Δημοκρατία ν. Βαφειάδης κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 5/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:33 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15248/2020 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και
- XXX Βαφειάδης
- XXX Ιακωβίδης
- XXX Αχιλλέως
- XXX Tsachidou
- XXX Παύλου
- XXX Τσολακίδης Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 5.4.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Σταυρινίδης με κ. Γρ. Σαββίδη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. N. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου με κ. Γ. Νεάρχου Για τον κατηγορούμενο 6: κ. Σ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αρ. 3) Όταν ο αστ. XXXXX Δ. Καρακώστα επιχείρησε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήρια, τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 3, μετά από σωματική έρευνα, ως επίσης και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν εντός του οχήματος που οδηγούσε ο τελευταίος, καθώς και τις απαντήσεις που έδωσε μετά την ανακοπή του μέχρι και την παράδοση σ' αυτόν της γραπτής ειδοποίησης, δυνάμει του άρθρου 5 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 έφερε ένσταση στην παρουσίαση των πιο πάνω, για διάφορους λόγους, μεταξύ αυτών και για το λόγο ότι η έρευνα και οι απαντήσεις που δόθηκαν, κατ' εκείνο το στάδιο, ήταν προϊόν παρανομίας, αφού δεν παρασχέθηκε σ' αυτόν το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3 του περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση (Ν.163
(1)/2005) και της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Το Δικαστήριο, διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης (αρ. 2) και στο πλαίσιό της, στις 29.3.2022, εξέδωσε απόφαση, με την οποία, - για τους λόγους που εκεί εξηγούνται - έκρινε ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει έξω από κάθε λογική αμφιβολία ότι η έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο 3 και στο όχημα στο οποίο επέβαινε ως επίσης και οι απαντήσεις που έδωσε κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν καθ' όλα νόμιμες και δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκτροπή από τα συνταγματικά και νομοθετικά θέσμια και περαιτέρω ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση της πιο πάνω Οδηγίας. Για σκοπούς όμως καλύτερης κατανόησης του υπό εξέταση εγερθέντος ζητήματος παραθέτουμε αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου: «..ο κατηγορούμενος 3, όντας ύποπτος, για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά δεν τελούσε υπό σύλληψη, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Διενεργήθηκε έρευνα, τόσο σε αυτόν όσο και στο όχημα στο οποίο επέβαινε, στη βάση εύλογων υπονοιών ότι ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων, για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Στο πλαίσιο αυτής, όταν ο λοχ. XXXXX Μ. Γιάννου, παραλάμβανε αντικείμενα τα οποία εντοπίστηκαν στο σώμα του και στο όχημα που οδηγούσε, του εφιστούσε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 δήλωνε τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο, δεν συνιστούν ανάκριση ή εξέταση από μέλος της Αστυνομίας, ως η τελευταία αναφορά καθορίζεται στο άρθρο 3
(2)(α) της Οδηγίας. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, πρόθεση της Αστυνομίας ήταν να τον ανακρίνει σε μελλοντικό χρόνο και εξ' ου επέδωσε στον κατηγορούμενο 3, στον συγκεκριμένο χώρο, σχετική γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, για παρουσίαση στα γραφεία της ΥΚΑΝ για ανάκριση, σχετικά με τη διερευνόμενη υπόθεση. Επιπρόσθετα, η έρευνα που διενεργήθηκε τόσο στον κατηγορούμενο 3 όσο και στο μεταφορικό μέσο που αυτός επέβαινε, δεν εμπίπτει στην ερευνητική πράξη ή άλλη πράξη συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από αρμόδια αρχή, ως καθορίζονται στο άρθρο 3
(2)(β) της Οδηγίας, καθότι, το εν λόγω άρθρο παραπέμπει στην «παράγραφο 3 με στοιχείο γ», όπου ως τέτοιες καθορίζονται η διέλευση προσώπων για αναγνώριση, κατ' αντιπαράσταση εξετάσεις και οι αναπαραστάσεις του εγκλήματος, κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση.» Μετά που δόθηκε η πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και μόλις ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του αστ. XXXXX Δ. Καρακώστα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3, υπόβαλε αίτημα προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής το «ΔΕΕ»), των πιο κάτω ερωτημάτων: «(
- i)Τυγχάνει εφαρμογής το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, στην περίπτωση έρευνας ύποπτου προσώπου και του οχήματος του, στη βάση υποψίας των αστυνομικών αρχών για εμπλοκή υπόπτου στη διάπραξη αδικήματος, και συγκεκριμένα προτού αρχίσει η έρευνα του προσώπου και του οχήματος του και προτού υποδειχθούν στον ύποπτο τα ανευρεθέντα τεκμήρια για τα οποία, αφού του εφιστάται η προσοχή του στο Νόμο, καλείται να δώσει απάντηση, η οποία καταγράφεται για ανακριτικούς σκοπούς; (
- ii)Εμπίπτει στην έννοια της ανακριτικής-εξεταστικής πράξης, ως προνοείται στην Οδηγία 2013/48/ΕΕ, η προσωπική έρευνα υπόπτου προσώπου και η έρευνα του οχήματος του, η οποία γίνεται στην παρουσία του υπόπτου προσώπου, όταν αστυνομικός εφιστά την προσοχή ύποπτου προσώπου στο νόμο προς διασφάλιση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, καταγράφοντας για ανακριτικούς σκοπούς την απάντηση που ο ύποπτος δίνει; (iii) Η έννοια της φράσης «ερευνητικές πράξεις ή άλλες πράξεις συλλογής αποδεικτικών στοιχείων», περιορίζεται στις πράξεις που περιγράφονται στο άρθρο 3.3.γ της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ή η παραπομπή είναι ενδεικτική και στην φράση περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις προσωπικής έρευνας υπόπτου προσώπου ή του οχήματος του;» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των υπολοίπων κατηγορουμένων δεν έφεραν ένσταση στην παραπομπή των πιο πάνω ερωτημάτων στο ΔΕΕ, πλην όμως, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 6, επισήμαναν ότι αυτοί τελούν υπό κράτηση και σε περίπτωση παραπομπής, θα φέρουν ένσταση στην περαιτέρω κράτησή τους, όπως αντιλαμβανόμαστε, λόγω του χρόνου που θα απαιτηθεί για να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής έφερε ένταση στην έκδοση σχετικής διαταγής. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανάφεραν οι ευπαιδεύτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε εκεί όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η προδικαστική παραπομπή ζητημάτων που χρήζουν ερμηνείας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) με προδικαστικές αποφάσεις, διέπεται από το άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.» Στο ημεδαπό δίκαιο, έχει τεθεί σε ισχύ το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, που στην ουσία επαναλαμβάνει τα πιο πάνω. Στην Cypra Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ 305, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, επισήμανε ότι το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, παρέχει στο ΔΕΕ την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη, στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το ΔΕΕ ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Όπως αναφέρθηκε «Η λειτουργία του είναι. αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του Νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο Νόμος αυτός, είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας (βλ. Υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusseldorf ν. EVGF, [1974] ECR 33).». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση, παραπέμπει στην απόφαση R. ν. Η.Μ. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust pic.
(1987)C.M.L.R.
(2)p. 1, 4, όπου αποφασίστηκε ότι τα πιο κάτω, συνιστούν, μεταξύ άλλων, λόγους για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ: · Τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. · Το νομικό σημείο που εγείρεται είναι καθοριστικό για την τελεσίδικη επίλυση της επίδικης διαφοράς. · Δεν υπάρχει κοινοτική αυθεντία επί του νομικού σημείου ή παραπλήσια του. · Το εγερθέν σημείο και αυτή η ίδια η υπόθεση να προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο. Σχετικά με τους λόγους που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, χρήσιμη αναφορά, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Cypra, ανωτέρω, μπορεί επίσης να γίνει, σε αυτές τις συστάσεις του ίδιου του Δικαστηρίου που αφορούν τέτοιες παραπομπές (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ιδιαίτερα, στην υπό στοιχείο 13, σύσταση, την οποία και παραθέτουμε: «13. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως.» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Περικλέους ν. Eliinas Finance Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 283/2010, ημερ. 10.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:A170, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε αρμονία των όσων τέθηκαν στη Cypra Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ανωτέρω, επισήμανε ότι: «Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα στις περιπτώσεις όπου οι αποφάσεις συγκεκριμένου δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, η παραπομπή ζητήματος στο ΔΕΕ είναι υποχρεωτική, υπό την αίρεση όμως ότι κρίνεται, από το ίδιο το Δικαστήριο, πως η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Η υποχρέωση παραπομπής από δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ενυπάρχει όπου το αναφυόμενο θέμα αφορά ερμηνεία κοινοτικού δικαίου και νοουμένου πως διαπιστώνεται το ουσιώδες του θέματος για σκοπούς κατάληξης. Περαιτέρω δεν υπάρχει υποχρέωση παραπομπής όταν η συγκεκριμένη προς εξέταση κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή όπου η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για οποιαδήποτε αμφιβολία». Στην υπόθεση Netmed N.V. κ.ά. ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, συνεκδ. υποθ. 1522/2006 και 1523/2006, ημερ. 7.9.2007, λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ τις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235 - 1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "´necessary´ meant that the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα.» Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 5/16, ημερ. 5.4.2017 έχουν συνοψισθεί από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου οι αρχές στη βάση των οποίων ένα εθνικό δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει προδικαστικό ζήτημα στο ΔΕΕ. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Το εθνικό Δικαστήριο αποστέλλει ερώτημα ακόμη και αυτεπαγγέλτως, έστω και αν το χρησιμοποιηθέν δικονομικό μέτρο από διάδικο είναι ελλιπές ή άκυρο, όπου το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει την προς τούτο αναγκαιότητα εφόσον κρίνει ότι το ανακύψαν ζήτημα είναι ουσιώδες και η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του κρίσης. Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte claire όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R. 3415. Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte éclairé, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο.» Τέλος, επισημαίνεται ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν απεριόριστη δυνατότητα, αλλά όχι υποχρέωση, παραπομπής. Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί από το ΔΕΕ ότι η ύπαρξη νομολογίας από ανώτερο εθνικό δικαστήριο που φαίνεται να απαντά στο ερώτημα που θα ήθελε να παραπέμψει πρωτόδικος δικαστής, δεν δεσμεύει τον εν λόγω δικαστή και δεν τον εμποδίζει να παραπέμψει (βλ. Rheinmuhlen-Dusseldorf (ανωτέρω) και C-210/06, Cartesio, η οποία καθιστά σαφές ότι έφεση κατά της απόφασης για παραπομπή δεν είναι συμβατή με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ καθώς και C-689/13, PFE, ημερ. 5.4.2016, όπου κρίθηκε ότι διάταξη εθνικού δικαίου, η οποία υποχρεώνει τμήμα ανώτατου δικαστηρίου, όταν αυτό δεν συμφωνεί με νομολογία της ολομέλειας του εν λόγω δικαστηρίου, να παραπέμπει το εν λόγω ζήτημα στην ολομέλεια, αντίκειται στο άρθρο 267, καθότι η διάταξη αυτή εμποδίζει το εν λόγω τμήμα να παραπέμψει ερώτημα στο ΔΕΕ). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα εξεταστεί το αίτημα του κατηγορουμένου 3, έχοντας πάντα υπόψη ότι το βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή είναι το κατά πόσο η επιζητούμενη παραπομπή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς στην υπό κρίση υπόθεση (βλ. Περικλέους ν. Eliinas Finance Ltd κ.ά., ανωτέρω). Για το διαδικαστικό μέρος μιας παραπομπής έχει δημοσιευθεί στην Κύπρο ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (1/2008), κατά τον οποίο, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σχετική διαταγή παραπομπής (
- i)κατόπιν αίτησης διαδίκου ή (
- ii)αυτεπάγγελτα, αφού ακούσει τις απόψεις των μερών (βλ. άρθρο 3(α)). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν καταχωρήθηκε αίτηση σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του πιο πάνω διαδικαστικού κανονισμού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3, υπέβαλε προφορικά το σχετικό αίτημά του και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτώς τα προδικαστικά ερωτήματα και την επιχειρηματολογία του. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ανωτέρω, η αίτηση παραπομπής ήταν ελλιπής. Δεν αναφέρονταν τα ουσιαστικά άρθρα της Συνθήκης τα οποία θεωρούνταν αναγκαία προς ερμηνεία, αλλά και η ίδια η αίτηση δεν περιείχε το λόγο αυτής της ερμηνείας. Ως προς το πρώτο, όπως επισημάνθηκε, από τη στιγμή που το αίτημα παραπομπής στηριζόταν στο Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962, και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, η αίτηση θα έπρεπε να αναφέρει και τα ουσιαστικά άρθρα επί των οποίων στηριζόταν, εφόσον ο συνδυασμός του Κανονισμού 17 των Κανονισμών του 1962 που παραπέμπει στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και της Δ.48 θ.1 & 2, επιβάλλουν την ένθεση του συγκεκριμένου άρθρου ή κανονισμού που υποστηρίζει την αίτηση. Διαφορετικά, ως αναφέρθηκε, η αίτηση παραπομπής παραμένει κενή ουσιαστικού περιεχομένου, ερειδόμενη μόνο στις κανονιστικές διατάξεις (Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, Stoeva v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1405/2009, ημερ. 10.11.2009, κ.ά.). Ως προς το δεύτερο, όπως επισημάνθηκε, το παραπέμπον Δικαστήριο σύμφωνα με τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2008, πρέπει στην παράκληση παραπομπής να περιλάβει, κατά τον Κανονισμό 3(β)(vii), την επεξήγηση του λόγου για τον οποίο ζητείται η προδικαστική παραπομπή (στον οποίο θα γίνει αναφορά επίσης σε μεταγενέστερο στάδιο), καθώς και, κατά τον Κανονισμό 3(β)(vi), να καταγράψει τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου επί των οποίων ζητείται η ερμηνεία. Αυτό επομένως, κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, παραπέμπει ευθέως και στο επιτακτικό της ένθεσης των ουσιαστικών άρθρων της Συνθήκης και επί της ίδιας της αίτησης παραπομπής. Πόσο δε μάλλον, που στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν καταχωρίστηκε αίτηση και το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε προφορικά. Πρόσθετα προς τα πιο πάνω, κρίνεται σκόπιμο, έχοντας υπόψη τη σπουδαιότητα των ζητημάτων επί των οποίων έγινε εκτενής επιχειρηματολογία από τους διαδίκους, να εξεταστεί και επί της ουσίας το αίτημα παραπομπής. Καταρχάς, επισημαίνουμε ότι το συγκεκριμένο αίτημα υποβλήθηκε μετά που εκφράσαμε κρίση στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Το ΔΕΕ, ως επισημάνθηκε, δεν ενεργεί ως Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων (βλ. Cypra Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ανωτέρω). Πέρα δε τούτου, εκείνο που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια είναι κατά πόσο το νομικό σημείο που εγείρεται είναι καθοριστικό για την τελεσίδικη επίλυση της υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3, εισηγήθηκε ότι η μόνη μαρτυρία με την οποία η κατηγορούσα αρχή συνδέει τον τελευταίο, με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, είναι τα ανευρεθέντα τεκμήρια και ό,τι ανάφερε στις καταθέσεις του, οι οποίες λήφθηκαν αμέσως μετά. Έτσι, κατά τη θέση του, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο είναι καθοριστικό για την πορεία της υπόθεσής του και δεν έχει σημασία, αν δεν είναι για τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Τα όσα περί τούτου, ανάφερε ο συνήγορος του κατηγορουμένου 3 είναι γενικά, αόριστα και ατεκμηρίωτα. Παρεμφερώς, σημειώνεται, ότι ακόμη δεν έχει επιχειρηθεί από την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει, ενώπιον του Δικαστηρίου, τις καταθέσεις του κατηγορουμένου 3, για τις οποίες έκανε αναφορά ο συνήγορός του. Περαιτέρω, δεν προκύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι το εγερθέν ζήτημα είναι καθοριστικό για την επίλυση της υπόθεσης του κατηγορουμένου 3. Στην Henn and Darby v. DPP
(1981)A.C. 850 HL, o Lord Diplock επισήμανε τα ακόλουθα σε σχέση με τη ποινική δίκη: "it can seldom be a proper exercise of the exercise of the presiding judges discretion to seek a preliminary ruling (i.e. under art. 117) before the facts of the alleged offence have been ascertained, with the result that the proceedings will be held up for nine months or more in order that at the end of the trial he may give to the jury an accurate instruction as to the relevant law, if the evidence turns out in the event to be as anticipated at the time the reference was made-which may not always be the case. It is generally better, as the judge himself put it, that the question be decided by him in the first instance and reviewed thereafter if necessary through the hierarchy of the national Courts." (Bλ. Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2021, σελ. 1510.) Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο περιβάλλεται με ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα παραπέμψει προς το ΔΕΕ, ερώτημα, για την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Δεν υφίσταται υποχρέωση παραπομπής από μέρους του, όπως συμβαίνει σε Δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ασκώντας την ευρεία διακριτική μας ευχέρεια και για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το σχετικό αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο