← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αριστοδήμου κ.α., Υπόθεση αρ.: 1/2021, 20/4/2022

Δημοκρατία ν. Αριστοδήμου κ.α., Υπόθεση αρ.: 1/2021, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:37 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1/2021 Αίτηση ημερ. 11.3.2022 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και 1. XXX Αριστοδήμου 2. XXX Οδυσσέως 3. XXX Παμπακάς Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20.4.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ειρ. Οικονομίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Δημητρίου με κ. Μ. Καούλλα Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η κατηγορούσα αρχή επιζητεί διάταγμα δήμευσης, εναντίον κατηγορούμενου 1 (στο εξής «ο κατηγορούμενος»), για είσπραξη του ποσού των €331.090, ως αυτό περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων. Αρχικά, με την αίτηση, επιζητείτο η έκδοση διατάγματος δήμευσης, για το ποσό των €369.790. Στην έκθεση ισχυρισμών προβάλλεται ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €359.790, το οποίο προκύπτει από το ποσό των (
  2. i)€212.037, το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά αυτοκινήτων στο όνομα της εταιρείας Aristo Rent a Car (στο εξής θα καλείται «Aristo»), η οποία του ανήκει, (
  3. ii)€35.300 για την αγορά αυτοκινήτων στο όνομά του, (iii) €7.453, το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα, (
  4. iv)€105.000, που κατέβαλε για την αγορά διαμερίσματος στο δήμο Μέσα Γειτονιάς. Τα πιο πάνω ποσά, υπό (
  5. i)- (iv), συμποσούνται στο συνολικό ποσό των €359.790. Περαιτέρω, στην έκθεση ισχυρισμών, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε €10.000 για την αγορά - εισαγωγή πυροτεχνημάτων, μεταξύ Ιανουαρίου - Ιουνίου του 2020 και έτσι, επιζητείται η έκδοση διατάγματος δήμευσης και γι' αυτό το ποσό. Στο στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, περιόρισε το ποσό του διατάγματος δήμευσης σε €331.090, αφού αποδέχτηκε ότι το ποσό που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για την αγορά των αυτοκινήτων που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομά του, ανέρχεται σε €23.200 και όχι στο αρχικό ποσό των €35.300, που γίνεται αναφορά στην έκθεση ισχυρισμών (€35.300 - €23.200 = €12.100), ως επίσης αποδέχτηκε ότι το ποσό των €26.600 πρόκειται για έσοδα του κατηγορούμενου από νόμιμες δραστηριότητες που προέρχονται από ενοίκια (€369.790 - €12.100 - €26.600 = €331.090). Καταρχάς, επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος σε 12 κατηγορίες, εκ των οποίων: (
  6. i)οι 3 αφορούν το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και ειδικότερα, της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και εκρηκτικών υλών (κατηγορίες 1, 7 και 11), (
  7. ii)οι 3 αφορούν τα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, δηλαδή, 1.010 εκτοξευμένα πυροτεχνήματα, που περιείχαν εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, συνολικού βάρους 50 κιλών (κατηγορίες 8, 9 και 10), (iii) οι 4 αφορούν τα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, δηλαδή, 29.541 εκτοξευμένα πυροτεχνήματα και κροτίδες, που περιείχαν εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, συνολικού βάρους 240 κιλών (κατηγορίες 12, 13, 14 και 15) και (
  8. iv)οι 2 αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και αποθήκευσης εκρηκτικών υλών χαμηλής ισχύος, βάρους 8 κιλών (κατηγορίες 16 και 17). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν τα σοβαρότερα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και ειδικότερα, 34 κιλά και 299,3 γρ. κάνναβης (κατηγορίες 2, 4 και 6), της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 3, 5, 20, 22, 24, 26 και 28), της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ποσού ύψους €60 (κατηγορία 18) και της κλεπταποδοχής (κατηγορίες 21, 23, 25, 27 και 29), πλην όμως απαλλάγηκε σ' αυτές, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Μετά που ακούστηκαν τα γεγονότα στις κατηγορίες που παραδέχθηκε ενοχή και αφού αγόρευσε ο συνήγορος του κατηγορούμενου για μετριασμό της ποινής, η κατηγορούσα αρχή καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση. Στην έκθεση ισχυρισμών που συνοδεύει την αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: (
  9. i)Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων και τα γεγονότα που περιβάλλουν τις σχετικές κατηγορίες, αποτελούν μέρος και της παρούσας αίτησης. Θα επανέλθουμε σ' αυτά, σε κατοπινό στάδιο. (
  10. ii)Από έρευνες που έγιναν από την ΥΚΑΝ και από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του, μεταξύ της περιόδου 1.1.2018 και 13.1.2021, λάμβαναν επίδομα τέκνου, συνολικού ύψους €3.459,67, τα οποία εμβάστηκαν στο λογαριασμό της τελευταίας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, από την 1.1.2014 μέχρι την 1.2.2015, λάμβανε μηνιαίο δημόσιο βοήθημα, ύψους €678. (iii) Ο κατηγορούμενος, για την περίοδο 2014-2019, υπέβαλε φορολογική δήλωση, μόνο για το έτος 2018, όπου δήλωσε εισόδημα μισθωτού, ως υπάλληλος της εταιρείας Aristo, το ποσό των €3.480, ως ακαθάριστες ετήσιες απολαβές. (
  11. iv)Σύμφωνα με τις καταστάσεις που τηρούνται στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο κατηγορούμενος, το Νοέμβριο του 2016 είχε πραγματικές αποδοχές από το Γενικό Λογιστήριο, ύψους €151 και κατά τα έτη 2018, 2019 και 2020, ήταν μισθωτός της εταιρείας Aristo, με πραγματικές ετήσιες αποδοχές, ύψους €3.480, €5.385 και €5.253, αντίστοιχα. (
  12. v)Αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία, με βάση στοιχεία που συλλέχθηκαν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και από έρευνες που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι: (α) Ο κατηγορούμενος, στις 19.4.2018, απέκτησε διαμέρισμα στο δήμο Μέσα Γειτονιάς, στη Λεμεσό. Δηλώθηκε ως τιμή πώλησης, το ποσό των €105.000. Από εκτίμηση του Κτηματολογίου, που έγινε την 1.1.2018, η εκτιμημένη αξία του διαμερίσματος είναι €115.900 και με βάση αυτή έγινε η ανάλογη φορολόγηση. Το τίμημα αγοραπωλησίας (€105.000), καταβλήθηκε έναντι ενός συλλεκτικού αυτοκινήτου, μάρκας Mercedes, για το ποσό των €70.000. Το ποσό των €30.000 καταβλήθηκε τοις μετρητοίς. Το υπόλοιπο ποσό των €5.000, που αναγράφεται στη δηλωθείσα τιμή, αφορούσαν τα μεταβιβαστικά τέλη. (β) Ο κατηγορούμενος, στις 10.9.2020, απέκτησε διαμέρισμα για το ποσό των €95.000, στο δήμο Λεμεσού, το οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί σ' αυτόν. Κατατέθηκε όμως το σχετικό αγοραπωλητήριο στο Τμήμα Κτηματολογίου και, σύμφωνα μ' αυτό, €94.000 καταβλήθηκαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο ποσό των €1.000, θα πληρωθεί κατά τη μεταβίβαση. Στις 13.4.2021, το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο. (γ) Ο κατηγορούμενος, στις 19.1.2018, απέκτησε μία υπό ανέγερση κατοικία στη Λεμεσό, για το ποσό των €50.000, όπως καταγράφεται στο αγοραπωλητήριο, ενώ ο πωλητής, σε κατάθεσή του, ανάφερε ότι η τιμή πώλησης ήταν €58.000. Ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €25.000, τοις μετρητοίς, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν με τη μεταβίβαση της γης. Ο κατηγορούμενος, ολοκλήρωσε την κατοικία και, σύμφωνα με την εκτίμηση του Τμήματος Δημοσίων Έργων, η κατασκευαστική αξία της ανέρχεται στο ποσό των €320.000, πλέον Φ.Π.Α. Δεν έχει μεταβιβαστεί επ' ονόματι του κατηγορούμενου, λόγω ιδιάζοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ο κατηγορούμενος, σε κατάθεσή που έδωσε στην Αστυνομία, ανάφερε ότι κατέβαλε το ποσό των €120.000 σε μετρητά, για να αποκτήσει ένα σπίτι στο Κολόσσι και τα χρήματα αυτά προήλθαν από το γάμο του και τα είχε φυλαγμένα στο σπίτι του. Ως αναφέρεται, το ποσό που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε, έχει καταβληθεί μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου του 2018, ωστόσο, δεν αποκάλυψε πόσα χρήματα απόκτησε από το γάμο του και ούτε παρέδωσε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. (
  13. vi)Από περαιτέρω έρευνα, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος συνήψε στεγαστικό δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου το οποίο, κατά την 1.1.2015, είχε υπόλοιπο €71.221,40. Έναντι του εν λόγω δανείου καταβαλλόταν μηναία δόση, πλην όμως, την περίοδο Ιουλίου μέχρι Οκτωβρίου του 2016 δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Σε έξι περιπτώσεις, μεταξύ των ημερομηνιών 23.11.2016 μέχρι 24.3.2017, καταβλήθηκε στην τράπεζα το συνολικό ποσό των €66.768,22, με αποτέλεσμα το δάνειο να εξοφληθεί πλήρως. (β) Ο κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα, ο οποίος, στις 6.7.2021, είχε υπόλοιπο ύψους €7.453. (γ) Ως αναφέρεται, υπάρχει απόκλιση πιστώσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς του κατηγορούμενου, έναντι των δηλωμένων εισοδημάτων του, ύψους €221.917,92. (vii) Μετά από έρευνες, ως αναφέρεται, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €10.000 περίπου, για την αγορά-εισαγωγή πυροτεχνημάτων, για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου - Ιουνίου του 2020. (viii) Μετά από έρευνα που έγινε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ημερομηνιών 11.8.2020 και 17.3.2021, αγόρασε 6 οχήματα, η αξία των οποίων, εκτιμήθηκε στο συνολικό ποσό των €42.800. Ως αναφέρεται, ένα από αυτά μεταβιβάστηκε σε άλλο πρόσωπο και άλλο ένα είναι αναζητούμενο. (
  14. ix)Ο κατηγορούμενος, στις 9.2.2018, ίδρυσε την εταιρεία Aristo, της οποίας μοναδικός μέτοχος, γραμματέας και διευθυντής, είναι ο ίδιος. Η εν λόγω εταιρεία δήλωσε στο Τμήμα Φ.Π.Α. ότι ξεκίνησε τις εργασίες της, στις 12.3.2018. Η εταιρεία Aristo δεν καταχώρησε φορολογικές δηλώσεις στο Τμήμα Φορολογίας ή οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Με βάση κατάθεση που λήφθηκε από το λογιστή της εταιρείας, κατά την περίοδο μεταξύ 9.2.2018 - 30.11.2018, ο κατηγορούμενος κατέβαλε στην εταιρεία του, το ποσό των €95.245,27, το οποίο παρουσιάζεται ως χρέος της τελευταίας προς αυτόν. Μέχρι εκείνη την περίοδο, η εταιρεία, πέραν του κατηγορούμενου, δεν είχε άλλους πιστωτές. Η εταιρεία Aristo, για την περίοδο, από 12.3.2018 μέχρι 31.8.2018, απέκτησε αρχικά 31 οχήματα. Από αυτά, 7 πωλήθηκαν εντός της πιο πάνω περιόδου. Η εκτιμημένη αξία των 31 οχημάτων, κατά το έτος 2018, ανέρχεται στο ποσό των €212.037. (
  15. x)Ως αναφέρεται, δεν εντοπίστηκαν συναλλαγές που να δικαιολογούν την εκτιμώμενη δαπάνη των €212.037, για την αγορά των 31 οχημάτων. Η πρώτη συναλλαγή, στο μοναδικό λογαριασμό της εταιρείας, έγινε την 16.4.2018 για το ποσό των €100, ενώ τα 16 από τα 31 οχήματα ενεγράφησαν στο όνομα της εταιρείας σε μεταγενέστερο χρόνο. (
  16. xi)Η εταιρεία Aristo, στις 23.4.2021, είχε επ' ονόματί της εγγεγραμμένα 73 μηχανοκίνητα οχήματα, τα οποία απέκτησε από το 2018 μέχρι και το 2021, εκ των οποίων, τα 70 έχουν εκτιμημένη συνολική αξία €766.900. (xii) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στις 8.7.2021, στο πλαίσιο της αίτησης XX6/2021, εξέδωσε διάταγμα δέσμευσης και επιβάρυνσης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του κατηγορούμενου (βλ. Παράρτημα Α). (xiii) Ενόψει των πιο πάνω, ως προβάλλεται, τεκμαίρεται, με βάση το άρθρο 7

(2)του Νόμου, ότι ο κατηγορούμενος αποκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €359.790, το οποίο προκύπτει από τα ποσά των: (α) €212.037, το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά των οχημάτων στο όνομα της εταιρείας του, (β) €35.300, για την αγορά αυτοκινήτων στο όνομα του ιδίου. Το τελευταίο αυτό ποσό προκύπτει αφού αφαιρεθεί από το ποσό των €42.800, το ποσό των €7.500, που αφορά τα δύο οχήματα, εκ των οποίων, το ένα είναι αναζητούμενο και το άλλο έχει μεταβιβαστεί, (γ) €7.453, το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στην Ελληνική Τράπεζα, (δ) €105.000 που κατέβαλε για την αγορά του διαμερίσματος στο δήμο Μέσα Γειτονιάς. Στο εν λόγω συνολικό ποσό (€359.790), ως αναφέρεται, θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των €10.000, που κατέβαλε ο κατηγορούμενος για την αγορά - εισαγωγή πυροτεχνημάτων μεταξύ Ιανουαρίου - Ιουνίου του 2020. Υπενθυμίζεται ότι η ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, περιόρισε το ποσό του αιτούμενου διατάγματος δήμευσης σε €331,090, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί. Ο κατηγορούμενος, στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (
  1. i)Από τα γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες που παραδέχθηκε ενοχή, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (εισαγωγή, αποθήκευση, κατοχή και μεταφορά πυροτεχνημάτων χαμηλής ισχύος, συνομωσία για εισαγωγή ναρκωτικών και εκρηκτικών υλών), δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. Όταν το φορτίο με τις εκρηκτικές ύλες αναχώρησε από την Ελλάδα με προορισμό την Κύπρο, ο κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι με τα κιβώτια των πυροτεχνημάτων είχαν τοποθετηθεί και ναρκωτικά, χωρίς να του αναφέρει την ποσότητα. Τότε ήταν που συμφώνησε στην εισαγωγή τους, χωρίς να γνωρίζει την ποσότητα και χωρίς οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Επισημαίνει δε, ότι ουδέποτε, στο παρελθόν, ασχολήθηκε με αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά. (
  2. ii)Η έκθεση ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής, αναφέρεται σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατ' ισχυρισμό ανήκουν στον κατηγορούμενο, για τα οποία, η κατηγορούσα αρχή, δεν ισχυρίζεται ότι αποτελούν έσοδα ή περιουσία αποκτηθείσα από παράνομες δραστηριότητες. Πρόκειται για περιουσία, συνολικής αξίας €601.768,22 και ειδικότερα, το εν λόγω ποσό αποτελεί το άθροισμα (α) της αξίας του διαμερίσματος, ύψους €95.000, που βρίσκεται στο δήμο Λεμεσού, (β) της αξίας της οικίας, ύψους €320.000, που βρίσκεται στη Λεμεσό, (γ) της αξίας της οικίας, ύψους €120.000, που βρίσκεται στο Κολόσσι και τέλος (δ) του δανείου, ύψους €66.768,22, το οποίο εξοφλήθηκε. Ως αναφέρεται, η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι τα περιουσιακά του στοιχεία, αξίας €359.790, αποτελούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, στη βάση ότι τα δηλωμένα εισοδήματά του δεν συνάδουν με την αξία των περιουσιακών του στοιχείων, εντούτοις, ως ισχυρίζεται, προβαίνει στην αντιφατική αποδοχή ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο, ήταν ικανός να έχει περιουσία, αξίας €601.768,22. (iii) Η μητέρα του κατηγορούμενου, περί το έτος 2004, έλαβε ως αποζημίωση και εφάπαξ από το Δήμο Λεμεσού, όπου εργαζόταν, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.39.851,16 (€70.532 - βλ. Παράρτημα 2) και επίσης, μετά τον τερματισμό της εργοδότησής της, λάμβανε μηνιαίως μέχρι το 2017, από το Δήμο Λεμεσού, το ποσό των €750,93, το οποίο κατατίθετο σε λογαριασμό του πατέρα του κατηγορούμενου (βλ. Παράρτημα 3). Ο πατέρας του, μετά τη συνταξιοδότησή του το 2013, συνέχισε να εργάζεται ως υδραυλικός. Οι γονείς του το βοήθησαν να αγοράσει κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω. Οι γονείς του, ως αναφέρεται, είναι ιδιοκτήτες 4 διαμερισμάτων και 1 γραφείου (βλ. Παράρτημα 4), τα οποία ενοικιάζουν και για τα 3 από αυτά, του έχουν παραχωρήσει τα ενοίκια (βλ. Παράρτημα 5). (
  3. iv)Για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι τον Αύγουστο του 2020, εισέπραξε το συνολικό ποσό των €26.600, από τον ενοικιαστή XXX Χαρίστα (βλ. Παράρτημα 7). Πρόκειται για διαμέρισμα ιδιοκτησίας της μητέρας του. Το εν λόγω ποσό κατατίθετο σε λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα. Αναφορικά με τα διαμερίσματα, ιδιοκτησίας του πατέρα του, κατά καιρούς ενοικιάζονταν και άλλοτε λάμβανε τα ενοίκια, είτε ο πατέρας του, είτε ο ίδιος. (
  4. v)Ο κατηγορούμενος, από το Μάϊο του 2018 μέχρι και το Νοέμβριο του 2020, ενοικίαζε το διαμέρισμά του στη Μέσα Γειτονιά, στην εταιρεία IQ Option Europe Ltd, για το ποσό των €1.468 μηνιαίως (βλ. Παράρτημα 6) και για την πιο πάνω περίοδο, έλαβε ενοίκια, ύψους €44.040. (
  5. vi)Από το γάμο του ο κατηγορούμενος έλαβε, τον Οκτώβριο του 2017, το ποσό των €200.000 περίπου, το οποίο φύλαγαν στο σπίτι, καθότι δεν είχαν εμπιστοσύνη στις τράπεζες μετά το κούρεμα του 2013. Το πιο πάνω, το ανέφερε και η σύζυγός του, σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, στις 7.8.2017 (βλ. Παράρτημα 8), κάτι το οποίο, ως αναφέρεται, παραλήφθηκε να αναφερθεί στην έκθεση ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής. (vii) Αναφορικά με τα 31 αυτοκίνητα της εταιρείας Aristo. Στην έκθεση ισχυρισμών αναφέρεται ότι η εκτιμημένη αγοραστική αξία τους, κατά το έτος 2018, ήταν €212.037. Η κατηγορούσα αρχή, ως αναφέρεται, ενώ έλαβε μαρτυρία από τους πωλητές των οχημάτων, για τη συμφωνηθείσα τιμή αγοράς τους και τον τρόπο αποπληρωμής, εντούτοις, προέβηκε σε εκτίμηση της αγοραστικής τους αξίας για να τη διογκώσει και παρέλειψε ν' αναφέρει ότι αγοράστηκαν με πίστωση και ότι, για κάποια από αυτά δεν καταβλήθηκε το τίμημα, αφού επιστράφηκαν. Ως αναφέρεται, η εταιρεία Aristo αγόραζε τα οχήματα υπό τη μορφή μακροχρόνιας πίστωσης και δεν καταβλήθηκε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό. Ειδικότερα, η εταιρεία συνήθιζε να πληρώνει αρχικά, περίπου το ¼ της συμφωνηθείσας τιμής και στη συνέχεια κατέβαλλε το υπόλοιπο ποσό με μηνιαίες ή τμηματικές δόσεις. Τα αυτοκίνητα εντάσσονταν στο στόλο της εταιρείας και ενοικιάζονταν σε άλλα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να αποπληρώνει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από τα έσοδα του ίδιου του οχήματος που προέρχονταν από την ενοικίασή του. Με αυτό τον τρόπο, η εταιρεία Aristo, κατάφερε, μέσα σε σύντομο χρόνο, να αποκτήσει αρκετά αυτοκίνητα. Κατά την περίοδο από 12.3.2018 μέχρι 31.8.2018 αποκτήθηκαν συνολικά 31 οχήματα, για τα οποία γίνεται αναφορά στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών. Το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα πώλησης των οχημάτων, ανερχόταν στο ποσό των €149.047 και καταβλήθηκε, ως προκαταβολή, το ¼ της συμφωνηθείσας τιμής και συγκεκριμένα, το ποσό των €57.500. Περαιτέρω, συγκεκριμένα οχήματα επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες και άλλο κλάπηκε. Παρουσιάστηκαν καταθέσεις των πωλητών των οχημάτων (βλ. Παράρτημα 10). Για την αγορά οχημάτων που έγινε το 2018, η εταιρεία Aristo οφείλει χρήματα στους πωλητές. Ως αναφέρεται, το ποσό που δόθηκε για την αγορά των οχημάτων ήταν €39.500 και προέρχονταν από τα λεφτά του γάμου του κατηγορούμενου. (viii) Αναφορικά με τα 6 οχήματα, που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του κατηγορούμενου. Αυτά, ως αναφέρεται, αγοράστηκαν, μεταξύ των ημερομηνιών 11.8.2020 και 17.3.2021, για το συνολικό ποσό των €20.700 και καταβλήθηκε στους πωλητές το συνολικό ποσό των €19.700. Παραμένει υπόλοιπο €1.000 για το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ13. Παρουσιάστηκαν σχετικές καταθέσεις των πωλητών (βλ. Παράρτημα 11). Οι αγορές των πιο πάνω οχημάτων έγιναν σε μετρητά από, (α) χρήματα που έλαβε ο κατηγορούμενος από την ασφαλιστική εταιρεία Παγκυπριακή, μετά από σοβαρό ατύχημα που είχε. Συγκεκριμένα, στις 10.12.2019, κατέθεσε στο λογαριασμό του, στην Ελληνική Τράπεζα, σχετική επιταγή, ύψους €36.000 και (β) ενοίκια που λάμβανε. Επεξήγησε ότι τα αγόραζε τοις μετρητοίς, καθότι μπορούσε να διαπραγματεύεται και να πετυχαίνει καλύτερη τιμή αγοράς. Στον εν λόγω λογαριασμό κατατίθεντο και ποσά που λάμβανε από ενοίκια των διαμερισμάτων, για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας (βλ. Παράρτημα 12). (
  6. ix)Αναφορικά με το ποσό των €7.453, το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό του κατηγορούμενου στην Ελληνική Τράπεζα, αναφέρεται ότι σ' αυτόν κατατίθεντο, ως επί το πλείστον, τα ενοίκια που λάμβανε από τα διαμερίσματα που ανήκαν τόσο στον ίδιο όσο και στους γονείς του, ως επίσης, καταθέσεις σ' αυτόν έγιναν και από την ασφαλιστική εταιρεία, μετά το ατύχημα που είχε. (
  7. x)Σε σχέση με την αγορά του διαμερίσματος που βρίσκεται στο δήμο Μέσα Γειτονιάς, αξίας €105.000, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την ανέλαβε ο πατέρας του, ο οποίος αγόρασε το διαμέρισμα για λογαριασμό του. Έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας, μεταβιβάστηκε, το όχημα μάρκας Mercedes SL65 AMG, το οποίο ανήκε στη μητέρα του, μετά από ανταλλαγή με άλλο όχημα Mercedes ML, με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ22 (βλ. Παράρτημα 14). Το εν λόγω όχημα δόθηκε για το ποσό των €70.000, ως επίσης ο πατέρας του κατέβαλε και το ποσό των €30.000 σε μετρητά, το οποίο είχε κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς και προέβηκε σε σχετικές αναλήψεις κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων μηνών. Ειδικότερα, μεταξύ των ημερομηνιών 8.1.2018 και 19.3.2018, προέβηκε σε 7 περιπτώσεις, στην ανάληψη του συνολικού ποσού των €30.411 και στο ποσό αυτό, ως αναφέρεται, συμπεριλαμβάνονται και τα μεταβιβαστικά τέλη (βλ. Παράρτημα 15). (
  8. xi)Αναφορικά με το διαμέρισμα στο δήμο Λεμεσού, το οποίο, ως αναφέρεται στην έκθεση γεγονότων, αποκτήθηκε από μέρους του κατηγορούμενου για το ποσό των €95.000, επισημαίνεται ότι η Αστυνομία δεν έχει λάβει κατάθεση από την XXX Παγκρατίου, ιδιοκτήτρια του ακινήτου, η οποία θα επιβεβαίωνε ότι, παρά την αρχική συμφωνία, δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό (βλ. Παράρτημα 16), αφού η εν λόγω αγοραπωλησία δεν υλοποιήθηκε, με αποτέλεσμα το πωλητήριο να αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο. Έτσι, ως προβάλλεται, η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζουμε ότι η αιτήτρια δεν προβάλλει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί περιουσία η οποία αποκτήθηκε από παράνομες δραστηριότητες του κατηγορούμενου. (xii) Σε σχέση με την αγορά της υπό ανέγερση κατοικίας στη Λεμεσό, στις 19.1.2018, η οποία ολοκληρώθηκε, επισημαίνει ότι κατέβαλε το ποσό των €25.000 σε μετρητά, τα οποία προήλθαν από το γάμο τους και περαιτέρω, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγός του, συνομολόγησαν δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα για το ποσό των €95.000, το οποίο μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό και απ' αυτόν προέβηκε σε διάφορες πληρωμές για την αποπεράτωση της κατοικίας. Το σημερινό υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται στο ποσό των €82.000 περίπου (βλ. Παράρτημα 18 - κατάσταση λογαριασμού) και περαιτέρω, οφείλουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα που εκτέλεσαν εργασίες, το συνολικό ποσό των €95.900 περίπου (βλ. Παράρτημα 17 - σχετικές βεβαιώσεις). (xiii) Αναφορικά με την αποπληρωμή του δανείου που συνομολογήθηκε με την Τράπεζα Κύπρου, για το οποίο γίνεται αναφορά στην έκθεση ισχυρισμών, επισημαίνει ότι αυτό έγινε για την αγορά διαμερίσματος στη Μέσα Γειτονιά, το οποίο ενεγράφη επ' ονόματι της μητέρας του κατηγορούμενου, καθότι ο πατέρας του τελικά ήταν αυτός που το αποπλήρωσε. (xiv) Στο πλαίσιο της αίτησης XX6/2021, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 8.7.2021 δεσμεύτηκαν από την Αστυνομία, 14 αυτοκίνητα της εταιρείας Aristo, ως επίσης και 4 του κατηγορούμενου. Μετά από αίτημα του κατηγορούμενου, εμπειρογνώμονας επισκέφθηκε το χώρο όπου βρίσκονται τα οχήματα και ετοίμασε σχετική έκθεση, σύμφωνα με την οποία, 10 οχήματα της εταιρείας Aristo και τα 4 οχήματα του κατηγορούμενου, υπέστησαν ζημιές, ύψους €33.300, λόγω της μακροχρόνιας ακινητοποίησής τους και για τους λόγους που εκεί εξηγούνται (βλ. Παράρτημα 19). Στο στάδιο τούτο διευκρινίζεται ότι στην έκθεση δεν περιλαμβάνονται 4 οχήματα της εταιρείας, για τα οποία εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Πρόσθετα, αναφέρεται ότι, λόγω της δέσμευσής τους, τα οχήματα δεν ενοικιάστηκαν, με αποτέλεσμα να απωλέσει η εταιρεία εισοδήματα, πέραν των €50.000. (
  9. xv)Ήταν η θέση του, ότι στην περίπτωση που εφαρμοστεί το τεκμήριο (assumption), που δημιουργεί ο Νόμος, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αδικίας σε βάρος του. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, κάλεσαν το Δικαστήριο όπως διεξάγει την έρευνα στο πλαίσιο των εκατέρωθεν δηλώσεων και ειδικότερα, τόσο της έκθεσης ισχυρισμών όσο και της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιόν μας, τα όσα έχουν αναφέρει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους και θα σταθούμε εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Στην Pal v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, επισημάνθηκε ότι η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης δυνάμει του Νόμου δεν αποτελεί κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να εκδικαστεί, αλλά θεωρείται μέρος της διαδικασίας επιβολής ποινής (βλ. R. v. Benjafield [2002] UKHL 2 και Phillips v. The United Kingdom, ανωτέρω, Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 3η έκδ., σελ. 220-222, ιδιαίτερα στην παρ. 9.191-192 και Δημοκρατία ν. Περδίκη κ.ά., Ποιν. Έφ. 98/2020, σχ. με 140/2020 και 142/2020, ημερ. 27.5.2021 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Κατ' αρχάς, είναι αναγκαίο να αναφερθούν οι σχετικές πρόνοιες του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (Ν.188(Ι)/2007 - στο εξής θα καλείται «ο Νόμος»). Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο Νόμος εφαρμόζεται, σε καθορισμένα αδικήματα που εξειδικεύονται να είναι, (α) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και (β) τα γενεσιουργά αδικήματα. Τα μεν πρώτα καθορίζονται στο άρθρο 4
(1)(i-v). Τα γενεσιουργά αδικήματα καθορίζονται στο άρθρο 5, και ως τέτοια «είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας». Το άρθρο 6 παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο «. το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα προτού επιβάλει ποινή .», να προβεί σε έρευνα για να διαπιστώσει αν ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος, η οποία αρχίζει με αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα. Η Δημοκρατία έχει το ευεργέτημα του μαχητού τεκμηρίου που δημιουργείται από το άρθρο 7
(2), το οποίο καθορίζει ότι, το Δικαστήριο, στη διαπίστωση κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και προς υπολογισμό του ύψους των εσόδων δύναται, εκτός εάν καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι: «7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου - . ....
(2).. (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· (β) κάθε δαπάνη του κατηγορουμένου κατά τη δάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή πληρωμές ή αμοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη από τον ίδιο παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· (γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συμφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας της: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουμένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόμιμα εισοδήματα του.» Το τεκμήριο που δημιουργείται δεν εφαρμόζεται, δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(3)του άρθρου 7, είτε αν δεν αποδειχθεί ότι ισχύει στην περίπτωση του συγκεκριμένου κατηγορούμενου είτε αν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας σε βάρος του κατηγορουμένου, αν εφαρμοζόταν. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Περδίκη κ.ά., ανωτέρω: «. για να μην δύναται το Δικαστήριο να υποθέσει ως ανωτέρω, πρέπει να αποδειχθεί ότι η πρόνοια του εδαφίου 2 (του άρθρου 7 του Νόμου) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του καταδικασθέντα, με αποτέλεσμα, στην πράξη, το βάρος να μετατίθεται στους ώμους του τελευταίου, να πείσει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η υπόψη περιουσία δεν αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή να κριθεί ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να προκαλείτο αδικία σε αυτόν αν εφαρμοζόταν το κριτήριο. . Το τεκμήριο υλοποιεί μια θεμελιακή νομοθετική προσέγγιση που συνιστά μια βασική φιλοσοφία του νομοθέτη για την καταπολέμηση του εγκλήματος. Μια πτυχή αφορά σε περιπτώσεις όπου χρήματα που εντοπίζονται στα χέρια εγκληματικών στοιχείων δεν μπορούν να τεκμηριώσουν σχετικές κατηγορίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως, μπορεί με τη συνδρομή του τεκμηρίου του νόμου να δικαιολογηθεί η δήμευση τους και αποστέρηση των εγκληματικών στοιχείων από αυτά (R. v. Benjafield
(2000)10 BHRC 19, παρ. 43).» (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.) Στο σύγγραμμα Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 5η έκδ., στη σελ. 201, παρ. 9.57, αναφέρονται τα ακόλουθα: ". if the defendant can establish that the property transferred to him came from a legitimate source and was transferred to him for a perfectly lawful reason then the court should not make the assumption that he obtained that property as a result of his general criminal conduct. It may not be necessary for the defendant to adduce any cogent evidence to establish the legitimacy of that property provided there is some evidence from which the court could reach that conclusion - see R v. O'Shea [2015] EWCA Crim 1395." Όπως έχει νομολογηθεί, το τεκμήριο που δημιουργείται από το άρθρο 7
(2)του Νόμου, έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια και στοχεύει στη δήμευση χρημάτων που βρίσκονται στην κατοχή του καταδικασθέντα, ανεξάρτητα από τη διασύνδεση του αδικήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος, με την προέλευση της πηγής των χρημάτων. Στη διαδικασία της αίτησης για δήμευση, ως έχει αναφερθεί, εναπόκειται στον καταδικασθέντα να αποδείξει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ουσιαστικά πείθοντας το Δικαστήριο για τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων του (βλ. Δημοκρατία ν. Περδίκη κ.ά. και Pal ν. Δημοκρατίας κ.ά., ανωτέρω). Εισήγηση ότι η αίτηση είναι παράτυπη Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο στάδιο των αγορεύσεων, εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν στηρίζεται «. στα ορθά άρθρα και Νόμους .». Η πιο πάνω εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους, καθότι, η αίτηση βασίζεται «στα άρθρα 2, 3, 5, 6, 7, 7
(2), 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 72 των Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων 2007 και 2021 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ.2», τα οποία προσδίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να διενεργήσει έρευνα για να διαπιστώσει εάν ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος και σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι απεκόμισε έσοδα, να εκδώσει διάταγμα δήμευσης. Τα συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου καθορίζουν το πλαίσιο στο οποίο βασίζεται η αίτηση ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει, με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια που απαιτείται, το πού αυτή εδράζεται και τους λόγους για τους οποίους επιζητείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ακόμη και να υφίστατο παρατυπία, κάτι που δεν συμβαίνει, αυτή δεν διασυνδέεται με ερημοδικία ούτε και επιφέρει οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες για τον κατηγορούμενο ή επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιοδήποτε δικαίωμά του (βλ. David v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 208/2012, ημερ. 24.11.2017), ECLI:CY:AD:2017:A415. Για τους λόγους που εξηγούνται, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι υφίσταται εσφαλμένη εναρμόνιση του Νόμου με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, εισηγήθηκε ότι υφίσταται εσφαλμένη εναρμόνιση του Νόμου με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ (στο εξής «η Οδηγία») και κατ' επέκταση ο πρώτος δεν έχει εφαρμογή. Ειδικότερα, ως αναφέρθηκε, η διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο εφαρμόζεται, κατόπιν σχετικής αίτησης, όταν ο κατηγορούμενος διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, κάτι το οποίο δεν είναι συμβατό με την Οδηγία. Η τελευταία, όπως εισηγήθηκε, εφαρμόζεται στην περίπτωση του οργανωμένου εγκλήματος και σε συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία καθορίζονται στο άρθρο 3 αυτής. Στις αιτιολογικές σκέψεις 21, 22 και 23 της Οδηγίας, γίνεται αναφορά στους ελάχιστους κανόνες που θεσπίζει η τελευταία. Η αιτιολογική σκέψη 21 ρητά αναφέρει «Η εκτεταμένη δήμευση θα πρέπει να είναι δυνατή όταν ένα δικαστήριο κρίνει ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία προέκυψαν από εγκληματική συμπεριφορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαιτείται να έχει αποδειχθεί ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία προέκυψαν από εγκληματική συμπεριφορά. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, για παράδειγμα, ότι αρκεί το δικαστήριο να κρίνει σταθμίζοντας τις πιθανότητες ή ευλόγως να πιθανολογεί ότι το επίδικο περιουσιακό στοιχείο έχει αποκτηθεί από εγκληματική συμπεριφορά παρά από άλλες δραστηριότητες .». Η αιτιολογική σκέψη 22 αναφέρει ότι η Οδηγία «. θεσπίζει ελάχιστους κανόνες. Δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν πιο εκτεταμένες εξουσίες στο εθνικό τους δίκαιο .». Η δε αιτιολογική σκέψη 23 επισημαίνει ότι η τελευταία «. εφαρμόζεται στα ποινικά αδικήματα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής στων πράξεων που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία. Εντός του πεδίου εφαρμογής των εν λόγω πράξεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν την εκτεταμένη δήμευση τουλάχιστον για ορισμένα ποινικά αδικήματα όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία.». Η Οδηγία, ως η ίδια καθορίζει, θεσπίζει ελάχιστους κανόνες, σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων (βλ. άρθρο 1). Το δε άρθρο 5
(2)αυτής, καθορίζει την έννοια του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα αδικήματα που καταγράφονται στα εδάφια (α) έως (ε). Συνακόλουθα, και αυτή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει τα ουσιώδη γεγονότα, στα οποία αναφέρθηκε και έτσι, η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι (βλ. Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πολ. Έφ. Ε177/2018, ημερ. 21.5.2019, Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφ. Ε6/2014, ημερ. 27.2.2015, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Fodossova Larissa (Αρ. 2)
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1333, Electromatic Constructions Ltd v. Γενιού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Α Α.Α.Δ. 258, Global Cruises S.A. κ.ά. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1E A.A.Δ. 607, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co
(2002)1B A.A.Δ. 938, Rybolovlev v. Rybolovieva
(2010)1A A.A.Δ. 82, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1A Α.Α.Δ. 557 και Σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη Διατάγματα Injunctions). Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168 τίθεται με συμπυκνωμένο λόγο, από το Δικαστή Νικήτα, το περιεχόμενο του καθήκοντος και η συνέπεια από την παραβίασή του. «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξπάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων του τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. . Και εναπόκειται στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων. .» (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο, μετά από σχετική διά κλήσεως αίτηση, διεξάγει έρευνα κατά πόσο ο κατηγορούμενος αποκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος. Η αιτήτρια καταχώρισε έκθεση ισχυρισμών και ο κατηγορούμενος έκθεση αντίκρουσής τους. Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου η αιτήτρια απέκρυψε γεγονότα, παραπλάνησε το Δικαστήριο, και εκδόθηκε μονομερώς σχετικό διάταγμα. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, απορρίπτεται. Εισήγηση ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι ο κατηγορούμενος δεν είναι επαγγελματίας εγκληματίας Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, με αναφορά στην αγγλική νομοθεσία και ειδικότερα στο Proceeds of Crime Act, 2002 (στο εξής «PoCA») και σε αγγλικά συγγράμματα, εισηγήθηκε ότι, εκτεταμένη δήμευση δύναται να γίνει, μόνο όταν ο παραβάτης είναι επαγγελματίας εγκληματίας. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ως ανάφερε, το Δικαστήριο δύναται να δημεύσει μόνο προϊόντα που απεκόμισε ο κατηγορούμενος από το συγκεκριμένο αδίκημα που κατηγορείται. Ήταν η θέση του, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων και περαιτέρω, δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι είχε εγκληματικό τρόπο ζωής (criminal lifestyle), με αποτέλεσμα, ως εισηγήθηκε, η αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη. Με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων, στα οποία καλείται να επιβάλει ποινή το Δικαστήριο. Εκείνο που επιζητείται, μέσω της αίτησης, είναι να υποθέσει, το Δικαστήριο, ότι η περιουσία που απέκτησε ο κατηγορούμενος, «. κατά τη διάρκεια των τελευταίων 6 ετών από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του, αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες .». Αναφορικά με την εισήγηση του κατηγορούμενου, ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη, καθότι δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος είχε εγκληματικό τρόπο ζωής (criminal lifestyle), επισημαίνονται τ' ακόλουθα. Στην Αγγλία, σε σχέση με την έκδοση διατάγματος δήμευσης, το άρθρο 6
(4)του PoCA, ρητά προνοεί ότι: «The Court must proceed as follows- (
  1. a)It must decide whether the defendant has a criminal lifestyle; (
  2. b)If it decides that he has a criminal lifestyle it must decide whether he has benefited from his general criminal conduct; (
  3. c)If it decides that he does not have a criminal lifestyle it must decide whether he has benefited from his particular criminal conduct.» Το άρθρο 75 του PoCA προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)A defendant has a criminal lifestyle if (and only if) the following condition is satisfied.
(2)The condition is that the offence (or any of the offences) concerned satisfies any of these tests- (
  1. a)it is specified in Schedule 2; (
  2. b)it constitutes conduct forming part of a course of criminal activity; (
  3. c)it is an offence committed over a period of at least six months and the defendant has benefited from the conduct which constitutes the offence.
(3)Conduct forms part of a course of criminal activity if the defendant has benefited from the conduct and- (
  1. a)in the proceedings in which he was convicted he was convicted of three or more other offences, each of three or more of them constituting conduct from which he has benefited, or (
  2. b)in the period of six years ending with the day when those proceedings were started (or, if there is more than one such day, the earliest day) he was convicted on at least two separate occasions of an offence constituting conduct from which he has benefited.
(4)But an offence does not satisfy the test in subsection
(2)(
  1. b)or (
  2. c)unless the defendant obtains relevant benefit of not less than £5000.
(5)Relevant benefit for the purposes of subsection
(2)(
  1. b)is- (
  2. a)benefit from conduct which constitutes the offence; (
  3. b)benefit from any other conduct which forms part of the course of criminal activity and which constitutes an offence of which the defendant has been convicted; (
  4. c)benefit from conduct which constitutes an offence which has been or will be taken into consideration by the court in sentencing the defendant for an offence mentioned in paragraph (
  5. a)or (b).
(6)Relevant benefit for the purposes of subsection
(2)(
  1. c)is- (
  2. a)benefit from conduct which constitutes the offence; (
  3. b)benefit from conduct which constitutes an offence which has been or will be taken into consideration by the court in sentencing the defendant for the offence mentioned in paragraph (a). ..» Στην Κύπρο, όμως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο Νόμος έχει εφαρμογή για καθορισμένα αδικήματα και ως τέτοια είναι, (α) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 4 του Νόμου και (β) τα γενεσιουργά αδικήματα, τα οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5, είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακολούθως, το Δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα, προτού επιβάλει ποινή, προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[1]. Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τις πιο πάνω δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός εάν καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει τα όσα καθορίζονται στο άρθρο 7
(2)του Νόμου, τα οποία έχουν εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Συνεπώς, η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι για να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν επαγγελματίας εγκληματίας, δεν μας βρίσκει σύμφωνους και συνακόλουθα, απορρίπτεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος σε 12 κατηγορίες, εκ των οποίων, οι 3 αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και οι υπόλοιπες 7 σχετίζονται με παραβάσεις του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου και ο Νομοθέτης, για μεν το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια, ενώ για τα αδικήματα της εισαγωγής, αποθήκευσης, κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια ή πρόστιμο μέχρι €5.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Έτσι, ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει γενεσιουργά αδικήματα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου. Στο στάδιο τούτο, όμως, κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε συνοπτικά τα γεγονότα που περιβάλλουν τις σχετικές κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κατηγορούμενος, το Νοέμβριο του 2020, παρήγγειλε από την Ελλάδα 29.541 εκτοξευμένα πυροτεχνήματα και κροτίδες, που περιείχαν εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, συνολικού βάρους 240 κιλών. Ακολούθως, στις 4.12.2020, ανέθεσε στον εργοδοτούμενό του, κατηγορούμενο 2, να μεταβεί στην Ελλάδα, για να πληρώσει το τίμημα των εκρηκτικών υλών. Έτσι, ο τελευταίος, μετέβηκε στο εξωτερικό για να διεκπεραιώσει την εισαγωγή τους στην Κύπρο. Εισήχθηκαν στις 11.12.2020 και παραλήφθηκαν από τους κατηγορούμενους 1 και 2 στις 14.12.2020. Τρίτο πρόσωπο, πρότεινε στον κατηγορούμενο 2 να εισάξουν στην Κύπρο ναρκωτικά και ο τελευταίος συμφώνησε, έναντι αμοιβής. Ακολούθως, στις 16.12.2020, μετά από σχετικές διευθετήσεις του κατηγορούμενου και αφού προηγουμένως συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 2, εισήχθηκαν στην Κύπρο 1.010 εκτοξευμένα πυροτεχνήματα που περιείχαν εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, συνολικού βάρους 50 κιλών. Όταν το φορτίο με τις εκρηκτικές ύλες, αναχώρησε από την Ελλάδα με προορισμό την Κύπρο, ο κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι με τα κιβώτια των πυροτεχνημάτων τοποθετήθηκαν ναρκωτικά, χωρίς να του αναφέρει την ποσότητα. Τότε ήταν που ο τελευταίος συμφώνησε στην εισαγωγή τους, χωρίς να γνωρίζει την ποσότητα και χωρίς να έχει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Η περιουσία που απέκτησε ο κατηγορούμενος Με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, αποτελεί κοινό τόπο, ότι ο κατηγορούμενος απόκτησε κατά τη « διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του» την ακόλουθη ακίνητη και κινητή περιουσία: (
  1. i)στις 19.4.2018, ένα διαμέρισμα στο δήμο Μέσα Γειτονιάς, για το ποσό των €105.000, (
  2. ii)οχήματα στο όνομα του, για τα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, (iii) το ποσό των €7.453 που βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό του, στην Ελληνική Τράπεζα, (
  3. iv)1000 μετοχές της εταιρείας Aristo, η οποία ιδρύθηκε την 9.2.2018. O κατηγορούμενος είναι ο αποκλειστικός μέτοχος και διευθυντής της εν λόγω εταιρείας. Ο κατηγορούμενος, μεταξύ 9.2.2018 - 30.11.2018, κατέβαλε στην εταιρεία του το ποσό των €95.945.27 και το ποσό αυτό παρουσιάζεται ως χρέος της τελευταίας προς τον ίδιο. Η εταιρεία απέκτησε οχήματα, για τα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω. (
  4. v)στις 10.9.2020, ένα διαμέρισμα στο δήμο Λεμεσού, για το ποσό των €95.000. Το σχετικό πωλητήριο έγγραφο αποσύρθηκε από το κτηματολόγιο . Επισημαίνεται ότι σε κατοπινό στάδιο θα εξεταστεί αν ο κατηγορούμενος κατέβαλε το τίμημα αγοραπωλησίας και, (
  5. vi)στις 19.1.2018, μία υπό ανέγερση κατοικία, για το συμφωνηθέν ποσό των €50.000, η οποία στη συνέχεια ολοκληρώθηκε από μέρους του κατηγορουμένου. Για όλα τα πιο πάνω αλλά και για το στεγαστικό δάνειο που συνομολόγησε με την Τράπεζα Κύπρου και την εξόφλησή του θα επανέλθουμε. Σε σχέση με το τελευταίο κατά την 1.1.2015, είχε υπόλοιπο €71.221,40 και μεταξύ των ημερομηνιών 23.11.2016 και 24.3.2017, σε 6 περιπτώσεις καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €66.768,22, με αποτέλεσμα αυτό να εξοφληθεί. Υπενθυμίζεται ότι η αιτήτρια δεν αποδίδει στον κατηγορούμενο ότι τα περιουσιακά στοιχεία υπό (
  6. v)και (
  7. vi)ανωτέρω και τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση του δανείου, τα απέκτησε από παράνομες δραστηριότητες. Τα εισοδήματα κατηγορούμενου Ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ετών 2014 και 2019, υπέβαλε μόνο φορολογική δήλωση για το έτος 2018, όπου δήλωσε εισόδημα μισθωτού, ως υπάλληλος της εταιρείας Aristo, με ακαθάριστες ετήσιες απολαβές, ύψους €3.480. Με βάση τα όσα τέθηκαν στην έκθεση ισχυρισμών και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο, αυτός είχε τα ακόλουθα εισοδήματα: (α) Για την περίοδο από 1.1.2018 - 13.1.2021, ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του, έλαβαν επίδομα τέκνου, συνολικού ύψους €3.459,67. (β) Για την περίοδο από 1.1.2014 - 1.2.2015, λάμβανε δημόσιο βοήθημα μηνιαίως, ύψους €678, ήτοι, σύνολο €9.492 (€678 Χ 14 μήνες). (γ) Με βάση τις καταστάσεις που τηρούνται στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είχε πραγματικές αποδοχές, (
  8. i)κατά το Νοέμβριο του 2016, ύψους €151, (
  9. ii)κατά το 2018, ύψους €3.480, (iii) κατά το 2019, ύψους €5.385 και (
  10. iv)κατά το 2020, ύψους €5.253, σύνολο €14.269. Το συνολικό ποσό υπό (α) - (γ), ανωτέρω, ανέρχεται στο ποσό των €27.220,67. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αιτήτρια αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος, από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι και τον Αύγουστο του 2020, έλαβε το συνολικό ποσό των €26.600, το οποίο προέρχεται από ενοίκια του διαμερίσματος που ανήκει στη μητέρα του. Ειδικότερα, για την πιο πάνω περίοδο, λάμβανε το ποσό των €950 μηνιαίως από τον XXX Χαρίστα. Σχετική είναι και η κατάθεση του τελευταίου (βλ. Παράρτημα 7 της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών). Συνεπώς, κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος, για την περίοδο από Απρίλιο του 2018 μέχρι και τον Αύγουστο του 2020, είχε τα πιο πάνω εισοδήματα. Έτσι, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ο κατηγορούμενος για περίοδο 2014 - 13.1.2021 είχε συνολικά εισοδήματα, ύψους €53.820.67 ( €27.220.67 + €26.600). Ο κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της αντίκρουσης των ισχυρισμών της αιτήτριας, πρόβαλε, μεταξύ άλλων, ότι τον Οκτώβριο του 2017 έλαβε το ποσό των €200.000 περίπου, από το γάμο του και τα χρήματα αυτά τα κρατούσαν στο σπίτι, καθότι δεν είχαν εμπιστοσύνη στις τράπεζες μετά το κούρεμα του 2013 και προς τούτο παρουσίασε και σχετική κατάθεση της συζύγου του (βλ. Παράρτημα 8). Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι ένας γάμος προϋποθέτει έξοδα - δαπάνες. Η θέση τους ότι, έλαβαν το πιο πάνω ποσό από το γάμο τους, πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Δεν τέθηκε οτιδήποτε, ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τα έξοδα του γάμου τους ή οτιδήποτε άλλο σχετικό που να καταδεικνύει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι πράγματι εισέπραξαν το πιο πάνω ποσό. Ο κατηγορούμενος απέτυχε να πείσει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τους σχετικούς ισχυρισμούς του και ειδικότερα ότι το ποσό των €200.000 προέρχεται από έσοδα του γάμου του. Περαιτέρω, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, την περίοδο από το Μάϊο του 2018 μέχρι το Νοέμβριο του 2020, εισέπραξε το ποσό των €44.040, από την ενοικίαση του διαμερίσματός του στη Μέσα Γειτονιά, στην εταιρεία IQ Option Europe Ltd. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι η αιτήτρια αποδίδει στον κατηγορούμενο ότι το πιο πάνω διαμέρισμα αποκτήθηκε από έσοδα παράνομων δραστηριοτήτων και έτσι, κατά τη θέση της, θα πρέπει το πιο πάνω ποσό, που προέρχεται από τα ενοίκια, να θεωρηθεί ως έσοδο που προήλθε από παράνομες δραστηριότητες σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 2[2] και 7
(2)του Νόμου. Κατά πόσο το πιο πάνω ποσό, που προέρχεται από τα ενοίκια του συγκεκριμένου διαμερίσματος, αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, θα αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού προηγουμένως, το Δικαστήριο εξετάσει κατά πόσο το διαμέρισμα, από το οποίο προήλθαν τα ενοίκια, αποκτήθηκε από έσοδα παράνομων δραστηριοτήτων. Θα επανέλθουμε στα εισοδήματα του κατηγορούμενου, στο κατάλληλο στάδιο. Τα οχήματα που απέκτησε ο κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην αίτηση, μεταξύ των ημερομηνιών 11.8.2020 και 17.3.2021, απέκτησε συνολικά 6 αυτοκίνητα, των οποίων η σημερινή εκτιμημένη αξία τους ανέρχεται στο ποσό των €42.
  1. Ως αναφέρεται, ένα από αυτά είναι αναζητούμενο και άλλο έχει μεταβιβαστεί στις 6.7.2021 σε άλλο πρόσωπο. Η συνολική αξία των τελευταίων δύο αυτοκινήτων ανέρχεται στο ποσό των €7.500 και γι' αυτό, στην έκθεση αναφέρεται ότι η αξία των 4 αυτοκινήτων ανέρχεται στις €35.
  2. Η αιτήτρια αποδέχτηκε τα όσα προβάλλει ο κατηγορούμενος, σε σχέση με την αγορά των 3 εκ των 4 οχημάτων. Δεν αποδέχεται ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ20, αξίας €3.500, δόθηκε δωρεάν στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος, στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, αποδέχεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτης των πιο πάνω οχημάτων και ότι η συμφωνηθείσα τιμή αγοράς τους ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €20.700 και πλήρωσε το συνολικό ποσό των €19.
  3. Παραμένει υπόλοιπο €1.
  4. Η αιτήτρια αποδέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε για την αγορά των 5 αυτοκινήτων, το συνολικό ποσό των €19.700, πλην όμως δεν αποδέχεται ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ20, αξίας €3.
  5. Έτσι, θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €23.200 (€19.700 + €3.500). Ο κατηγορούμενος έχει προβάλει πειστικό ισχυρισμό, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι μεταξύ των πιο πάνω ημερομηνιών απέκτησε τα πιο πάνω οχήματα, για συγκεκριμένα ποσά και ένα εξ αυτών, του δόθηκε δωρεάν. Έτσι, κρίνουμε ότι, μεταξύ 11.8.2020 και 17.3.2021, απέκτησε 6 οχήματα και ότι για την αγορά τους, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €19.
  6. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι η συνήγορος της αιτήτριας, στο πλαίσιο των αγορεύσεων, μας κάλεσε να θεωρήσουμε ότι το συνολικό ποσό των €23.200 (€19.700 πλέον €3.500 που αφορά τη σημερινή αξία του οχήματος που δόθηκε δωρεάν), προέρχεται από παράνομες δραστηριότητες. Δεν μας ζήτησε να θεωρήσουμε το συνολικό ποσό των €31.800, ως έσοδο που προέρχεται από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο αφορά τη σημερινή εκτιμημένη αξία των 3 οχημάτων[3], εξαιρουμένων, αυτού που είναι αναζητούμενο[4], αυτού που έχει μεταβιβαστεί σε άλλο πρόσωπο[5] και αυτού που δόθηκε δωρεάν στον κατηγορούμενο[6]. Ήταν, η θέση του κατηγορουμένου, ότι για την αγορά των οχημάτων χρησιμοποιήθηκαν χρήματα από τα ενοίκια και από την αποζημίωση που έλαβε από την Παγκυπριακή Ασφαλιστική. Πράγματι, στις 10.12.2019 κατατέθηκε στο λογαριασμό του το ποσό των €36.000 (βλ. Παράρτημα 12). Την ίδια ημέρα πρόβηκε και σε ανάληψη του ίδιου ποσού. Το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού του, από την 1.7.2020 μέχρι και μία ημέρα πριν την αγορά του πρώτου οχήματος, κυμαινόταν από €9.818 μέχρι €14.083,
  7. Το πρώτο όχημα, αγοράστηκε 8 μήνες μετά την ανάληψη του ποσού των €36.000 για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω και συγκεκριμένα, στις 11.8.2020 για το ποσό των €2.
  8. Το τελευταίο αγοράστηκε στις 16.12.
  9. Στην κατάσταση λογαριασμού, δεν φαίνεται οποιαδήποτε ανάληψη του τελευταίου αυτού ποσού ή παραπλήσιού του έστω, γύρω από την πιο πάνω ημερομηνία. Το ίδιο συμβαίνει και με τα οχήματα που αποκτήθηκαν μέχρι την ημερομηνία που καλύπτει η κατάσταση λογαριασμού (22.12.2020, βλ. Παράρτημα 12). Συνεπώς, κρίνεται ως μη πειστική η θέση του, ότι χρησιμοποίησε χρήματα που προέρχονταν με τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε για την αγορά των πιο πάνω οχημάτων. Η εταιρεία Aristo και τα οχήματα που απέκτησε Ο κατηγορούμενος, στις 9.2.2018 ίδρυσε την εταιρεία Aristo, της οποίας είναι ο μοναδικός μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας. Η τελευταία, δήλωσε στο τμήμα Φ.Π.Α. ότι ξεκίνησε τις εργασίες της, στις 12.3.
  10. Η εταιρεία δεν καταχώρισε φορολογικές δηλώσεις στο Τμήμα Φορολογίας ή οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην αίτηση, ο κατηγορούμενος, κατά την περίοδο 9.2.2018 και 30.11.2018, κατέβαλε στην Aristo το ποσό των €95.945,27, το οποίο παρουσιάζεται ως χρέος της εταιρείας προς τον ίδιο. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην αίτηση, η εταιρεία Aristo, κατά το έτος 2018 απέκτησε συνολικά 31 οχήματα, των οποίων, η εκτιμημένη αξία τους, κατά το έτος 2018, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €212.
  11. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, αναφέρει ότι η εταιρεία του απέκτησε 20 από τα 31 οχήματα, στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω και τα υπόλοιπα 11[7] επιστράφηκαν στους δικαιούχους. Η επιστροφή οχημάτων επιβεβαιώνεται και από καταθέσεις συγκεκριμένων προσώπων, όπως των ΧΧΧ Πιππιρή και ΧΧΧ Παναγή[8]. Περαιτέρω, ως αναφέρεται, η εταιρεία Aristo, για την αγορά των οχημάτων, συνήθιζε να πληρώνει το ¼ της συμφωνηθείσας τιμής και στη συνέχεια, το υπόλοιπο ποσό, το κατέβαλλε σε μηνιαίες ή τμηματικές δόσεις, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές βεβαιώσεις των ΧΧΧ Γεωργίου, ΧΧΧ Παναγή και ΧΧΧ Παναγίδου (βλ. Παράρτημα 10). Ενώ ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι κατέβαλλε το ¼ της συμφωνηθείσας τιμής του οχήματος και ότι κατέβαλλε τμηματικά το υπόλοιπο, εντούτοις, στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, παραλείπει να αναφέρει τι περαιτέρω ποσά έχει καταβάλει για την αγορά του κάθε οχήματος. Σε σχέση με το τελευταίο όμως, θα επανέλθουμε. Δεν διέλαθαν της προσοχής μας τα όσα αναφέρει η ΧΧΧ Παναγίδου, υπάλληλος της K.N.S.M. Demo Cars Ltd, σε κατάθεση που έδωσε στις 16.2.2022, ότι τα οχήματα που πουλήθηκαν από την πιο πάνω εταιρεία έχουν εξοφληθεί και περαιτέρω, ως αναφέρεται σ' αυτήν, «Τα τιμολόγια που εκδίδει η εταιρεία μας θεωρούνται και απόδειξη πληρωμής. Είναι πάγια τακτική της εταιρείας μας όπως με τη μεταβίβαση του κάθε οχήματος που πωλείται να μην υπάρχουν οικονομικές εκκρεμότητες. Για να γίνει μεταβίβαση πρέπει να γίνει και εξόφληση. Όλα τα οχήματα που αγόρασε η εταιρεία (Aristo) από την (εταιρεία που εργάζεται) έχουν εξοφληθεί από τον ΧΧΧ Αριστοδήμου και δεν υπάρχουν οικονομικές εκκρεμότητες.» Η εταιρεία K.N.S.M. Demo Cars Ltd, όπου εργάζεται η ΧΧΧ Παναγίδου, σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, πώλησε στην εταιρεία Aristo, 10 αυτοκίνητα, για το συνολικό ποσό των €76.
  12. Ειδικότερα, πωλήθηκαν τα ακόλουθα οχήματα:
(1)ΧΧΧ Χ12, για το ποσό των €8.000,
(2)ΧΧΧ Χ88, για το ποσό των €9.000 (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ύψους €1.407,12),
(3)ΧΧΧ Χ99, για το ποσό των €6.000,
(4)ΧΧΧ Χ79, για το ποσό των €10.500,
(5)ΧΧΧ Χ10, για το ποσό των €8.500,
(6)ΧΧΧ Χ90, για το ποσό των €7.000,
(7)ΧΧΧ Χ86, για το ποσό των €5.500 (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ύψους €1.009,23),
(8)ΧΧΧ Χ28, για το ποσό των €8.000 (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ύψους €1,248,89),
(9)ΧΧΧ Χ33, για το ποσό των €8.000 και
(10)ΧΧΧ Χ23, για το ποσό των €6.
  1. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, για την αγορά των εν λόγω οχημάτων, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €76.
  2. O κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, αγόρασε 4 αυτοκίνητα, με αρ. εγγραφής, ΧΧΧ Χ34, ΧΧΧ Χ70, ΧΧΧ Χ51, ΧΧΧ Χ82, από την εταιρεία ICARSALES CY A.K LTD, στην οποία διευθυντής είναι ο ΧΧΧ Γεωργίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του τελευταίου, η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, αλλά και σύμφωνα με τη θέση του ίδιου του κατηγορούμενου, ο τελευταίος κατέβαλε στην εταιρεία το ποσό των €6.
  3. Συνεπώς, αποδεκτή είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι για την αγορά των 4 πιο πάνω αυτοκινήτων, καταβλήθηκε το ποσό των €6.
  4. Ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αγόρασε από την εταιρεία Park and Go, τα οχήματα με αρ. εγγραφής:
(1)ΧΧΧ Χ25, για το ποσό των €5.500,
(2)ΧΧΧ Χ92, για το ποσό των €7.000 και
(3)ΧΧΧ Χ73, για το ποσό των €6.
  1. Σύμφωνα με την κατάθεση του διευθυντή της πωλήτριας εταιρείας, ΧΧΧ Παναγή, ο κατηγορούμενος, για την αγορά των 3 πιο πάνω αυτοκινήτων, εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €1.
  2. Συνεπώς, έχει καταβάλει το ποσό των €17.
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, ο κατηγορούμενος αγόρασε 3 οχήματα και κατέβαλε, ως προκαταβολή, το συνολικό ποσό των €9.
  4. Ειδικότερα, πρόκειται για τα οχήματα με αρ. εγγραφής:
(1)ΧΧΧ Χ25, για το οποίο κατέβαλε το ποσό των €750,
(2)ΧΧΧ Χ87, για το οποίο κατέβαλε το ποσό των €5.000 και
(3)ΧΧΧ Χ21, για το οποίο κατέβαλε το ποσό των €4.
  1. Με βάση όλα τα πιο πάνω, για την αγορά των πιο πάνω, 20 οχημάτων, ο κατηγορούμενος κατέβαλε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το συνολικό ποσό των €109.250 και όχι το ποσό των €39.500, περίπου, ως ισχυρίζεται στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών. Υπενθυμίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει επιστρέψει, για τους λόγους που εξηγεί, τα άλλα 11 οχήματα[9], γεγονός το οποίο, ως αναφέρθηκε, για μερικά από αυτά, επιβεβαιώνεται από καταθέσεις συγκεκριμένων προσώπων. Καθόλου πειστική και συνεπώς μη αποδεκτή η θέση του, ότι « ...Τα ποσά που δόθηκαν για την αγορά των οχημάτων ήταν περίπου 39.500 και ήταν από τα λεφτά του γάμου. (του)». Με περισσή ευκολία αναφερόταν σε λεφτά που απέκτησε από το γάμο του για να δικαιολογήσει αγορές. Η σύζυγος του κατηγορούμενου, σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Παράρτημα 8) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο τελευταίος πήρε €100.000, περίπου, από τα λεφτά του γάμου που είχαν στο σπίτι, για αγορά οικίας στο Κολόσσι. Καμία αναφορά από μέρους της, σε σχέση με τα όσα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ότι κατέβαλε μεγάλο ποσό χρημάτων σε τρίτα πρόσωπα, από τα λεφτά του γάμου. Όπως έχει αναφερθεί, σε άλλο σημείο της απόφασης, για τους λόγους που εξηγούνται δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι εισέπραξε το ποσό των €200.000 από το γάμο του. Το Διαμέρισμα στο δήμο Μέσα Γειτονιάς Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι κατά το έτος 2018, ο κατηγορούμενος απέκτησε ένα διαμέρισμα στο δήμο Μέσα Γειτονιάς, για το συνολικό ποσό των €105.
  2. Για την εξόφληση του πιο πάνω ποσού, δόθηκε στον πωλητή ένα όχημα για το ποσό των €70.000 και επίσης καταβλήθηκε και το ποσό των €30.000 σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος, στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «Την διαδικασία αγοράς του συγκεκριμένου διαμερίσματος προς όφελος μου, ως εμφαίνεται και από την κατάθεση του ΧΧΧ Μανούρη, πρώην ιδιοκτήτη, αλλά και από τα έγγραφα του κτηματολογίου τα οποία επισυνάπτω ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 13 χειρίστηκε ο πατέρας μου ο οποίος αγόρασε το διαμέρισμα για εμένα με την μεταβίβαση του οχήματος Mercedes SL65 AMG το οποίο ανήκε στη μητέρα μου μετά από ανταλλαγή με άλλο όχημα, ήτοι ένα Mercedes ML με αρ. εγγρ. ΧΧΧ Χ22, καθώς και με την καταβολή €30.000 σε μετρητά χρήματα τα οποία είχε κατατεθειμένα σε τραπεζικούς του λογαριασμούς και τα οποία ανάληψε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 2 μηνών με σκοπό την αγορά του διαμερίσματος.». (Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Παρουσίασε (α) βεβαίωση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ότι το τελευταίο όχημα είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας του (βλ. Παράρτημα 14) (β) σχετική κατάσταση λογαριασμού (βλ. Παράρτημα 15) και (γ) τα σχετικά έγγραφα του Κτηματολογίου και κατάθεση του πωλητή του ακινήτου, ΧΧΧ Μανούρη (βλ. Παράρτημα 13). Στην κατάθεσή του ο ΧΧΧ Μανούρη - την οποία επικαλείται ο κατηγορούμενος -, αναφέρει ότι πράγματι πώλησε το πιο πάνω διαμέρισμα στον τελευταίο, για το συνολικό ποσό των €105.000 και για εξόφληση του πιο πάνω ποσού του δόθηκε το συλλεκτικό όχημα, μάρκας Mercedes, SL65 AMG, με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ11, για το ποσό των €70.
  3. Το πιο πάνω πρόσωπο, στις 15.3.2018, υπέγραψε σχετικό πληρεξούσιο, με το οποίο εξουσιοδότησε τον ΧΧΧ Αριστοδήμου (πατέρα του κατηγορούμενου) να μεταβιβάσει το διαμέρισμα και την ίδια ημέρα, ο τελευταίος κατέβαλε στον ΧΧΧ Μανούρη, σε μετρητά, το ποσό των €30.
  4. Πράγματι, ο κατηγορούμενος παρουσίασε σχετική κατάσταση λογαριασμού του πατέρα του, από την οποία προκύπτει ότι σε πέντε περιπτώσεις, μεταξύ 8.1.2018 και 16.2.2018, προέβηκε σε ανάληψη συνολικού ποσού, ύψους €25.000 και σε δύο περιπτώσεις, μεταξύ 2.3.2018 και 19.3.2018, προέβηκε σε ανάληψη από άλλο λογαριασμό, ποσού, συνολικού ύψους €5.
  5. Συνολικά, μεταξύ 8.1.2018 και 19.3.2018, ο πατέρας του κατηγορούμενου προέβηκε σε αναλήψεις συνολικού ποσού, ύψους €30.
  6. Όπως έχει επισημανθεί, ο πατέρας του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της πιο πάνω αγοραπωλησίας, για λογαριασμό του κατηγορούμενου, κατέβαλε τα χρήματα στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, στις 15.3.
  7. Ο κατηγορούμενος δεν έχει επεξηγήσει το λόγο που ο πατέρας του πρόβηκε σε 5 αναλήψεις χρημάτων, από λογαριασμό του, 1 μέχρι και 2 μήνες πριν την καταβολή των €30.000 στον πωλητή του διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος δεν έχει πείσει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι αναλήψεις διασυνδέονται με οποιανδήποτε τρόπο με το τίμημα αγοραπωλησίας του διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι το όχημα μάρκας Mercedes SL65 AMG, ανήκε στη μητέρα του. Σε σχέση με το τελευταίο, ο ΧΧΧ Μανούρης, στην κατάθεσή του - την οποία επικαλείται ο κατηγορούμενος -, αναφέρει πως, όταν «. μετά από μερικές μέρες πήγα να το μεταβιβάσω πάνω μου το αυτοκίνητο αυτό στάθηκε αδύνατο διότι από ότι μου είχαν πει η περιουσία του ΧΧΧ (κατηγορούμενου) ήταν δεσμευμένη και δεν μπορούσε να γίνει μεταβίβαση. Εγώ πάντως είχα το έντυπο της μεταβίβασης του αυτοκινήτου με την υπογραφή του ΧΧΧ». Ακολούθως, ως o XΧΧ Μανούρης αναφέρει στην κατάθεσή του, ότι πώλησε το πιο πάνω αυτοκίνητο στην «. μάντρα PAG Motors στην Κακοπετριά από ότι με ενημέρωσαν θα γινόταν η μεταβίβαση με την πρώτη ευκαιρία από τον ΧΧΧ στην PAG Motors» και, ως τον πληροφόρησαν σε μεταγενέστερο χρόνο, η μεταβίβαση είχε γίνει. Τα πιο πάνω, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα προβάλλει ο κατηγορούμενος στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών του, ότι το όχημα Mercedes SL65 AMG ανήκε στη μητέρα του, αφού, ως αναφέρεται στην κατάθεση του ΧΧΧ Μανούρη, αυτός προσπάθησε να το μεταβιβάσει επ' ονόματί του, χωρίς αποτέλεσμα. Ο κατηγορούμενος απότυχε να πείσει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι το τίμημα αγοραπωλησίας του διαμερίσματος εξοφλήθηκε με χρήματα του πατέρα του καθώς και με το όχημα ιδιοκτησίας της μητέρας του. Το γεγονός ότι υπάρχει εγγεγραμμένο το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ22 στο όνομα της μητέρας του δεν αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Και κάτι ακόμη. Ο κατηγορούμενος προβάλλει ότι «.ο πατέρας (του) ο οποίος αγόρασε το διαμέρισμα για εμένα με την μεταβίβαση του οχήματος Mercedes SL65 AMG το οποίο ανήκε στη μητέρα μου μετά από ανταλλαγή με άλλο όχημα, ήτοι ένα Mercedes ML με αρ. εγγρ. ΧΧΧ Χ22,..». Επισημαίνεται ότι, με βάση τη βεβαίωση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, που παρουσίασε ο κατηγορούμενος, είναι το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ22 μάρκας Mercendes, μοντέλο ML320, που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της ΧΧΧ Αριστοδήμου και όχι το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ
  8. Την πιο πάνω διαφορά όμως δεν τη θεωρούμε σημαντική, πλην όμως, το όχημα με αρ εγγραφής ΧΧΧ Χ22 ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της μητέρας του κατηγορουμένου από 14.10.2015 μέχρι 22.01.
  9. Η αγοραπωλησία του διαμερίσματος έγινε το
  10. Aποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, την περίοδο από το Μάϊο του 2018 μέχρι το Νοέμβριο του 2020, εισέπραξε, το ποσό των €44.040, από την ενοικίαση του διαμερίσματός του στη Μέσα Γειτονιά, στην εταιρεία IQ Option Europe Ltd. Το άρθρο 2 του Νόμου, προνοεί ότι: ««έσοδο» σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από παράνομες δραστηριότητες και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος.» Στην περίπτωση που κριθεί ότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του διαμερίσματος στη Μέσα Γειτονιά και κατ' επέκταση, η απόκτηση του τελευταίου, προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες του κατηγορούμενου, τότε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 2 του Νόμου, το ποσό των €44.040, το οποίο αντικατοπτρίζει τα ενοίκια που λήφθηκαν από το συγκεκριμένο διαμέρισμα, θα πρέπει να θεωρηθούν ως έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Το ποσό των €7.453 που είναι κατατεθειμένο στην Ελληνική Τράπεζα Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα, ο οποίος, στις 6.7.2021 είχε υπόλοιπο, ύψους €7.
  11. Ο κατηγορούμενος, στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών, προβάλλει ότι στον εν λόγω λογαριασμό κατατίθεντο, ως επί το πλείστον, τα ενοίκια που λάμβανε, από το διαμέρισμα της μητέρας του (€950 μηνιαίως), τα ενοίκια διαμερίσματος του και καταθέσεις που έγιναν από ασφαλιστική εταιρεία, μετά από ατύχημα που είχε. Κατ' αρχάς, επισημαίνεται ότι η αιτήτρια αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος, για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι και τον Αύγουστο του 2020, εισέπραξε από τα ενοίκια του διαμερίσματος της μητέρας του, το συνολικό ποσό των €26.
  12. Ο κατηγορούμενος παρουσίασε σχετική κατάσταση λογαριασμού, στην οποία εμφαίνονται οι καταθέσεις του μηνιαίου ενοικίου που λάμβανε από το διαμέρισμα της μητέρας του. Συνεπώς, κρίνουμε ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου είναι πειστικός και ότι το ποσό των €7.453, που ήταν κατατεθειμένο στην Ελληνική Τράπεζα, δεν αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Το ποσό των €10.000 που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά πυροτεχνημάτων Στην έκθεση ισχυρισμών προβάλλεται ότι, μετά από έρευνες, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €10.000, περίπου, για την αγορά -εισαγωγή πυροτεχνημάτων, για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου - Ιουνίου του
  13. Στο στάδιο τούτο υπενθυμίζεται ότι τα σχετικά αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, διαδραματίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Στην υπό εξέταση αίτηση, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος κατείχε το συγκεκριμένο ποσό των €10.000, το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά πυροτεχνημάτων, κατά την περίοδο που γίνεται αναφορά πιο πάνω. Το διαμέρισμα στο δήμο Λεμεσού Με βάση τα όσα τίθενται στην έκθεση ισχυρισμών, ο κατηγορούμενος, στις 10.9.2020 απέκτησε ένα διαμέρισμα στο δήμο Λεμεσού, για το ποσό των €95.000 και σχετικό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, το οποίο τελικά αποσύρθηκε στις 13.4.
  14. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος επιβεβαιώνει ότι πράγματι το πωλητήριο έγγραφο αποσύρθηκε και περαιτέρω, με βάση τη δήλωση της XXX Παγκρατίου, η τελευταία δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον κατηγορούμενο (βλ. Παράρτημα 16). Ο κατηγορούμενος παρουσίασε πειστική μαρτυρία, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στην πωλήτρια. Και κάτι ακόμη. Με βάση τα όσα εκτίθενται στην έκθεση ισχυρισμών, δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι το πιο πάνω διαμέρισμα, που αποκτήθηκε στο δήμο Λεμεσού, ήταν έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Ο κατηγορούμενος παραπονείται ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι το πωλητήριο έγγραφο αποσύρθηκε. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, γίνεται σχετική αναφορά στην έκθεση ισχυρισμών και συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι υπήρξε απόκρυψη από μέρους της αιτήτριας, δεν ευσταθεί. Κατοικία στη Λεμεσό Με βάση τα όσα εκτίθενται στην έκθεση ισχυρισμών, ο κατηγορούμενος, στις 19.1.2018, απέκτησε μία υπό ανέγερση κατοικία στη Λεμεσό. Το τίμημα πώλησης, με βάση το πωλητήριο έγγραφο, ανέρχεται στο ποσό των €50.000 και, έναντι αυτού, κατέβαλε, τοις μετρητοίς, το ποσό των €25.
  15. Το υπόλοιπο, θα το κατέβαλλε με τη μεταβίβαση της γης. Ως αναφέρεται, η κατοικία ολοκληρώθηκε και σύμφωνα με εκτίμηση, η κατασκευαστική της αξία ανέρχεται στις €320.000, πλέον Φ.Π.Α.. Η οικία δεν έχει μεταβιβαστεί στον κατηγορούμενο, λόγω ιδιάζοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει ότι πράγματι απέκτησε την πιο πάνω κατοικία και ότι κατέβαλε ως προκαταβολή, το ποσό των €25.000, τα οποία προέρχονται από τα χρήματα του γάμου. Αναφέρει δε, ότι, για να ολοκληρωθεί, συνήψε δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα, για το συνολικό ποσό των €95.000, το οποίο μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό. Το υπόλοιπο του δανείου του ανέρχεται στο ποσό των €82.
  16. Παρουσίασε σχετική κατάσταση λογαριασμού όπου, ως αναφέρει, εμφαίνεται η καταβολή της μηνιαίας δόσης του δανείου, ύψους €502 (βλ. Παράρτημα 18). Δηλώνει δε, ότι οφείλει και το ποσό των €95.900, σε διάφορα πρόσωπα και προς τούτο επισύναψε σχετικές δηλώσεις τους (βλ. Παράρτημα 17). Πειστικοί οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι συνήψε δάνειο και ότι οφείλει χρήματα σε πρόσωπα που εκτέλεσαν εργασίες στην κατοικία, αφού παρουσιάστηκαν σχετικά στοιχεία. Στο στάδιο τούτο, όμως, υπενθυμίζεται ότι η αιτήτρια, στην έκθεση ισχυρισμών, δεν προβάλλει ότι η απόκτηση της πιο πάνω κατοικίας, από μέρους του κατηγορούμενου, προερχόταν από έσοδα παράνομων δραστηριοτήτων. Το στεγαστικό δάνειο που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου Στην έκθεση ισχυρισμών αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, διατηρούσε στεγαστικό δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου και το υπόλοιπο του κατά την 1.1.2015 ήταν €71.221,
  17. Μεταξύ των ημερομηνιών 23.11.2016 και 24.3.2017, σε 6 περιπτώσεις, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €66.768,22, με αποτέλεσμα το δάνειο να εξοφληθεί. Ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει ότι πράγματι συνήφθηκε αυτό το δάνειο, με σκοπό, ως αναφέρει, την αγορά του διαμερίσματος στη Μέσα Γειτονιά, το οποίο εγγράφηκε επ' ονόματι της μητέρας του. Το δάνειο αυτό, ως ισχυρίζεται, εξοφλήθηκε από τον πατέρα του. Πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Δεν παρουσίασε στοιχεία, όπως το έπραξε σε άλλες περιπτώσεις. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι η αιτήτρια δεν αποδίδει ότι το πιο πάνω ποσό, που καταβλήθηκε για εξόφληση του δανείου, προέρχεται από παράνομες δραστηριότητες του κατηγορούμενου και δεν συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό ποσό των €331.090, που επιζητείται. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως έχει ήδη αναφερθεί, ο κατηγορούμενος διέπραξε γενεσιουργά αδικήματα για τα οποία καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Ο κατηγορούμενος «. κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του.» κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά: · €19.700 για να αποκτήσει, επ' ονόματι του, τα 5 οχήματα που περιγράφονται πιο πάνω. · € 105.000 για την απόκτηση του διαμερίσματος στο δήμο Μέσα Γειτονιάς. · €109.250 για την αγορά των 20 οχημάτων που περιγράφονται σε άλλο σημείο της απόφασης πιο πάνω, τα οποία εγγράφηκαν στην εταιρεία Aristo, στην οποία ο κατηγορούμενος είναι αποκλειστικός μέτοχος και μοναδικός διευθυντής. O τελευταίος, κατέβαλε στην εταιρεία του το συνολικό ποσό € 95.245,27 και παρουσιάζεται, ως πιστωτής αυτής. · Σύνολο € 233.
  18. Ο κατηγορούμενος απέκτησε και άλλη περιουσία, πλην όμως, η αιτήτρια δεν του αποδίδει ότι την απέκτησε από παράνομες δραστηριότητες. Τα εισοδήματα του κατηγορούμενου, για την περίοδο από το 2014 μέχρι 13.1.2021, ως εκτίθενται ανωτέρω, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €53.820.
  19. Ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ετών 2014 και 2019, υπέβαλε φορολογική δήλωση μόνο για το έτος 2018, όπου δήλωσε εισόδημα μισθωτού, ως υπάλληλος της εταιρείας Aristo, ακαθάριστες ετήσιες απολαβές, ύψους €3.
  20. Καμία αναφορά από μέρους του, σε σχέση με τα έξοδα διαβίωσης, τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειάς του. Η δε εταιρεία του, στην οποία είναι ο μοναδικός μέτοχος, ιδρύθηκε την 9.2.2018 και δεν καταχώρισε φορολογικές δηλώσεις στο Τμήμα Φορολογίας ή οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Ο κατηγορούμενος κατέβαλε στην εταιρεία του το ποσό των €95.245,27, το οποίο παρουσιάζεται ως χρέος της τελευταίας προς αυτόν. Η εν λόγω εταιρεία, λίγους μήνες μετά την ίδρυσή της, απέκτησε μεγάλο αριθμό οχημάτων, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε περιουσία μεγάλης αξίας, καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά τοις μετρητοίς. Στο βαθμό δε που επικαλείται την οικονομική βοήθεια των γονέων του, προκειμένου να δικαιολογήσει την από μέρους του απόκτηση περιουσίας, παρατηρούμε τα εξής: με εξαίρεση μία μόνο περίπτωση, όπου ο κατηγορούμενος τεκμηρίωσε πειστικά τον ισχυρισμό του ότι λάμβανε ενοίκια από το διαμέρισμα της μητέρας του, συνολικού ύψους €26.600, κατά τα λοιπά, σε όσες περιπτώσεις επικαλείται την οικονομική βοήθεια των γονέων του για να δικαιολογήσει την απόκτηση από τον ίδιο περιουσίας, πρόκειται για γενικούς, αόριστους, νεφελώδεις και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι οι γονείς του τον στήριζαν οικονομικά, δεν έχει καθοριστεί το ύψος της βοήθειας, με την εξαίρεση που γίνεται αναφορά πιο πάνω και ούτε διασυνδέεται, στον απαιτούμενο βαθμό, η απόκτηση από μέρους του, οποιασδήποτε περιουσίας, ως προϊόν της οικονομικής βοήθειας των γονέων του. Η περιουσία, για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, είναι δυσανάλογη και δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματά του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η περιουσία, που περιγράφεται αμέσως πιο πάνω και για την οποία καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €233.950, αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, αφού αφαιρεθεί το ποσό των €26.600, το οποίο, ως αναγνώρισε η κατηγορούσα αρχή, προέρχεται από νόμιμες δραστηριότητες και ειδικότερα, πρόκειται για ενοίκια που εισέπραττε ο κατηγορούμενος από το διαμέρισμα της μητέρας του. Ο κατηγορούμενος, ως έχει επεξηγηθεί, παρέλειψε να πείσει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η υπόψη περιουσία δεν αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το διαμέρισμα που απέκτησε στο δήμο Μέσα Γειτονιάς αποτελεί περιουσία που απέκτησε από παράνομη δραστηριότητα. Aποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος, την περίοδο από το Μάϊο του 2018 μέχρι το Νοέμβριο του 2020, εισέπραξε, το ποσό των €44.040, από την ενοικίαση του πιο πάνω διαμερίσματός του, στην εταιρεία IQ Option Europe Ltd. Το άρθρο 2 του Νόμου, προνοεί ότι: ««έσοδο» σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από παράνομες δραστηριότητες και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος.» Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του διαμερίσματος στη Μέσα Γειτονιά και κατ' επέκταση, η απόκτηση του τελευταίου, προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες του κατηγορούμενου, τότε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 2 του Νόμου, το ποσό των €44.040, το οποίο αντικατοπτρίζει τα ενοίκια που λήφθηκαν από το συγκεκριμένο διαμέρισμα, θεωρούνται ως έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε ότι η έκδοση του διατάγματος δήμευσης θα προκαλέσει αδικία στον τελευταίο και περαιτέρω, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Evidence and Practice του 2021, στην σελ. 1207 παρ. 5Β-297 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Subject to the overriding requirement of proportionality introduced by the SCA 2015 (see the amendment of s.6
(5), § 5B-22) to reflect the decision in Waya, below, where the conditions in s.6
(2)and
(3)of the POCA 2002 (§ 5B-22) are met, the court has no discretion not to make a confiscation order if it concludes that the defendant has benefited from his criminal conduct and has realizable assets. It is the prosecution's decision as to whether or not to pursue confiscation proceedings, and once they have elected to do so, the 2002 Act requires that the proceedings should go ahead; a judge cannot prevent that under the guise of proportionality: Parveaz [2017] EWCA Crim 873; [2017] Crim.L.R. 891. The only exceptions are provided for by subs.
(6)and (6A) .". Όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 7
(3)του Νόμου, οι πρόνοιες του εδαφίου 2 δεν εφαρμόζονται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του, εάν εφαρμοζόταν. Στο Σύγγραμμα Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 5η έκδ., στη σελ. 201-202, παρ. 9.58 και 9.59, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The second way in which the assumptions can be rebutted is where there would be a serious risk of injustice if the assumptions were made. The focus of the court here is not on whether the assumptions themselves are flawed but on whether the effect of making the assumptions would be to create a real risk of the defendant suffering an injustice. This may be so where, for example, the defendant's criminal lifestyle consists of buying and selling stolen goods. If he buys one stolen object, then sells it and buys another one with the proceeds and so on the application of the assumptions would hold that the value of the stolen objects, the money the defendant used to buy them, and the money the defendant received from their sale should all count as his benefit even though what the minority in Waya would describe as his 'real' benefit would be limited to the profit he made from each sale. In these circumstances, the defendant may well have a strong argument that injustice will flow if the assumptions applied in full on these facts. A serious risk of injustice does not arise just because the defendant will suffer real hardship if a confiscation order is made in the full amount of the benefit as derived by operation of the assumptions (see R v. Jones, The Times, 8 August 2006) but where there is a risk that a confiscation order in that amount would be disproportionate to the purpose of the legislation, as explained in Waya, a serious risk of injustice would follow." Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο πλαίσιο της αίτησης XX6/2021, στις 8.7.2021, εξέδωσε διάταγμα δέσμευσης και επιβάρυνσης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του κατηγορούμενου (βλ. Παράρτημα Α της αίτησης). Δεσμεύτηκαν από την Αστυνομία, 14 αυτοκίνητα της εταιρείας Aristo, ως επίσης και 4 του κατηγορούμενου. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, εμπειρογνώμονας επισκέφθηκε το χώρο όπου βρίσκονται τα οχήματα και ετοίμασε σχετική έκθεση, σύμφωνα με την οποία, τα 10 από τα οχήματα της εταιρείας Aristo και τα 4 οχήματα του κατηγορούμενου, υπέστησαν ζημιές, ύψους €33.300, λόγω της μακροχρόνιας ακινητοποίησής τους και για τους λόγους που εκεί εξηγούνται (βλ. Παράρτημα 19). Διευκρινίζεται ότι στην έκθεση δεν περιλαμβάνονται 4 οχήματα της εταιρείας, για τα οποία εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο κατηγορούμενος διέπραξε γενεσιουργά αδικήματα για τα οποία καλείται το Δικαστήριο να επιβάλλει ποινή και καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Οι δαπάνες του κατηγορουμένου, ύψους €233.950, για την απόκτηση της περιουσίας που περιγράφεται πιο πάνω, ως επίσης και το ποσό των €44.040 αποτελούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, αφού αφαιρεθεί από το άθροισμα των δύο πιο άνω ποσών, το ποσό των €26.600, το οποίο, ως αποδέχτηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας αφορά έσοδα από νόμιμες δραστηριότητες και δη, τα ενοίκιά που λάμβανε από διαμέρισμα που ανήκε στη μητέρα του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, κατέχει ρευστοποιήσιμη περιουσία. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, η έκδοση διατάγματος δήμευσης δεν θα προκαλέσει οποιοδήποτε πραγματικό κίνδυνο πρόκλησης αδικίας στον κατηγορούμενο και δεν παραβιάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η αρχή της αναλογικότητας. Με τη μη έκδοση του διατάγματος, ο κατηγορούμενος θα επωφεληθεί της περιουσίας που απέκτησε από τις παράνομες δραστηριότητές του. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η αίτηση είναι αντισυνταγματική Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι «. η αίτηση είναι αντισυνταγματική και παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας .»[10], καθότι καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παράνομες δραστηριότητες, για τις οποίες δεν υφίστανται υπόνοιες διάπραξής τους και περαιτέρω, η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων, θα αποτελέσει καταδίκη για αδικήματα τα οποία δεν έχει διαπράξει, κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι, με τη σχετική εισήγηση του συνηγόρου καλείται το Δικαστήριο να κηρύξει την αίτηση αντισυνταγματική. Η αντισυνταγματικότητα, όμως, σχετίζεται με πρόνοια Νόμου. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει εξεταστεί στην υπόθεση Pal ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, όπου αποφασίστηκε ότι: «. η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης δυνάμει του Νόμου δεν αποτελεί κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να εκδικαστεί, αλλά θεωρείται μέρος της διαδικασίας επιβολής ποινής. (R. v. Benjafield [2002] UKHL 2 και Phillips v. The United Kingdom - ανωτέρω). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 3η έκδ. σελ. 220-222, ιδιαίτερα στην παρ. 9.191-192. Περαιτέρω, είναι σαφές από την ίδια και άλλη συναφή νομολογία, ότι ακριβώς, επειδή η διαδικασία της δήμευσης αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής και έπεται της καταδίκης μετά από ακρόαση, δεν τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ούτε βέβαια το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος όσον αφορά το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό, διότι η διαδικασία δήμευσης δεν δημιουργεί νέο ποινικό αδίκημα που προστίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 9.200 του πιο πάνω συγγράμματος: «Rather, confiscation is really no more than a sentencing procedure for an offence that has already been proven. The sole purpose of such hearings is to assess the level of penalty.»» Έτσι, με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Pal ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, κρίνουμε ότι η έκδοση διατάγματος δήμευσης δεν παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας και έτσι η περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου απορρίπτεται. Στην βάση όλων των πιο πάνω, ασκώντας την διακριτική μας ευχέρεια, κρίνουμε ορθόν και δίκαιον υπό τις περιστάσεις και για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως εκδοθεί διάταγμα δήμευσης εναντίον του κατηγορουμένου, για το ποσό των €251.390 (€233.950 + €44.040 - €26.600). Κατάληξη Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, εκδίδεται, εναντίον του κατηγορούμενου 1, διάταγμα δήμευσης για το ποσό των €251.390. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Βλ. άρθρο 6
(1)του Νόμου. [2] «έσοδο» σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από παράνομες δραστηριότητες και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος. [3] ΧΧΧ Χ13, ΧΧΧ Χ14, ΧΧΧ Χ64 [4] ΧΧΧ Χ06 [5] ΧΧΧ Χ55 [6] ΧΧΧ Χ20 [7] MBT 216, KZM 647, KZM 862, NAN 105, NBK 343, KPH 394, KSQ 807, KTE 223, KXW 631, MAA 639, KQZ 937 [8] Πρόκειται για τα οχήματα KPH 394, KZM 647, KZM 862, MBT 216 [9] MBT216, KZM647, KZM862, NAN105, NBK343, KPH394, KSQ807, KTE223, KXW631, MAA639, KQZ937 [10] Βλ. σελ. 32 και 33 της αγόρευσης του συνηγόρου του κατηγορούμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.