ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X.X. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4968/21, 18/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:21 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4968/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- XXX XXX
- XXX XXX Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18/3/2022 Για την Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Σαουρής Κατηγορούμενος 1 παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων) Μετά από ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής «ο κατηγορούμενος») κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 5, 6, 9 και
- Η κατηγορία 5 αφορά το αδίκημα της εμπορίας ενήλικου προσώπου, κατά παράβαση του άρθρου 6(ε) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 60(I)/
- Η κατηγορία 6 αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου, κατά παράβαση του άρθρου 9(ε) του Νόμου 60(I)/
- Η κατηγορία 9 αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(ιιι)
(2), 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(I)/2007. Τέλος η κατηγορία 21 αφορά το αδίκημα του αποζείν εκ κερδών πορνείας, κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/2/2022, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Σχετική αναφορά θα γίνει κατωτέρω. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, επικαλέστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του, σε συνδυασμό με την ηλικία του, ως ένδειξη του ότι πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη. Περαιτέρω ο συνήγορος, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Ο κ. Σαουρής αναφέρθηκε και στον εγκλεισμό του κατηγορουμένου στις Κεντρικές Φυλακές για 15 μήνες, ο οποίος έχει προκαλέσει στον κατηγορούμενο αγωνία και οικονομικά προβλήματα. Πρόσθεσε δε ότι σε αυτήν την περίοδο ο κατηγορούμενος έχει νοσήσει με κορωνοϊό και παρέμεινε σε περιορισμό. Με παραπομπή στην R v. Manning (Christopher) WL02201888
(2020), ημερ. 30/4/2020, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη και ο παράγοντας της πανδημίας. Ανέφερε επίσης ότι ο θάνατος του πατέρα του κατηγορουμένου ενώ ο ίδιος τελούσε υπό κράτηση ήταν μεγάλο πλήγμα για αυτόν διότι δεν μπορούσε να παρευρεθεί στην κηδεία του. Αναφορικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανέφερε ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε από τους επιβαρυντικούς παράγοντες, ως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 13 του Νόμου 60(Ι)/
- Με παραπομπή στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ismail κ.ά, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 228/2015 - 245/2015 και 248/2015 - 255/2015 ημερ. 17/10/2016, υποστήριξε την θέση ότι τα περιστατικά της παρούσας διαφέρουν από αυτά της Ismail (ανωτέρω), δίνοντας έμφαση στην, κατά τον ίδιο, ελευθερία κινήσεων της παραπονούμενης, η οποία γνώριζε ότι θα εργαζόταν ως πόρνη ενώ αρνήθηκε να εργαστεί σε μπαρ στην XXX, ενώ στην πιο πάνω υπόθεση υπήρχε οργανωμένη ομάδα, δύο παραπονούμενες που δεν είχαν χρήματα, κατακρατήθηκαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα και οι συνθήκες διαβίωσης τους ήταν χειρότερες από αυτές της παραπονούμενης στην παρούσα. Στην προκειμένη τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 αναμφίβολα είναι τα πιο σοβαρά, κάτι που προκύπτει κατ' αρχάς από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής που είναι αυτή της φυλάκισης των 25 ετών. Η κατηγορία 9 είναι επίσης σοβαρή, αφού η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης των 14 ετών. Μικρότερης συγκριτικά σοβαρότητας είναι η κατηγορία 21, για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 ετών. Οι κατηγορίες 5 και 6 έχουν ως νομικό υπόβαθρο το Νόμο 60(Ι)/
- Πρόκειται για νομοθεσία που θεσπίσθηκε για σκοπούς εναρμόνισης με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων η Οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της Απόφασης Πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου ως επίσης για την καλύτερη εφαρμογή:
(1)του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου του 2003 και ιδιαίτερα του Πρωτοκόλλου για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Προσώπων, ιδιαίτερα των Γυναικών και Παιδιών, το οποίο Συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στο Διεθνικό Οργανωμένο Έγκλημα,
(2)του περί της Συμβάσεως περί Καταστολής και Εξαλείψεως της Σωματεμπορίας και της Πορνείας Άλλων (Κυρωτικού) Νόμου του 1983 και
(3)της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με τον περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Ανθρώπων (Κυρωτικό) Νόμο του
- Σκοπός του Νόμου 60(Ι)/2014, σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού, είναι η λήψη μέτρων για την πρόληψη, καταστολή και καταπολέμηση των αδικημάτων της εμπορίας, της εκμετάλλευσης και κακοποίησης προσώπων, η προστασία και η στήριξη των θυμάτων των εν λόγω αδικημάτων, η δημιουργία μηχανισμών ελέγχου και η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή τους. Αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6, θα πρέπει να τονίσουμε ότι, δυστυχώς, αδικήματα εμπορίας έχουν πλέον λάβει διεθνώς μεγάλες διαστάσεις και τούτο καθότι αποτελούν πηγή τεράστιου και εύκολου χρηματικού κέρδους. Η εμπορία προσώπων αποτελεί μια αποτρόπαια μορφή παραβίασης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπονομεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έχει δυστυχώς λάβει διεθνώς μεγάλες διαστάσεις και θεωρείται ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα που διαπράττονται στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος. Και αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Η εξασφάλιση τεράστιου κέρδους που διοχετεύεται σε διεθνή δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος αναμφίβολα συνιστά την κινητήρια δύναμη για την εμφάνιση και τη ραγδαία εξάπλωση αυτού του φαινομένου, το οποίο υποθάλπεται βεβαίως από την αναζήτηση σεξουαλικών υπηρεσιών. Σε αδικήματα αυτού του είδους, οι δράστες κατ' ουσίαν εκμεταλλεύονται την ευάλωτη θέση του θύματος είτε αυτή αφορά την οικονομική του εξαθλίωση, είτε το χαμηλό μορφωτικό ή νοητικό του επίπεδο και γενικότερα την απελπισία του και την έλλειψη οιασδήποτε προοπτικής για εξεύρεση μιας αξιοπρεπούς εργασίας. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών «Global Report on Trafficking in Persons» του 2012, με παραπομπή σε δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του 2005, τουλάχιστον 12,3 εκατομμύρια άνθρωποι ανά το παγκόσμιο υπήρξαν θύματα αναγκαστικής δουλείας (forced labour) ενώ ο υπολογιζόμενος κατ' ελάχιστον αριθμός ανθρώπων σε αναγκαστική δουλεία ένεκα εμπορίας ανήλθε σε 2,45 εκατομμύρια. Το ίδιο έτος ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας δημοσίευσε την πρώτη εκτίμηση των παγκοσμίων κερδών που αποκομίζονται από τα 2,45 εκατομμύρια άτομα υπό αναγκαστική δουλεία, τα οποία ανέρχονταν σε US$31,6 δισεκατομμύρια το χρόνο. Το 2012 ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας έδωσε νέα ποσοστά για τον αριθμό των θυμάτων αναγκαστικής δουλείας. Σύμφωνα με αυτά για την περίοδο 2002-2011 ο αριθμός των θυμάτων αναγκαστικής δουλείας εκτιμήθηκε σε 20,9 εκατομμύρια. Από τον αριθμό αυτό 4,5 εκατομμύρια (22%) αποτελούν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Παραπέμπουμε επίσης στην Έκθεση της Eurostat «Methodologies and Working Papers Trafficking in human beings» του 2013, παρ. 2.4 σελ.
- Επιπλέον στην ίδια έκθεση η Europol εκτιμά πως η εμπορία προσώπων είναι η τρίτη πιο προσοδοφόρα εγκληματική δραστηριότητα διεθνώς, μετά τη διακίνηση όπλων και ναρκωτικών. Όπως αναφέρεται στο Ενημερωτικό Δημοσίευμα της Europol «Trafficking Human Beings in the European Union: A Europol Perspective, May 2007», η εμπορία ανθρώπων θεωρείται ως η πιο γοργά αναπτυσσόμενη επιχείρηση στον κόσμο, η οποία οδηγεί στη συγκομιδή τεράστιων ποσών σε διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις, ενώ γενικώς παραμένει μικρού κινδύνου και ταυτόχρονα ψηλών απολαβών δραστηριότητα για τους εγκληματίες που εμπλέκονται σε αυτή. Στην Έκθεση της Eurostat «Statistical Working Papers, Trafficking in Human Beings» του 2015, σελ. 14, αναφέρεται πως η εμπορία προσώπων αποτελεί παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και είναι ένα απεχθές έγκλημα. Ως εκ της φύσεως του, είναι το μοναδικό οργανωμένο έγκλημα το οποίο απαγορεύεται από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, για την καταπολέμηση του οποίου έχει εκδοθεί, μεταξύ άλλων, η Οδηγία 2011/36/ΕΕ. Δυστυχώς, η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση στην πιο πάνω τάση, αφού τα αδικήματα εμπορίας προσώπων έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στη χώρα μας. Η σεξουαλική εκμετάλλευση, εμπορία και διακίνηση γυναικών υπό καθεστώς σύγχρονης δουλείας αποτελεί δυστυχώς μια μορφή σοβαρής εγκληματικής συμπεριφοράς που λαμβάνει χώρα και στην Κύπρο. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Rantsev v. Cyprus and Russia, Αίτηση Αρ. 25965/04 ημερ. 7/1/2010, η εμπορία προσώπων αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο αναπτύχθηκε ραγδαίως τα τελευταία χρόνια. Έγινε δε αναφορά στο Πρωτόκολλο του Παλέρμο του 2000 και στη Σύμβαση του 2005 (Anti-Trafficking Convention) επισημαίνοντας ότι, αυτά τα Διεθνή Έγγραφα καταδεικνύουν την αυξανόμενη αναγνώριση σε διεθνές επίπεδο της έξαρσης αυτού του φαινομένου και της ανάγκης λήψης μέτρων για καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων. Επιπλέον, το Ε.Δ.Α.Δ. τόνισε ότι, η εμπορία προσώπων ισοδυναμεί με τη χρήση των ανθρώπων ως αντικειμένων που αγοράζονται και πωλούνται και υποβάλλονται σε αναγκαστική εργασία. Συχνά για ελάχιστη ή και καθόλου πληρωμή, συνήθως εντός της βιομηχανίας σεξ, αλλά και αλλού. Εξυπακούει δε στενή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων των θυμάτων, ενώ συνεπάγεται και τη χρήση βίας και απειλών εναντίον τους. Τονίσθηκε επίσης, ότι η εμπορία προσώπων, χωρίς αμφιβολία, απειλεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αξίες, οι οποίες προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην Έκθεση «Situation Report Trafficking in Human Beings in the EU», του 2016, η Europol επισημαίνει τη συνεχώς αυξανόμενη τάση διάπραξης αδικημάτων εμπορίας προσώπων και πως η σεξουαλική εκμετάλλευση είναι η πιο συχνή μέθοδος εμπορίας προσώπων. Στη σελ. 35 δίδεται μια χαρακτηριστική περιγραφή της φύσης τέτοιων αδικημάτων και κυρίως των συνεπειών τους στα θύματα: «Trafficking in human beings is one of the most detrimental crimes against persons, as it harms human dignity and the physical and psychological integrity of victims, which are indispensable rights protected by the Charter of Fundamental Rights of the European Union». Στη δεύτερη Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σε σχέση με την αγώνα για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων στην Ευρώπη, COM
