Δημοκρατία ν. Βαφειάδης κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 29/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:24 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15248/2020 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και
- ΧΧΧ Βαφειάδης
- ΧΧΧ Ιακωβίδης
- ΧΧΧ Αχιλλέως
- ΧΧΧ Tsachidou
- ΧΧΧ Παύλου
- ΧΧΧ Τσολακίδης Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29.3.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Σταυρινίδης με κ. Γρ. Σαββίδης Για τον κατηγορούμενο 2: κ. N. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου με κ. Γ. Νεάρχου Για τον κατηγορούμενο 6: κ. Σ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός δίκης αρ. 2) Όταν ο αστ. XXXXX Δ. Καρακώστα, επιχείρησε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήρια, τα δύο κινητά τηλέφωνα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 3[1], μετά από σωματική έρευνα, ως επίσης και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν εντός του οχήματος με αρ. εγγραφής XXX5, που οδηγούσε ο τελευταίος[2], καθώς και τις απαντήσεις που έδωσε μετά την ανακοπή του μέχρι και την παράδοση της γραπτής ειδοποίησης, δυνάμει του άρθρου 5 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 έφερε ένσταση στην παρουσίασή τους και ζήτησε όπως διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, για όλα τα πιο πάνω. Οι λόγοι ένστασης, ως καθορίστηκαν, εστιάζονται στο ότι ο εντοπισμός των πιο πάνω τεκμηρίων και οι δηλώσεις του κατηγορούμενου 3 ήταν προϊόν παράνομης, αντισυνταγματικής, ανακοπής του οχήματος και κράτησης του κατηγορούμενου 3, όπως και της έρευνας που επακολούθησε τόσο στον ίδιο όσο και στο όχημα. Έτσι, ήταν η θέση του ότι υπήρξε παραβίαση των Άρθρων 11, 13, 15, 17, 19 και 23 του Συντάγματος. Περαιτέρω, ως τέθηκε, η έρευνα και οι απαντήσεις που δόθηκαν κατ' εκείνο το στάδιο, ήταν προϊόν παρανομίας, αφού δεν παρασχέθηκε σ' αυτόν το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου που προβλέπει για τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση (Ν.163
(1)/2005) και της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι θα πρέπει να διεξαχθεί μία δίκη εντός δίκης, για όλα τα πιο πάνω ζητήματα, επισημαίνοντας ότι οι δηλώσεις αυτές καθ' εαυτές δεν περιέχουν ενοχοποιητικά στοιχεία, πλην όμως, θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, τα οποία δυνατό να οδηγούσαν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, συμφώνησε στη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για την επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων και το Δικαστήριο, με προηγούμενη ενδιάμεση απόφασή του, διέταξε τη διεξαγωγή της, καθορίζοντας το σχετικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, έδωσαν μαρτυρία, ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου και ο αστ. XXXXX Κ. Χατζησωτηρίου, ως επίσης δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Από την άλλη πλευρά, δικαιωματικά, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου, ανάφερε ότι στις 26.5.2020 λήφθηκε πληροφορία ότι ο ΧΧΧ Βαφειάδης, ο οποίος διαμένει στη Λάρνακα, θα παραλάμβανε, την επόμενη ημέρα, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών που εισάχθηκε στην Κύπρο και ότι αυτά βρίσκονταν στην αποθήκη με την επωνυμία Blue Ice Navigation, στη Λεμεσό. Από εξετάσεις που ακολούθησαν σ' αυτή, από μέλη της ΥΚΑΝ, εντοπίστηκαν 72 κιλά κάνναβης, τα οποία, μετά από σχετική έγκριση, αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα και ακολούθησε διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης. Έτσι, ο πιο πάνω μάρτυρας, γύρω στις 08:30 εγκαταστάθηκε στην περιοχή που βρίσκεται η εν λόγω εταιρεία και μέσω ασυρμάτου πληροφορήθηκε ότι η ομάδα παρακολούθησης, η οποία βρισκόταν στην οδό Διόσκουρων, όπου διαμένει ο ΧΧΧ Βαφειάδης, στη Λάρνακα, εντόπισε το όχημα με αρ. εγγραφής XXX2, τύπου βαν, να παραλαμβάνει τον τελευταίο από την οικία του. Το εν λόγω όχημα έφτασε στη Λεμεσό γύρω στις 09:35, και εισήλθε στον περιφραγμένο χώρο της εταιρείας. Τα δύο άτομα που επέβαιναν σ' αυτό παρέμειναν στο χώρο για περίπου 20 λεπτά και, αφού παρέλαβαν τα κιβώτια, αναχώρησαν. Τότε, δόθηκαν οδηγίες για παρακολούθηση του οχήματος. Αρχικά, κατευθύνθηκε στην περιοχή του Αγ. Ιωάννη, στη Λεμεσό, όπου σταμάτησε στην οδό Γιαλούσας. Παρέμεινε στο συγκεκριμένο χώρο για αρκετή ώρα και, σύμφωνα με τα μηνύματα που άκουγε από τον ασύρματο, οι δύο επιβαίνοντες σ' αυτό κατέβηκαν, μιλούσαν στα τηλέφωνα και περιφέρονταν άσκοπα στο χώρο. Γύρω στις 10:52 έλαβε μήνυμα ότι το όχημα αναχώρησε και κατευθύνθηκε προς τον κυκλικό κόμβο Αγ. Γεωργίου Χαβούζας, εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση προς Πάφο, εξήλθε από την έξοδο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και αφού κατευθύνθηκε προς αυτό, έστριψε δεξιά στην οδό
- Ακολούθως, πληροφορήθηκε ότι τα πρόσωπα που επέβαιναν σ' αυτό, ακολουθούσαν το όχημα με αρ. εγγραφής XXX5, το οποίο κατευθυνόταν προς την αυτοστέγαση Πολεμιδιών και σ' αυτό επέβαιναν δύο πρόσωπα. Στη συνέχεια και περί ώρα 11:07, ενημερώθηκε μέσω ασυρμάτου ότι τα δύο οχήματα σταμάτησαν το ένα πλάι στο άλλο, σε αδιέξοδο της οδού 131 και έπειτα ξεκίνησαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου ακολουθούσε το όχημα XXX2, το οποίο εισήλθε στην οδό Καντάρας και εισήλθε σε χωματόδρομο, προέκταση της πιο εν λόγω οδού και αφού προχώρησε, έκανε επαναστροφή, επιστρέφοντας στην οδό Καντάρας. Αμέσως, άκουσε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής XXX5 εισήλθε στην οδό Καντάρας από παρακείμενο χωράφι και ότι σ' αυτό βρισκόταν μόνο ο οδηγός. Ακολούθως, έλαβαν οδηγίες για ανακοπή των δύο οχημάτων με την πρώτη ευκαιρία, αφού υπήρχαν υποψίες ότι η ομάδα παρακολούθησης έγινε αντιληπτή. Ο πιο πάνω μάρτυρας ακολούθησε το όχημα με αρ. εγγραφής XXX2, το οποίο ανακόπηκε η ώρα 11:19, στην είσοδο του αυτοκινητόδρομου από το Νοσοκομείο προς Λευκωσία. Τότε, αναχώρησε για βοήθεια άλλου συναδέλφου του, ο οποίος ακολουθούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXX
- Γύρω στις 11:40, στην οδό Δώρου Λοίζου, ανέκοψαν το εν λόγω όχημα. Ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου τοποθέτησε το όχημά του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορέσει να διαφύγει το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, το οποίο, να σημειωθεί, βρισκόταν σταματημένο και η μηχανή του σε λειτουργία. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι ο λόγος που έγινε ανακοπή του οχήματος ήταν διότι υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ενεχόταν στη διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών. Θεώρησαν ότι το όχημα που παρέλαβε τα ναρκωτικά θα συναντήσει τον παραλήπτη ή θα μεταβεί στο σημείο φύλαξής τους. Ως ανάφερε, το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3 ακολουθούσε για μεγάλη απόσταση το όχημα που μετέφερε τα ναρκωτικά, εισήλθαν σε αδιέξοδο και σταμάτησαν το ένα δίπλα στο άλλο. Ήταν η θέση του, πως ήταν ξεκάθαρο ότι, το όχημα που μετέφερε τα ναρκωτικά ακολουθούσε το άλλο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος
- Περαιτέρω, ως πληροφορήθηκε, οι επιβαίνοντες στα δύο οχήματα συνομίλησαν μεταξύ τους, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και ειδικότερα, ότι, «. από το σύνολο της μαρτυρίας στο φάκελο της υπόθεσης που έχει στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή, δεν προκύπτει ότι οι επιβαίνοντες . [των δύο πιο πάνω οχημάτων] είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε συνομιλία όταν τα δύο οχήματα συναντήθηκαν πλάι-πλάι, σε αδιέξοδο στην οδό 131ος δρόμος Πολεμιδιών, στις 27.5.2020.». Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του διευκρίνισε ότι και να μην συνομιλούσαν οι επιβαίνοντες των δύο οχημάτων, δεν μετέβαλε την υπόνοια που του δημιουργήθηκε, σχετικά με το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος
- Η ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο τελευταίος, ως δήλωσε, έγινε με βάση τον περί Αστυνομίας Νόμο και η έρευνα έγινε για να εντοπιστεί οτιδήποτε το οποίο σχετιζόταν με την εισαγωγή και τη διακίνηση των επίδικων ναρκωτικών. Όπως έχει αναφερθεί, το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, ανακόπηκε. Όταν ο λοχ.1974 Μ. Γιάννου προσέγγισε τον κατηγορούμενο 3, τον πληροφόρησε για την ιδιότητά του. Γύρω στις 11:42, του ανάφερε ότι έχει πρόθεση να ερευνήσει τόσο τον ίδιο όσο και το αυτοκίνητο που οδηγούσε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «Κάμε ότι νομίζεις μάστρε». Μετά από έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο 3, εντοπίστηκαν δύο κινητά τηλέφωνα. Τον πληροφόρησε ότι θα τα παραλάβει για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων και όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «μάστρε μου εν τα τηλέφωνα μου, δε τα». Ακολούθως, γύρω στις 11:53, ερεύνησε, στην παρουσία του κατηγορούμενου 3, το πιο πάνω όχημα, όπου εντόπισε, (i) ένα χάρτινο κουτί καινούργιας συσκευής τηλεφώνου μάρκας Nokia. Όταν τον πληροφόρησε ότι θα το παραλάβει για εξετάσεις και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «εν δικό μου παλιό», (ii) ένα κλειδί αυτοκινήτου μάρκας Nissan, με μπρελόκ, ως επίσης και ένα άλλο κλειδί. Όταν τον πληροφόρησε ότι θα τα παραλάβει για εξέταση και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «έννε δικό μου, εν του παρέα μου του Μαρίνου που ήταν μαζί μου το πρωί και πρέπει να το ξίασε», (iii) έναν ασύρματο. Όταν τον πληροφόρησε ότι θα το παραλάβει για εξετάσεις και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «έχω το για το κυνήγι», (iv) ένα τσανάκι μέσης, το οποίο είχε μέσα το πορτοφόλι του κατηγορούμενου 3, το οποίο περιείχε €145, δύο πιστωτικές κάρτες και ένα κομμάτι χαρτί Α4, στο οποίο αναγράφονταν διάφορα ονόματα με ποσά και ονομασία ναρκωτικού. Όταν τον πληροφόρησε ότι θα το παραλάβει για εξετάσεις και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 3 δεν απάντησε οτιδήποτε. Η σωματική έρευνα και η έρευνα στο όχημα που οδηγούσε διήρκησε περίπου 22 λεπτά (11:43-12:05). Περαιτέρω, δήλωσε ότι, όταν βρισκόταν στο χώρο, δεν προέβη σε ανάκριση του κατηγορούμενου 3, παρά μόνο, όταν εντόπιζε τα αντικείμενα που περιγράφονται, πιο πάνω, του εφιστούσε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 έδιδε τις απαντήσεις για τις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω. Στη συνέχεια, έφτασε στο μέρος ο αστ. 1965 Κ. Χατζησωτηρίου, ο οποίος, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι μετέβηκε στη σκηνή στις 12:25 και εξέφρασε τις υποψίες του στον κατηγορούμενο 3 ότι, τόσο ο ίδιος όσο και το όχημα πιθανόν να είχαν σχέση με διερευνώμενη υπόθεση παράνομης εισαγωγής και διακίνησης ναρκωτικών και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «δεν έχω καμία σχέση». Ακολούθως, η ώρα 12:35, παρέδωσε στον κατηγορούμενο 3, γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, για παρουσίασή του στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, προς τον σκοπό εξέτασης και λήψης κατάθεσης σχετικά με την υπόθεση ναρκωτικών (βλ. Τεκ. 1). Στην πιο πάνω ειδοποίηση, όπως αναγνώρισε, δεν καθόρισε την ώρα παρουσίασης του κατηγορούμενου 3, καθότι, ως ανάφερε, από τα όσα του δήλωσε ο κατηγορούμενος 3, αντιλήφθηκε ότι θα μετέβαινε μαζί τους. Επίσης, ανάφερε στον κατηγορούμενο 3, ότι θα μεταφέρει το όχημα του στην ΥΚΑΝ Λεμεσού για να τύχει εξέτασης και αφού του επέστησε, εκ νέου, την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «καλό παιδκιά, έν έσιει πρόβλημα, εν να έρτω μαζί σας». Ακολούθως, η ώρα 12:40, στην παρουσία του κατηγορούμενου 3, σφράγισε το αυτοκίνητο και οι δύο υπέγραψαν τη σχετική σφράγιση. Στη συνέχεια, η ώρα 13:00, προσήλθε στο μέρος ρυμουλκό, όπου μετέφερε το αυτοκίνητο στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Τόσο ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου όσο και ο αστ. XXXXX Κ. Χατζησωτηρίου, στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους ανάφεραν ότι, καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος 3, βρισκόταν στο συγκεκριμένο μέρος, δεν τελούσε υπό σύλληψη ούτε και περιορίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η ελευθερία του. Ήταν ελεύθερος να φύγει και ως αναφέρθηκε, ήταν πλήρως συνεργάσιμος. Σε κάποια στιγμή, ενώ βρισκόντουσαν στο συγκεκριμένο χώρο, μετέβηκε μια γυναίκα και όταν ο αστ. Κ. Χατζησωτηρίου ρώτησε σχετικά τον κατηγορούμενο 3, αυτός του ανάφερε ότι ήταν η γυναίκα του, την οποία έδιωξε από το χώρο. Αντεξεταζόμενα, τα δύο πιο πάνω μέλη της Αστυνομικής Δύναμης αναγνώρισαν ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν πληροφόρησαν τον κατηγορούμενο 3 για το δικαίωμα πρόσβασής του σε δικηγόρο, καθότι, ως ανάφεραν, δεν συνελήφθηκε. Ως αναφέρθηκε, αν επιθυμούσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με δικηγόρο, θα του δινόταν το κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε παραλάβει ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή, πως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι στοιχεία μαρτυρίας που επιχειρεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο δεν μολύνονται από αντισυνταγματική, παράνομη ή άλλως πως, επιλήψιμη ενέργεια ή παράλειψη της Αστυνομίας. Θα προσεγγίσουμε τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί στη δίκη εντός δίκης προκειμένου να αποφασίσουμε τα επίδικα θέματα, έχοντας πάντα κατά νου, ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων. Αυτή η αναγκαιότητα επιβάλλει περιορισμούς στο σχολιασμό της μαρτυρίας, αλλά και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Ioannides v. The Republic
(1968)2 Α.Α.Δ. 169 και Petri v. The Police
(1968)2 Α.Α.Δ. 40). Συνεπώς, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα γίνει υπό το φως της Νομολογίας και θα περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα ώστε να καλυφθούν με επάρκεια οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθηκαν στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και τίποτε άλλο (βλ. Στυλιανού ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 268/2015, ημερ. 13.12.2018), ECLI:CY:AD:2018:B534. Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο, και δεν υπάρχει δυνατότητα αξιολόγησης σε αυτή, μαρτυρίας που έχει προσαχθεί στην κυρίως δίκη για να καταλήξει ένα Δικαστήριο σε ευρήματα (βλ. Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 Α.Α.Δ. 177). Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει υπόψη μας, το σύνολο της μαρτυρίας και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων και ιδιαίτερα, την εμπεριστατωμένη και εκτεταμένη επιχειρηματολογία του συνηγόρου του κατηγορούμενου 3. Θα σταθούμε σ' αυτές, εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας. Αναφορικά με τους μάρτυρες που κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, επισημαίνεται ότι δεν υπέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους, για ό,τι αποτελεί ζητούμενο στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι, ως πληροφορήθηκε, τα πρόσωπα που επέβαιναν στα δύο οχήματα (όταν σταμάτησαν το ένα δίπλα στο άλλο) συνομίλησαν μεταξύ τους, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Κατ' αρχάς, επισημαίνεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο, μετέφερε στο Δικαστήριο, τα όσα πληροφορήθηκε και η πιο πάνω αναφορά του, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα δεν είναι ικανή να συνθλίψει τη μαρτυρία του, στην ολότητά της, για ότι αποτελεί ζητούμενο στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Επομένως, η μαρτυρία του λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου, γίνεται αποδεκτή, σε όση έκταση δεν έρχεται σε αντίθεση με το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός, ως επίσης, αποδεκτή, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, γίνεται και η μαρτυρία του αστ. 1965 Κ. Χατζησωτηρίου για ό,τι αποτελεί ζητούμενο στην υπό εξέταση περίπτωση. Θα επανέλθουμε στη μαρτυρία, όταν θα εξετάζουμε τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Εισήγηση ότι η ανακοπή και η έρευνα που έγινε τόσο στον κατηγορούμενο 3 όσο και στο όχημα που οδηγούσε, ήταν παράνομη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε ότι, τόσο η ανακοπή του οχήματος όσο και η έρευνα που επακολούθησε, ήταν προϊόν παράνομων ενεργειών, καθότι δεν υφίστατο εύλογη υποψία και δεν νομιμοποιείτο η έρευνα στη βάση της σχετικής νομοθεσίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση σχετικό είναι το άρθρο 28
(1)του περί Αστυνομίας Νόμου (Ν. 73
(1)/2004), το οποίο διαλαμβάνει ότι οποιοδήποτε µέλος της Αστυνοµίας: « (α) δύναται να ανακόπτει, κατακρατά και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ιδιαίτερα όταν- (
- i)το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή (
- ii)εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο ή (iii) το βλέπει να έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο για το οποίο απαιτείται άδεια βάσει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου την οποία και δύναται να απαιτήσει να του παρουσιάσει, ή (β) δύναται να ανακόπτει και ερευνά οποιοδήποτε µμεταφορικό μέσο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου..» Όπως έχει υποδειχθεί στην Al Hamad v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 117, παρόλο που οι έννοιες των λέξεων "πίστη" και "υποψία" (υπόνοια) δεν είναι ταυτόσημες, καταλήγουν να έχουν την ίδια σημασία στα πλαίσια των άρθρων 10, 25 και 26 του Κεφ. 155, και άλλων διατάξεων της νομοθεσίας που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας και την κατάσχεση αντικειμένων που θεωρούνται αναγκαία και ουσιαστικά τεκμήρια για την υπόθεση που διερευνάται. Όπως έχει νομολογηθεί, εύλογη υπόνοια ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, προϋποθέτει την ύπαρξη γεγονότων ή πληροφοριών, τα οποία ικανοποιούν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι πρόσωπο πιθανόν να διέπραξε αδίκημα (βλ. Demirtas v. Turkey (no. 2), App.no. 14305/2017, ημερ. 22.12.2020 και Kavalla v. Turkey, App.no. 28749/2018, ημερ. 10.12.2019). Στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Kirnouyan κ.ά.
(1996)2 A.A.Δ. 126, η οποία αφορούσε ανακοπή οχήματος, τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο η ανακοπή και η έρευνα οχήματος, χωρίς δικαστικό ένταλμα, αλλά με επίκληση πληροφορίας ότι «ενεχόταν» σε διακίνηση ναρκωτικών, συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας. Με αναφορά στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ανακοπή οχήματος δεν επάγεται αναπόφευκτα τέτοια στέρηση. Σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τέμνει μεταξύ της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας που διασφαλίζει το άρθρο 5
(1)της Σύμβασης και του απλού περιορισμού των κινήσεων που σταθερά κρίνεται πως δεν συνιστά παραβίαση αυτού τον δικαιώματος. (βλ. Engel and Others, Eur.Court H.R. Series A, Vol. 22, Guzzardi Eur.Court H.R. Series A. Vol. 39, Morphou Gendarmerie v. Michael 2 R.S.C.C. 103, Hojemeister ν. Federal Republic of Germany European Commission Human Rights, ημερομηνίας 6 Ιουλίου 1981, που αναφέρεται στη μονογραφία τοy J.L. Murdoch Article 5 of the European Convention of Human Rights - The protection of liberty and security of person
- 'Οπως ακριβώς αποφασίστηκε και στην Morphou Gendarmerie v. Michael (ανωτέρω) σε σχέση με την ακινητοποίηση οχήματος από αστυνομικό εν στολή όπως την εξουσιοδοτούσε ο Κανονισμός 58.1(p) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Κανονισμών τον
- Και επίσης στις ΗΠΑ κατά τον προσδιορισμό των δυνατοτήτων για διεξαγωγή έρευνας πάνω στη βάση "probable cause" στο πλαίσιο των διατάξεων της τέταρτης τροποποίησης τον Συντάγματός τους. (βλ. Bailey v. United States
(1967)128 App. D.C. 354, Terry v. Ohio
(1968)392 U.S. 1 20 Λ. Εδ. 2d 889). Πολύ λιγότερο όταν, στην Κύπρο, οι περιορισμοί. ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα, το άρθρο 16 του οποίου Θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας. . Η ανακοπή λοιπόν και η ακινητοποίηση οχήματος, με σκοπό την έρευνα, διενεργούμενη εντός των ορίων των πιο πάνω άρθρων, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας· όσο και εάν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων.» Όταν μια νομοθεσία παρέχει σε εκτελεστικό όργανο του κράτους την εξουσία άσκησης, επί τη βάσει εύλογης υπόνοιας, περιοριστικών μέτρων χωρίς δικαστική εξουσιοδότηση, τότε εναπόκειται στο όργανο να καταδείξει ότι είχε εύλογους λόγους να ενεργήσει όπως ενήργησε, ζήτημα που θα κριθεί τελικά από το Δικαστήριο. Να καταδείξει δηλαδή, ότι υπήρχαν γεγονότα εκ των οποίων εύλογα δημιουργήθηκε υπόνοια και εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο τα γεγονότα, όντως προκαλούσαν εύλογη υπόνοια. H καλή πίστη του οργάνου, εν προκειμένω των αστυνομικών, δεν αρκεί. Ούτε το ζητούμενο μπορεί να κριθεί επί τη βάσει της δικής τους πεποίθησης ότι είχαν εύλογη αιτία (βλ. απόφαση του Lord Atkin στην υπόθεση Liversidge v. Anderson and another [1941] 3 All E.R. 338, 350-351). Όπως σχετικά αναφέρεται και στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 11
(1), σελ. 491: «There must be some concrete basis for the officer's suspicion related to the individual person concern, which can be considered and evaluated by an objective third person.». Από την άλλη, όπως στο ίδιο σημείο αναφέρεται: «Reasonable suspicion does not require certainty that an unlawful article is being carried; nor does the officer concerned have to be satisfied of this beyond reasonable doubt. Reasonable suspicion in contrast to mere suspicion must be founded on fact.» Ενώ, ως άνω, η καλή πίστη του αστυνομικού δεν αρκεί, πάντως αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Πρέπει αφενός, o ίδιος o αστυνομικός, ειλικρινά να πιστεύει ότι η ενέργεια του είναι αναγκαία για την διαλεύκανση των αδικημάτων που διερευνά, και αφετέρου, οι πληροφορίες που έχει να δικαιολογούν αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του (βλ. ΑΙ - Hamad κ.α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Οι αστυνομικοί, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να ενεργούν με αλλότρια κίνητρα ή αυθαίρετα ή με κατάχρηση της εξουσίας που τους παρέχεται, ούτε κατά τρόπο που οι ενέργειές τους να είναι δυσανάλογες προς τις ανάγκες που προκύπτουν τη δεδομένη στιγμή (βλ. Αρέστης Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/2008, ημερ. 12.7.2010, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Βαρνάβα Χριστοφή, Ποιν. Έφ. 82/2009, ημερ. 21.4.2010). Στην υπό εξέταση περίπτωση, στις 26.5.2020 λήφθηκε πληροφορία ότι ο ΧΧΧ Βαφειάδης, ο οποίος διαμένει στη Λάρνακα, θα παραλάμβανε, την επόμενη ημέρα, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών που εισάχθηκαν στην Κύπρο και ότι αυτά βρίσκονταν στην αποθήκη με την επωνυμία Blue Ice Navigation, στη Λεμεσό. Από εξετάσεις που έγιναν σε αυτή, εντοπίστηκαν 72 κιλά κάνναβης, τα οποία, μετά από σχετική έγκριση, αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα και ακολούθησε διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης. Μέλη της Αστυνομίας έθεσαν υπό παρακολούθηση, τόσο το πιο πάνω πρόσωπο όσο και την πιο πάνω αποθήκη. Στις 27.5.2020, γύρω στις 08:30, το εν λόγω πρόσωπο με άλλο, αναχώρησαν από την Λάρνακα με το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ2 και μετέβηκαν στην πιο πάνω αποθήκη, γύρω στις 09:35, και αφού παρέλαβαν τα ύποπτα πακέτα, αναχώρησαν από το χώρο μετά από πάροδο 20 περίπου λεπτών. Στην συνέχεια κατευθύνθηκαν στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό, όπου σταμάτησαν στην οδό Γιαλούσας. Οι δύο επιβαίνοντες σ' αυτό, κατέβηκαν, μιλούσαν στα τηλέφωνα και περιφέρονταν άσκοπα στο χώρο. Γύρω στις 10:52, το όχημα αναχώρησε και κατευθύνθηκε στην οδό 143ο δρόμο. Ακολουθούσαν το όχημα με αρ. εγγραφής XXX5, το οποίο είχε κατεύθυνση προς την αυτοστέγαση Πολεμιδιών. Στο τελευταίο αυτό όχημα αρχικά επέβαιναν δύο πρόσωπα. Στη συνέχεια, τα δύο οχήματα σταμάτησαν το ένα πλάι στο άλλο, σε αδιέξοδο άλλης οδού, ήτοι της οδού 131ο δρόμο και έπειτα ξεκίνησαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Το όχημα XXX2 εισήλθε στην οδό Καντάρας και εισήλθε σε χωματόδρομο, προέκταση της πιο εν λόγω οδού και αφού προχώρησε, έκανε επαναστροφή, επιστρέφοντας στην οδό Καντάρας. Το όχημα με αρ. εγγραφής XXX5 εισήλθε και αυτό στην οδό Καντάρας από παρακείμενο χωράφι και κατ' εκείνη τη στιγμή, σ' αυτό βρισκόταν μόνο ο οδηγός. Ακολούθως, τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης έλαβαν οδηγίες για ανακοπή των δύο οχημάτων με την πρώτη ευκαιρία, αφού υπήρχαν υποψίες ότι η ομάδα παρακολούθησης έγινε αντιληπτή. Γύρω στις 11:40, στην οδό Δώρου Λοίζου, ανακόπηκε το όχημα με αρ. εγγραφής XXX5 στο οποίο επέβαινε μόνον ο κατηγορούμενος
- Επί των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η πληροφορία που κατείχε η Αστυνομία ήταν συγκεκριμένη ότι ο ΧΧΧ Βαφειάδης θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών από την αποθήκη, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, τα οποία εντοπίστηκαν και αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα. Η Αστυνομία έθεσε υπό παρακολούθηση, τόσο το συγκεκριμένο πρόσωπο όσο και την αποθήκη. Όταν παρέλαβε τα ύποπτα πακέτα, τον παρακολουθούσαν για να οδηγηθούν στον παραλήπτη ή στο σημείο όπου αυτά θα φυλάσσονταν. Σε κάποια στιγμή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το όχημα που επέβαινε ο ΧΧΧ Βαφειάδης, στο οποίο υπήρχαν τα ομοιώματα, ακολουθούσε για απόσταση το όχημα στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος
- Κατευθύνθηκαν με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, και σταμάτησε το ένα δίπλα στο άλλο. Τα σοβαρά αδικήματα, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, εξακολουθούσαν να διαπράττονται και βρίσκονταν σε εξέλιξη. Κρίνοντας εξ αντικειμένου τα πράγματα, θεωρούμε πως, εύλογα ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου θεώρησε ότι το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 3, κατά τον επίδικο χρόνο, εμπλέκεται στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω και περαιτέρω, εύλογα θεώρησε ότι ο επιβαίνων σε αυτό- κατηγορούμενος 3- ενέχεται στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Έτσι, η περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 3 δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος 3 τελούσε υπό κράτηση - παράνομο περιορισμό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3, εισηγήθηκε ότι η λήψη των δύο κινητών, κατά την σωματική έρευνα του κατηγορούμενου 3, ήταν αποτέλεσμα του παράνομου περιορισμού του τελευταίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ο κατηγορούμενος 3 δεν τελούσε υπό κράτηση και δεν περιορίστηκε η ελευθερία του καθ' οιονδήποτε τρόπο, κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι το όχημα που επέβαινε ο τελευταίος, ανακόπηκε με τον τρόπο που περιέγραψε ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου, ώστε να μην μπορεί να φύγει (το αυτοκίνητο), πλην όμως η ανακοπή δεν συνιστούσε στέρηση της ελευθερίας του. Ο κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ήταν πλήρως συνεργάσιμος και παρέμεινε οικειοθελώς, στο χώρο. Εισήγηση ότι δεν πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος 3 ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Έχοντας κρίνει ότι η ανακοπή, τόσο του προσώπου όσο και του μεταφορικού μέσου ήταν καθόλα νόμιμη, υπό τις περιστάσεις, στη συνέχεια θα εξετάσουμε την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 3 ότι η έρευνα που έγινε και οι απαντήσεις που δόθηκαν από αυτόν, ήταν παράνομες καθότι δεν πληροφορήθηκε για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Το δικαίωμα ενημέρωσης και επικοινωνίας δικηγόρων, ρυθμίζεται από το δίκαιο μας, από το άρθρο 3
(2)(α) του περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση (Ν.163
(1)/2005 - στο εξής θα καλείται «ο Νόμος»), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3
(2)Πρόσωπο, το οποίο συλλαμβάνεται από μέλος της Αστυνομίας δικαιούται αμέσως μετά τη σύλληψή του και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως τηλεφωνικά- (α) με δικηγόρο της δικής του επιλογής χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου.» Περαιτέρω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 3(2Α) του Νόμου, πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται από την Αστυνομία, ως ύποπτος ή ως κατηγορούμενος, έχει πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τις ακόλουθες χρονικές στιγμές, ανάλογα με το ποια προκύπτει πρώτη: (α) Προτού ανακριθεί από την Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, (β) εγκαίρως προτού προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου, (γ) κατά τη διενέργεια έρευνας ή συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από την Αστυνομία Κύπρου ή άλλη αρμόδια αρχή. Το δε άρθρο 37(γ), του Νόμου, ρητά προνοεί ότι ο Νόμος εφαρμόζεται επίσης «τηρουμένων των αναλογιών, σε πρόσωπο που ενώ αρχικά δεν είναι ύποπτος ή κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του από την Αστυνομία Κύπρου ή άλλο αρμόδιο πρόσωπο, καθίσταται ύποπτος ή κατηγορούμενος». Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση F.L.H. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 4/2020, ημερ. 31.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:D32 (απόφαση πλειοψηφίας), αμφότερα τα εδάφια 2(α) και (2Α) περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής τους σε πρόσωπα τα οποία συλλαμβάνονται. Και συνεπώς, δεν αφορούν σε πρόσωπα τα οποία δεν συλλαμβάνονται, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, αφού, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ο κατηγορούμενος 3, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο συγκεκριμένο μέρος, δεν τελούσε υπό κράτηση και ήταν ελεύθερος να φύγει. Σχετική με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είναι και η Οδηγία 2013/48/ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Οκτωβρίου του
- Το άρθρο 2 αυτής, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της, ρητά προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι η Οδηγία «εφαρμόζεται σε υπόπτους ή σε κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από τη στιγμή που λαμβάνουν γνώση από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, μέσω επίσημης ειδοποίησης ή με άλλο τρόπο, ότι θεωρούνται ύποπτοι ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξης, ασχέτως αν έχουν στερηθεί την ελευθερία τους. Εφαρμόζεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ήτοι μέχρις ότου κριθεί οριστικά αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιμέτρησης της ποινής και της εκδίκασης τυχόν προσφυγής. .» Το άρθρο 3 της Οδηγίας, προνοεί ότι: «
- Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων και κατηγορούμενων να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ασκούν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους πρακτικά και αποτελεσματικά.
- Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σε κάθε περίπτωση, οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες χρονικές στιγμές, ανάλογα με το ποια προκύπτει πρώτη: α) προτού εξεταστούν από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή· β) κατά τη διενέργεια ερευνητικής πράξης ή άλλης πράξης συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από ερευνητική ή άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ)· γ) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας· δ) όταν έχουν κλητευθεί ενώπιον δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις, εγκαίρως πριν παραστούν ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.
- Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο συνεπάγεται τα ακόλουθα: . γ) Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα να ζητούν την παράσταση του δικηγόρου τους στις ακόλουθες ερευνητικές πράξεις ή άλλες πράξεις συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο και εφόσον ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος υποχρεούται να παραστεί στη συγκεκριμένη πράξη: i) διέλευση προσώπων για αναγνώριση· ii) κατ' αντιπαράσταση εξετάσεις· iii) αναπαραστάσεις του εγκλήματος.» Στην υπόθεση F.L.H. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι η Οδηγία εφαρμόζεται και σε υπόπτους, ασχέτως αν έχουν στερηθεί την ελευθερία τους και, ως υποδείχθηκε, η τελευταία «. φαίνεται να έχει μεταφερθεί με εσφαλμένο τρόπο στο εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, οι διατάξεις της, οι οποίες αναγνωρίζουν δικαιώματα σε μεμονωμένα άτομα, είναι άνευ όρων και επαρκώς σαφείς και ακριβείς, ώστε η Οδηγία να έχει άμεση εφαρμογή και οι διατάξεις της να μπορούν να τύχουν επίκλησης από άτομο ενώπιον των Δικαστηρίων μας έναντι δημόσιας αρχής (Van Duyn, C-41/74, EU:C:1974:133).» Στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτελεί κοινό έδαφος ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, τόσο ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου όσο και ο αστ. XXXXX Κ Χατζησωτηρίου δεν πληροφόρησαν τον κατηγορούμενο 3 ότι είχε το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου ερεύνησε σωματικά τον κατηγορούμενο 3 και το όχημα στο οποίο επέβαινε και όταν εντόπιζε τα όσα επιχειρούνται να κατατεθούν, και αφού του εφιστούσε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός έδινε τις απαντήσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Ακολούθως, όταν ο αστ. XXXXX Κ. Χατζησωτηρίου μετέβηκε στο χώρο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «δεν έχω καμία σχέση». Στη συνέχεια, όταν του παρέδωσε τη γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, για παρουσίασή του στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, προς τον σκοπό εξέτασης και λήψης κατάθεσης σχετικά με την υπόθεση ναρκωτικών και όταν του ανάφερε ότι θα μεταφέρει το όχημά του στην ΥΚΑΝ Λεμεσού για να τύχει εξέτασης και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε, «καλό παιδκιά, έν έσιει πρόβλημα, εν να έρτω μαζί σας». Με βάση τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος 3, όντας ύποπτος, για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά δεν τελούσε υπό σύλληψη, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Διενεργήθηκε έρευνα, τόσο σε αυτόν όσο και στο όχημα στο οποίο επέβαινε, στη βάση εύλογων υπονοιών ότι ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων, για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Στο πλαίσιο αυτής, όταν ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου, παραλάμβανε αντικείμενα τα οποία εντοπίστηκαν στο σώμα του και στο όχημα που οδηγούσε, του εφιστούσε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 δήλωνε τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο, δεν συνιστούν ανάκριση ή εξέταση από μέλος της Αστυνομίας, ως η τελευταία αναφορά καθορίζεται στο άρθρο 3
(2)(α) της Οδηγίας. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, πρόθεση της Αστυνομίας ήταν να τον ανακρίνει σε μελλοντικό χρόνο και εξ' ου επέδωσε στον κατηγορούμενο 3, στον συγκεκριμένο χώρο, σχετική γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, για παρουσίαση στα γραφεία της ΥΚΑΝ για ανάκριση, σχετικά με τη διερευνόμενη υπόθεση. Επιπρόσθετα, η έρευνα που διενεργήθηκε τόσο στον κατηγορούμενο 3 όσο και στο μεταφορικό μέσο που αυτός επέβαινε, δεν εμπίπτει στην ερευνητική πράξη ή άλλη πράξη συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από αρμόδια αρχή, ως καθορίζονται στο άρθρο 3
(2)(β) της Οδηγίας, καθότι, το εν λόγω άρθρο παραπέμπει στην «παράγραφο 3 με στοιχείο γ», όπου ως τέτοιες καθορίζονται η διέλευση προσώπων για αναγνώριση, κατ' αντιπαράσταση εξετάσεις και οι αναπαραστάσεις του εγκλήματος, κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Στην υπό εξέταση περίπτωση, κατά τον επίδικο χρόνο που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης εντός δίκης, δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα πρόσβασης και επικοινωνίας του κατηγορουμένου 3 σε δικηγόρο. Για όλους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, ότι τόσο η σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενου 3 και στο όχημα που αυτός επέβαινε όσο και οι απαντήσεις που έδωσε κατά τον επίδικο χρόνο ήταν καθόλα νόμιμες και δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκτροπή από τα συνταγματικά και νομοθετικά θέσμια. Περαιτέρω, δεν υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση της Οδηγίας. Συνακόλουθα, επιτρέπεται η κατάθεση των επίμαχων τεκμηρίων και περαιτέρω αποδεκτές είναι και οι πιο πάνω δηλώσεις του κατηγορουμένου 3, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο της δίκης εντός δίκης. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Τεκμήρια με αύξων αρ. 57 και 58, που αναφέρονται στην κατάλογο τεκμηρίων. [2] Τεκμήρια με αύξων αρ. 59 έως και 62, που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο