ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Λατζουράκης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13490/20, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:35 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13490/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- ΧΧΧ Λατζουράκης
- ΧΧΧΧ ΧΧΧ Zeid Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15/4/2022 Για την Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα (για να ακούσει την απόφαση η κα Ο. Σοφοκλέους). Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Σπύρου για Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Η. Στεφάνου). Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Αρμεύτης. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός δίκης) Μετά την παραδοχή των κατηγορουμένων στις κατηγορίες 17, 18 και 20, άρχισε η ακροαματική διαδικασία για τις λοιπές κατηγορίες. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες: · Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 του Ποινικού Κώδικα και 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 60(Ι)/14 (κατηγορίες 1 και 2). · Εμπορίας ενήλικου προσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6(δ)(ε) και 15 του Νόμου 60(Ι)/14 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 3 και 4). · Εμπορίας ενήλικου προσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6(α)(β)(ε) και 15 του Νόμου 60(Ι)/14 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 5 και 6). · Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 του Ποινικού Κώδικα και 8 του Νόμου 60(Ι)/14 (κατηγορία 7). · Εκμετάλλευσης προσώπου στην εργασία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 8(α) (β)(δ)(ε) και 15 του Νόμου 60(Ι)/14 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 8 και 9). · Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 12). · Απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 247, 250 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 13 και 14). · Επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 15 και 16). Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β
(1)
(2)
(3)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 19) ενώ ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες παρακράτησης προσωπικών εγγράφων από το νόμιμο κάτοχο τους, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 16(α)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2014 (κατηγορίες 10 και 11). Η ακροαματική διαδικασία άρχισε με την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων. Ακολούθησε, στις 11/4/2022, η μαρτυρία του Αστ. XXXXX XXXXX Διονυσίου (Μ.Κ.1), ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλημάτων του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων. Κατά την κυρίως εξέταση αυτού και όταν η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο ψηφιακό δίσκο που φέρει τα διακριτικά ΓΤ4372-2020, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ήγειρε την ακόλουθη ένσταση: Εντός του ψηφιακού δίσκου περιέχεται ιδιωτική επικοινωνία και συγκεκριμένα 15 μηνύματα που ανταλλάχτηκαν μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και προσώπου, ο οποίος είναι μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση. Παρά το ότι για να περιέλθουν αυτά στην κατοχή της Αστυνομίας και να τύχουν σχετικής επεξεργασίας, δόθηκε η συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1, αυτή δεν ήταν έγκυρη εν όψει του ότι δεν του γνωστοποιήθηκε και δεν πληροφορήθηκε ότι είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να συγκατατεθεί και ποιες θα ήταν οι συνέπειες της συγκατάθεσης του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία αυτή λήφθηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 1 και συγκεκριμένα αυτών που κατοχυρώνονται από τα Συντάγματος και συναφώς θα πρέπει να αποκλεισθεί. Ενόψει της ένστασης και αφού το Δικαστήριο άκουσε τόσο τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 όσο και την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έκρινε ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του καταδείχθηκε η αναγκαιότητα διεξαγωγής δίκης εντός δίκης σε σχέση με το εγειρόμενο θέμα και έτσι διέταξε την διεξαγωγή τέτοιας. Για σκοπούς της δίκης εντός δίκης δεν παρουσιάσθηκε προφορική μαρτυρία αλλά δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν τεκμήρια εκ συμφώνου. Τέλος οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Αποτελούν λοιπόν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και κατ' επέκταση ευρήματα του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τα ακόλουθα:
- Την 8/9/2020 και ώρα 13:30 ο ΧΧΧ Paudel, από το Νεπάλ, με αριθμό διαβατηρίου ΧΧΧ5348 (δηλαδή ο Μ.Κ.24 επί του κατηγορητηρίου και παραπονούμενος στην υπόθεση), έδωσε την γραπτή συγκατάθεση του στην Αστυνομία για να παραλάβει το κινητό του τηλέφωνο μάρκας HUAWEI μοντέλο YS2019 με αριθμούς ΙΜΕΙ ΧΧΧΧ0051 και ΧΧΧΧ4514 και να επεξεργασθεί τα δεδομένα που βρίσκονται φυλαγμένα σε αυτό. Η εν λόγω συγκατάθεση που είναι στην αγγλική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο IA ενώ η πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο IB.
- Το κινητό τηλέφωνο του ΧΧΧ Paudel παραλήφθηκε από τον Αστ. XXXXX Δ. Διονυσίου.
- Ο Αστ. XXXXX, στις 8/9/2020 και ώρα 14:00, παρέδωσε το πιο πάνω κινητό, στην Αστ. XXXXX XXXXX Μιχαήλ, του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων.
- Η Αστ. XXXXX, στις 8/9/2020 και ώρα 14:30, παρέδωσε το εν λόγω κινητό για εξέταση στον Αστ.2443 του Τμήματος Τεχνολογικής Ανάπτυξης για την διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων.
- Συγκεκριμένα, η αιτούμενη εξέταση αφορούσε την εξαγωγή και αντιγραφή μηνυμάτων που είχαν αποσταλεί μεταξύ των αριθμών ΧΧΧ7689 και ΧΧΧ
- Ο τηλεφωνικός αριθμός ΧΧΧ7689 ανήκει στον κατηγορούμενο
- Ο τηλεφωνικός αριθμός ΧΧΧ4589 ανήκει στον ΧΧΧ Paudel.
- Ο αριθμός ΧΧΧ4589 ήταν συνδεδεμένος με το προαναφερθέν κινητό.
- Στις 8/9/2020 και ώρα 16:35, επιστράφηκε από την Αστυνομία, στον ΧΧΧ Paudel, το ως άνω κινητό τηλέφωνο. Η εν λόγω κατάθεση που είναι στην αγγλική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΙIA ενώ η πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΙIB.
- Στις 8/9/2020 μεταξύ των ωρών 11:12 και 11:18 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Αντίγραφο αυτής κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΙΙΙ.
- Πριν την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, ο κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε γραπτώς στις 11:10 για τα δικαιώματα του ως ύποπτος στην Ελληνική γλώσσα και παραδόθηκε σε αυτόν Κατάλογος με τα ονόματα και τους αριθμούς δικηγόρων που ενδιαφέρονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Αντίγραφο Βεβαίωσης Πληροφόρησης και Παραλαβής Έγγραφων Δικαιωμάτων των Υπόπτων / Κατηγορουμένων κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΙV. Περαιτέρω κατατέθηκε ως Τεκμήριο V, έγγραφο Δικαιώματα Υπόπτων / Κατηγορουμένων, ως είχε παραδοθεί στον κατηγορούμενο 1, στις 8/9/2020 και ώρα 11:
- Από το προαναφερθέν κινητό, εξάχθηκαν 15 γραπτά μηνύματα τα οποία στάλθηκαν και λήφθηκαν από τον αριθμό ΧΧΧ7689 στον αριθμό ΧΧΧ
- Τα εξαχθέντα μηνύματα τοποθετήθηκαν στον ψηφιακό δίσκο που φέρει τα διακριτικά ΓΤ4372-2020 (πρόκειται για το τεκμήριο για το οποίο διεξήχθη η δίκη εντός δίκης). Τέλος ο εν λόγω ψηφιακός δίσκος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, αποκλείεται αυτόματα ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και τον σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 και Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37). Σε περίπτωση όμως που η μαρτυρία εξασφαλίζεται όχι κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, αλλά κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της, υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Το βάρος απόδειξης του εκάστοτε επίδικου θέματος (ή απόρριψης της ένστασης της υπεράσπισης) σε μια δίκη εντός δίκης, παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία έχει την υποχρέωση να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η μαρτυρία που επιχειρεί να καταθέσει στο Δικαστήριο δεν είναι αποτέλεσμα αντισυνταγματικής, παράνομης ή άλλως πως, επιλήψιμης ενέργειας ή παράλειψης των ανακριτικών αρχών. Η δε μαρτυρία της δίκης εντός δίκης προσεγγίζεται ώστε να αποφασισθεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Αυτό επιβάλλει περιορισμούς στον σχολιασμό της μαρτυρίας και στην διατύπωση ευρημάτων (βλ. Petri v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 40 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 Α.Α.Δ 370). Ως προς την ερμηνεία των άρθρων 15
(1)και 17
(1)του Συντάγματος σχετική είναι η θεμελιακή απόφαση Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R.
- Εκεί κρίθηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 15, καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου. Εξίσου ευρεία κρίθηκε ότι είναι η έννοια του δικαιώματος για ελεύθερη επικοινωνία (περιλαμβάνει τόσο προφορική όσο και γραπτή επικοινωνία), η οποία προστατεύεται από το άρθρο 17 και είναι συνυφασμένη με την κατοχύρωση της ανεμπόδιστης επικοινωνίας με το συνάνθρωπο. Διακηρύχθηκε δε ότι η διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής και της ελεύθερης επικοινωνίας ως θεμελιωδών ελευθεριών του ατόμου, σκοπεί στην θεμελίωση της αυτονομίας του ατόμου σε τομείς όπου η ανθρώπινη υπόσταση επιτάσσει την αυτοτελή λειτουργία του. Επισημάνθηκε επίσης ότι η άσκηση των εν λόγω συνταγματικών δικαιωμάτων δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό εκτός από αυτούς που τίθενται βάσει νόμου και μόνο για τους σκοπούς που ορίζονται από τις παραγράφους 2 των εν λόγω διατάξεων. Εδώ να σημειωθεί ότι το ίδιο ισχύει και μετά την 6η τροποποίηση του Συντάγματος (τέθηκε σε ισχύ στις 4/6/2010), η οποία μετέβαλε την παράγραφο 2 του άρθρου
- Ως επισήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο με την εν λόγω τροποποίηση γίνεται κάποια χαλάρωση στο απόλυτο δικαίωμα σεβασμού του απορρήτου της επικοινωνίας των ατόμων, η οποία όμως γίνεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στο τροποποιημένο άρθρο και κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου (βλ. Σιάμισιης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 308). Στην Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, λέχθηκε ότι η τηλεφωνική επικοινωνία λόγω της φύσης και του χαρακτήρα της συνιστά εξ αντικειμένου πτυχή της ιδιωτικής ζωής βάσει του άρθρου 15
(1)και ταυτόχρονα μορφή επικοινωνίας, το απόρρητο της οποίας διαφυλάσσεται από το Συντάγματος. Σημειώθηκε επίσης ότι η τηλεφωνική συνομιλία έχει τα χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης επικοινωνίας μεταξύ των συνομιλητών, που ανάγεται στην ιδιωτική τους ζωή και συγχρόνως συνιστά κλασσική μορφή επικοινωνίας το απόρρητο της οποίας διαφυλάσσεται από το Σύνταγμα και ότι κανένας τρίτος, εκτός αν του παρέχεται εξουσιοδότηση από το νόμο για τους σκοπούς που ορίζει το Σύνταγμα, δεν έχει δικαίωμα να εποπτεύσει ή να διεισδύσει στις τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των πολιτών. Στην ίδια υπόθεση έγινε αναφορά σε σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις οποίες θεμελιώθηκε ότι η παρακολούθηση και μαγνητοφώνηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, χωρίς τη συγκατάθεση των συνομιλητών, συνιστά παραβίαση τόσο του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής όσο και εκείνου της ελεύθερης επικοινωνίας (βλ. Klass and Others v. Germany, Appl. no. 5029/71, 6/9/1978, Malone v. The United Kingdom, Appl. no. 8691/79, 2/8/1984 και Kruslin v. France, Appl. no. 11801/85, 24/4/1990). Εξαίρεση στο συνταγματικό κανόνα αποτελεί και η περίπτωση που η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας γίνεται με τη γνώση και έγκριση του προσώπου του οποίου επηρεάζεται το δικαίωμα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Χ. Ματσιά
(2011)1Α Α.Α.Δ. 152). Στην Σιάμισιης (ανωτέρω), κρίθηκε εσφαλμένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει ότι η συγκατάθεση της παραπονούμενης για να δοθεί από την Α.ΤΗ.Κ. στην Αστυνομία έγγραφο, στο οποίο καταγράφηκαν οι κλήσεις και τα μηνύματα από το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου-εφεσείοντα στο κινητό της τηλέφωνο, ήταν αρκετή για να νομιμοποιήσει τη μαρτυρία αυτή. Αντίθετα το Εφετείο έκρινε ότι, με τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς την δική του συγκατάθεση, παραβιάστηκε το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας του εφεσείοντα και ως εκ τούτου με βάση τον κανόνα αποκλεισμού, το έγγραφο δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτό ως μαρτυρία. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι επέμβαση στην άσκηση των υπό αναφορά συνταγματικών δικαιωμάτων μπορεί να γίνει μόνο υπό συγκεκριμένες και ρητά καθορισμένες, από τις παραγράφους 2 των εν λόγω διατάξεων, περιπτώσεις ή κατόπιν συγκατάθεσης του προσώπου του οποίου επηρεάζεται το δικαίωμα. Στην προκειμένη το περιεχόμενο της επικοινωνίας του κατηγορούμενου 1 με το άλλο πρόσωπο δεν λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων οποιασδήποτε νομοθεσίας αλλά κατόπιν συγκατάθεσης των δύο προσώπων, η οποία όμως, όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, ήταν σύμφωνα πάντα με την θέση του, άκυρη και άρα ανύπαρκτη. Σχετική με το θέμα είναι η πολύ πρόσφατη υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 105/2019, ημερ. 25/6/2021, στην οποία έκαναν αναφορά και οι δύο πλευρές. Εκεί ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε κατηγορίες που αφορούσαν αδικήματα, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- Κρίθηκε πρωτόδικα ότι μετά που παρέλαβε όχημα ενοικίασης, έδωσε το κλειδί του σε άλλο πρόσωπο, με σκοπό να μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες, το οποίο όμως, το εγκατέλειψε, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας. Ο εφεσείοντας συνελήφθηκε και μετά από έρευνα που έγινε στην οικία του εντοπίστηκε το πιο πάνω κλειδί. Η έρευνα έγινε χωρίς δικαστικό ένταλμα και έτσι εξετάσθηκε κατά πόσο υπήρχε «ρητή» συγκατάθεση προς τούτο, εκ μέρους του εφεσείοντα. Το Εφετείο έκρινε ως εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση ότι στοιχειοθετήθηκε τέτοια συγκατάθεση καθότι διεφάνη, από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι ο εφεσείοντας δεν γνώριζε για το δικαίωμά του να αρνηθεί την έρευνα και για τις πιθανές συνέπειες της συναίνεσης του κατά την εξέλιξη της υπόθεσης. Τούτου δεδομένου η έρευνα της οικίας κρίθηκε ότι έγινε κατά παράβαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν τα Συντάγματος και ότι κατ' επέκταση το κλειδί που παραλήφθηκε κατά την έρευνα, έπρεπε να αποκλεισθεί ως μαρτυρία κατά την δίκη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της καταδίκης του εφεσείοντα. Με την ως άνω υπόθεση τέθηκαν λοιπόν τα κριτήρια με βάση τα οποία αποφασίζεται το κατά πόσο είναι έγκυρη μια συγκατάθεση. Παρά το ότι εκεί εξετάσθηκε το θέμα στα πλαίσια συγκατάθεσης για έρευνα οικίας, εντούτοις η σχετική αρχή δικαίου που τέθηκε εφαρμόζεται, κατά την κρίση μας, σε κάθε περίπτωση που εξετάζεται η εγκυρότητα συγκατάθεσης υπόπτου ή κατηγορούμενου με την οποία συναινεί όπως άλλο πρόσωπο, περιλαμβανομένων των ανακριτικών αρχών, παρέμβει σε κάποιο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, στο οποίο κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από αναφορά σε νομολογία των Δικαστηρίων των Η.Π.Α. και του Καναδά: «Η συναίνεση του ενοίκου μιας κατοικίας, συνεπάγεται παραίτηση από τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και του απαραβίαστου της κατοικίας του. Σε συμφωνία με την καναδική προσέγγιση, θεωρούμε ότι για να είναι η συγκατάθεση έγκυρη και αποτελεσματική προϋποθέτει την ύπαρξη δυνατότητας άσκησης επιλογής μεταξύ του να επιτρέψει ο ένοικος την είσοδο ή να την αρνηθεί. Η οποιαδήποτε επιλογή έχει νόημα μόνο αν ο ένοικος γνωρίζει για το δικαίωμα του να αρνηθεί και, στην περίπτωση συναινέσεως του, για τις τυχόν συνέπειες από αυτή. Ιδιαίτερα όταν ο