(2018)777 final, ημερ. 3.12.2018, το θέμα της εμπορίας προσώπων τίθεται στην ορθή του, διεθνή και σοβαρή, διάσταση ως ακολούθως: «Trafficking in human beings is a constantly evolving serious form of mostly organised crime. It brings high profits to the perpetrators, who abuse people's vulnerabilities and exploit the demand for the services provided by the victims. It results in irreversible harm to its victims, our societies and economies. The link between trafficking in human beings and other serious crimes is increasingly understood. The complex interplay of supply and demand amongst perpetrators, abusers, profit-takers, exploiters and users creates a long chain of actors, whether they are knowingly or unknowingly involved. This chain must be broken in order to stop and effectively prevent this atrocious crime.» Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να είναι ανάλογη και να αντανακλά την σοβαρότητα αυτών. Στην προκειμένη η σοβαρότητα των αδικημάτων διαφαίνεται και από τις συνθήκες διάπραξης τους. Συγκεκριμένα από την τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/2/2022 προκύπτουν τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη γεννήθηκε στις ΧΧΧ, κατάγεται από την ΧΧΧ και προέρχεται από φτωχή οικογένεια. Οι γονείς της χώρισαν όταν η ίδια ήταν ΧΧΧ ετών και την ανατροφή αυτής ανέλαβε η μητέρα της. Διέκοψε το σχολείο στην ηλικία των ΧΧΧ ετών και εργάζεται από την ηλικία των ΧΧΧ ετών. Σε ηλικία ΧΧΧ ετών εργάσθηκε για 2 ½ μήνες ως πόρνη στην ΧΧΧ. Τον ΧΧΧ του ΧΧΧ, ενώ διέμενε και εργαζόταν στην ΧΧΧ, πληροφορήθηκε ότι η μητέρα της, η οποία εργαζόταν στην ΧΧΧ, αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, ήτοι καρκίνο. Έτσι η παραπονούμενη έφυγε από την ΧΧΧ για να βρεθεί στο πλευρό της μητέρας της, η οποία είναι το πιο σημαντικό πρόσωπο για αυτήν. Ενόψει όμως του ότι το κόστος των θεραπειών στην ΧΧΧ ήταν ψηλότερο και δεν είχε αρκετά χρήματα για τον σκοπό αυτό, πήρε την μητέρα της στην ΧΧΧ ώστε να λάβει θεραπεία εκεί. Όμως και στην ΧΧΧ, το κόστος των θεραπειών οδήγησε στο να εξαντληθούν οι οικονομίες της παραπονούμενης ενώ πώλησε και τα χρυσαφικά της. Ενόψει του ότι δεν εργαζόταν αφού έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια στο πλευρό της μητέρας της για να την βοηθά, προσέφυγε σε τοκογλύφο από τον οποίο σε διάφορες περιπτώσεις δανείσθηκε το συνολικό ποσό των €5.000, με επιτόκιο 10% τον μήνα. Έπρεπε δε να πληρώσει όλο το ποσό ή τουλάχιστον τους τόκους κάθε μήνα. Λόγω του ότι εξακολουθούσε, για τον ίδιο λόγο, να μην εργάζεται, δεν μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος της με αποτέλεσμα αυτό, λόγω των τόκων, να αυξάνεται. Ενόψει της δεινής αυτής οικονομικής της κατάστασης, αποφάσισε να εργαστεί εκ νέου ως πόρνη καθότι θεωρούσε ότι έτσι θα μάζευε, σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, τα αναγκαία χρήματα για να εξοφλήσει το χρέος της. Βρισκόταν λοιπόν σε αυτή την ευάλωτη θέση, στο νοσοκομείο, στο πλευρό της μητέρας της, όταν τυχαία περί τον ΧΧΧ ή ΧΧΧ του 20.. επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο - τον οποίο γνώριζε καθότι στο παρελθόν σε ηλικία ΧΧΧ-ΧΧΧ ετών εργάσθηκε για λίγο σε μαγαζί του στην ΧΧΧ κάνοντας «κονσομανσιόν» - μέσω facebook / messenger και του εξιστόρησε το πρόβλημα υγείας της μητέρας της, την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε, ότι δανείστηκε χρήματα και το ποσό μεγάλωνε και ότι σκεφτόταν να εργαστεί ως πόρνη για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να ξεπληρώσει. Επειδή, όταν είχε δουλέψει για τον κατηγορούμενο, έμαθε ότι αυτός έστελνε κοπέλες στην Κύπρο για να εργαστούν ως πόρνες, τον ρώτησε να της πει πως γίνεται να εργαστεί ως πόρνη στην Κύπρο. Μόλις ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της ευάλωτης θέσης στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη, χρησιμοποίησε προς όφελος του την ανάγκη της για χρήματα με σκοπό να την εκμεταλλευθεί. Έτσι αρχικά προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να έρθει στην Κύπρο ώστε να εργασθεί σαν πόρνη. Για να την δελεάσει περαιτέρω και να την πείσει ότι θα έβγαζε πολύ καλά χρήματα χωρίς κανένα πρόβλημα, της ανέφερε ότι είχε καλές σχέσεις στην Κύπρο, ήξερε πώς να την βάλει να δουλέψει ως πόρνη, θα τακτοποιούσε την στέγαση της και θα της εξηγούσε κάποια πράγματα για το πώς γίνεται η δουλειά. Της είπε δε ότι για τον σκοπό αυτό θα ερχόταν και ο ίδιος μαζί της. Η παραπονούμενη δεν είχε ξαναέλθει στην Κύπρο και δεν γνώριζε κανένα εδώ. Όταν αυτή συναίνεσε στα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που έκανε τις διευθετήσεις για την έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων για να έλθουν στην Κύπρο. Για να διασφαλίσει δε ότι η παραπονούμενη δεν θα άλλαζε γνώμη, δεν της ζήτησε οποιοδήποτε αντάλλαγμα, παρά μόνο το βράδυ πριν αναχωρήσουν για την Κύπρο, όταν παρά το γεγονός ότι εκείνη διακατείχετο από φόβο και άγχος εάν θα μπορούσε να δουλέψει και να μαζέψει χρήματα για να πληρώσει το χρέος της, αυτός απαίτησε να του δίδει το ½ από τις εισπράξεις της από την άσκηση πορνείας. Όταν εκείνη δεν δέχθηκε και του δήλωσε ότι θα γυρνούσε στην πατρίδα της, για να αποτρέψει κάτι τέτοιο, μείωσε την απαίτηση του στα €200 εβδομαδιαίως. Περαιτέρω της έλεγε ότι αυτός στην Κύπρο θα έμενε για λίγες μέρες, όχι μαζί της αλλά σε κάποιο φίλο του και μετά θα έφευγε. Στα πλαίσια αυτά, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη της παραπονούμενης, κατάφερε να την πείσει να έλθει στην Κύπρο μαζί του και να του δίδει το ως άνω ποσό από την άσκηση πορνείας. Μετά την άφιξη τους στην Κύπρο, ήταν και πάλι ο κατηγορούμενος που έκανε διευθετήσεις για τους χώρους όπου θα διέμενε η παραπονούμενη ενώ προέβη σε διάφορες ενέργειες που αποσκοπούσαν στην άσκηση πορνείας εκ μέρους της στους χώρους αυτούς, όπως η απόκτηση καινούργιου τηλεφώνου και κάρτας για την παραπονούμενη, η τοποθέτηση διαφήμισης σε γνωστή ιστοσελίδα και η λήψη πληροφοριών από άλλες κοπέλες που παρείχαν ερωτικές υπηρεσίες με σκοπό να διαμορφώσει η παραπονούμενη τις δικές της τιμές. Όλα τα πιο πάνω έγιναν δε με έξοδα της παραπονούμενης. Περαιτέρω ενώ είχε αναφέρει στην παραπονούμενη ότι θα έμενε στην Κύπρο για λίγες μέρες σε κάποιο φίλο του, όταν πήγαν στο δεύτερο ξενοδοχείο, ο κατηγορούμενος της είπε ότι δεν μπορούσε να πάει να μείνει στον φίλο του και ότι θα έπρεπε να μένει μαζί της. Όταν εκείνη αρνήθηκε, της έδωσε την «επιλογή» να μείνει αλλού εφόσον όμως του πλήρωνε εκείνη την διαμονή. Έτσι και πάλι εκμεταλλευόμενος την ανάγκη της κατάφερε να την πείσει να μένει μαζί της. Δεν ήταν δε τυχαία που επιδίωξε αυτό αφού έτσι πέτυχε, καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής τους στην Κύπρο, να έχει την παραπονούμενη σε συνεχή επίβλεψη. Η παραπονούμενη δεν έβγαινε συχνά γιατί όταν το έκανε, ο κατηγορούμενος ήθελε να τη συνοδεύει και έτσι προτιμούσε να μένει στο δωμάτιο. Δεν μπορούσε να κάνει φιλίες γιατί ο κατηγορούμενος ήταν πάντα παρών και της έλεγε να μην εμπιστεύεται ποτέ κανένα εκτός από τον ίδιο. Κάποιες δε φορές που έτυχε να βγει μόνη της, πάντα την έπαιρνε τηλέφωνο και της έστελνε μήνυμα ρωτώντας την που είναι και γιατί δεν του το είπε για να πάει μαζί της. Ακόμη και όταν αυτή μιλούσε με φίλους της ή την μητέρα της στο τηλέφωνο στα ΧΧΧ, ο κατηγορούμενος την ρωτούσε με ποιον μιλούσε και τι έλεγαν. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις ο κατηγορούμενος έμενε στον διπλανό δωμάτιο ακόμη και όταν η παραπονούμενη ασκούσε πορνεία. Ήταν δε αυτός που τις περισσότερες φορές αγόραζε τα προφυλακτικά και τα λαδάκια που η παραπονούμενη χρησιμοποιούσε για τον σκοπό αυτό. Όταν του έλεγε να πάει εκείνη να τα πάρει, της έλεγε να μείνει γιατί μπορούσε να χτυπήσει το τηλέφωνο και να πάει πελάτης και πήγαινε και της τα έφερνε αυτός. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε βάσει σχεδίου, ακριβώς για να εκμεταλλευτεί τη ευάλωτη θέση και την ανάγκη στην οποία είχε περιέλθει η παραπονούμενη, ως επίσης το γεγονός ότι η τελευταία βρισκόταν σε μια χώρα στην οποία δεν είχε έρθει προηγουμένως και δεν γνώριζε κανένα. Το σχέδιο του κατηγορούμενου πέτυχε εφόσον με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω κατάφερε να αποκομίσει κέρδος από την παραπονούμενη, η οποία άσκησε πορνεία στην Κύπρο από τις αρχές Ιουλίου ΧΧΧ μέχρι την ΧΧΧ. Συγκεκριμένα απαιτούσε και λάμβανε το ποσό των €200 εβδομαδιαίως (του κατέβαλε συνολικά το ποσό των €2.600), το οποίο αποτελούσε μέρος των εισπράξεων που είχε η παραπονούμενη από την άσκηση πορνείας. Πέραν δε του εν λόγω ποσού ο κατηγορούμενος αποκόμιζε και το ποσό των €80 εβδομαδιαίως από το γεγονός ότι παρουσίαζε στην παραπονούμενη ότι το ενοίκιο του διαμερίσματος όπου διέμεναν ήταν μεγαλύτερο από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Η παραπονούμενη πλήρωνε επίσης και τα έξοδα για διατροφή του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν εργαζόταν. Όταν δε η παραπονούμενη δεν του έδινε εγκαίρως το ποσό των €200 εβδομαδιαίως, ο κατηγορούμενος την εξευτέλιζε, φωνάζοντας, βρίζοντας την με χυδαίο τρόπο, φτύνοντας την και υποτιμώντας την, λέγοντας της ότι είναι ένα τίποτα χωρίς αυτόν. Το ίδιο συνέβαινε και όταν η παραπονούμενη συζητούσε μαζί του γιατί έπρεπε να του δίνει τα χρήματα και γιατί έμενε μαζί της και δεν είχε την ελευθερία της ή γιατί δεν ήθελε να δουλεύει ως πολύ αργά το βράδυ. Δεν μας διαφεύγει δε ότι η εκμετάλλευση της παραπονούμενης, δεν διακόπηκε παρά μόνο με την παρέμβαση της Αστυνομίας στις ΧΧΧ. Αναφορικά με την θέση του συνήγορου υπεράσπισης ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν επιβαρυντικοί παράγοντες από αυτούς που προνοούνται στο άρθρο 13 του Νόμου 60(Ι)/2014, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό πράγματι ισχύει. Η έλλειψη όμως τέτοιων δεν μειώνει την σοβαρότητα της υπόθεσης, ο βαθμός της οποίας προκύπτει από την ως άνω αναφερόμενη συμπεριφορά και τις ενέργειες του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης. Σε σχέση δε με την αναφορά του κ. Σαουρή στην Ismail (ανωτέρω), η οποία έγινε για να στηρίξει την θέση του ότι τα γεγονότα της τελευταίας είναι πολύ πιο σοβαρά από αυτά της παρούσας και για να καταδείξει έτσι το μέτρο της ποινής, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πράγματι τα γεγονότα στην εν λόγω υπόθεση ήταν σοβαρά και διαφέρουν από αυτά της παρούσας. Από την άλλη όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το ότι οι ποινές στην υπόθεση εκείνη επιβλήθηκαν με βάση τον νόμο 87(Ι)/2007 (ο οποίος αντικαταστάθηκε από το Νόμο 60(Ι)/2014) και τα αντίστοιχα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 της παρούσας, εκεί προνοούσαν ποινές φυλάκισης 15 και 10 χρόνων αντίστοιχα (βλ. τα άρθρα 5 και 9 του Νόμου 87(Ι)/2007). Δεν μας διαφεύγει δε ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 40/15, ημερ. 25.11.2016). Στο σημείο αυτό δέον όπως επισημανθούν και τα ακόλουθα: Δεν μας διαφεύγει ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις επίδικες κατηγορίες αποτελεί ενάσκηση συνταγματικά κατοχυρωμένου και αναφαίρετου δικαιώματος του, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η μη παραδοχή του όμως είχε ως αποτέλεσμα η παραπονούμενη να καταθέσει ως μάρτυρας και να αναβιώσει, μέσω της αφήγησης των γεγονότων στο Δικαστήριο, τα όσα έζησε ως αποτέλεσμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του σε βάρος της. Ως δε έχει νομολογηθεί η διεξαγωγή δίκης, με όσες επώδυνες συνέπειες επιφέρει για το θύμα, στερεί τον κατηγορούμενο της ευκαιρίας μείωσης της ποινής, η οποία θα επιβαλλόταν κατόπιν παραδοχής (βλ. Hamieh ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Δ.Δ. 259, Tarita v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 106, ημερ. 8.7.2016 και Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Δεν μπορεί επίσης να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε μεταμέλεια για τις σοβαρές παράνομες πράξεις του κατά της παραπονούμενης. Πάρα τα πιο πάνω, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα έθεσε ενώπιον μας ο συνήγορος του. Συγκεκριμένα: Λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος, ηλικίας XXX ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που του δίδει δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις και συγκεκριμένα: · Ότι είναι διαζευγμένος και πατέρας δύο ενήλικων παιδιών, ηλικίας XXX και XXX ετών αντίστοιχα, με τα οποία διατηρεί πολύ καλές σχέσεις. · Κατάγεται από την XXX και είναι ο δεύτερος από τα XXX αδέλφια του. · Η μητέρα του απεβίωσε το XXX, ενώ ο πατέρας του απεβίωσε στις XXX. · Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο και από Τεχνική Σχολή στον Κλάδο XXX/XXX, υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Στη συνέχεια εργάστηκε για δύο χρόνια ως συγκολλητής και ακολούθως ως σερβιτόρος. Λειτούργησε για κάποιο διάστημα δική του καφετέρια ενώ ασχολήθηκε και με το εμπόριο. · Στο παρελθόν αντιμετώπιζε προβλήματα αλκοολισμού, αλλά δεν έχει ενταχθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα απεξάρτησης. · Παρουσιάζει σακχαρώδη διαβήτη και χοληστερόλη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου απεβίωσε ενώ ο τελευταίος τελούσε υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, γεγονός θλιβερό και που ήταν δύσκολο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αυτό όμως στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα, στα οποία παρατηρείται έξαρση και ως εκ τούτου, προς καταστολή τους προβάλλει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 382, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ασσιώτη
(2010)2 Α.Α.Δ. 67 και Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:B24). Δεν παραγνωρίζουμε δε ότι ο κατηγορούμενος θα εκτίσει την όποια ποινή φυλάκισης του επιβληθεί, εν καιρώ πανδημίας, με όλους τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που αυτή έχει επιφέρει και επηρέασε και επηρεάζει τον κατηγορούμενο κατά τον χρόνο της κράτησης του. Σε σχέση με τη θέση του κ. Σαουρή ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψην προς όφελος του κατηγορούμενου ότι, «ως συνάγεται από την τελική απόφαση του Δικαστηρίου», παραβιάστηκε το δικαίωμα της ιδιωτικής επικοινωνίας αυτού, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που αποφασίσθηκε είναι ότι συγκεκριμένες επικοινωνίες του κατηγορούμενου, που περιλαμβάνονταν στο τεκμήριο 32 δεν καλύπτονταν από το σχετικό Δικαστικό Διάταγμα και για αυτό δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει ο συνήγορος δεν προσδιόρισε πως αυτό επηρέασε τον κατηγορούμενο και τα δικαιώματα του, ώστε να κριθεί ότι αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψην στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής. Τέλος ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος του κατηγορούμενου είναι και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα εφόσον η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στα πλαίσια αυτά εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψην, μεταξύ άλλων, οι λόγοι της καθυστέρησης, περιλαμβανομένης της όποιας ευθύνης φέρει για αυτήν ο κατηγορούμενος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία τείνει ασφαλώς προς μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην προκειμένη τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ XXX XXX και XXXX. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις XXX. Στις XXX καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση υπ' αρ. XXX/2020 και ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στις XXX. Την XXX καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης στην υπόθεση εκείνη και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Την ίδια ημέρα (XXX) καταχωρήθηκε και παραπέμφθηκε ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, εναντίον του κατηγορούμενου και της πρώην κατηγορούμενης 2, η παρούσα υπόθεση. Στην πορεία καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον της κατηγορούμενης 2, η οποία απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Η ακρόαση της παρούσας άρχισε στις XXX. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι καλούμαστε σήμερα να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, 16 περίπου μήνες μετά την σύλληψη του για την υπόθεση, καθυστέρηση για την οποία αυτός δεν φέρει ευθύνη. Πρόκειται για παράγοντα που λαμβάνεται υπόψην και θα προσμετρήσει δεόντως προς όφελος του. Έχοντας συνυπολογίσει όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αυτές της φυλάκισης. Ως εκ των άνω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 5: ποινή φυλάκισης 8 χρόνων. Στην κατηγορία 6: ποινή φυλάκισης 8 χρόνων. Στην κατηγορία 9: ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Στην κατηγορία 21: ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο χρόνος έκτισης των ποινών φυλάκισης μειώνεται κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 24/11/2020. Ως προς τα τεκμήρια: · Τα με αύξοντα αριθμό 1, 2, 4, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 19, 20, 21, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 30, στο τεκμηρίου 14 του Δικαστηρίου και τα υπ' αριθμό 16, 17, 18, 19, 22, 23, 25 και 26 του Δικαστηρίου, να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. · Τα με αύξοντα αριθμό 6, 7, 8, 18, στο τεκμήριο 14 του Δικαστηρίου και τα υπ' αριθμό 20, 21 και 24 του Δικαστηρίου, να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα χρηματικά ποσά:
(1)των €95 (με αύξοντα αριθμό 5 στο τεκμήριο 14 του Δικαστηρίου),
(2)των €650 (με αύξοντα αριθμό 14 στο τεκμήριο 14 του Δικαστηρίου),
(3)των €630 (με αύξοντα αριθμό 29 στο τεκμήριο 14 του Δικαστηρίου) και
(4)των €900 (με αύξοντα αριθμό 34 στο τεκμήριο 14 του Δικαστηρίου), διατάσσεται όπως δημευθούν και κατατεθούν, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Νόμου 60(Ι)/2014, στο Ταμείο Θυμάτων Εμπορίας και Εκμετάλλευσης που εγκαθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 62 του ίδιου Νόμου. Tα έξοδα της διαδικασίας, ήτοι €120 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο