← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Παρασκευαϊδου, Υπόθεση αρ.: 4000/2018, 18/3/2022

Δημοκρατίας ν. Παρασκευαϊδου, Υπόθεση αρ.: 4000/2018, 18/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:29 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, A.Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 4000/2018 Αίτηση ημερ.: 11.2.2022 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας αρχής και ΧΧΧ Παρασκευαϊδου Κατηγορούμενης ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 18/3/2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Αριστείδης Για την κατηγορούμενη: κ. Μ. Ιωάννου Κατηγορούμενη: παρούσα Ενδιάμεση Απόφαση H κατηγορούμενη, πριν ολοκληρωθεί η μαρτυρία της έκτης μάρτυρος που κλήθηκε από την υπεράσπιση, υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο, όπως παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο, προς γνωμοδότηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το ακόλουθο ζήτημα: "Α. Κατά πόσο το Κακουργιοδικείο δικαιούται να εξετάσει ή οφείλει να ασκήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο ή έρευνα αναφορικά με την καταστροφή μέρους των τεκμηρίων της υπόθεσης από πυρκαγιά την 21.07.2021 και κατά πόσο στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας ή εξέτασης ή ελέγχου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Περί Διαχείρισης τεκμηρίων σε Ποινικές Διαδικασίες Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019. Β. Σε περίπτωση πού το πιο πάνω ερώτημα απαντηθεί καταφατικά ποια είναι η έκταση και τα όρια τέτοιου παρεμπίπτοντος ελέγχου ή έρευνας ή εξέτασης από το Κακουργιοδικείο αν διαφέρουν ή είναι τα ίδια με την έρευνα που θα διενεργούσε οποιαδήποτε άλλη αρχή. Γ. Σε περίπτωση που το πιο πάνω ερώτημα απαντηθεί καταφατικά ποια είναι η έκταση και τα όρια τέτοιου παρεμπίπτοντος ελέγχου ή έρευνας ή εξέτασης από το Κακουργιοδικείο εν σχέση με το εξασέλιδο έγγραφο που ευρέθη στα τεκμήρια του φακέλου της υποθέσεως του Δικαστηρίου με επικεφαλίδα «Ανάλυση Κατηγορητηρίου συνδυαστικά με τα τεκμήρια» ενώ ουδέποτε είχε κατατεθεί τέτοιο τεκμήριο. Δ. Κατά πόσο το Κακουργιοδικείο δικαιούται και οφείλει να ασκήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο ή έρευνα ή εξέταση για οποιοδήποτε θέμα είxε σχέση με τα αίτια της καταστροφής των τεκμηρίων ή με την φύλαξη του μαρτυρικού υλικού συμπεριλαμβανομένης και της ευθύνης για την απώλεια ή καταστροφή του μαρτυρικού υλικού. Ε. Κατά πόσο το Κακουργιοδικείο δικαιούται να εξετάσει ή οφείλει να ασκήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο, αναφορικά με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα προς την Ανεξάρτητη Αρxή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας να αναστείλει την διερεύνηση του παραπόνου της κατηγορούμενης εναντίον του ανακριτή της υπόθεσης προς αποφυγή πιθανότητας επηρεασμού της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του Κακουργιοδικείου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής έφερε ένσταση στο συγκεκριμένο αίτημα. Στο πλαίσιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι έχουν απωλεσθεί τεκμήρια και περαιτέρω, ως ανάφερε, το Δικαστήριο, με προηγούμενη ενδιάμεση απόφασή του, επέτρεψε την επανακλήτευση προσώπων, μεταξύ αυτών και του μάρτυρα κατηγορίας ΧΧΧ Πετεμερίδη, με σκοπό να παρουσιάσει αντίγραφα των τεκμηρίων που κατάθεσε, τα οποία καταστράφηκαν μετά από πυρκαγιά στο χώρο φύλαξης τεκμηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ήταν η θέση του, ότι ο τελευταίος παρουσίασε ως τεκμήρια, έγγραφα τα οποία δεν κατατέθηκαν εξ αρχής. Έτσι, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να παραπέμψει προς γνωμοδότηση τα ερωτήματα, για τα οποία γίνεται αναφορά, πιο πάνω. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσα αρχής εισηγήθηκε ότι κανένα από τα ερωτήματα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παραπομπή προς γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η νομολογία μας, αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 148

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, είναι πλούσια, τόσο αναφορικά με το τι συνιστά «νομικό ζήτημα» όσο και αναφορικά με τη φράση «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης». «Νομικό ζήτημα» ερμηνεύτηκε πως σημαίνει αμιγώς νομικό θέμα. Δεν παρέχεται η εξουσία επιφύλαξης μικτού θέματος, δικαίου και γεγονότων. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση In re Hadjicostas
(1984)1 C.L.R. 513, αμιγώς νομικό θέμα είναι εκείνο που αφορά την εφαρμογή του Νόμου επί δεδομένων γεγονότων. Πρόκειται, δηλαδή, για εφαρμογή του Νόμου επί αναντίλεκτων ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως αναγνώρισαν και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, το εγερθέν ζήτημα, όπως καθορίζεται πιο πάνω, είναι αμιγώς νομικό. Πότε ένα νομικό ζήτημα, εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου, Νομικό Ερώτημα αρ. 374 (Ποιν. Υπ. 8921/2017), ημερ. 31.05.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, ως επίσης και στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση του Γ. Μ. Πική, σελίδες 339-342). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Από την προαναφερόμενη Νομολογία, είναι προφανές ότι, ένα νομικό σημείο, για να εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 148(I) του Κεφ.155, θα πρέπει να είναι επιβαλλόμενο, ούτως ειπείν, επί του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, απαιτώντας άμεση απάντηση (Δεστε: In re Charalambous [ανωτέρω]). Οι εξουσίες παραπομπής νομικού σημείου για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 148(I) του Κεφ.155, θα πρέπει να ασκούνται με φειδώ και μόνο σε κατάλληλες υποθέσεις, όπως τονίστηκε στην Police v. Ekdotiki Eteria (ανωτέρω). Νομικό σημείο, εγειρόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης, σημαίνει το νομικό σημείο που αναφύεται σε στάδιο της δίκης, κατά το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί (άμεσα) για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί περαιτέρω, σύμφωνα με τον Νόμο και τους σχετικούς κανόνες πρακτικής της ποινικής δικονομίας (Δεστε: Pastellopoullos [ανωτέρω]. Ο πρωταρχικός ρόλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ως Εφετείο, είναι να αναθεωρεί τις ενδιάμεσες και τελικές αποφάσεις των Πρωτόδικων Δικαστηρίων, στα πλαίσια εφέσεων, ή άλλων διαδικαστικών διαδικασιών αναθεώρησης (Δεστε: Louca [ανωτέρω])» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Kirnouyan
(1996), 2 Α.Α.Δ.126 επεξηγήθηκε η έννοια του νομικού ερωτήματος που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης και επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι θα πρέπει να υπάρχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε η γνωμοδότηση που ζητείται από το Ανώτατο Δικαστήριο να μην συνιστά ακαδημαϊκό εγχείρημα, ως επίσης, το γεγονός ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε άποψη για συγκεκριμένο θέμα, δεν το καθιστά απαραίτητα και εγειρόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Κυριάκου (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι «.σύμφωνα με τις αυθεντίες, για να εγείρεται ένα ζήτημα κατά τη διάρκεια της δίκης, θα πρέπει να είναι τέτοιο που να χρήζει άμεσης απάντησης (στο στάδιο έγερσής του), για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί περαιτέρω. Θα πρέπει επίσης να είναι καθοριστικό του αποτελέσματος ή κάποιας πτυχής που προοιωνίζει το αποτέλεσμα». Στην εν λόγω υπόθεση, κρίθηκε ότι η πρωτόδικη δίκη θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχιστεί, στη βάση της πρώτης εκδοθείσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, το ποινικό πόρισμα θα έπρεπε να δοθεί από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση, εκτός εάν η κατηγορούσα αρχή έδειχνε ότι ενέπιπτε σε κάποιαν από τις πρόνοιες του άρθρου 7
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 και έτσι το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη άποψη αυτή, το δημιουργηθέν ζήτημα δεν είχε ακόμα τελεσφορήσει. Τέλος, στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά. Νομικό Ερώτημα αρ. 372 (Ποιν. Υπ. 32370/2014), ημερ. 18.10.2016 το Κακουργιοδικείο, στο πλαίσιο της απόφασής του, περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν δέχτηκε εισήγηση του κατηγορουμένου ότι θα μπορούσε, ως Ποινικό Δικαστήριο, να διενεργήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο της Κ.Δ.Π.406/11, με αναφορά στην κακή σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο είχε διορίσει τα μέλη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Αμέσως μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης και αφού οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, σε κατηγορία που αντιμετώπιζαν, κατόπιν αίτησής τους, το Κακουργιοδικείο εξέτασε και ενέκρινε αίτημά τους για παραπομπή νομικών ερωτημάτων προς το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της πιο πάνω Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι «Η παραπομπή νομικών ερωτημάτων προς κρίση από το τελευταίο πρέπει να γίνεται με φειδώ προς αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών (Μαυρονικόλας v. Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας
(1991)2 Α.Α.Δ. 534) [και στον βαθμό που η απάντηση στο Νομικό Ερώτημα είναι αναγκαία για τη συνέχιση της διαδικασίας (Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63)]. Θα πρέπει δε να αφορά σε νομικά ερωτήματα που εγείρονται, εκκρεμούσης της δίκης, ενώ το καινοφανές του νομικού ζητήματος πρέπει απαρέγκλιτα να λαμβάνεται υπόψη (Ποινική δικονομία στην Κύπρο, Γεώργιος Μ. Πικής, Δεύτερη Αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 340)». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, ότι δεν επιδείχθηκε η απαιτούμενη φειδώ και ότι το ζήτημα έχει αποφασιστεί προηγουμένως στο πλαίσιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Μάλιστα, πέραν τούτου, ως επισημάνθηκε, το Κακουργιοδικείο στο πλαίσιο σχετικής απόφασης για παρόμοιο ζήτημα, άφησε το θέμα ανοικτό για να εξεταστεί στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας στο τέλος της δίκης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίθηκε ότι δεν ήταν περίπτωση που χωρεί γνωμάτευση σε σχέση με τα νομικά ερωτήματα που παραπέμφθηκαν. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ομολογούμε ότι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τη σχέση, οποιουδήποτε από τα ζητήματα/ερωτήματα που μας ζητείται να παραπέμψουμε για γνωμοδότηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, με τους λόγους που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο που επικαλείται η υπεράσπιση για σκοπούς θεμελίωσης του αιτήματός της. Εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκειται για νομικό ζήτημα το εγερθέν από την υπεράσπιση, θέμα, το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί αμέσως από το Ανώτατο Δικαστήριο, για να μπορέσει να συνεχιστεί η διαδικασία. Δεν θα επεκταθούμε άλλο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνουμε ότι δεν χωρεί αποδοχή του αιτήματος για να παραπεμφθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο, προς γνωμοδότηση, τα πιο πάνω ζητήματα. Συνακόλουθα, το σχετικό αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, A.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.