 04.11.2016 θα κατέβαλλε τα δικηγορικά έξοδα των δικηγόρων της ύψους €10.000, κατά την υπογραφή της συμφωνίας θα της παραδίδετο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XX η αξία του οποίου καθορίστηκε στις €22.000 και το υπόλοιπο ποσό των €28.000 θα καταβαλλόταν με 3 επιταγές πληρωτέες την 30.05.2017, την 30.06.2017 και την 30.07.2017 η παράδοση των οποίων θα γινόταν άμεσα και το αργότερο μέχρι την 04.11.
  7. Με την πληρωμή των 3 επιταγών που θα δίδονταν για το ποσό των €28.000 και την πληρωμή των 2 επιταγών ύψους €10.000 καθώς και την παράδοση του αυτοκινήτου το ποσό της απόφασης στην Αγωγή XX Ε.Δ. Λευκωσίας θα θεωρείτο εξοφληθείσα. Συμφωνήθηκε επιπρόσθετα ότι ο πρώην σύζυγος της Παραπονούμενης θα παραιτείτο από Γραμματέας της Κατηγορούμενης 5 και η Παραπονούμενη με την παράδοση των 3 μεταχρονολογημένων επιταγών ύψους €28.000 θα υπόγραφε και παρέδιδε στον Κατηγορούμενο 4 μέχρι τις 04.11.2014 κάθε αναγκαίο έγγραφο για την μεταβίβαση των μετοχών που η Παραπονούμενη κατείχε στην Κατηγορούμενη
  8. Ως περαιτέρω αναφέρει η παραπονούμενη ο Κατηγορούμενος 4 με την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 22.11.2016 παρέδωσε τις 2 επιταγές ύψους €10.000 τις οποίες η παραπονούμενη εξαργύρωσε καθώς και τα υπογραμμένα έγγραφα που αφορούσαν το όχημα XX χωρίς όμως να πληρώσει τα ποσά που αφορούσαν τα δικηγορικά έξοδα και το εναπομείναν ποσό των €28.000 με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να επικοινωνήσει μαζί με τον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος προσπαθούσε να αποφύγει τις υποχρεώσεις του με δικαιολογίες. Εν τέλει μετά από αρκετές ημέρες και αρκετά τηλεφωνήματα και πιέσεις της Παραπονούμενης στις 22.11.2016 ο Κατηγορούμενος 4 μέσω των δικηγόρων του παρέδωσε στους δικηγόρους της παραπονούμενης, 5 μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου (επιταγές με αριθμό XX ποσού €5000 ημερομηνίας 07.12.2016, με αριθμό XX ποσού €5000 ημερομηνίας 15.12.2016, με αριθμό XX ποσού €8000 ημερομηνίας 30.05.2017, με αριθμό XX ποσού €10.000 ημερομηνίας 30.06.2017 ποσού €10.000, με αριθμό XX ποσού €10.000 ημερομηνίας 30.07.2017) με εκδότη την Μ.Μ ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ με δικαιούχο τον Κατηγορούμενο 4 τις οποίες είχε οπισθογραφήση για κάλυψη τόσο του ποσού των €10.000 που αφορούσαν τα δικηγορικά έξοδα όσο και του ποσού των €28.000 που αφορούσαν το υπόλοιπο της απαίτησης. Με την παράδοση των πιο πάνω επιταγών στις 22.11.2016 οι δικηγόροι της παραπονούμενης παρέδωσαν στους δικηγόρους του Κατηγορούμενου 4 έναντι της υπογραφής τους όλα τα αναγκαία έγγραφα για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του 20% των μετοχών της παραπονούμενης στην Κατηγορούμενη 5 καθώς και τα έγγραφα που αφορούσαν την παραίτηση του συζύγου της παραπονούμενης από Γραμματέα της Κατηγορούμενης
  9. Όλες οι πιο πάνω επιταγές σύμφωνα και με τη βεβαίωση ημερομηνίας 22.11.2016 θα παρέμειναν και παρέμειναν στην φύλαξη των δικηγόρων της παραπονούμενης μέχρι και την ημερομηνία εξαργύρωσης τους. Περαιτέρω σύμφωνα και με την παραπονούμενη η ίδια αυθημερόν στις 22.11.2016 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος την διαβεβαίωσε πως οι παραδοθείσες επιταγές ήταν καλές προς εξαργύρωση καθότι ως της ανέφερε του τις είχαν δώσει άτομα που του χρωστούσαν χρήματα και ότι αυτή δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να τις εξαργυρώσει και η παραπονούμενη βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις αυτές και στο γεγονός ότι γνώριζε από την εργασία της στην Κατηγορούμενη 5 ότι τόσο ο Κατηγορούμενος 4 όσο και η 5 συνεργάζονταν με τον Κατηγορούμενο 2 και το Μ.Μ ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ το οποίο αναλάμβανε το πλύσιμο και σιδέρωμα των λευκών ειδών που η Κατηγορούμενη 5 χρησιμοποιούσε πίστεψε ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν έναντι καλού ανταλλάγματος και καλόπιστα τις αποδέχθηκε πιστεύοντας με ειλικρίνεια ότι με την εξαργύρωση τους θα επιλύονταν οριστικά οι διαφορές που είχε με τους Κατηγορούμενου 4 και 5 καθώς και τον XX Μπείτη. Σε σχέση με τις πρώτες δύο επιταγές με αριθμούς XX και XX όταν έφτασε η ημερομηνία τίμησης τους ο Κατηγορούμενος 4 επικοινώνησε μαζί της και της ζήτησε να μην τις καταθέσει και να του τις επιστρέψει αφού θα της έδινε το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά όπως και έγινε με την Παραπονούμενη να λαμβάνει το ποσό των €10.000 σε μετρητά και να του επιστρέφει τις 2 επιταγές. Όμως σε ερώτηση αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις επιταγές αυτές είτε τις εναπομείνασες άλλες 3 ο Κατηγορούμενος 4 ως ανέφερε την διαβεβαίωσε πως δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Όταν μάλιστα πλησίασε η ημερομηνία τίμησης της επιταγής ημερομηνίας 30.05.2017 ο Κατηγορούμενος 4 επικοινώνησε με την Παραπονούμενη και με διάφορες δικαιολογίες της ζήτησε όπως εξαργυρώσει και τις 3 επιταγές κατά το τέλος Ιουλίου και την διαβεβαίωσε εκ νέου ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με τις επιταγές και παρά τις ανησυχίες της έδωσε την αιτούμενη πίστωση χρόνου που ζητήθηκε και οι επιταγές αυτές παρέμειναν στην κατοχή των δικηγόρων της μέχρι και τις 27.07.2017 ημερομηνία κατά την οποία τις παρέλαβε και στην συνέχεια προχώρησε στις 28.07.2017 στην κατάθεση των επιταγών με ημερομηνία πληρωμής 30.05.2017 και 30.06.2017 οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες αφού ως ενημερώθηκε από το τραπεζικό της ίδρυμα στις 31.07.2017 είχαν δοθεί οδηγίες ανάκλησης τους. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο 4 για να λάβει εξηγήσεις αυτός τη ανέφερε με προκλητικό ύφος πως ούτε και η Τρίτη επιταγή θα πληρωνόταν γιατί και εκείνη θα γίνει Stop payment από τον Κατηγορούμενο 2 ως ήταν συεννοημένοι τονίζοντας της πως δεν της χρωστά και δεν θα την πληρώσει τίποτε και να μην του τηλεφωνήσει ξανά. Απλήρωτη επιστράφηκε και η επιταγή με ημερομηνία πληρωμής 30.07.2017 την οποία η Παραπονούμενη είχε καταθέσει στις 31.07.2017 λόγω ανάκλησης της πληρωμής της ως ενημερώθηκε την 01.08.2017 με την ίδια να προσπαθήσει να μιλήσει τηλεφωνικά με τον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος δεν της απαντούσε. Τέλος ανέφερε πως ειλικρινά πιστεύει πως η έκδοση, οπισθογράφηση και παράδοση στην ίδια των επίδικων επιταγών και ακολούθως η πρόκληση της μη τίμησης τους ήταν το αποτέλεσμα ενός κοινού σχεδίου των Κατηγορουμένων 2, 4 και 5 με κοινό σκοπό να την εξαπατήσουν ώστε να υπογράψει και παραδώσει στον Κατηγορούμενο 4 τα έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών που αυτή κατείχε στην Κατηγορούμενη 5 και στην συνέχεια ο εκδότης των επίδικων επιταγών ήτοι ο Κατηγορούμενος 2 να σταματήσει την πληρωμή των 3 επιταγών όταν η ίδια θα είχε παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα στον Κατηγορούμενο
  10. Επιπρόσθετα από τα γεγονότα καθίσταται ξεκάθαρο σύμφωνα με την Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος 4 οπισθογραφώντας και παραδίδοντας της τις επίδικες επιταγές δια των ψευδών παραστάσεων ότι αυτές επρόκειτο να τιμηθούν την εξαπάτησε ώστε αφενός να μην πληρωθεί το οφειλόμενο σε αυτήν εξ αποφάσεως χρέος ύψους €28.000 και αφετέρου να αποσπάσει από την Παραπονούμενη όλα τα έγγραφα για τη μεταβίβαση των μετοχών της στην Κατηγορούμενη
  11. Η ΜΚ3 έτυχε αντεξέτασης τόσο από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 4 & 5 όσο και του Κατηγορούμενου 2 ο καθένας εκ των οποίων προώθησε δια της αντεξέτασης του την δική του υπερασπιστική γραμμή και θέση. Πιο συγκεκριμένα αντεξεταζόμενη από την συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 επιβεβαίωσε ότι αυτή ήταν υπάλληλος της Κατηγορούμενης 5 από το έτος 2013 διοργανώνοντας γάμους με τον Κατηγορούμενο 2 να τους πλένει τα λευκά είδη και τον γνώριζε αφού ερχόταν και ο ίδιος εκτός από τους υπαλλήλους του για να παραλαμβάνουν τα είδη αυτά. Η μάρτυρας ερωτήθηκε για ποιο λόγο αφού ήταν ο Κατηγορούμενος 2 που παρείχε υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη 5 και ελάμβανε χρήματα ή του οφείλονταν χρήματα για τις υπηρεσίες αυτές δεν προβληματίστηκε γιατί ο κατηγορούμενος 2 αφού έχει να παίρνει χρήματα να προχωρήσει να εκδίδει αυτός επιταγές στον Κατηγορούμενο 4 με την μάρτυρα να σημειώνει πως αν πράγματι χρωστούσε χρήματα ο Κατηγορούμενος 4 του Κατηγορούμενο 2 γιατί τότε ο τελευταίος να προχωρήσει στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Η ίδια δεν γνώριζε επικαλούμενη την παραίτηση της από την κατηγορούμενη 5 από το έτος 2014 για την κατ ισχυρισμό συμφωνία του κατηγορούμενου 4 με τον κατηγορούμενο 2 για τις οφειλές του πρώτου προς τον τελευταίο και για την αγορά συγκεκριμένου αυτοκινήτου από τον κατηγορούμενο 2 με συμφωνία όπως οι δόσεις αυτού αποπληρώνονται από τον κατηγορούμενο 4 δόσεις οι οποίες τελικά δεν πληρώθηκαν με αποτέλεσμα κάποια νύχτα όταν ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στο κέντρο δεξιώσεων που διατηρεί η κατηγορούμενη 5 με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήρθε η εταιρεία που του το είχε πωλήσει και συγκεκριμένα ο επιχειρηματίας αυτής και το παρέλαβαν χωρίς να αφήσουν τον κατηγορούμενο 2 να πιάσει τα πράγματα του που ήταν μέσα σε αυτό συμπεριλαμβανομένου και του μπλοκ επιταγών με αποτέλεσμα την επόμενη ημέρα να προχωρήσει στο σταμάτημα ολόκληρου του μπλοκ των επιταγών. Η ΜΚ3 επανέλαβε την θέση πως δεν γνώριζε τις συναλλαγές των κατηγορουμένων 2 & 4 και η ίδια έλαβε τις επιταγές με εκδότη τον κατηγορούμενο 2 από τους δικηγόρους της οι οποίες ήταν οπισθογραφημένες από τον κατηγορούμενο 4 με σκοπό να τελειώσει το κομμάτι της εξόφλησης των €28.
  12. Σε ερώτηση για ποιο λόγο δεν προβληματίστηκε που της παραδίδονταν επιταγές του κατηγορούμενου 2 επανέλαβε την θέση πως δεν ήταν η ίδια που έλαβε αρχικά τις επιταγές αυτές αλλά οι δικηγόροι της και δεν προβληματίστηκε αφού έφεραν την οπισθογράφηση του κατηγορούμενου
  13. Τέλος η ίδια ανέφερε πως δεν μπορεί να αναγνωρίσει την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 επί των επίδικων επιταγών αφού έχουν περάσει αρκετά χρόνια παρά το γεγονός πως την υπογραφή του έθετε συχνά σε αποδείξεις που τους υπέγραφε ούτε και βεβαίως θεώρησε ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσει μαζί του μετά που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες αφού επικοινώνησε με τους δικηγόρους της. Μάλιστα καταλόγισε και ευθύνη στον κατηγορούμενο 2 ισχυριζόμενη συνομωσία του μαζί με τον κατηγορούμενο 4 αφού προχώρησε στην έκδοση των επίδικων επιταγών και ήταν μαζί σε όλο αυτό. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 4 & 5 και ερωτούμενη σε σχέση με το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένες κατηγορίες που αφορούν τους πελάτες του κ. Πόλεως έτσι ώστε να προσδιορίσει το χρόνο αφού αναφέρετε σε χρονική περίοδο 2016 μέχρι 2017 για το πότε της είχε πει κάτι ο κατηγορούμενος 4 ανέφερε πως δεν θυμόταν ακριβή ημερομηνία θυμόταν ως ισχυρίστηκε πως με τον κατηγορούμενο 4 είχε μιλήσει για πρώτη φορά αναφορικά με τις επίδικες επιταγές τον Μάιο του 2017 ενώ οι επιταγές βρίσκονταν ως συμφώνησε στην κατοχή των δικηγόρων της από τον Νοέμβριο του
  14. Επιβεβαίωσε πως οι κατηγορούμενοι 4 & 5 της όφειλαν τα χρήματα πριν την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 02.11.2016 και πριν να δοθούν οι επιταγές του Τεκμηρίου 22 και σε ερώτηση τότε πως εξαπατήθηκε ανέφερε πως όταν πήρε τις 3 επιταγές είχε επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο 4 όταν πήγε να καταθέσει την 1η επιταγή και της είπε να περιμένει μέχρι τις 30.07 για να καταθέσει και τις 3 επιταγές μαζί και όταν το έπραξε η Τράπεζα την ενημέρωσε ότι δεν πληρώθηκαν. Η ίδια ανέφερε πως δεν γνώριζε οποιεσδήποτε δοσοληψίες υπήρχαν μεταξύ κατηγορουμένου 2 και 4 εκτός του ότι ο κατηγορούμενος 2 έπλενε τα λευκά είδη της κατηγορουμένης 5 επανέλαβε όμως πως από το ποσό της δικαστικής απόφασης ένα μέρος της πληρώθηκε και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €28.000 για το οποίο τις δόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Παρά το ότι δεν γνώριζε τη σχέση είχε ο κατηγορούμενος 2 με τον κατηγορούμενο 4 η ίδια ανέφερε πως οι επιταγές που πήρε ήταν οπισθογραφημένες από τον κατηγορούμενο 4 και οι οποίες δόθηκαν στην ίδια. Συμφώνησε επίσης πως ο κατηγορούμενος 4 δεν μπορεί να έχει έλεγχο στους λογαριασμούς του κατηγορούμενου 2 αλλά ανέφερε για ακόμα μια φορά ότι από την στιγμή που τις οπισθογράφησε και τις έδωσε στην ίδια έφερε ευθύνη πως θα εξαργυρωθούν. Η ίδια ως περαιτέρω σημείωσε αποδέχθηκε τις επιταγές που είχαν δοθεί τον Νοέμβριο του 2016 παρόλο που δεν ήταν του κατηγορούμενου 4 και παρόλο που ήταν μεταχρονολογημένες και υπήρχε ο κίνδυνος ως αναγνώρισε να ανακληθεί η πληρωμή τους γιατί έφεραν την οπισθογράφηση του κατηγορούμενου 4 και την διαβεβαίωνε ότι θα τιμούνταν αφού εξ όσων γνωρίζει οι επιταγές είναι χρήματα. Ερωτούμενη σε σχέση με την κατηγορία που αφορά την εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και ποια ήταν αυτή η συναλλαγή με αγαθά ανέφερε πώς αφορούσε το αυτοκίνητο μάρκας Mercedes καθώς και τις 3 επιταγές που δεν εξοφλήθηκαν. Τέλος σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να σταματήσει τον κατηγορούμενο 2 από το να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές ανέφερε πως η ίδια είχε μιλήσει με τον κατηγορούμενο 4 και την διαβεβαίωνε ότι αυτές θα τιμηθούν και είχε την δική του υπογραφή ως οπισθογράφηση των επίδικων επιταγών. O Μάρτυρας Κατηγορίας 4 (ΜΚ4) ετοίμασε και κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 26) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Πρόκειται για τον πρώην σύζυγος της παραπονούμενης και Γραμματέα της Κατηγορουμένης 5 και μεγάλο μέρος των όσων περιέχονται στην γραπτή του δήλωση αποτελούν κοινή μαρτυρία με τα όσα η Παραπονούμενη (ΜΚ3) παρουσίασε στο δικαστήριο κατά την δική της μαρτυρία. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως το ποσό των €60.000 που επενδύθηκε στην κατηγορούμενη 5 αποτελούσαν κοινά χρήματα του ιδίου με την παραπονούμενη τα οποία έλαβαν από τον γάμο τους τον Ιούνιο του
  15. Ένεκα των πολύ καλών προσωπικών αλλά και επαγγελματικών σχέσεων που είχαν με τον Κατηγορούμενο 4 αποφάσισαν και μετά από επιμονή του τελευταίου όπως επενδύσουν τα χρήματα του γάμου τους στην Κατηγορούμενη 5 τα οποία θα πολλαπλασίαζαν τα ήδη μεγάλα κέρδη της επιχείρησης ως ο Κατηγορούμενος 4 τους διαβεβαίωνε με ανάλογα οφέλη και στους δύο αφού η Παραπονούμενη θα λάμβανε το 20% των μετοχών της εταιρείας και θα διοριζόταν και Διευθύντρια αυτής με σκοπό να λαμβάνει αποφάσεις ενώ ο ΜΚ4 θα διοριζόταν Γραμματέας της. Λόγω της μη τήρησης των όσων ο Κατηγορούμενος 4 είχε υποσχεθεί δηλαδή της μη απόδοσης μερισμάτων από τα κέρδη, τον διορισμό της Παραπονούμενης ως διευθύντριας και ψεύτικες αναφορές ότι δήθεν η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά και αφού δεν αποδέχονταν πρόταση του Κατηγορούμενου 4 όπως του δώσουν πίσω τις μετοχές για ποσό μικρότερο από αυτό που κατέβαλαν κατέληξαν να τσακωθούν μαζί του, η Παραπονούμενη να φύγει από την δουλειά της στην Κατηγορούμενη 5 και να καταχωρηθεί αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου 4 και του υιού του καθώς και της Κατηγορούμενης 5 για το ποσό των €60.000 πλέον τόκους και έξοδα. Το χρονοδιάγραμμά που συμφωνήθηκε στην απόφαση για πληρωμή δεν τηρήθηκε ενώ νέες συζητήσεις που έγιναν μετά την καταχώρηση αίτησης ειδοποίησης πτώχευσης του κατηγορούμενου 4 είχαν ως αποτέλεσμα να καταλήξουν στην υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 2.11.
  16. Με την υπογραφή της συμφωνίας παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 4, 2 επιταγές με εκδότη πρόσωπα άλλα από τον Κατηγορούμενο 4, συνολικού ύψους €10.000 οι οποίες ήταν ανοικτές και αυτό δεν παραξένεψε τον μάρτυρα αφού ως ανέφερε ήξερε ότι ο Κατηγορούμενος 4 αντιμετώπιζε προβλήματα με ακάλυπτες επιταγές και ήταν στο ΚΑΠ οι οποίες όμως πληρώθηκαν και έλαβαν το ποσό των €10.
  17. Επιπρόσθετα παραδόθηκε και το αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES ως η συμφωνία τους χωρίς όμως να δοθούν οι 3 επιταγές για το υπόλοιπο ποσό των €28.000 ούτε πληρώθηκαν τα δικηγορικά έξοδα και αναγκάστηκε τόσο ο ίδιος όσο και η Παραπονούμενη να επικοινωνήσουν μαζί του και να απαιτήσουν την πληρωμή των υπόλοιπων χρημάτων. Εν τέλει με το πέρας μερικών ημερών ενημερώθηκαν από τους δικηγόρους τους ότι ο Κατηγορούμενος 4 δια των δικηγόρων του παρέδωσε 5 μεταχρονολογημένες επιταγές για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων και του υπόλοιπου του εξ αποφάσεως χρέους και οι ίδιοι μετέβηκαν στους δικηγόρους τους όπου τους έδειξαν τις επιταγές διαπιστώνοντας πως επρόκειτο για επιταγές με εκδότη το Μ.Μ ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ το οποίο συνεργαζόταν με τον Κατηγορούμενο 4 και έτυχαν οπισθογράφησης από τον Κατηγορούμενο
  18. Η Παραπονούμενη στην παρουσία του ΜΚ4 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 4 και την διαβεβαίωσε ότι οι επιταγές αυτές ήταν καλές προς εξαργύρωση αφού αυτές είχαν δοθεί από πρόσωπα που του χρωστούσαν χρήματα με αποτέλεσμα την ίδια ημέρα να υπογράψει η παραπονούμενη τα έγγραφα για τη μεταβίβαση των μετοχών και ο ΜΚ4 τα έγγραφα για να παραιτηθεί από Γραμματέας της Κατηγορούμενης 5 τα οποία στην συνέχεια οι δικηγόροι τους παρέδωσαν στους δικηγόρους των Κατηγορουμένων 4 & 5 τονίζοντας πως ο Κατηγορούμενος 4 μέχρι και σήμερα δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για την παύση του από γραμματέα θέση στην οποία συνεχίζει να βρίσκεται παρά τη θέληση του. Με την πάροδο κάποιων ημερών ο Κατηγορούμενος 4 επικοινώνησε με την Παραπονούμενη και της ζήτησε όπως του επιστρέψει 2 από τις 5 επιταγές που αφορούσε την πληρωμή δικηγορικών εξόδων ύψους €10.000 αφού θα της έδινε το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά όπως και έγινε. Κάποιους μήνες μετά ο Κατηγορούμενος 4 επικοινώνησε ξανά με την παραπονούμενη και της ζήτησε να μην πάει στην τράπεζα για την εξαργύρωση της πρώτης επιταγής και να περιμένει μέχρι τα τέλη Ιουλίου διαβεβαιώνοντας την πως οι επιταγές ήταν καλές ενώ ο ίδιος ο ΜΚ4 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος τον ενημέρωσε πως ο εκδότης των επιταγών του είχε ζητήσει χρόνο για την πληρωμή της επιταγής και αφού έδειξαν καλή πίστη συμφώνησαν να περιμένουν μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας επιταγής. Ο ίδιος ενημερώθηκε τηλεφωνικά από την Παραπονούμενη για την μη εξαργύρωση των δύο πρώτων επιταγών και για το γεγονός ότι είχε επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος της ανέφερε ότι δεν θα περνούσε ούτε και η τρίτη επιταγή γιατί αυτό είχαν συνεννοηθεί με αυτόν που του τις είχε δώσει και ότι δεν τους χρωστά ούτε θα τους δώσει οτιδήποτε άλλο ενώ όταν ούτε και η τρίτη επιταγή πέρασε ο ΜΚ4 πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και του ανέφερε φωνάζοντας του ότι τους εξαπάτησε και πως ήταν όλα ένα σχέδιο του ιδίου με τον Κατηγορούμενο 2 για να τους εξαπατήσουν τόσο σε σχέση με την επιστροφή των 2 πρώτων επιταγών για μετρητά όσο και η καθυστέρηση στην κατάθεση τους με τον τελευταίο να του παραδέχεται πως έτσι είχαν τα πράγματα και πως αυτά που τους έδωσε ήταν πολλά. Αντεξεταζόμενος από πλευράς της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 ανέφερε πώς ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά τον Κατηγορούμενο 2 γνώριζε όμως πως αυτός διατηρούσε στεγνοκαθαρηστήριο με την ονομασία Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ και ότι είχε συνεργασία με τους κατηγορούμενους 4 και 5 αφού τους έπλενε τραπεζομάντηλα των δεξιώσεων που διοργανώνονταν ενώ πάντοτε ο κατηγορούμενος 4 τον παρουσίαζε ως συνεργάτη του και μάλιστα πολλές φορές είχαν βρεθεί σε κοινά τραπέζια που γίνονταν από τον κατηγορούμενο 4 στο σπίτι του. Ο μάρτυρας ανέφερε πως κατά το χρόνο που έλαβε τις επιταγές μαζί με την σύζυγο του γνώριζαν ότι ήταν επιταγές του κατηγορούμενου 2 όμως δεν έκρινε αναγκαίο να έχει οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του καθότι ως ανέφερε από την στιγμή που εκδόθηκαν οι επιταγές και είχαν οπισθογραφηθεί από τον κατηγορούμενο 4 αυτή ήταν η εγγύηση του και δεν τον αφορούσε από πού θα έβγαιναν τα λεφτά. Υποστήριξε περαιτέρω την θέση πως κατά την τελευταία επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 4 του είχε αναφέρει πως συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 2 με αποτέλεσμα ο μάρτυρας να το συνδέσει πως η ανάκληση των επιταγών η οποία έγινε 2 ημέρες μετά την παράδοση των εγγράφων που είχαν υπογράψει για την μεταβίβαση των μετοχών και για να αποχωρήσει από Γραμματέας έγινε από τα όσα ο ίδιος κατάλαβε από τις πράξεις του με μεταξύ τους συνωμοσία. Ο ίδιος επανέλαβε τη θέση πως ούτε και μετά που η πληρωμή των επιταγών δεν έγινε κατορθωτή επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 αφού δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του αλλά με τον κατηγορούμενο 4 ο οποίος και του οπισθογράφησε τις συγκεκριμένες επιταγές και δεν γνώριζε κατά πόσον αυτές είχαν κλαπεί και εξού και ανακλήθηκε η πληρωμή τους από τον κατηγορούμενο 2 όπως η υπεράσπιση του υπέβαλλε. Αντεξεταζόμενος από πλευράς του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 4 & 5 είδε και αναγνώρισε το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης Τεκμήριο 13 καθώς επίσης και το Τεκμήριο 20 που αφορούσε τόσο υπογραφή της συζύγου του για μεταβίβαση των μετοχών όσο και την δική του υπογραφή ενώ εξέφρασε την έκπληξη του όταν του υποβλήθηκε πως η πρώην σύζυγος του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παραμένει μέτοχος στην κατηγορούμενη 5 σημειώνοντας πώς οι ίδιοι έπραξαν όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες και παρέδωσαν τα απαιτούμενα έγγραφα κατά την παραλαβή των επιταγών όπως είχε συμφωνηθεί για να γίνει τόσο η μεταβίβαση του 20% των μετοχών όσο και η αντικατάσταση του από Γραμματέας της εταιρείας. Επανέλαβε την θέση πως με τον κατηγορούμενο 4 εκτός από επαγγελματικές σχέσεις είχε και πολύ καλές προσωπικές σχέσεις αφού διατηρούσε και σχέση με την αδελφή του χωρίς όμως να γνωρίζει όπως ανέφερε για την ύπαρξη προβλημάτων μεταξύ της αδελφής του και του κατηγορούμενου 4 για τα οποία μάλιστα του υποβλήθηκε η θέση πως ο ίδιος ο μάρτυρας είχε μεσολαβήσει για απόσυρση καταγγελίας που έγινε στο ΤΑΕ Λευκωσίας περιστατικό για το οποίο δήλωσε πως δεν θυμόταν. Επέμενε πως ο κατηγορούμενος 4 προσπάθησε να τους πείσει ότι η κατηγορούμενη 5 διατηρούσε μια επικερδή επιχείρηση και ένεκα και των καλών σχέσεων που αναπτύχθηκαν πίστευαν πως θα ήταν καλό να προχωρήσουν στην συγκεκριμένη κίνηση επιβεβαιώνοντας πώς η πρώην σύζυγος του εργαζόταν και για την κατηγορούμενη 5 και έβλεπε τόσο ο ίδιος όσο και από τα όσα η σύζυγος του, του ανάφερε πως συνεχώς υπήρχαν ραντεβού με νέα ζευγάρια για διεξαγωγή γάμων και βαφτίσεων και οτιδήποτε άλλο έκανε η κατηγορούμενη
  19. Συμφώνησε πώς το υποστατικό και οι εγκαταστάσεις της κατηγορούμενης 5 καταστράφηκαν σε ένα βαθμό από πυρκαγιά για την οποία όλοι βοήθησαν για να αποκατασταθούν ενώ δεν γνώριζε το ποσό της οικονομικής ζημιάς και αν αυτό ανερχόταν στο ποσό των €400.000 που του υποβλήθηκε. Ο ίδιος από τους κατηγορούμενους 4 και 5 σε ερώτηση τι είναι αυτό που ζητά ανέφερε πώς θέλει τα λεφτά του υπολοίπου των 3 επιταγών αξίας €28.000 καθώς και τα δικηγορικά έξοδα. Eρωτούμενος σε σχέση με την επικοινωνία που ισχυρίζεται ότι είχαν με τον κατηγορούμενο 4 ως το περιεχόμενο της παραγράφου 15 της δήλωσης του ανέφερε πως αυτή έγινε από την παραπονούμενη στην δική του παρουσία την ημέρα που τους κάλεσαν οι δικηγόροι τους να πάνε στο γραφείο και τους ανέφεραν πως έλαβαν τις 5 επιταγές από τους δικηγόρους του κατηγορούμενου 4 και μίλησαν μαζί του γιατί είδαν ότι αυτές δεν ήταν δικές του επιταγές και ότι αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπάρχει θέμα. Παρόλο που ανέφερε πώς δεν θυμόταν ποια ήταν η ημερομηνία που πήραν τις επιταγές σε υπόδειξή του τεκμηρίου 22 και της ημερομηνίας 27.07.2017 αλλά και της υπογραφής της πρώην συζύγου του συμφώνησε πώς αυτή ήταν η ημέρα που πήγαν μαζί στους δικηγόρους τους και πήραν και τηλέφωνο τον κατηγορούμενο 4 και έλαβαν τις διαβεβαιώσεις. Σε νέα ερώτηση αν γνωρίζει πότε αυτές οι επιταγές είχαν δοθεί στους δικηγόρους του ανέφερε πως πρέπει να έγινε μέσα σε αυτές τις ημερομηνίες κοντά ή μπορεί και την ίδια ημέρα χωρίς όμως ο ίδιος να ξέρει ή να θυμάται. Συμφώνησε όμως μετά από υπόδειξη του τεκμηρίου 19 και σε σχετική υποβολή ότι οι επιταγές είχαν παραδοθεί στους δικηγόρους τους στις 22.11.2016 και ότι ήταν μετά που 8 μήνες περίπου που είχαν παραδοθεί οι επιταγές που πήραν τηλέφωνο με την σύζυγο του τον κατηγορούμενο
  20. Τέλος ο μάρτυρας επιβεβαίωσε πώς στις 22.11.2016 που δόθηκαν οι επιταγές η πίστωση του κατηγορούμενου 4 για το εναπομείναν ποσό των €28.000 υπήρχε όπως και υπάρχει μέχρι και σήμερα και παρά το γεγονός πώς συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν είχε δικαίωμα να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές ούτε και μπορούσε να γνωρίζει ότι ο εκδότης θα ανακαλούσε την πληρωμή του αφού το ζήτημα αυτό δεν τον αφορούσε αν γνώριζε η όχι κατά πόσον θα ανακαλούνταν ο ίδιος υποστήριξε την θέση πώς η υπογραφή του στην οπισθογράφηση των επιταγών ήταν η εγγύηση του τόσο προς τον ίδιο όσο και προς την σύζυγο του. Διερωτήθηκε όμως για το λόγο που ο κατηγορούμενος 4 είχε πει στην παραπονούμενη να περιμένουν και να μην καταθέσουν την κάθε μια από τις επιταγές στην ημερομηνία τους και επανέλαβε την θέση πως τα πράγματα δεν έγιναν όλα όπως έπρεπε σύμφωνα και με τις αποφάσεις δικαστηρίου ενώ έγιναν από την δική τους πλευρά αφού υπέγραψαν τόσο για την μεταβίβαση των μετοχών όσο και για να φύγει ο ίδιος από γραμματέας της εταιρείας. Νομική Πτυχή: Καταρχάς πριν να προχωρήσω στην παράθεση της νομικής πτυχής καθώς και σχετικής νομολογίας για κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 8, 9,10 και 11 που αφορούν το υπό εξέταση κατηγορητήριο το Δικαστήριο διαπιστώνει πως στην έκθεση αδικήματος κάθε κατηγορίας εκτός από την ειδική αναφορά στο άρθρο ή τα άρθρα που αφορούν το καταλογιζόμενο αδίκημα έχει συμπεριληφθεί σε όλες τις κατηγορίες και το άρθρο 20 του Κεφ. 154 που αφορά την συμμετοχή προσώπου άλλου από τον αυτουργό στην διάπραξη ποινικού αδικήματος δηλαδή συνεργού ο οποίος όμως δύναται με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου να διωχθεί και ως αυτουργός. Λαμβάνοντας υπόψη όμως το περιεχόμενο και τον τρόπο σύνταξης των λεπτομερειών των κατηγοριών σημειώνω εξ αρχής ότι σε καμιά των περιπτώσεων των υπό εξέταση κατηγοριών το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν τυγχάνει εφαρμογής είτε για τα ειδικά αδικήματα των κατηγοριών 1, 3, 5, 7, 9 και 10 που αφορούν όχι όλους τους κατηγορούμενους αλλά συγκεκριμένο για κάθε κατηγορία (κατηγορίες 1, 3 και 5 αφορούν τον κατηγορούμενο 2 και οι κατηγορίες 7, 9 και 10 αφορούν τον Κατηγορούμενο 4) είτε για τα αδικήματα της συνομωσίας που αφορούν τους κατηγορούμενους 2, 4 και 5 (κατηγορίες 8 και 11). Στη βάση των ανωτέρω και στο γεγονός ότι δεν υπήρξε ούτως η άλλως οποιαδήποτε περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία από την πλευρά της Παραπονούμενης μία έκαστη των κατηγοριών θα εξεταστεί στην βάση της ειδικής νομοθετικής πρόνοιας που περιλαμβάνει η έκθεση αδικήματος της και όχι στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
  21. (α) Η 1η, 3η και 5η Κατηγορία που αφορούν το αδίκημα της ανάκλησης πληρωμής επιταγής δυνάμει του άρθρου 305(Α)
(2)του Κεφ. 154 και καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο 2: Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε για ακόμα μια φορά και σχετικά πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην VBH (CYPRUS) LTD ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017 από τον Δικαστή Οικονόμου και τα ακόλουθα σχετικά: ''Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).΄΄ Εν προκειμένω, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει ο Κατηγορούμενος 2. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Σε σχέση με πρόσωπο το οποίο παραλαμβάνει οπισθογραφημένη επιταγή δηλαδή καθίσταται σε συνέχεια της οπισθογράφησης δικαιούχος και νομιμοποιημένος κομιστής τέτοιας επιταγής παραθέτω τα ακόλουθα σχετικά της νομολογίας: Στην πρόσφατη απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 153/2011 ημερομηνίας 16.01.2013 Κλεάνθους v. Τύχωνος, αφού έγινε μία ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)και
(2)και των αλλαγών που επήλθαν με την τροποποίηση του, το Ανώτατο Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από τα νομολογηθέντα στην Τομάζου v. Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ 626 και ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον νομιμοποιημένο κομιστή μέσα στην έννοια του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. .................................. Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» Επίσης σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Κεφ.262, νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, υπό τον όρο ότι έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα[3] στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.[4] Στην υπόθεση Jones (R.E.) Ltd ν. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670, αναφέρεται ότι «η έκφραση νομιμοποιημένος κομιστής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 29, δεν περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο της επιταγής. Προτού ένα πρόσωπο καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής πρέπει το έγγραφο αυτό να μεταβιβασθεί σε αυτόν και τούτο γιατί η αρχική παράδοση του εγγράφου της επιταγής ή της συναλλαγματικής δεν θεωρείται μεταβίβαση». Επιπρόσθετα με τις ανωτέρω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262: Άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Άρθρο 73 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Σημειώνεται πως το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262, ενεργοποιείται μόνο αφής στιγμής η παραπονούμενη η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής της / των επίδικης/κων επιταγών/ής εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια στην νομιμοποίηση της στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.[5] Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262: «Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη συγκεκριμένη θέση του εφεσείοντα, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εκεί και όπου δημιουργείται το μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον εφεσείοντα. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 107 και Heatron Co. Ltd. v. Σωκράτους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034. .....Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Τελειώνοντας με το ζήτημα αυτό παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος." (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) (β) Η 7η Κατηγορία αναφορικά με το αδίκημα της Εξασφάλισης πίστωσης δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 301 του Κεφ.154 το οποίο καταλογίζεται στον 4ο Κατηγορούμενο: Το άρθρο 301 του Κεφ. 154 το οποίο τιτλοφορείται Εξασφάλιση πίστωσης, κλπ. με ψευδείς παραστάσεις διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
  2. Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Aπο το λεκτικό του άρθρου 301(α) Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η σύναψη χρέους ή η ανάληψη υποχρέωσης και 2) η εξασφάλιση πίστωσης με ψευδή παράσταση η άλλο δόλιο μέσο Σε σχέση με τον ορισμό των ψευδών παραστάσεων[6] καθώς και την σχετική με αυτό νομολογία υιοθετώ την ανάλυση που γίνεται κατωτέρω και συγκεκριμένα στην υποπαράγραφο (δ) στην οποία αναλύω την νομική πτυχή του αδικήματος της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις δυνάμει του άρθρου 298 του Κεφ. 154 αφού το συστατικό στοιχείο των ψευδών παραστάσεων που απαιτείται είτε για αδίκημα στη βάση του άρθρου 301 ή του άρθρου 298 του Κεφ. 154 είναι το ίδιο. (γ) Η 9η Κατηγορία αναφορικά με το αδίκημα της Απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 το οποίο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο 4: Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006[7] που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του Άρθρου 300 του Κεφ. 154 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Κάποιος χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα ή επινόημα και (β) αποκτά πράγμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή (γ) υποκινεί άλλο πρόσωπο και (δ) παραδίδει σε άλλο πρόσωπο (ε) χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κοροΐδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενό» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημμέλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-181). Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486), στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής. Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[8] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[9] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154. Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα κοινά γνωρίσματα του actus reus των δύο αδικημάτων είναι: α) Απόσπαση (obtaining) χρημάτων από τον κατηγορούμενο β) Τα οποία το θύμα πείσθηκε (induced) να δώσει, συνεπεία, (και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων) α) Ψευδών Παραστάσεων, όπως η νομολογία καθορίζει σε σχέση με το αρ.298 β) Χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών, όπως καθορίζονται στη νομολογία σε σχέση με το αρ.300 Το mens rea και των δύο αδικημάτων είναι βέβαια η πρόθεση καταδολίευσης του θύματος. Ως προς την πρόθεση αυτή του κατηγορούμενου και την συναφή παρακίνηση του θύματος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, εξετάζοντας τους όρους αυτούς στα πλαίσια του αδικήματος της πλαστογραφίας, υιοθέτησε με επιδοκιμασία το λόγο της Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124, και ανέφερε τα εξής: «Πρόθεση καταδολιεύσεως ... δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως πρόκλησης βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα...αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται ...μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως...Η πιθανότητα βλάβης...είναι αρκετή...Αν σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθοριστεί προηγουμένως, τότε διαπράτετται το αδίκημα...» Ο λόγος της GEORGHIOU, έχει κριθεί από μεταγενέστερη νομολογία, να τυγχάνει καθολικής εφαρμογής στα αδικήματα που απαιτούν την απόδειξη τέτοιας πρόθεσης και παρακίνησης από πλευράς κατηγορούμενου. (βλ. Ευθυμίου και Ιωάννου ανωτέρω καθώς και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). (δ) Η 10η Κατηγορία αναφορικά με το αδίκημα της Εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 του Κεφ.154 το οποίο καταλογίζεται στον 4ο Κατηγορούμενο: Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία).» Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354)» (ε) Η 8η και 11η Κατηγορία αναφορικά με τα αδικήματα της Συνωμοσίας για διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372[10] του Κεφ. 154 και της Συνωμοσίας για καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 302 του Κεφ. 154 το οποίο καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους 2, 4 και 5: Το άρθρο 372 του Κεφ. 154 το οποίο τιτλοφορείται Συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος και αφορά την 8η Κατηγορία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
  1. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος. Το άρθρο 302 του Κεφ. 154 το οποίο τιτλοφορείται Συνωμοσία για καταδολίευση και αφορά την 11η Κατηγορία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
  2. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.[11] Είναι γνωστές οι αρχές που αφορούν το γενικότερο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη άλλων αδικημάτων μεταξύ άλλων και των άρθρων 372 και 302 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που τυγχάνουν εδώ εξέτασης. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία[12]. Το κατά πόσον οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο[13]. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά που έχουν συμφωνηθεί. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επισημάνθηκε, ακόμη, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό[14]. Σημειώνω ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου[15]. H συμφωνία σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας (direct evidence) αλλά συνήθως με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση (concerted action) - είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις (acts), είτε σε δηλώσεις (declarations) - των κατηγορουμένων[16]. Eπισημαίνεται ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση (concerted action) αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία (inferred anterior agreement) και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Smith and Hogan's Criminal Law 13ed, στις σελίδες 431-432 είναι σχετικό: "Direct evidence of it, even in an era of covert surveillance and telephone tapping, will rarely be available. Agreements are frequently proved by showing that the parties concerted in the pursuit of a common object in such manner as to show that their actions must have been coordinated by arrangement beforehand. The danger is that the importance attached to the acts done may obscure the fact that these acts do not in themselves constitute a conspiracy, but are only evidence of it. If the jury are left in reasonable doubt, when all the evidence is in, whether the two or more accused persons were acting in pursuance of an agreement, they should acquit, even though the evidence shows that they were simultaneously pursuing the same object". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η συντονισμένη δράση που αναφέρθηκε ανωτέρω αφορά σε ενέργειες και πράξεις γνωστές στο Αγγλικό δίκαιο ως "overt acts"[17] από τις οποίες δύναται να συναχθεί η ύπαρξη της συμφωνίας αντικείμενο της συνωμοσίας. Παρόλο λοιπόν που μια συνωμοσία δύναται να αποδειχθεί μέσω περιστατικής μαρτυρίας, το γεγονός ότι διαφορετικά πρόσωπα έχουν ακολουθήσει τον ίδιο παράνομο σκοπό (same unlawful end), από μόνο του δεν συνεπάγεται ότι προηγήθηκε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, το απλό γεγονός ότι δυο άτομα ανεξάρτητα επιδιώκουν τον ίδιο στόχο (same end), δεν τους καθιστά συνωμότες. Σχετική παραπομπή μπορεί να γίνει στο Σύγγραμμα Glanville Williams Criminal Law, The General Part, (2nd edition) σελ. 667 όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, "The mere fact that two persons independently persue the same end does not render them conspirators". Και τούτο είναι λογικό ενόψει του ότι ενώ από τις πράξεις κάποιων προσώπων δύναται να συναχθεί μεταξύ τους εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία παραμένει η ανάγκη προς απόδειξη της αναγκαίας ένοχης διάνοιας (mens rea), ήτοι του κατά πόσον ένα πρόσωπο έχει πράγματι συμφωνήσει στην προώθηση του παράνομου σκοπού. Υπενθυμίζω επίσης στο σημείο αυτό τη βασική αρχή του δικαίου της Απόδειξης ότι πράξεις και ή δηλώσεις δύο ή περισσοτέρων προσώπων που ενεργούν από κοινού για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της επιδίωξης ή προαγωγής του κοινού σκοπού γίνονται δεκτές ενάντια στον άλλο ή τους άλλους[18]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Russell on Crime Vol. 3, p.166: "It is a mistake to say that a conspiracy must be proved before the acts of the alleged conspirators can be given in evidence; . that species of evidence [i.e., that of a person present when the parties conspired] is hardly ever to be adduced before a jury; but the unlawful conspiracy is to be inferred from the conduct of the parties; and if several men are seen taking several steps, all tending towards one obvious purpose, and they are seen through a continued portion of time taking steps that lead to one end, it is for the jury to say whether those persons had not combined together to bring about that end, which their conduct seems so obviously adapted to effectuate." Σχετικές με όλα τα πιο πάνω είναι και οι ακόλουθες περικοπές από το Σύγγραμμα Archbold
(2016)στις παραγράφους 33-15 και 33-14: «33-15 Mens rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL, Lord Bridge said: "But, beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused, when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required"(at p. 39E The point was emphasised in Yip Chiu-Cheung v. R., 99 Cr.App.R. 406, PC, where an undercover officer who entered into an agreement to export drugs was held to have had the necessary mens rea for conspiracy. Lord Griffiths said The crime of conspiracy requires an agreement between two or more persons to commit an unlawful act with the intention of carrying it out. It is the intention to carry out the crime that constitutes the necessary mens rea for the offence. As Lord Bridge pointed out, an undercover agent who has no intention of committing the crime lacks the necessary mens rea to be a conspirator"(at p. 410). Proving the agreement 33-14 The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it: R. v. Parsons
(1763)1 W.Bl. 392; R. v. Murphy
(1837)8 C. & P. 297. Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Η συμφωνία δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα της εξωτερίκευσης της κρυφής πρόθεσης (secret intention) που ο καθένας έχει στο μυαλό του η οποία εκδηλώνεται μέσω της προώθησης της δια κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες έχουν ως κατάληξη τη συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό δύο ή περισσότερα άτομα να επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Η ύπαρξη, απλώς, πρόθεσης δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Παραπέμπω σχετικά στα ακόλουθα αποσπάσματα από την υπόθεση Mulcahy v. The Queen,
(1868)L.R. 3 H.L. 306: "..A conspiracy consists not merely in the intention of two or more, but in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means. So long as such a design rests in intention only, it is not indictable. When two agree to carry it into effect, the very plot is an act in itself, and the act of each of the parties, promise against promise, actus contra actum, capable of being enforced, if lawful, punishable if for a criminal object or for the use of criminal means......................... ...It is a mistake to say that conspiracy rests in intention only. It cannot exist without the consent of two or more persons, and their agreement is an act in advancement of the intention which each of them has conceived in his mind. The argument confounds the secret arrangement of the conspirators amongst themselves with the secret intention which each must have previously had in his own mind, and which did not issue in act until it displayed itself by mutual consultation and agreement." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρομοίως στην υπόθεση R. v. Thomson
(1966)50 Cr.App.Rep. σελ. 1, αφού επαναλήφθηκαν τα ανωτέρω, λέχθηκαν και τα εξής: "When a man makes an agreement, he assents with his mind to the offer of the other party and communicates his assent to the other party by words or conduct. For the purposes of the law of contract, the words or conduct by which a man manifests his assent are binding on him and the law does not allow him to say that his mind did not go with his conduct. The criminal law, however, is concerned with punishing wrongdoing; the essential element in any crime, other than in the limited class of absolute offences, is a guilty mind. Evidence that the accused person acted and spoke as if he was making and had made an agreement may provide cogent evidence of a guilty mind; but it is only evidence and can be rebutted by other evidence". Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Archbold
(2016)στην παράγραφο 33-8: "Uncommunicated intentions 33-8 The offence of conspiracy cannot exist without the agreement, consent or combination of two or more persons: Mawji v. R. [1957] A.C. 126, PC; R. v. Plummer [1902] 2 K.B. 339. So long as a design rests in intention only, it is not indictable: there must be agreement. Accordingly a secret and uncommunicated intention to join an illegal enterprise, should the occasion arise, does not amount to an agreement: R. v. Scott (Valerie), 68 Cr.App.R. 164, CA." Καταληκτικά όσον αφορά στο θέμα της στοιχειοθέτησης συνωμοσίας παραπέμπω στο Σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, 9η έκδοση, όπου στις σελ. 431-432, αναφέρεται ότι: ".it rarely happens that the actual fact of the conspiring, can be proved by direct evidence, since such agree­ments are usually entered into both swiftly and secretly. Hence they ordinarily can be proved only by an inference from the subsequent conduct of the parties, in committing some overt acts which tend so obviously towards the alleged unlawful result as to suggest that they must have arisen from an agreement to bring it about". Τα πιο πάνω αποτελούν γενικότερες αρχές οι οποίες έχουν εφαρμογή και στο ειδικότερο επίδικο αδίκημα είτε αυτό είναι της συνωμοσίας προς καταδολίευση[19] είτε αυτός της συνωμοσίας δια διάπραξη πλημμελήματος[20]. Στρεφόμενος προς την έννοια του συστατικού στοιχείου της πρόθεσης καταδολίευσης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 302 του Κεφ. 154 αναφέρεται πως αυτό δεν καθορίζεται με οποιαδήποτε ρητή πρόνοια στον Ποινικό Κώδικα. Με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L., η «πρόθεση καταδολίευσης» σημαίνει πρόθεση προκλήσεως ή κίνδυνο προκλήσεως βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπατήσεως. Η υπόθεση Welham ξεκαθάρισε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως. Επισημαίνεται δε ότι προηγούμενες αγγλικές αποφάσεις στις οποίες λέχθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης σημαίνει πρόθεση να προκληθεί βλάβη σε δικαίωμα ιδιοκτησίας (proprietary right) ενός προσώπου ή οικονομική ζημιά αναφέρθηκαν «εν παρόδω». Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραπέμψω στο Σύγγραμμα Archbold 2016 παρ.17-62 και 17-63 όπου συνοψίζεται αυθεντικά, κατά την άποψη μoυ, η ερμηνεία της επίμαχης φράσης: «17-62 (
  1. a)"To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP [1961] A.C. 103, HL....The word "dishonestly" is inserted in deference to opinions, mostly obiter, expressed in several cases (e.g. R. v. Sinclair , 52 Cr.App.R. 618, CA; Wai Yu Tsang v. R. [1992] 1 A.C. 269, PC). In the leading case of Welham, however, there is no mention of any need to tell the jury that they must be satisfied that the accused was acting dishonestly. It is submitted that the reason for this is that their Lordships considered it beyond argument that intentionally to take the risk of prejudicing another's right, knowing that there is no right to do so, is dishonest. In Scott v. Metropolitan Police Commr [1975] A.C. 819, HL, Lord Diplock suggested, obiter, that where the intended victim of a conspiracy to defraud is a private individual, the purpose of the conspirators must be to cause economic loss; this view is inconsistent with Welham and has been rejected by the Court of Appeal (R. v. Alsop, 64 Cr.App.R. 29) and the Privy Council (Wai Yu Tsang v. R., ante). In general, fraudulent conspirators neither desire nor foresee loss or injury to another; the fraud consists in taking the risk of injuring another's right which the accused know they have no right to take. 17-63 (
  2. b)It is not confined to a risk of possible injury resulting in economic loss, though most cases do involve this: Welham v. DPP, ante; Adams v. R. [1995] 2 Cr.App.R. 295, PC. In Scott, ante, Lord Diplock also suggested, obiter, that where the intended victim of a conspiracy to defraud is a private individual, the risk must be of economic loss. It is submitted, however, that this is wrong as being inconsistent with Welham (see per Lord Radcliffe at p. 124, and per Lord Denning at p. 131) and with the obiter opinion of the remainder of their Lordships in Scott (see per Viscount Dilhorne at p. 839). Where, however, an allegation of conspiracy to defraud is based on economic loss, it is necessary for the prosecution to prove that the victim had a right or interest which was capable of being prejudiced either by actual loss or by being put at risk: Adams v. R., ante". Ανάλυση του όρου πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) έγινε στην Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14 όπου αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η αγγλική υπόθεση Welham (ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία η έννοια του εν λόγω όρου δεν συνεπαγόταν ούτε περιορίζετο στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς στο θύμα. «......................................................... The important thing about this definition is that it is not limited to the idea of economic loss, nor to the idea of depriving someone of something of value. It extends generally to the purpose of fraud and deceit. Put shortly, 'with intent to defraud' means 'with intent to practise a fraud' on someone or other. It need not be anyone in particular someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough". In Rex v. Allsop [1977] 64 Cr. App. R. 29 (C.A.) in which the appellant was convicted of conspiracy to defraud by false hire purchase applications, Shaw, L.J. in deliver­ing the judgment of the Court of Appeal dismissing the appeal, said the following at page 31: «Generally the primary objective of fraudsmen is to advantage themselves. The detriment that results to their victims is secondary to that purpose and in­cidental. It is 'intended' only in the sense that is a contemplated outcome of the fraud that is perpetrated. If the deceit which is employed imperils the economic interest of the person deceived, this is sufficient to constitute fraud even though in the event no actual loss is suffered and notwithstanding that the deceiver did not desire to bring about an actual loss». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Eκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2, 4 & 5: Στην υπό εξέταση υπόθεση αυτό που προκύπτει είναι πώς το σύνολο των κατηγοριών και γενικά η υπόθεση στηρίζονται από τα όσα τουλάχιστον η κατηγορούσα αρχή έχει προωθήσει σε γεγονότα που χρονολογούνται από την παράδοση των 5 επιταγών που έγινε στις 22.11.2016 που παρουσιάζουν ως εκδότη τον κατηγορούμενο 2 και δικαιούχο τον κατηγορούμενο 4 ο οποίος και τις οπισθογράφησε και παρέδωσε μέσω των δικηγόρων του στους δικηγόρους της παραπονουμένης για εξόφληση του εναπομείναντα υπολοίπου της Αγωγής Ε.Δ. Λευκωσίας ΧΧ, καθώς και σε γεγονότα που κατ ισχυρισμό ακολούθησαν την ίδια ημέρα, αμέσως μετά αλλά και μέχρι και την 01.08.2017 όταν στην Παραπονούμενη επιστράφηκε και η τελευταία εκ των τριών επιταγών που δεν πληρώθηκαν ένεκα οδηγιών ανάκλησης της πληρωμής που είχε δόθηκε από τον κατηγορούμενο 2 στις 24.11.2016. Σημειώνεται πώς σε σχέση με τα γεγονότα που χρονολογούνται πριν τις 22.11.2016 και τοποθετούνται χρονικά από τον Αύγουστο του 2013 με την έναρξη της εργασίας της παραπονούμενης στην Κατηγορούμενη 5 και στην συνέχεια στις 13.01.2014 δια της απόκτησης ποσοστού 20% απο την πλευρά της, των μετοχών της κατηγορούμενης 5 δια της πληρωμής ύψους €60.000 προς τον Κατηγορούμενο 4 καθώς και τα όσα ακολούθησαν συμπεριλαμβανομένων των διαφορών που προέκυψαν οι οποίες εν τέλει οδήγησαν στην καταχώρηση και έκδοση απόφασης προς όφελος της Παραπονούμενης ημερομηνίας 27.04.2016 στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λευκωσίας ΧΧ καθώς και τις προσπάθειες εκτέλεσης αυτής αλλά και της υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 2.11.2016 και της πληρωμής του ποσού των €10.000 ως η παράγραφος
(1)της συμφωνίας ημερ. 2.11.2016 και η παράδοση και μεταβίβαση του αυτοκινήτου MNN365 για αξία €22.000 ως η παράγραφος
(3)της συμφωνίας ημερ. 2.11.2016 δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης και φαίνεται να αποτελούν τουλάχιστον μεταξύ των εμπλεκομένων δηλαδή της Παραπονούμενης και των Κατηγορουμένων 4 & 5 κοινό έδαφος γεγονότων. Επιπρόσθετα σημειώνεται πώς σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 και από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του ανέφερε κατά την αγόρευση της στο εκ πρώτης όψεως στάδιο κατέστηκε παραδεκτό ότι ο ίδιος δεν αμφισβητεί ότι οι επίδικες επιταγές έφεραν την υπογραφή του, υποστήριξε όμως αγορεύοντας πως το συγκεκριμένο μπλοκ επιταγών στο οποίο μέρος αποτελούσαν και οι 3 επίδικες επιταγές πήρε ο Κατηγορούμενος 4 πριν επιχειρηματίας που πώλησε αυτοκίνητο στον Κατηγορούμενο 2 έρθει και το πάρει λόγο της μη πληρωμής του τιμήματος πώλησης. Αξιοσημείωτο μάλιστα στη θέση αυτή που εξεφράστηκε για πρώτη φορά κατά την αγόρευση του εκ πρώτης όψεως σταδίου από πλευράς της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 είναι το γεγονός πώς κατά την αντεξέταση της ΜΚ3 και γενικά η υπερασπιστική γραμμή που τηρήθηκε από πλευράς του συγκεκριμένου κατηγορούμενου ήταν πώς το συγκεκριμένο βιβλιάριο επιταγών βρισκόταν μέσα σε αυτοκίνητο το οποίο είχε πωληθεί στον Κατηγορούμενο 2 από συγκεκριμένο επιχειρηματία με τον Κατηγορούμενο 2 να προβαίνει σε συμφωνία πως τις δόσεις για την αποπληρωμή του θα αναλάμβανε ο Κατηγορούμενος 4 συμφωνία την οποία ο τελευταίος δεν τήρησε με αποτέλεσμα ο επιχειρηματίας να μεταβαίνει και να παραλαμβάνει πίσω το αυτοκίνητο που βρισκόταν στο κέντρο δεξιώσεων που διατηρεί η κατηγορούμενη 5 μάλιστα χωρίς να αφήσει τον κατηγορούμενου 2 να πιάσει τα πράγματα που ήταν μέσα σε αυτό συμπεριλαμβανομένου και του μπλοκ επιταγών με αποτέλεσμα την επόμενη ημέρα ο Κατηγορούμενος 2 να προχωρήσει στο σταμάτημα ολόκληρου του μπλοκ των επιταγών. Δηλαδή τουλάχιστον μέχρι και το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε εκδοχή από πλευράς Κατηγορούμενου 2 περί εμπλοκής του Κατηγορούμενου 4 στην ''αρπαγή'' του μπλοκ επιταγών. Φυσικά η κα. Ιωάννου υποστήριξε την θέση στην αγόρευση της πώς παρά το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές έφεραν πράγματι την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 αυτές είχαν ''κλαπεί'' ενώ ως υποστήριξε επιπρόσθετα απουσιάζει το οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα, η συμπλήρωση αυτών έγινε χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση του εκδότη τους ενώ οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν οι επιταγές αυτές στον κατηγορούμενο 4 τις χαρακτήρισε ύποπτες. Στρεφόμενος προς τα όσα ο κ. Πόλεως υποστήριξε αυτά στην ουσία είχαν να κάνουν με το γεγονός πώς οι κατηγορούμενοι 4 & 5 θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαχθούν καθότι οι κατ ισχυρισμό παραστάσεις ακόμα και αν έγιναν τοποθετούνται χρονικά μετά τις 22.11.2016 που οι επίδικες επιταγές είχαν ήδη παραδοθεί και οι οποίες μάλιστα όταν παραδόθηκαν ήταν μεταχρονολογημένες και δεν είχαν ανακληθεί αφού η ανάκληση τους έλαβε χώρα 2 μέρες μετά της παράδοσης αυτών από τον Κατηγορούμενο 2 χωρίς οι Κατηγορούμενοι 4 & 5 να έχουν οποιαδήποτε γνώση για το τι θα έκανε ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος ως εκδότης των επιταγών αυτών φέρει ευθύνη για την πληρωμή τους. Ερχόμενος στη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στην παρούσα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2, 4 και 5 στις ακόλουθες κατηγορίες: Κατηγορούμενος 2 στην 1η , 3η , 5η , 8η και 11η Κατηγορία Κατηγορούμενος 4 στην 8η , 9η , 10η και 11η Κατηγορία Κατηγορούμενη 5 στην 8η και 11η Κατηγορία Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις άνω αναφερθείσες κατηγορίες ή ότι η μαρτυρία αυτή είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Δεν διέλαθαν της προσοχής μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων μέρος εκ των οποίων παρέθεσα ανωτέρω, στα πλαίσια των αγορεύσεων τους. Πλην όμως, είμαι της γνώμης ότι πρόκειται για ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να με απασχολήσουν κατά το τελικό στάδιο της δίκης όταν το Δικαστήριο θα μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας κάτι το οποίο δεν μπορεί να πράξει στο παρόν στάδιο. Στρεφόμενος όμως σε σχέση με την 7η Κατηγορία τα πράγματα είναι διαφορετικά και θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 4 με την εισήγηση του πώς η κατηγορία αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Και αυτό γιατί από την τεθείσα μαρτυρία ακόμα και αυτή αντικειμενικά κρινόμενη δεν προκύπτει να έχει εξασφαλιστεί η κατ ισχυρισμό πίστωση ύψους €28.000 αφού αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πώς οι επίδικες επιταγές είχαν δοθεί στις 22.11.2016 για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και συγκεκριμένα του εναπομείναντα ποσού ύψους €28.000 το οποίο μάλιστα χρέος κατέστηκε εξ αποφάσεως με την δικαστική απόφαση ημερομηνίας 27.04.2016 και αφορούσε μάλιστα συναλλαγή της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο 4 του έτους 2014. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εξασφάλισης πίστωσης η εξασφάλισης χρέους κατά την παράδοση των επιταγών στις 22.11.2016 αφού ήδη η οφειλή του Κατηγορούμενου 4 προς την Παραπονούμενη προϋπήρχε και μάλιστα αναγνωρισμένη και με δικαστική απόφαση και ο σκοπός παράδοσης των 3 επιταγών συνολικού ποσού των €28.000 δεν ήταν άλλος από το να εξοφληθεί αν βεβαίως οι επιταγές εξαργυρώνονταν το εναπομείναν ποσό που αφορούσε η δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί προς όφελος της παραπονουμένης και εναντίον μεταξύ άλλων και του Κατηγορούμενου 4. Συνεπώς σε σχέση με την 7η Κατηγορία απουσιάζει ακόμα και από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο απαιτούμενο συστατικό στοιχείο με αποτέλεσμα αναπόφευκτα η κατηγορία να είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Διευκρινίζω επίσης πώς σε σχέση με τις Κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω και στις οποίες οι Κατηγορούμενοι 2, 4 και 5 έχουν κληθεί σε απολογία αυτές δεν θα αφορούν την κατ ισχυρισμό εξασφάλιση πίστωσης όπου και αν αυτή αναγράφεται ή περιλαμβάνεται σε σχέση με το ποσό των €28.000 δηλαδή στην 8η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη πλημμελήματος στις λεπτομέρειες της οποίας περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η 7η Κατηγορία η οποία πλέον έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο καθώς επίσης και στην 9η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απάτης στις λεπτομέρειες της οποίας γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων και στην εξασφάλιση πίστωσης ύψους €28.000. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τoυ Κατηγορουμένου 2 στην 1η , 3η , 5η , 8η , 11η Κατηγορία, του Κατηγορούμενου 4 στην 8η , 9η , 10η , 11η Κατηγορία και της Κατηγορούμενης 5 στην 8η , 11η Κατηγορία κατά συνέπεια αυτοί καλούνται σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος 4 αθωώνεται και απαλλάσσεται της 7ης Κατηγορίας. (Επεξηγούνται στους κατηγορούμενους 2, 4 και 5 τα δικαιώματά τους δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.) (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Νέα τροποποίηση του Κατηγορητηρίου έγινε εκ συμφώνου στις 07.01.2022 πριν την αντεξέταση της ΜΚ3 από την κα. Ιωάννου συνήγορο του Κατηγορούμενου 2. [2] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [3] άρθρο 29
(1)(β) του Κεφ.262 [4] Η κυριότερη αποστολή της επιταγής, ως αξιογράφου, είναι ότι αποτελεί μέσον κυκλοφορίας αξιών (βλ.Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 243, James Lamont & Co v. Hyland Ltd
(1958)1 K.B. 585). Για την εκπλήρωση της λειτουργίας αυτής είναι απαραίτητο να προστατευθεί ο καλής πίστεως κομιστής, ο οποίος δέχεται την επιταγή με την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαίτηση του, που δεν είναι άλλη από την είσπραξη του ποσού, και ότι δεν θα ευρεθεί προ ενστάσεων που θα αναιρούν την απαίτηση αυτή. Δεν είναι δυνατόν βέβαια να αποκλειστούν όλες γενικά οι ενστάσεις, αλλά σημειώνεται οι ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν είναι περιορισμένες. Η αρχή του αποκλεισμού των ενστάσεων έναντι του νομιμοποιημένου κομιστή προκύπτει από το άρθρο 38 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο αυτό ο νομιμοποιημένος κομιστής «κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική». Ακόμη και αν ο τίτλος είναι ελαττωματικός, ο νομιμοποιημένος κομιστής «(i) αποκτά καλό και πλήρη τίτλο στη συναλλαγματική, και (ii) αν λάβει πληρωμή της συναλλαγματικής το πρόσωπο το οποίο πληρώνει αυτόν κατά τον προσήκοντα τρόπο λαμβάνει έγκυρη εξόφληση της συναλλαγματικής.». [5] Το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (και κατ' επέκταση επιταγής), θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η έκδοση ή διαπραγμάτευση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, οπόταν τεκμαίρεται ότι δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής. [6] Άρθρο 297 Κεφ. 154 [7] Τροποποιήθηκε με το Ν.18(Ι)/2006 στις 24.02.2006 [8] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαΐου 2009 [9] Αρ.36 Κεφ.148. Aπάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά [10] Στις 15.04.2022 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του προχώρησε σε τροποποίηση της νομικής βάσης της 8ης Κατηγορίας στην οποία αρχικά αναγραφόταν το άρθρο 272 αντί του άρθρου 372 [11] Όπως διατυπώνονται οι λεπτομέρειες της 11ης Κατηγορίας για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας για καταδολίευση στη βάση του Άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι: i) Συνωμότησαν με άλλον ii) όπως με απάτη ή άλλο δόλιο μέσο iii) καταδολιεύσουν την παραπονούμενη [12] Δέστε Eminiyet κ.α. v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 216 [13] Δέστε Gani v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 134 [14] Δέστε R. v. Thompson 50 Cr. App. R.1. [15] Δέστε Στυλιανού v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 [16] Δέστε Phibson on Evidence 18th Ed. Chapter 38: section 4, sub-section 1: "When considering whether there was a conspiracy and whether the actor/speaker was a conspirator, the judge and, ultimately, the jury were entitled to examine the circumstantial evidence, including the acts and declarations of the actor/speaker, not for the truth of the assertion made but for the fact that they were made". [17] Δέστε Osborn s Concise Law Dictionary 12th ed "Overt Act An open act; in criminal law, an open act is an act capable of being observed, and from which a criminal intention may be deduced" και Jowitt's Dictionary of English Law 4th Ed. "
(2)The term is also used in the law of criminal conspiracy to signify any act done by conspirators in pursuance of their intention; the unlawful agreement of which the conspiracy consists constitutes an overt act." [18] Δέστε Blackstone's Criminal Practice
(2003)παρ.Α6.24, σελ.95: "The acts and statements of one conspirator may be given in evidence against both him and his fellow conspirators, provided they were done or said in furtherance of their common purpose, but that rule is not confined to conspiracies." [19] Άρθρο 302 του Κεφ. 154 [20] Άρθρο 372 του Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.