Δημοκρατία ν. Αχιλλέως κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 5/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:32 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15248/2020 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και
- XXX Βαφειάδης
- XXX Ιακωβίδης
- XXX Αχιλλέως
- XXX Tsachidou
- XXX Παύλου
- XXX Τσολακίδης Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 5.4.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Σταυρινίδης με κ. Γρ. Σαββίδη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. N. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου με κ. Γ. Νεάρχου Για τον κατηγορούμενο 6: κ. Σ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αρ. 4) Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο, όπως παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο προς γνωμοδότηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, τα κάτωθι ερωτήματα: «
- Τυγχάνει εφαρμογής το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο ως προνοεί η Οδηγία 2013/48/ΕΕ και ο Νόμος 163(Ι)/2005, στην περίπτωση έρευνας ύποπτου προσώπου και του οχήματος του, στη βάση υποψίας των αστυνομικών αρχών για εμπλοκή υπόπτου στη διάπραξη αδικήματος, και συγκεκριμένα προτού αρχίσει η έρευνα του προσώπου και του οχήματος του και προτού υποδειχθούν στον ύποπτο τα ανευρεθέντα τεκμήρια για τα οποία, αφού του εφιστάται η προσοχή του στο Νόμο, καλείται να δώσει απάντηση, η οποία καταγράφεται για ανακριτικούς σκοπούς;
- Εμπίπτει στην έννοια της ανακριτικής-εξεταστικής πράξης, ως προνοείται στην Οδηγία 2013/48/ΕΕ και στο Νόμο 163(Ι)/2005, η προσωπική έρευνα υπόπτου προσώπου και η έρευνα του οχήματός του, η οποία διεξάγεται στην παρουσία του υπόπτου προσώπου, όταν αστυνομικός εφιστά την προσοχή ύποπτου προσώπου στο νόμο προς διασφάλιση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, καταγράφοντας για ανακριτικούς σκοπούς την απάντηση που ο ύποπτος δίνει;
- Η έννοια της φράσης «ερευνητικές πράξεις ή άλλες πράξεις συλλογής αποδεικτικών στοιχείων», περιορίζεται στις πράξεις που περιγράφονται στο άρθρο 3.3.γ της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ή η παραπομπή είναι ενδεικτική και στην φράση περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις προσωπικής έρευνας υπόπτου προσώπου ή του οχήματος του;
- Νομιμοποιείται αστυνομικός, σύμφωνα με το άρθρο 28 του περί Αστυνομίας Νόμο, υπό το φως των προνοιών των άρθρων 11 και 13 του Συντάγματος, να ανακόπτει όχημα και να προβαίνει σε προσωπική έρευνα υπόπτου προσώπου και του οχήματος του με σκοπό τη συλλογή μαρτυρίας προς απόδειξη ποινικού αδικήματος εναντίον του;» Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής έφερε ένσταση στο συγκεκριμένο αίτημα. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανάφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους και θα σταθούμε εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η νομολογία μας, αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, είναι πλούσια, τόσο αναφορικά με το τι συνιστά «νομικό ζήτημα» όσο και αναφορικά με τη φράση «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης». «Νομικό ζήτημα» ερμηνεύτηκε πως σημαίνει αμιγώς νομικό θέμα. Δεν παρέχεται η εξουσία επιφύλαξης μικτού θέματος, δικαίου και γεγονότων. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση In re Hadjicostas
(1984)1 C.L.R. 513, αμιγώς νομικό θέμα είναι εκείνο που αφορά την εφαρμογή του Νόμου επί δεδομένων γεγονότων. Πρόκειται, δηλαδή, για εφαρμογή του Νόμου επί αναντίλεκτων ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Πότε ένα νομικό ζήτημα, εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου, Νομικό Ερώτημα αρ. 374 (Ποιν. Υπ. 8921/2017), ημερ. 31.05.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, ως επίσης και στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση του Γ. Μ. Πική, σελίδες 339-342). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Από την προαναφερόμενη Νομολογία, είναι προφανές ότι, ένα νομικό σημείο, για να εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 148(I) του Κεφ.155, θα πρέπει να είναι επιβαλλόμενο, ούτως ειπείν, επί του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, απαιτώντας άμεση απάντηση (Δεστε: In re Charalambous [ανωτέρω]). Οι εξουσίες παραπομπής νομικού σημείου για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 148(I) του Κεφ.155, θα πρέπει να ασκούνται με φειδώ και μόνο σε κατάλληλες υποθέσεις, όπως τονίστηκε στην Police v. Ekdotiki Eteria (ανωτέρω). Νομικό σημείο, εγειρόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης, σημαίνει το νομικό σημείο που αναφύεται σε στάδιο της δίκης, κατά το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί (άμεσα) για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί περαιτέρω, σύμφωνα με τον Νόμο και τους σχετικούς κανόνες πρακτικής της ποινικής δικονομίας (Δεστε: Pastellopoullos [ανωτέρω]. Ο πρωταρχικός ρόλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ως Εφετείο, είναι να αναθεωρεί τις ενδιάμεσες και τελικές αποφάσεις των Πρωτόδικων Δικαστηρίων, στα πλαίσια εφέσεων, ή άλλων διαδικαστικών διαδικασιών αναθεώρησης (Δεστε: Louca [ανωτέρω])» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Kirnouyan
(1996), 2 Α.Α.Δ.126 επεξηγήθηκε η έννοια του νομικού ερωτήματος που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης και επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι θα πρέπει να υπάρχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε η γνωμοδότηση που ζητείται από το Ανώτατο Δικαστήριο να μην συνιστά ακαδημαϊκό εγχείρημα, ως επίσης, το γεγονός ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε άποψη για συγκεκριμένο θέμα, δεν το καθιστά απαραίτητα και εγειρόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Κυριάκου (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι «.σύμφωνα με τις αυθεντίες, για να εγείρεται ένα ζήτημα κατά τη διάρκεια της δίκης, θα πρέπει να είναι τέτοιο που να χρήζει άμεσης απάντησης (στο στάδιο έγερσής του), για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί περαιτέρω. Θα πρέπει επίσης να είναι καθοριστικό του αποτελέσματος ή κάποιας πτυχής που προοιωνίζει το αποτέλεσμα». Στην εν λόγω υπόθεση, κρίθηκε ότι η πρωτόδικη δίκη θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχιστεί, στη βάση της πρώτης εκδοθείσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, το ποινικό πόρισμα θα έπρεπε να δοθεί από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση, εκτός εάν η κατηγορούσα αρχή έδειχνε ότι ενέπιπτε σε κάποιαν από τις πρόνοιες του άρθρου 7
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 και έτσι το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη άποψη αυτή, το δημιουργηθέν ζήτημα δεν είχε ακόμα τελεσφορήσει. Τέλος, στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά., Νομικό Ερώτημα αρ. 372 (Ποιν. Υπ. 32370/2014), ημερ. 18.10.2016 το Κακουργιοδικείο, στο πλαίσιο της απόφασής του, περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν δέχτηκε εισήγηση του κατηγορουμένου ότι θα μπορούσε, ως Ποινικό Δικαστήριο, να διενεργήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο της Κ.Δ.Π.406/11, με αναφορά στην κακή σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο είχε διορίσει τα μέλη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Αμέσως μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης και αφού οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, σε κατηγορία που αντιμετώπιζαν, κατόπιν αίτησής τους, το Κακουργιοδικείο εξέτασε και ενέκρινε αίτημά τους για παραπομπή νομικών ερωτημάτων προς το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της πιο πάνω Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι «Η παραπομπή νομικών ερωτημάτων προς κρίση από το τελευταίο πρέπει να γίνεται με φειδώ προς αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών (Μαυρονικόλας v. Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας
(1991)2 Α.Α.Δ. 534) [και στον βαθμό που η απάντηση στο Νομικό Ερώτημα είναι αναγκαία για τη συνέχιση της διαδικασίας (Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63)]. Θα πρέπει δε να αφορά σε νομικά ερωτήματα που εγείρονται, εκκρεμούσης της δίκης, ενώ το καινοφανές του νομικού ζητήματος πρέπει απαρέγκλιτα να λαμβάνεται υπόψη (Ποινική δικονομία στην Κύπρο, Γεώργιος Μ. Πικής, Δεύτερη Αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 340)». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, ότι δεν επιδείχθηκε η απαιτούμενη φειδώ και ότι το ζήτημα έχει αποφασιστεί προηγουμένως στο πλαίσιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Μάλιστα, πέραν τούτου, ως επισημάνθηκε, το Κακουργιοδικείο στο πλαίσιο σχετικής απόφασης για παρόμοιο ζήτημα, άφησε το θέμα ανοικτό για να εξεταστεί στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας στο τέλος της δίκης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίθηκε ότι δεν ήταν περίπτωση που χωρεί γνωμάτευση σε σχέση με τα νομικά ερωτήματα που παραπέμφθηκαν. Στην παρούσα υπόθεση, όταν ο αστ. XXXXX Δ. Καρακώστα επιχείρησε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήρια, τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 3, μετά από σωματική έρευνα, ως επίσης και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν εντός του οχήματος που οδηγούσε ο τελευταίος, καθώς και τις απαντήσεις που έδωσε μετά την ανακοπή του μέχρι και την παράδοση σ' αυτόν της γραπτής ειδοποίησης, δυνάμει του άρθρου 5 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 έφερε ένσταση στην παρουσίαση των πιο πάνω, για διάφορους λόγους, μεταξύ αυτών και για το λόγο ότι η έρευνα και οι απαντήσεις που δόθηκαν, κατ' εκείνο το στάδιο, ήταν προϊόν παρανομίας, αφού δεν παρασχέθηκε σ' αυτόν το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3 του περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση (Ν.163
(1)/2005) και της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Το Δικαστήριο, διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης (αρ. 2) και στο πλαίσιό της, στις 29.3.2022, εξέδωσε απόφαση, με την οποία, - για τους λόγους που εκεί εξηγούνται - έκρινε ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει έξω από κάθε λογική αμφιβολία ότι η έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο 3 και στο όχημα στο οποίο επέβαινε ως επίσης και οι απαντήσεις που έδωσε κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν καθ' όλα νόμιμες και δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκτροπή από τα συνταγματικά και νομοθετικά θέσμια και περαιτέρω ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση της πιο πάνω Οδηγίας. Μόλις ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του αστ. XXXXX Δ. Καρακώστα (Μ.Κ.1), ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3 υπέβαλε αίτημα προδικαστικής παραπομπής ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία είναι παρόμοια με αυτά που επιζητείται να παραπεμφθούν για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενωρίτερα σήμερα, το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του (αρ. 3) - για τους λόγους που εκεί εξηγούνται -, απέρριψε το σχετικό αίτημα. Αμέσως μετά, υποβλήθηκε το υπό κρίση αίτημα στο Δικαστήριο. Καταρχάς, επισημαίνεται ότι τα προς παραπομπή για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, ερωτήματα, είναι αμιγώς νομικά ζητήματα. Συνεπώς, η περί του αντιθέτου εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Έτσι, στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο θα πρέπει αυτά να αποφασιστούν αμέσως, για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί περαιτέρω, σύμφωνα με το Νόμο και τους σχετικούς κανόνες πρακτικής της Ποινικής Δικονομίας. Τα όσα ζητούνται να παραπεμφθούν για γνωμοδότηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, με βάση τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, δεν πρόκειται για ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν από το Ανώτατο Δικαστήριο, για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί. Η δίκη μπορεί να συνεχιστεί στη βάση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης (αρ. 2) και τα όσα αποφασίστηκαν εκεί, δεν προκύπτει ότι θα είναι καθοριστικά του αποτελέσματος ή κάποιας πτυχής που προοιωνίζει το αποτέλεσμα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνουμε ότι δεν χωρεί αποδοχή του αιτήματος για να παραπεμφθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο προς γνωμοδότηση, τα πιο πάνω ζητήματα. Συνακόλουθα, το σχετικό αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο