← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8190/20, 27/5/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8190/20, 27/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:47 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8190/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. ΧΧΧ ΧΡΙΣΤΑΚΗ
  2. ΧΧΧ ΗΛΙΑ
  3. ΧΧΧ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ
  4. ΧΧΧ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27/5/2022 Για τη Δημοκρατία: κα Κ. Κυθραιώτου. Για τον Kατηγορούμενο 1: κ. Γ. Πολυχρόνης. Για τον Kατηγορούμενο 2: κ. Β. Δημητριάδης. Για τον Kατηγορούμενο 3: κ. Μ. Νεοκλέους. Για τον Kατηγορούμενο 4: κ. Α. Σαουρής. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα οι κατηγορούμενοι 1-4 αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φάρμακο τάξεως Α' (κατηγορίες 2 και 3 αντίστοιχα). Ό,τι τους αποδίδεται, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι ότι μεταξύ 1/3/2020 και 9/4/2020 συνωμότησαν μεταξύ τους όπως διαπράξουν τα κακουργήματα της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' και ότι στις 9/4/2020 είχαν στην κατοχή τους και κατείχαν με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κοκαΐνη συνολικού βάρους 510,56 γραμμαρίων. Οι κατηγορούμενοι 1-3 δεν παραδέχθηκαν τις ως άνω κατηγορίες ενώ ο κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε αυτές καθώς και την κατηγορία 9, που αντιμετωπίζει ξεχωριστά. Ο κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 4 και 8, που επίσης αντιμετωπίζει ξεχωριστά. Ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε μη παραδοχή και στις κατηγορίες 5 και 7 που ξεχωριστά αντιμετωπίζει. Η κατηγορία 5 αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Με αυτή του αποδίδεται ότι στις 9/4/2020 κατείχε το ποσό των €2.375 ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια. Η δε κατηγορία 7 αφορά το αδίκημα της χρήσης κοκαΐνης, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Απριλίου
  5. Κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αντιμετωπίζει ξεχωριστά και ο κατηγορούμενος 2 (κατηγορία 6), την οποία επίσης δεν παραδέχθηκε και αφορά το ποσό των €
  6. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούσθηκαν 8 μάρτυρες κατηγορίας, στις 19/4/2022 η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε στο Δικαστήριο ότι θα έκλεινε την υπόθεση της. Τότε η πλευρά του κατηγορουμένου 1 ζήτησε όπως πριν γίνει αυτό, κλητευθεί δυνάμει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, ο κ. ΧΧΧ ΧΧΧ, με σκοπό την αντεξέταση του επί δηλώσεων που του αποδόθηκαν από κάποιους εκ των μαρτύρων κατηγορίας και οι οποίες αφορούσαν την πληροφορία που φέρεται αυτός να έλαβε και βάση της οποίας ακολούθησε ο εντοπισμός των κατηγορουμένων στη σκηνή και η μετέπειτα σύλληψη τους και για αδικήματα των κατηγοριών 1-
  7. Το περιεχόμενο της πληροφορίας, ως οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν, ήταν ότι ο κατηγορούμενος 1 θα παραλάμβανε 1 κιλό κοκαΐνης και αφού θα συναντιόταν με τους στενούς συνεργάτες του, τους κατηγορούμενους 2-4, κοντά στο γήπεδο του Αγίου Αθανασίου, θα τους διαμοίραζε την πιο πάνω ποσότητα κοκαΐνης με σκοπό να την αποθηκεύσουν και διακινήσουν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής συγκατατέθηκε στο αίτημα και το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψην όλα όσα τέθηκαν σχετικά το ενέκρινε, δίδοντας οδηγίες για κλήτευση του ως άνω προσώπου. Έτσι, την επόμενη δικάσιμο παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ο Αναπληρωτής Ανώτερος Υπαστυνόμος Άντρος Μελανίδης (ως Μ.Κ.9), που είναι ο Υπεύθυνος του Τμήματος Επιχειρήσεων της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου. Κατά την αντεξέταση αυτού και αφού του υποβλήθηκαν διάφορες σχετικές ερωτήσεις, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 υπέβαλε αίτημα, όπως το Δικαστήριο διατάξει την αποκάλυψη του ονόματος του προσώπου που έδωσε την ως άνω πληροφορία. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ήγειρε ένσταση στο αίτημα. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων, στις οποίες γίνεται αναφορά κατωτέρω. Εκατέρωθεν θέσεις Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 στη δική του αγόρευση, υποστήριξε τις θέσεις του επί του θέματος, με παραπομπές σε νομολογία Αγγλικών Δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής το «Ε.Δ.Α.Δ.»). Οι θέσεις του συνοψίζονται ως ακολούθως: · Ο κατηγορούμενος 1 παγιδεύτηκε στη διάπραξη των αδικημάτων. · Ο ΧΧΧ Αχιλλέως άλλως «ΧΧΧ» τον παρότρυνε να πάει στη σκηνή για να πάρει τη δόση του και αυτός είναι άμεσα ή έμμεσα ο πληροφοριοδότης. · Ό,τι έγινε, έγινε σε συνεργασία με την Αστυνομία. · Η παρότρυνση δεν έγινε από την Αστυνομία. · Ο πληροφοριοδότης είναι πράκτορας της Αστυνομίας. · Δεν υπάρχει θεσμοθετημένη, ειδική και πλήρης διαδικασία που να διέπει την εποπτεία των αστυνομικών επιχειρήσεων που γίνονται από υπό κάλυψη αστυνομικούς ή με πληροφοριοδότες. · Ζητείται η άρση του προνομίου και η αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη για να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία και να διαπιστωθεί η αλήθεια των όσων ειπώθηκαν από τον Μ.Κ.
  8. · Μόνο με την κλήτευση του πληροφοριοδότη θα διαπιστωθεί εάν έγινε παγίδευση του κατηγορουμένου
  9. · Το βάρος απόδειξης για τη μη αποκάλυψη φέρει η κατηγορούσα αρχή. Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, στη δική της αγόρευση, με αναφορά σε σχετική νομολογία αλλά και στις περιστάσεις της υπόθεσης, υπεραμύνθηκε της διατήρησης του προνομίου δηλαδή της μη αποκάλυψης της ταυτότητας του πληροφοριοδότη. Συνοψίζουμε τις θέσεις της: · Ο κατηγορούμενος 1 δεν απέσεισε το βάρος που φέρει να καταδείξει «καλό λόγο» που να υπερφαλαγγίζει την αναγκαιότητα διατήρησης του προνομίου για να προστατευθεί η ελευθερία του. · Στην προκειμένη δεν τίθεται θέμα εξέτασης παγίδευσης καθότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει παραδεχθεί τη διάπραξη των αδικημάτων, προβάλλοντας ταυτόχρονα ότι υποκινήθηκε από άλλο πρόσωπο να τα διαπράξει. Ούτε αδίκημα που σχετίζεται με την απλή κατοχή ή/και χρήση ναρκωτικών αποκλειστικά για το πρόσωπο του, έχει παραδεχθεί. · Ο κατηγορούμενος 1 δεν κωλύεται να εγείρει την υπερασπιστική του γραμμή, ότι δηλαδή μετέβηκε στη σκηνή για να εξασφαλίσει τη δόση του και συνεπώς η μη αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη δεν θα συνιστούσε τροχοπέδη, ούτε θα ήταν βοηθητική στην προβολή αυτής, η οποία θα αξιολογηθεί στο τέλος της δίκης και όχι σε αυτό το στάδιο. · Το αίτημα αποσκοπεί σε αλίευση μαρτυρίας διότι δεν υπάρχει καθαρή θέση. · Στην προκειμένη ο πληροφοριοδότης είναι απλός πληροφοριοδότης και στη βάση της πληροφορίας που έδωσε άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν χρησιμοποιεί την πληροφορία ως μέρος των αποδεικτικών στοιχείων. · Η νομολογία που επικαλέστηκε ο κ. Πολυχρόνης δεν δύναται να υποστηρίξει τις θέσεις του, διότι αφορά υποθέσεις εναντίον της Ρωσίας, όπου τα γεγονότα ήταν διαφορετικά και συγκεκριμένα αφορούσαν εξέταση θέσεων παγίδευσης από υπό κάλυψη αστυνομικούς, μυστικούς πράκτορες και μυστικές επιχειρήσεις. Νομική πτυχή Το υπό εξέταση θέμα πραγματεύεται το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, σελ. 2552-2553, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Informers and Information for Detection of Crime There is a long-established rule of law that in public prosecutions witnesses may not be asked, and should not be allowed to disclose, the names of informers or the nature of the information given (Hardy

(1794)24 St Tr 199). In principle, the rule should prevent disclosure of not only the name of the informer, but also any information that will enable the informer to be identified (Omar 2007 ONCA 117 (Court of Appeal for Ontario)) . The rationale of the rule was explained by Lawton LJ in Hennessey
(1978)68 Cr App R 419 (at p. 425): 'The courts appreciate the need to protect the identity of informers, not only for their own safety but to ensure that the supply of information about criminal activities does not dry up.' See also D v National Society for the Prevention of Cruelty to Children [1978] AC 171, per Lord Diplock at p. 218. The judge is obliged to apply the rule even if it is not invoked by the party entitled to object to disclosure (Marks v Beyfus
(1890)25 QBD 494, per Lord Esher MR at p. 500; Rankine [1986] QB 861, per Mann J at p. 867). However, if a witness called at trial is a participating informant in the very instance with which the trial is concerned, there must be a very strong countervailing interest for the witness's status not to be revealed (Patel [2001] EWCA Crim 2505). In that case, it was not for HM Customs to determine the matter in their own favour without putting their own counsel or the court fully in the picture. As to interception of communications, see D1.198. There is an exception to the common-law rule where the judge is of the opinion that disclosure is necessary to establish the innocence of the accused ... This outcome, however, results from performing the balancing exercise, not from dispensing with it (Keane [1994] 2 All ER 478: see F9.6). Judges should scrutinise applications for disclosure of details about informants with very great care and should be astute to see whether assertions that knowledge of such details is essential to the running of a defence are justified. In some cases, the informant is an informant and no more; but even when the informant has participated in the events constituting, surrounding or following the crime, the judge must consider whether the informant's role so impinges on an issue of interest to the defence, present or potential, as to make disclosure necessary (Turner [1995] 3 All ER 432, per Lord Taylor CJ at p. 268). It is of the highest importance to public confidence in the administration of justice that, where the interests of justice require an express or implied undertaking of confidence as to the identity of an informant to be broken, unless there is informed consent from the informant, the decision to break it is a decision of the judge . In Agar [1990] 2 All ER 442, D alleged that the police had arranged with an informer to ask D to go to the informer's house, where drugs allegedly found on him had been planted by the police. It was held that the disclosure of the identity of the informer was necessary to enable D to put forward the tenable defence that he had been set up by the police and the informer acting in concert. Therefore, counsel for D should have been permitted to cross-examine police witnesses to elicit the fact that the informer had told the police that D was coming to his house. (Compare Slowcombe [1991] Crim LR 198, where disclosure of the identity of an informer would have contributed little or nothing to the issue which the jury had to consider, and Menga [1998] Crim LR 58.). It is for the accused to show that there is good reason to expect that disclosure is necessary to show his or her innocence (Hennessy
(1978)68 Cr App R 419, per Lawton LJ; Hallett [1986] Crim LR 462)». Διαφωτιστικά είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, To Δίκαιο της Απόδειξης, (β' έκδοση), σελ. 964-966: «Στις ποινικές υποθέσεις απαγορεύεται η υποβολή ερωτήσεων για την ταυτότητα πληροφοριοδότη ή το περιεχόμενο των πληροφοριών του (R. ν. Hardy
(1794)24 St Tr 199), ή άλλων πληροφοριών που τείνουν να οδηγήσουν σε αναγνώριση και εντοπισμό του (R. ν Omar
(2007)ONCA 117). Εκτός βεβαίως και αν επιθυμεί την αποκάλυψη του ο ίδιος ο πληροφοριοδότης (Savage ν Chief Constable of the Hampshire Constabulary
(1997)2 All ER 631) και δεν συντρέχουν προς τούτο πειστικοί λόγοι για το αντίθετο (R. ν. Denton
(2002)EWCA Crim 272), όπως το ενδεχόμενο διάπραξης άλλων αδικημάτων, τον δυσμενή επηρεασμό των αστυνομικών επιχειρήσεων, ή και την πρόκληση δυσμένειας στον κατηγορούμενο (R. v. Adams
(1997)Crim LR 292). (iβ) Η Φιλοσοφία Πίσω Από Τη Γενική Αρχή Η καθιέρωση της προστασίας των πληροφοριοδοτών οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, στην ανάγκη συνέχισης της ροής των πληροφοριών προς την Αστυνομία, κάτι που τη διευκολύνει στην εξιχνίαση των εγκλημάτων, ιδιαίτερα εκείνων που η διαλεύκανση είναι δύσκολη και δεύτερον, στην κατοχύρωση της ασφάλειας του πληροφοριοδότη (The Republic of Cyprus v Georghiades
(1972)3 CLR 594), έναντι του οποίου η Αστυνομία έχει καθήκον επιμέλειας όπως διαφυλάσσει το απόρρητο των δεδομένων του (Swinney and Another ν Chief of Constable of The Northumbria Police
(1996)3 All ER 449). Στην Marks v Beyfus
(1890)25 QBD 494 ... Το Εφετείο καθόρισε επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όταν η παρουσίαση της μαρτυρίας είναι απαραίτητη για να δείξει την αθωότητα κατηγορουμένου. Παρομοίως, στην Rogers ν The Secretary of State of the Home Department
(1972)2 All ER 1057, υπογραμμίστηκε ότι οι πηγές πληροφόρησης της Αστυνομίας αποτελούν δικαστικώς αναγνωρισμένη κατηγορία μαρτυρίας η οποία αποκλείεται για λόγους δημόσιας πολιτικής εκτός εάν η παρουσίαση της απαιτείται για να εδραιώσει την αθωότητα του κατηγορουμένου και να εισφέρει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης (R ν Patel
(2002)Crim LR 304). (i.γ) Αποκάλυψη Πληροφοριοδοτών Και Διαδικαστικά Θέματα Η απόδειξη τής αποκάλυψης πληροφοριοδότη βαραίνει τον κατηγορούμενο (R ν Hennessey
(1978)68 Cr Αρρ R 419), με το Δικαστήριο να εξετάζει πολύ προσεκτικά το αν η αποκάλυψη είναι επιβεβλημένη για καλύτερη προετοιμασία της Υπεράσπισης (R ν Turner
(1995)3 All ER 432) και αποφυγή νομικής πλάνης (R ν Governor of Brixton Prison, ex p Osman
(1992)1 All ER 108). Είναι γεγονός ότι σε μερικές περιπτώσεις ο πληροφοριοδότης δίνει απλώς πληροφορίες στην Αστυνομία ενώ σε άλλες συμμετέχει στη διάπραξη του αδικήματος ως συνεργός. Ακόμη και σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει και πάλι να εξετάζει αν η αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη είναι αναγκαία για την προβολή κάποιας εκδοχής ή υπεράσπισης .. Η αποκάλυψη του πληροφοριοδότη επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Mechelen ν Netherlands
(1997)25 EHRR 647), εκτός εκεί που υπάρχει προς τούτο νομοθετική διάταξη που αποκλείει τέτοια επιλογή .. Αποφασίζοντας ζητήματα που αφορούν στην αποκάλυψη ταυτότητας πληροφοριοδοτών ή άλλα συναφή, το Δικαστήριο εκεί όπου του παρέχεται διακριτική ευχέρεια (R ν Hallett
(1986)Crim LR 462), υποχρεούται να αποφασίζει, μεταξύ άλλων, βάσει της φύσης της πληροφορίας που επιλέχθηκε να παρουσιαστεί και της σημασίας της για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου (R ν Hunter
(1987)57 CR
(3d)1). Όμως δεν θα επιτρέψει αλίευση μαρτυρίας και θα αρνηθεί να άρει το προνόμιο όπου ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει τα ονόματα των πιθανών πληροφοριοδοτών (παρόλο που στην R ν Baker
(1996)Crim LR 55, επιτράπηκε η αποκάλυψη καίτοι η Υπεράσπιση πίστευε ότι δεν υπήρχε πληροφοριοδότης και η αίτηση σκοπούσε ακριβώς στο να καταδείξει το γεγονός), ή δεν υπάρχει ένδειξη περί κατασκευής ενοχοποιητικής μαρτυρίας (R ν Farrell
(2002)EWCA Crim 1223), ή το όνομα του πληροφοριοδότη είναι άσχετο με την προβαλλόμενη υπεράσπιση (R ν Dervish
(2002)2 Cr Αρρ R 105, R ν Dearman and Southgate
(2001)EWCA Crim 2022). Πρόκειται βασικά για κανόνα προνομίου που επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον και αφορά την εξαίρεση μαρτυρίας σε σχέση με την ταυτότητα πληροφοριοδοτών για ευνόητους λόγους. Εξαίρεση στον κανόνα μπορεί να υπάρξει εάν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητο να γίνει δεκτή τέτοια μαρτυρία ώστε να αποτραπεί πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης και πιθανότητα ο κατηγορούμενος να στερηθεί της δυνατότητας να εγείρει αμφιβολία στην εναντίον του υπόθεση (βλ. R. v. Hallett [1986] Crim LR 462). Αυτό γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει καλός λόγος - κάτι που εναπόκειται στον κατηγορούμενο να καταδείξει - η ανάγκη προστασίας της ελευθερίας του κατηγορούμενου να υπερισχύσει της ανάγκης προστασίας του πληροφοριοδότη (βλ. R. v. Hennessey
(1978)68 Cr App R 419). Αναφορικά με το ποια θα πρέπει να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου και πως πρέπει να ασκείται η σχετική εξουσία του, αρκούντως διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την R. v. Keane [1994] 2 All ER 478: «Where the prosecution rely on public interest immunity or sensitivity, given that it is for the court to decide whether disclosure is to be made and the scope of cross-examination, what ought the court's approach to be? As the citations from R v Hennessey and R v Agar above show, the court has to carry out a balancing exercise. As Mann LJ put it in R v Governor of Brixton Prison ex p Osman (No 1) [1992] 1 All ER 108 at 116, [1991] 1 WLR 281 at 288: 'Suffice it to say for the moment that a judge is balancing on the one hand the desirability of preserving the public interest in the absence of disclosure against, on the other hand, the interests of justice. Where the interests of justice arise in a criminal case touching and concerning liberty . the weight to be attached to the interest of justice is plainly very great indeed.' It has been suggested that there are two classes of case: those in which the balancing exercise must be carried out and those in which the possibility of a miscarriage of justice dictates that disclosure must be made without any balancing exercise. To support this proposition, Mr Sylvester referred to the judgment of Lord Esher MR in Marks v Beyfus
(1890)25 QBD 494 at 498, as follows: '. if upon the trial of a prisoner the judge should be of the opinion that disclosure of the name of the informant is necessary or right to shew the prisoner's innocence, then one public policy is in conflict with another public policy, and that which says that an innocent man is not to be condemned when his innocence can be proved is the policy that must prevail.' In R v Governor of Brixton, ex p Osman (No 1) [1992] 1 All ER 108 at 118, [1991] 1 WLR 281 at 290 Mann LJ said: 'In those cases, which establish a privilege in regard to information leading to the detection of crime, there are observations to the effect that the privilege cannot prevail if the evidence is necessary for the prevention of a miscarriage of justice. No balance is called for. If admission is necessary to prevent miscarriage of justice, balance does not arise.' We prefer to say that the outcome in the instances given by Lord Esher MR and Mann LJ results from performing the balancing exercise, not from dispensing with it. If the disputed material may prove the defendant's innocence or avoid a miscarriage of justice, then the balance comes down resoundingly in favour of disclosing it. But how is it to be determined whether and to what extent the material which the Crown wish to withhold may be of assistance to the defence? First, it is for the prosecution to put before the court only those documents which it regards as material but wishes to withhold. As to what documents are 'material' we would adopt the test suggested by Jowitt J in R v Melvin and Dingle (20 December 1993, unreported). The learned judge said: 'I would judge to be material in the realm of disclosure that which can be seen on a sensible appraisal by the prosecution:
(1)to be relevant or possibly relevant to an issue in the case;
(2)to raise or possibly raise a new issue whose existence is not apparent from the evidence the prosecution proposes to use;
(3)to hold out a real (as opposed to fanciful) prospect of providing a lead on evidence which goes to
(1)or
(2).' As was pointed out later in that judgment, it is open to the defence to indicate to the prosecution a defence or an issue they propose to raise as to which material in the possession of the prosecution may be of assistance, and if that is done the prosecution may need to reconsider what should be disclosed. ................................................................................................................................................... Secondly, when the court is seized of the material, the judge has to perform the balancing exercise by having regard on the one hand to the weight of the public interest in non-disclosure. On the other hand, he must consider the importance of the documents to the issues of interest to the defence, present and potential, so far as they have been disclosed to him or he can foresee them. Accordingly, the more full and specific the indication the defendant's lawyers give of the defence or issues they are likely to raise, the more accurately both prosecution and judge will be able to assess the value to the defence of the material». Σχετικό είναι και το εξής απόσπασμα από την R. v. Turner [1995] 3 All ER 432: «Since Ward there has been an increasing tendency for defendants to seek disclosure of informants' names and roles, alleging that those details are essential to the defence. Defences that the accused has been set up, and allegations of duress, which used at one time to be rare, have multiplied. We wish to alert judges to the need to scrutinise applications for disclosure of details about informants with very great care. They will need to be astute to see that assertions of a need to know such details, because they are essential to the running of the defence, are justified. If they are not so justified, then the judge will need to adopt a robust approach in declining to order disclosure. Clearly, there is a distinction between cases in which the circumstances raise no reasonable possibility that information about the informant will bear upon the issues and cases where it will. Again, there will be cases where the informant is an informant and no more; other cases where he may have participated in the events constituting, surrounding, or following the crime. Even when the informant has participated, the judge will need to consider whether his role so impinges on an issue of interest to the defence, present or potential, as to make disclosure necessary». Εξαίρεση στον κανόνα δεν μπορεί να υπάρξει όταν η αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη δεν θα προσθέσει τίποτα ή πολύ λίγα στην εκδοχή - υπεράσπιση του κατηγορούμενου (βλ. R. v. Slowcombe [1991] Crim. L. R. 198). Ως δε προκύπτει από την R. v. Agar [1990] 2 All ER 442, τέτοια εξαίρεση δεν μπορεί να γίνει ασφαλώς ούτε όταν ο κατηγορούμενος, για δικούς του σκοπούς και για πιθανά αντίποινα, επιχειρεί να μάθει το όνομα του πληροφοριοδότη, απλά προσποιούμενος ότι κάτι αποτελεί μέρος της υπόθεσης του ενώ στην πραγματικότητα δεν προσθέτει τίποτα σε αυτήν. Όταν δε η υπεράσπιση είναι ξεκάθαρα επιπόλαια και καταδικασμένη σε αποτυχία, το Δικαστήριο δύναται να συμπεράνει ότι υπερέχει το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει την προστασία του πληροφοριοδότη. Εδώ να λεχθεί ότι αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αρχής της δίκαιης δίκης ότι ποινικές διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται κατ' αντιπαράθεση και θα πρέπει να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ της κατηγορούσας αρχής και της υπεράσπισης. Το δικαίωμα για μια κατ' αντιπαράθεση δίκη σημαίνει ότι σε μια ποινική δίκη, θα πρέπει να δίδεται τόσο στη κατηγορούσα αρχή όσο και στην υπεράσπιση, η ευκαιρία να γνωρίζουν και να σχολιάσουν τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από την άλλη πλευρά. Επιπρόσθετα το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απαιτεί η κατηγορούσα αρχή να αποκαλύπτει στην υπεράσπιση όλη την ουσιώδη μαρτυρία που έχει στην κατοχή της, τόσο εναντίον όσο και υπέρ του κατηγορούμενου. Όμως το δικαίωμα για αποκάλυψη της σχετικής μαρτυρίας δεν απόλυτο. Μπορεί να περιορισθεί για λόγους άκρως απαραίτητους (π.χ. λόγοι εθνικής ασφάλειας ή η ανάγκη για προστασία μαρτύρων από αντίποινα) (βλ. Edwards and Lewis v. U.K., Applications Nos. 39647/98 and 40461/98, 27/10/2004). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των Harris D.J., O' Boyle M. and Warbrick C., Law of the European Convention on Human Rights, (4th edition) σελ. 418-419: «... The Court applied both the rights to an adversarial trial and to equality of arms in a group of UK criminal cases in which material in the possession of the prosecution was not made available to the defence on public interest immunity grounds. In these cases, the Court established that whereas, as indicated earlier, the prosecution must disclose 'all material evidence' to the defence, this is not an absolute requirement. It is permissible to withhold evidence if this is 'strictly necessary' 'to preserve the fundamental rights of another individual or to safeguard an important public interest': for example, non-disclosure might be justified to protect informers, police undercover activities, or national security. Where public interest immunity is claimed, the Strasbourg Court's role is not to assess the necessity for withholding the evidence, which is the function of the national courts, but to ensure that the procedure followed when the non-disclosure decision is taken incorporates adequate safeguards to protect the interests of the accused...». Εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων Από όλα όσα τέθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι η εξέταση ενός αιτήματος αποκάλυψης της ταυτότητας πληροφοριοδότη θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει αναφορικά με το κατά πόσο τέτοια αποκάλυψη είναι απαραίτητη για την υπόθεση - υπεράσπιση του κατηγορούμενου ή για αποφυγή πλημμελούς απονομής της δικαιοσύνης. Υπάρχει διάκριση μεταξύ των υποθέσεων που οι περιστάσεις τους δεν εγείρουν εύλογη πιθανότητα η αποκάλυψη να σχετίζεται με τα εγειρόμενα θέματα και εκείνων στις οποίες εγείρουν τέτοια πιθανότητα. Ως έχει προαναφερθεί, σε κάποιες περιπτώσεις ο πληροφοριοδότης δεν είναι κάτι περισσότερο από πληροφοριοδότης. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που αυτός έχει συμμετάσχει στα γεγονότα που συνιστούν ή περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψην του κατά πόσο ο ρόλος του είναι τέτοιος ώστε επηρεάζει ή ενδεχομένως να επηρεάζει την προβολή κάποιας εκδοχής ή υπεράσπισης από τον κατηγορούμενο. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η αλίευση μαρτυρίας που συνήθως αποσκοπεί στο να μάθει ο κατηγορούμενος το όνομα του πληροφοριοδότη για δικούς του σκοπούς ή και για πιθανά αντίποινα, υποκρινόμενος ότι κάτι αποτελεί μέρος της υπόθεσης του ενώ δεν προσθέτει τίποτα σε αυτήν. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο να καταδείξει την ύπαρξη καλού λόγου να αναμένει ότι η αποκάλυψη είναι απαραίτητη για την υπόθεση - υπεράσπιση του ή ότι η μη αποκάλυψη θα οδηγήσει σε πλημμελή απονομή της δικαιοσύνης. Αυτό είναι λογικό με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που γνωρίζει καλύτερα ποια ακριβώς είναι η υπερασπιστική του γραμμή και ποια εκδοχή θα προβάλει και κατ' επέκταση είναι σε θέση να υποδείξει και την πλήρη σημασία της αποκάλυψης για την υπόθεση του. Το όλο θέμα αποτελεί μια «άσκηση εξισορρόπησης» από τη μια του δημοσίου συμφέροντος στη μη αποκάλυψη και από την άλλη της σημασίας της αποκάλυψης για την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά δεδομένα προς ολοκληρωμένη εξέταση και ορθή κρίση επί του θέματος. Με δεδομένο ότι εναπόκειται στον κατηγορούμενο να καταδείξει την ύπαρξη καλού λόγου, αυτός θα πρέπει να παράσχει συγκεκριμένες και πλήρεις ενδείξεις, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει ορθά την αξία της αποκάλυψης στην υπεράσπιση. Στην προκειμένη, κατ' αρχάς δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι το θέμα της αποκάλυψης της ταυτότητας του πληροφοριοδότη καλύπτεται από το προαναφερόμενο προνόμιο. Είναι δε η θέση του κατηγορούμενου 1 ότι η άρση του προνομίου είναι απαραίτητη για την υπόθεση - υπεράσπιση του. Από τα όσα έχουν τεθεί μέχρι τώρα ενώπιον μας, μέσα από τις ερωτήσεις και τις υποβολές που έγιναν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και τις αγορεύσεις του συνηγόρου του, προβάλλει ως κεντρική και ουσιώδης θέση του κατηγορούμενου 1 ότι υπήρξε παγίδευση του. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 ότι ήταν συγκεκριμένο πρόσωπο και δη ο ΧΧΧ ΧΧΧ άλλως «ΧΧΧ», που κατόπιν προσωπικής επικοινωνίας του με τον κατηγορούμενο 1, έστειλε τον τελευταίο - τον παρότρυνε να πάει - στη σκηνή για να παραλάβει τη δόση του, διότι υπήρχε καλής ποιότητας κοκαΐνη. Περαιτέρω στον Μ.Κ.3 υποβλήθηκε ότι είναι σε συνεργασία με την Αστυνομία που ο «ΧΧΧ» έστειλε τον κατηγορούμενο 1 στη σκηνή. Στην αγόρευση του, μετά από διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ο κ. Πολυχρόνης ανέφερε ότι η θέση του πελάτη του είναι ότι ο «ΧΧΧ» ήταν άμεσα ή έμμεσα ο πληροφοριοδότης της Αστυνομίας και ότι αυτό έγινε σε συνεργασία με την Αστυνομία. Ήταν δηλαδή με την παρότρυνση του «ΧΧΧ» που ο κατηγορούμενος 1 μετέβηκε στη σκηνή για να πάρει την δόση του και ο «ΧΧΧ» ήταν άμεσα ή έμμεσα που έδωσε την πληροφορία στην Αστυνομία και κατ' επέκταση παγιδεύτηκε ο κατηγορούμενος 1, χωρίς να είναι γνωστό, ως είπε ο συνήγορος, κατά πόσο ο «ΧΧΧ» είχε κάποιον δίπλα του, ο οποίος τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ασφαλώς και δεν μας διαφεύγει ότι δεν τίθεται στο στάδιο αυτό θέμα εξέτασης, αξιολόγησης και κατάληξης σε συμπεράσματα επί της ουσίας της εν λόγω θέσης. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο στο τέλος της δίκης όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του και θα αξιολογήσει όλο το μαρτυρικό υλικό. Η οποιαδήποτε λοιπόν αναφορά στο θέμα, γίνεται στα πλαίσια της παρούσας, στο βαθμό και μόνο που αυτό είναι συνδεδεμένο και απολύτως απαραίτητο για την ορθή αξιολόγηση της αξίας της αιτούμενης αποκάλυψης. Ως έχει προαναφερθεί, αυτό έχει να κάνει με τη θέση της υπεράσπισης για την οποία, ως φαίνεται, το θέμα της παγίδευσης που εγείρει, είναι κεντρικής σημασίας για την υπόθεση του κατηγορούμενου 1. Για τους περιορισμένους λοιπόν και μόνο σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση αιτήματος και δη κατά πόσο έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου για την αποκάλυψη, είναι επάναγκες όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Σίγουρα ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει ότι παγιδεύτηκε αλλά απλώς να εγείρει αμφιβολίες ότι θα μπορούσε να είχε παγιδευτεί (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 46). Ως όμως αναφέρεται στην R. v. Looseley [2001] 4 All ER 897, η παγίδευση προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, με την απαραίτητη πρόθεση και χωρίς πίεση αλλά σε αυτό συνέβαλαν μέλη των κρατικών αρχών. Αυτό αποτελεί την ουσιώδη διαφορά μεταξύ υποθέσεων παγίδευσης και άλλων υποθέσεων παρακίνησης στη διάπραξη αδικημάτων. Στην ίδια λογική κινείται και η νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., σύμφωνα με την οποία για να εξεταστεί μια θέση για παγίδευση αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο ο κατηγορούμενος να παραδέχεται τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται αλλά να ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε λόγω παράνομης υποκίνησης του από τις Αρχές (βλ. Berlizev v. Ukraine, Application Νo. 43571/12, 8/10/2021). Στην προκειμένη ο κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχεται ότι διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Πρόκειται ασφαλώς για αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως όμως προκύπτει από τα όσα προαναφέρθηκαν, αυτό δεν συνάδει με την έγερση θέματος παγίδευσης του αφού κάτι τέτοιο προϋποθέτει παραδοχή ότι κατείχε και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, τη ναρκωτική ουσία που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, εντοπίσθηκε στη σκηνή, με ταυτόχρονο ισχυρισμό ότι η διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους του ήταν αποτέλεσμα της παράνομης υποκίνησης του από άλλα πρόσωπα. Αντίθετα εκείνο που στην ουσία ισχυρίζεται είναι ότι μετέβηκε στο σημείο, μετά που τον έστειλε - παρότρυνε ο «ΧΧΧ», με σκοπό να πάρει την δόση του, γιατί υπήρχε καλής ποιότητας κοκαΐνη. Ως πολύ συγκεκριμένα υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος 1 πήγε στη σκηνή για να πάρει τη δόση του και ουδεμία σχέση είχε με την ποσότητα που ανευρέθηκε εκεί. Αυτό λοιπόν που προβάλλει είναι ότι δεν μετέβηκε στο σημείο για να διαπράξει τα αδικήματα αλλά για να πάρει την δόση του. Πρόκειται, κατά την κρίση μας, για εκδοχή - υπεράσπιση που ο κατηγορούμενος 1 έχει, με βάση τα δικαιώματα που του παρέχονται από το Νόμο και τη Δικονομία, την ευχέρεια και μπορεί ανεμπόδιστα να προβάλει επαρκώς και να υποστηρίξει, χωρίς να είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό η αποκάλυψη της ταυτότητας του πληροφοριοδότη. Εδώ να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Πολυχρόνης, προς υποστήριξη του αιτήματος του (Veselov and others v. Russia, Applications Nos. 23200/10, 24009/07 and 556/10, 2/1/2013, Zinnin v. Russia, Application No. 54339/09, 9/6/2021 και Kuzmina and others v. Russia, Applications Nos. 66152/14 and 8 others, 20/7/2021), αφορούν υποθέσεις στις οποίες εγέρθηκε το θέμα της παγίδευσης ως αποτέλεσμα μυστικών επιχειρήσεων των αστυνομικών αρχών. Ειρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι στις ως άνω αποφάσεις του το Ε.Δ.Α.Δ. αναφέρει ότι το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή είναι να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παγίδευση - όταν εγείρεται τέτοιο θέμα - και όχι να καταδείξει ότι δεν πρέπει να γίνει αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη, ως στην ουσία υποστήριξε ο κ. Πολυχρόνης. Είναι δε τις ίδιες αποφάσεις και στα πλαίσια του ίδιου επιχειρήματος που ο κ. Πολυχρόνης επικαλέσθηκε, για να καταδείξει ότι, ως στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, είναι και το κατά πόσο υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία που να διέπει την εποπτεία αστυνομικών επιχειρήσεων που γίνονται από υπό κάλυψη αστυνομικούς ή με πληροφοριοδότες. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι από την έρευνα που έχουμε κάνει, πράγματι δεν έχουμε εντοπίσει την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας ή διαδικασίας στην Κύπρο, όσον αφορά πληροφοριοδότες. Ως όμως έχει προαναφερθεί, οι ως άνω υποθέσεις και τα όσα σχετικά ανέφερε το Ε.Δ.Α.Δ. δεν αφορούσαν περιπτώσεις όπως την παρούσα, αλλά μυστικές επιχειρήσεις από υπό κάλυψη αστυνομικούς. Σε σχέση με αυτό η έρευνα μας αποκάλυψε την ύπαρξη του περί Ρυθµίσεως Ορισµένων Ανακριτικών Εξουσιών (Υπό Κάλυψη Αστυνοµικοί) Νόµου 189(I)/2017, ο οποίος προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για την, μετά από εξουσιοδότηση, δραστηριοποίηση υπό κάλυψη αστυνοµικού σε μυστικές επιχειρήσεις της Αστυνοµίας, οι οποίες γίνονται για σκοπούς πρόληψης ή εξιχνίασης σοβαρού ποινικού αδικήµατος. Μάλιστα ο εν λόγω Νόμος προβλέπει και τον τρόπο που οι υπό κάλυψη αστυνομικοί καταθέτουν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο. Αυτό γίνεται κατά κανόνα σε ανοικτή ακρόαση, με την πραγματική τους ταυτότητα. Κατ' εξαίρεση όμως, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις (μια εκ των οποίων είναι όταν τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια τους) και κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, καταθέτουν μεν ως μάρτυρες, χωρίς όμως να αποκαλύπτεται η ταυτότητα τους (ως ανώνυμοι μάρτυρες). Πρόκειται όμως για νομοθεσία που προφανώς δεν εφαρμόστηκε στην παρούσα εφόσον δεν τέθηκε θέμα δραστηριοποίησης υπό κάλυψη αστυνομικών. Πέραν δε και ανεξάρτητα των πιο πάνω δέον όπως λεχθούν και τα ακόλουθα: Αρχικά ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 υπέβαλε σε μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4) ερωτήσεις που καταδεικνύουν ότι η θέση του είναι ότι ο «ΧΧΧ» όχι μόνο παρότρυνε τον πελάτη του να πάει στη σκηνή αλλά ήταν και ο πληροφοριοδότης που ειδοποίησε την Αστυνομία, χωρίς δηλαδή να κάνει αναφορά σε έμμεση ενέργεια του. Στη συνέχεια, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.9 και μετά που αυτός αποκάλυψε ότι δεν ήταν ο «ΧΧΧ» ο πληροφοριοδότης, ρωτήθηκε πως γνωρίζει ότι ο πληροφοριοδότης δεν έδωσε την πληροφορία σε συνεργασία με τον «ΧΧΧ». Ακολούθως στην αγόρευση του ο κ. Πολυχρόνης έκανε αναφορά στον «ΧΧΧ» όχι μόνο ως τον «άμεσο» αλλά ως τον «άμεσο ή έμμεσο» πληροφοριοδότη, επεξηγώντας ότι αυτός έδωσε την πληροφορία, ενδεχομένως - δηλαδή εικάζοντας πλέον - μέσω κάποιου άλλου προσώπου, το οποίο ήταν μαζί του και ήταν εκείνο που την μετέφερε τηλεφωνικώς στην Αστυνομία. Με δεδομένη δε τη θέση του κατηγορούμενου 1 ότι συγκεκριμένο πρόσωπο δηλαδή ο «ΧΧΧ» τον έστειλε - παρότρυνε να πάει στη σκηνή, ο οποίος έδωσε στη συνέχεια την πληροφορία στην Αστυνομία, έστω και εάν δεν την έδωσε ο ίδιος προσωπικά αλλά μέσω άλλου, δεν θα προσέθετε, κατά την κρίση μας, τίποτα στην υπόθεση - υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1, το όνομα του άλλου αυτού προσώπου. Αυτό καθότι το εν λόγω πρόσωπο, πέραν της πληροφορίας, δεν φαίνεται με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, να συμμετείχε στα γεγονότα που συνιστούν ή περιβάλλουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και ο ρόλος του, ως προκύπτει από τα όσα κατ' ουσίαν εικάζει η υπεράσπιση, ήταν βασικά ενδιάμεσος, περιοριζόμενος απλά στο να μεταφέρει την πληροφορία στην Αστυνομία. Δεν μπορούν επίσης να μην ληφθούν υπόψην και τα ακόλουθα: Μετά που ο Μ.Κ.9 ανέφερε πως δεν ήταν ο «ΧΧΧ» ο πληροφοριοδότης, του τέθηκαν διάφορες ερωτήσεις, όπως το κατά πόσο ο πληροφοριοδότης και ο «ΧΧΧ» είναι φίλοι, γνωστοί, εάν τη στιγμή που δινόταν η πληροφορία ήταν μαζί, εάν υπάρχει μεταξύ τους σχέση εξάρτησης, εάν επικοινωνούν μεταξύ τους ή εάν ο πληροφοριοδότης ελέγχεται από τον «ΧΧΧ». Ο δε Μ.Κ.9 ανέφερε περαιτέρω, ότι ο πληροφοριοδότης δεν έχει επαφή, ούτε σχέση με τον «ΧΧΧ», ούτε με τους κατηγορούμενους, δεν ήταν ενεργός στη συγκεκριμένη διακίνηση των ναρκωτικών, επρόκειτο για πληροφοριοδότη και όχι για πράκτορα της Αστυνομίας και δεν υπήρξε συνεργασία αυτού με τον «ΧΧΧ» στο να δοθεί η πληροφορία στην Αστυνομία. Μετά δε τα πιο πάνω, προς υποστήριξη του αιτήματος του ο κ. Πολυχρόνης ανάφερε κατά την αγόρευση του, ότι η ανάγκη για την υπεράσπιση του πελάτη του, να αποκαλυφθεί το όνομα του πληροφοριοδότη, υπάρχει ώστε να αρθεί οποιαδήποτε αμφιβολία και «για να διαπιστωθεί η αλήθεια των όσων ειπώθηκαν από τον Μ.Κ.9». Ως επίσης ανέφερε ο συνήγορος, ο μόνος τρόπος για να μπορεί ο κατηγορούμενος 1 να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να αποδείξει τη θέση του για παγίδευση είναι να αποκαλυφθεί το όνομα του πληροφοριοδότη, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην υπεράσπιση να τον αντεξετάσει και «να συλλέξει τις πληροφορίες που θέλει», για να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Όλα τα πιο πάνω δεν καταδεικνύουν, κατά την κρίση μας, την ύπαρξη καλού λόγου στην αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη, υπό την έννοια ότι, με βάση πάντα τις αρχές που διέπουν το θέμα, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η αποκάλυψη αυτή είναι απαραίτητη - επιβεβλημένη για την υπόθεση - υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1, ούτε και ότι η μη αποκάλυψη θα οδηγήσει σε πλημμελή απονομή της δικαιοσύνης. Αντίθετα εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι επιχειρείται αλίευση μαρτυρίας, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Εν πάση δε περιπτώσει, αφού λάβαμε υπόψην κάθε σχετικό με το θέμα παράγοντα, στα πλαίσια πάντα διενέργειας της δέουσας «άσκησης εξισορρόπησης», κρίνουμε ότι στην παρούσα ο ζυγός κλίνει υπέρ της διατήρησης του προνομίου. Ως εκ των άνω και για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, το υπό εξέταση αίτημα του κατηγορούμενου 1 απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.