ένοικος θεωρείται ύποπτος για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, απαιτούνται κριτήρια τέτοια που να διασφαλίζουν τη δίκαιη μεταχείριση του στο πλαίσιο του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας και που τον προστατεύουν από ανάρμοστους τρόπους εξασφάλισης της συγκατάθεσής του. Το δόγμα της παραίτησης από συνταγματικό δικαίωμα (doctrine of waiver), όπως εφαρμόζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, στοχεύει στο να διασφαλιστούν τα συνταγματικά εχέγγυα καθ' όλη την ποινική διαδικασία και συνάδει με τις αρχές που έχει καθιερώσει η κυπριακή νομολογία, ως προς τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπόπτου τα οποία προνοούνται στο Σύνταγμα, στο πλαίσιο του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας, μέρος του οποίου είναι και η έρευνα. Όπως έχει σημειωθεί, η καναδική προσέγγιση, διαφέρει από την προσέγγιση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Schneckloth το οποίο διακρίνοντας, ουσιαστικά, μεταξύ των διαφόρων συνταγματικών δικαιωμάτων για τους σκοπούς της παραίτησης από συνταγματικό δικαίωμα, έκρινε ότι το κριτήριο της παραίτησης - το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που ισχύει στον Καναδά - εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που τα εμπλεκόμενα δικαιώματα αφορούν το δίκαιο της διαδικασίας της δίκης (trial process) - το δικαίωμα της σιωπής και της πρόσβασης σε δικηγόρο - στη διασφάλιση του οποίου δεν αποβλέπει η Τέταρτη Τροποποίηση του Συντάγματος παρά μόνο στην ιδιωτική ζωή των ατόμων.......... Η συγκατάθεση του εφεσείοντα, λοιπόν, για να είναι έγκυρη και αποτελεσματική, προϋπόθετε γνώση του δικαιώματος του να αρνηθεί την έρευνα καθώς επίσης των συνεπειών της συγκατάθεσης του». Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι λοιπόν κατά πόσο μια συγκατάθεση είναι έγκυρη, υπό την έννοια του ότι δόθηκε κατόπιν γνώσης του υπόπτου ή του κατηγορούμενου, ανάλογα, ότι δικαιούται να αρνηθεί να συγκατατεθεί και για τις συνέπειες της συγκατάθεσης του. Ως επισημαίνεται, η οποιαδήποτε επιλογή έχει νόημα μόνο αν αυτός γνωρίζει για το δικαίωμα του να αρνηθεί και, στην περίπτωση συναινέσεως του, για τις τυχόν συνέπειες από αυτή. Στην προκειμένη, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, δεν προκύπτει θετικά ότι ο κατηγορούμενος είχε ιδίαν γνώση των πιο πάνω, ανεξάρτητα δηλαδή από τα όσα του τέθηκαν σχετικά από την Αστυνομία, πριν την λήψη της συγκατάθεσης. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η συγκατάθεση ήταν πλήρης και έγκυρη καθότι, από τα Τεκμήρια IV και V φαίνεται ότι αυτός συγκατατέθηκε κατόπιν προηγούμενης γραπτής και πλήρους ενημέρωσης του για τα δικαιώματα του ως υπόπτου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων του για πρόσβαση σε δικηγόρο και για τήρηση σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης. Περαιτέρω αυτό προκύπτει και από την ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο ΙΙΙ) όπου ενημερώθηκε ότι η Αστυνομία θα προέβαινε σε εξετάσεις αναφορικά με τα μηνύματα που αντάλλαξε με τον μάρτυρα καθώς και ότι ό,τι βρεθεί πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία και ότι δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός αν ήθελε να πει. Σε κανένα δε σημείο δεν είχε εκφράσει την αντίθεση του στην λήψη της συγκατάθεσης ούτε και συμπεριφέρθηκε με τρόπο που έδειχνε ότι δεν αντιλαμβανόταν τον λόγο που ζητείτο τέτοια. Αντίθετη ήταν φυσικά η θέση του κατηγορούμενου 1, ο συνήγορος του οποίου υποστήριξε βασικά ότι με τα εν λόγω Τεκμήρια δεν δόθηκε η απαιτούμενη για το θέμα πληροφόρηση στον πελάτη του ενώ κάτι τέτοιο έγινε όσον αφορά τον Μ.Κ.
- Εξετάζοντας τις ως άνω θέσεις δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Με το Τεκμήριο IV, ο κατηγορούμενος 1 δηλώνει ότι έχει πληροφορηθεί για τα δικαιώματα του και έχει παραλάβει το έγγραφο Δικαιώματα Υπόπτων / Κατηγορουμένων σε γλώσσα καταληπτή (δηλαδή το Τεκμήριο V) και Κατάλογο δικηγόρων που ενδιαφέρονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Με το Τεκμήριο V πληροφορείται για τα ακόλουθα: Α. Ενημέρωση σχετικά με την ποινική κατηγορία. Β. Συνδρομή Δικηγόρου/Δικαίωμα παροχής νομικών συμβουλών. Γ. Διερμηνεία και Μετάφραση. Δ. Δικαίωμα Σιωπής και μη Αυτοενοχοποίησης. Ε. Πρόσβαση σε έγγραφα. Στ. Αγώγιμο δικαίωμα σε αποζημιώσεις. Ζ. Άσκηση δικαιωμάτων. Η. Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα το μέρος που αφορά το Δικαίωμα Σιωπής και μη Αυτοενοχοποίησης, στο οποίο στήριξε εν μέρει την θέση της η κα Μασούρα, έχει ως εξής: «Κατά την εξέτασή σας από την Αστυνομία ή τις άλλες αρμόδιες αρχές δεν έχετε υποχρέωση να απαντήσετε σε ερωτήσεις για το φερόμενο αδίκημα. Επίσης, όταν καλείστε να προβείτε σε δήλωση ή να απαντήσετε σε ερωτήσεις, δεν έχετε υποχρέωση να προσκομίσετε αποδεικτικά στοιχεία ή έγγραφα ή να παρέχετε πληροφορίες που μπορεί να οδηγήσουν στην αυτοενοχοποίηση σας. Μπορείτε να λάβετε συμβουλή από το δικηγόρο σας για το θέμα αυτό». Εξετάζοντας στην συνέχεια το Τεκμήριο ΙΙΙ θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι αυτό, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, είναι «ανακριτική κατάθεση» που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 στις 8/9/
- Πέραν του ότι χαρακτηρίζεται ως τέτοιο, το ίδιο το περιεχόμενο του δημιουργεί την ίδια εντύπωση εφόσον αρχίζει με πληροφόρηση του κατηγορούμενου 1 - τότε υπόπτου - για τα αδικήματα που διερευνούνταν εναντίον του, καθώς και ότι υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογη βάση για υποψία ότι ενέχεται και ότι υπάρχει πρόθεση της Αστυνομίας να τον ανακρίνει και να του πάρει κατάθεση. Ακολουθεί η ενημέρωση ότι δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός εάν θέλει να πει, αλλά οτιδήποτε πει δυνατό να γραφτεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Στη συνέχεια όμως δεν λαμβάνεται κατάθεση. Παρά το ότι τίθεται ως «Ερώτηση 1», στην ουσία, ο κατηγορούμενος 1 πληροφορείται ότι σε κατάθεση που έδωσε την ίδια μέρα ο Μ.Κ.24 επί του κατηγορητηρίου ανέφερε ότι είχαν μεταξύ τους επικοινωνία τηλεφωνικά και μέσω μηνυμάτων από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό ΧΧΧ4589, στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου 1 με αριθμό ΧΧΧ7689, ότι τα μηνύματα είναι αποθηκευμένα στο κινητό του Μ.Κ.24 και ότι η Αστυνομία προτίθεται να τα αποκτήσει. Ακολουθεί η ερώτηση «Δίνεις τη συγκατάθεση σου όπως αποκτηθεί από την Αστυνομία, η εν λόγω προσωπική σας συνομιλία;» οπόταν ο κατηγορούμενος 1 απαντά «Ναι». Η «κατάθεση» δεν τελειώνει εκεί. Ερωτάται ο κατηγορούμενος 1 εάν θέλει να αναφέρει οτιδήποτε άλλο και απαντά «Να πω ότι ενώ έχω κατηγορηθεί ότι τους εκμεταλλευόμουνα, ο ΧΧΧ μου έστελνε μήνυμα και μου ζητούσε δουλειά για τον ίδιο και για ένα φίλο του». Είναι ως εκ των άνω ουσιαστικά η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 έτυχε της απαιτούμενης ενημέρωσης από την Αστυνομία, μέσω των Τεκμηρίων ΙΙΙ και V. Αρχίζοντας από το Τεκμήριο V, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πουθενά σε αυτό δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια ενημέρωση. Η όποια ενημέρωση γίνεται με αυτό αφορά άλλα δικαιώματα του κατηγορούμενου
- Από την άλλη από το Τεκμήριο ΙΙΙ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 πράγματι ενημερώθηκε για την πρόθεση της Αστυνομίας να αποκτήσει την «προσωπική» του συνομιλία και ότι ζητείται η συγκατάθεση του για αυτό. Το ερώτημα όμως είναι εάν, με δεδομένο ότι δεν είχε ιδίαν και ανεξάρτητη γνώση, ενημερώθηκε πριν την παροχή της συγκατάθεσης του ότι δικαιούται να αρνηθεί να συγκατατεθεί και για τις συνέπειες της συγκατάθεσης του; Η απάντηση σε αυτό δεν μπορεί, κατά την κρίση μας, παρά να είναι αρνητική. Αυτό καθότι πουθενά από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας δεν προκύπτει ότι η Αστυνομία τον ενημέρωσε για τα πιο πάνω. Τέτοια ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί το ότι του αναφέρθηκε προηγουμένως ότι δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός εάν θέλει, αλλά οτιδήποτε πει δυνατό να γραφτεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Το λεκτικό αυτό το οποίο χρησιμοποιείται, με βάση τους Δικαστικούς Κανόνες, στα πλαίσια λήψης ανακριτικών καταθέσεων (βλ. και σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Γ. Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' έκδοση, σελ. 833-856) όπως και το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε αναφορικά με τα δικαιώματα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης και πρόσβασης σε δικηγόρο στο Τεκμήριο V, δεν συνιστούν, ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν τέτοια ενημέρωση, η οποία αφορά αυτή καθαυτή την συγκατάθεση υπόπτου ή κατηγορουμένου για παρέμβαση σε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του και για αυτό το λόγο θα πρέπει να είναι ρητή, ώστε να γίνεται ευθέως αντιληπτή η ύπαρξη του δικαιώματος να αρνηθεί και οι συνέπειες της συγκατάθεσης του και όχι αυτά να συνάγονται από άλλη ενημέρωση ή πληροφορίες (όπως αυτή των Τεκμηρίων ΙΙΙ και V), ως κατ' ουσίαν υποστηρίζει η κατηγορούσα αρχή. Δεν μπορεί δε να παραβλεφθεί το ότι η Αστυνομία έδρασε διαφορετικά σε σχέση με τον Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο ΙΒ, το οποίο έγινε προηγουμένως την ίδια ημέρα δηλαδή στις 8/9/2020, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι δίδει στην Αστυνομία την γραπτή του συγκατάθεση να παραλάβει το κινητό του τηλέφωνο και να επεξεργασθεί τα δεδομένα που βρίσκονται φυλαγμένα σε αυτό σχετικά με υπό διερεύνηση υπόθεση εμπορίας προσώπων. Μάλιστα στο τέλος αναφέρει ότι πληροφορήθηκε ότι δεν είναι υπόχρεος να δώσει τέτοια συγκατάθεση αλλά τη δίδει από μόνος του και με την ελεύθερη θέληση του για να βοηθήσει τη διερεύνηση της υπόθεσης και οτιδήποτε ενοχοποιητικό εντοπιστεί θα χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου. Τα ως άνω καταδεικνύουν ότι η Αστυνομία αναγνώρισε την ανάγκη να προβεί σε ρητή ενημέρωση του Μ.Κ.24 για το δικαίωμα του να αρνηθεί να συγκατατεθεί στην λήψη και επεξεργασία ιδιωτικής του επικοινωνίας και για τις συνέπειες της συγκατάθεσης του. Ενώ όμως έπραξε αυτό για το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο είναι ένας εκ των παραπονουμένων στην υπόθεση, δεν έκανε το ίδιο όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν μάλιστα ύποπτος και συναφώς υπήρχε το ενδεχόμενο να του ασκηθεί ποινική δίωξη και στα πλαίσια αυτής, η συγκεκριμένη μαρτυρία να χρησιμοποιηθεί, ως επιχειρείται, εναντίον του. Ως εκ των άνω καταλήγουμε ότι η υπό κρίση συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1 δεν ήταν έγκυρη. Τούτου δεδομένου η απόκτηση από την Αστυνομία και η επεξεργασία της ιδιωτικής επικοινωνίας, η οποία υπήρχε στο κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.24, έγινε κατά παράβαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 1 που κατοχυρώνουν τα Συντάγματος. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί αυτόματα, δηλαδή χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας, σε αποκλεισμό της επιχειρούμενης να κατατεθεί μαρτυρίας δηλαδή του ψηφιακού δίσκου (με διακριτικά ΓΤ4372-2020), στον οποίο αποθηκεύθηκε η προαναφερόμενη ιδιωτική επικοινωνία. Καταληκτικά το αίτημα της κατηγορούσας αρχής απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο