← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Βαφειάδης κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 31/5/2022

Δημοκρατία ν. Βαφειάδης κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:49 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15248/2020 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και 1. ΧΧΧ Βαφειάδης 2. ΧΧΧ Ιακωβίδης 3. ΧΧΧ Αχιλλέως 4. ΧΧΧ Tsachidou 5. ΧΧΧ Παύλου 6. ΧΧΧ Τσολακίδης Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31.5.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Σταυρινίδης και για κ. Γ. Σαββίδη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Νεάρχου για κ. Ν. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο 3 κ. Γ. Νεάρχου Για τον κατηγορούμενο 6: κ. Σ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 6 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αρ. 5) Όταν ο αστ. 2443 Γ. Τσιαλή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήρια, τα όσα σχετικά εξήχθηκαν από τα τηλέφωνα των κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 6, στη βάση των διαταγμάτων ΧΧ8/2020 και ΧΧ0/2020, που εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1, 3 και 6 έφεραν ένσταση στην κατάθεσή τους, για τους ακόλουθους λόγους: (
  2. i)Το περιεχόμενο των κινητών τηλεφώνων είναι αποτέλεσμα παραβίασης των Άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος και του άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενόψει της απόφασης που εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπόθεσης Αναφορικά με την αίτηση του Ι. Χατζηιωάννου κ.ά., Πολιτικές Αιτήσεις που αφορούν στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα με αρ. 97/18, 127/18, 140/19-143/19, 154/19, 169/19, 36/20 και 46/20, ημερ. 27.10.2021, όπου αποφασίστηκε ότι συγκεκριμένες πρόνοιες του Νόμου 183(Ι)/2007 αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία και των όσων αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας του δικαιοδοσίας στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Memic, Πολ. Αιτ. 228/2021, ημερ. 26.1.2022. (
  3. ii)Κατά την εκτέλεση των διαταγμάτων από μέρους της Αστυνομίας, η τελευταία παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, προβάλλει ότι και το λεκτικό του σχετικού διατάγματος παραβιάζει την πιο πάνω αρχή. (iii) Η μαρτυρία που επιχειρείται να παρουσιαστεί λήφθηκε κατά παράβαση του απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της Πολιτικής Αίτησης ΧΧ2/2020. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 1 φέρει ένσταση και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση του Νόμου, ενόψει των προνοιών του άρθρου 12 του περί της Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου (Ν.183(Ι)/2007 - στο εξής θα καλείται «ο Νόμος του 2007» -), το οποίο προνοεί ότι «Η διατήρηση δεδομένων που αφορούν το περιεχόμενο επικοινωνίας και η αποκάλυψη του περιεχόμενου επικοινωνίας απαγορεύεται και καμία διάταξη του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο αντίθετο προς την απαγόρευση αυτή.» Πρόσθετα, ο κατηγορούμενος 6 φέρει ένσταση στην κατάθεση των συγκεκριμένων δεδομένων και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι το λεκτικό του διατάγματος με αρ. ΧΧ0/2020 δεν εξουσιοδοτεί τη λήψη της μαρτυρίας που επιχειρείται να κατατεθεί. Ως αναφέρθηκε, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα «για την εξασφάλιση των αιτούμενων δεδομένων που περιγράφονται στο Μέρος ΙΙ πιο κάτω και τα οποία έχουν σχέση με τη διερεύνηση των πιο κάτω σοβαρών αδικημάτων .». Στο Μέρος ΙΙ του διατάγματος, εκείνο που μόνο καταγράφεται είναι το κινητό τηλέφωνο και τίποτα άλλο. Αποτελεί κοινό αποδεκτό γεγονός, ότι τα δεδομένα τα οποία επιχειρείται να κατατεθούν εξήχθηκαν από τα τηλέφωνα των κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 6, τα οποία αφορούν (α) εισερχόμενες - εξερχόμενες κλήσεις με καταγραφή των αριθμών τηλεφώνων, την ημερομηνία, ώρα και διάρκεια κάθε κλήσης, (β) γραπτά μηνύματα (sms) στα οποία φαίνεται ο αριθμός του αποστολέα και του παραλήπτη, η ημερομηνία, η ώρα και το περιεχόμενο των μηνυμάτων, (γ) φωτογραφίες που εντοπίστηκαν και κάποιες εξ αυτών αποστάληκαν, (δ) σημειώσεις - υπενθυμίσεις και τέλος (ε) κατάλογο επαφών. Τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλουν το ζήτημα που καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο έχουν ως ακολούθως: (
  4. i)Στις 5.6.2020 καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η αίτηση με αρ. ΧΧ8/2020 (βλ. Τεκ. 35), σε σχέση με τα τηλέφωνα τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 3. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε διάταγμα, με το οποίο εξουσιοδοτήθηκαν συγκεκριμένοι αστυνομικοί ανακριτές, να «. αποκτήσουν πρόσβαση, επιθεωρήσουν και λάβουν όσα δεδομένα αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας από τα δεδομένα που περιγράφονται στο Μέρος II της σχετικής αίτησης, και αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων στα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10 και 11 με σκοπό την διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007 .» (βλ. Τεκ. 65). (
  5. ii)Στις 9.10.2020 καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η αίτηση με αρ. ΧΧ0/2020 (βλ. Τεκ. 67[1]) και στο πλαίσιό της εκδόθηκε διάταγμα σε σχέση με κινητό τηλέφωνο που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 6 (βλ. Τεκ. 66) [2]. Στο περιεχόμενο του διατάγματος θα γίνει αναφορά πιο κάτω. (iii) Στις 5.6.2020, στο πλαίσιο της αίτησης ΧΧ7/2020, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκδόθηκε διάταγμα για εξασφάλιση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, από τους παρόχους που περιγράφονται στο Μέρος ΙΙΙ της αίτησης (βλ. Τεκ. 68). Ο κατηγορούμενος 3, στις 30.6.2020, καταχώρισε την Πολιτική Αίτηση ΧΧ2/2020 και το Ανώτατο Δικαστήριο, στις 10.11.2020 παραχώρησε άδεια για την καταχώριση αίτησης διά κλήσεως, για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης ΧΧ7/2020 και περαιτέρω, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο, εκκρεμούσης της προνομιακής διαδικασίας, αναστάληκε η ισχύς του προσβαλλόμενου διατάγματος και σε περίπτωση που αυτό είχε εκτελεστεί, όπως τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τεθούν υπό τον έλεγχο και/ή τη φύλαξη του Πρωτοκολλητή και απαγόρευσε τη μελέτη και/ή επεξεργασία τους από την Αστυνομία και την παρουσίασή τους ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Τεκ. 69). Η αίτηση διά κλήσεως καταχωρίστηκε στις 23.11.2020 και στις 9.11.2021 εκδόθηκε απόφαση, με την οποία ακυρώθηκε το διάταγμα με αρ. ΧΧ7/2020, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω.[3] (
  6. iv)Στο πλαίσιο εκτέλεσης των πιο πάνω διαταγμάτων (με αρ. ΧΧ8/2020 και ΧΧ0/2020), η Αστυνομία αντέγραψε το σύνολο των δεδομένων που ήταν αποθηκευμένα στα τηλέφωνα που κατασχέθηκαν από τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 6, ως αυτό περιέχεται στα τεκμήρια Α και Β για αναγνώριση. Σε μεταγενέστερο στάδιο, η Αστυνομία διέγραψε τα δεδομένα που ήταν άσχετα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και εκείνο που επιχειρείται να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι η σχετική μαρτυρία, στη βάση των δύο διαταγμάτων (με αρ. ΧΧ8/2020 και ΧΧ0/2020). Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα δύο πιο πάνω διατάγματα δεν προσβλήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, ενόψει των παραδεκτών και αδιαμφισβήτητων γεγονότων, εισηγήθηκαν όπως μη διεξαχθεί δίκη εντός δίκης και το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, υιοθέτησε την πιο πάνω θέση τους. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει τα όσα ανάφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους και θα σταθούμε εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνουμε πως ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ότι, παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα των δύο πιο πάνω διαταγμάτων, εντούτοις, το Δικαστήριο έχει εξουσία και έτσι θα πρέπει να εξετάσει το λόγο ένστασης που σχετίζεται με την παράνομα ληφθείσα μαρτυρία, ενώ, σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, ήταν η θέση της, ότι, ενόψει της μη αμφισβήτησης των διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους εξετάσει. Εισήγηση ότι υπήρξε παραβίαση των Άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1, 3 και 6 εισηγήθηκαν ότι το περιεχόμενο των κινητών τηλεφώνων είναι αποτέλεσμα παραβίασης των Άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενόψει της απόφασης που εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπόθεσης Αναφορικά με την αίτηση του Ι. Χατζηιωάννου κ.ά., ανωτέρω, όπου αποφασίστηκε ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες του Νόμου αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία, αλλά και των όσων αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - υπό μονομελή σύνθεση -, Αναφορικά με την αίτηση του Memic, ανωτέρω. Ήταν η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 3 - την οποία υιοθέτησαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 6 -, ότι τα δεδομένα που επιχειρείται να κατατεθούν προέκυψαν από την εφαρμογή των προνοιών, αμφότερων των Νόμων και ειδικότερα, του Νόμου του 2007 και του Νόμου που Προνοεί για την Προστασία του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Ν. 92(Ι)/1996- στο εξής θα καλείται « ο Νόμος του 1996»), αλλά και όσων ακολουθούν, τα οποία αναφέρθηκαν στην τελευταία απόφαση: «. Είναι προφανές πως οι δύο Νόμοι έχουν συνάφεια και ότι ο σκοπός του Νόμου Ν. 92(Ι)/96 δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τα δεδομένα των οποίων η διατήρηση ο Ν. 183/2007 προνοεί.» Όπως έχει νομολογηθεί, μαρτυρία που λαμβάνεται κατά παράβαση θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. Police v. Georghiades

(1983)2 C.L.R. 33, Αστυνομία ν. Γιάλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Δημοκρατία ν. Αεροπόρου κ.ά.
(1998)2 Α.Α.Δ. 87 και Δημοκρατία ν. Συμιανού κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ.537). Αντίθετα, όπου η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση νομοθετικών προνοιών, ο γενικός κανόνας συνίσταται στο ότι η μαρτυρία αυτή δεν αποκλείεται εξ ορισμού (βλ. Μ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/2013, ημερ. 20.3.2014 και Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ., 186) και το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να την επιτρέψει, νοουμένου ότι είναι σχετική και τα δυσμενή επακόλουθα που θα προκύψουν από την εισαγωγή της, δεν θα επηρεάσουν το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη ή άλλο ανθρώπινο δικαίωμά του (βλ. Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ., 411). Το Άρθρο 15 του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα, η ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, να τυγχάνει σεβασμού. Δεν χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν τέτοια επέμβαση θα ήταν σύμφωνη προς το Νόμο και αναγκαία μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας, ή της συνταγματικής τάξης, ή της δημόσιας ασφάλειας, ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας, ή των δημοσίων ηθών, ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τα οποία το Σύνταγμα εγγυάται για κάθε πρόσωπο. Το απόρρητο της ιδιωτικής επικοινωνίας προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθίσταται υπό προϋποθέσεις ανεκτή η επέμβαση σ' αυτό. Σύμφωνα με το Άρθρο 17
(2): «Δε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα με το νόμο, στις ακόλουθες περιπτώσεις: Α. Προσώπων που τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση. Β. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων: (α) Φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία, (β) εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων και αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, (γ) εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, (δ) αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και (ε) αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω. Γ. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για τη διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού ποινικού αδικήματος για το οποίο προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω και η επέμβαση αφορά πρόσβαση στα σχετικά με ηλεκτρονική επικοινωνία δεδομένα κίνησης και θέσης και στα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή και του χρήστη.» O Νόμος του 1996 παρέχει τη δυνατότητα στο Γενικό Εισαγγελέα, να υποβάλει μονομερή αίτηση στο Δικαστήριο, ζητώντας έκδοση δικαστικού εντάλματος, με το οποίο να εξουσιοδοτείται ή εγκρίνεται η πρόσβαση, επιθεώρηση και η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας[4]. Η αίτηση, δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και αίτημα για πρόσβαση σε δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στο Νόμο του 2007[5]. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το αναφερόμενο στα άρθρα 21 και 22 (του Νόμου του 1996), δικαστικό ένταλμα και ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου του 2007, δύναται να εξουσιοδοτήσει πρόσβαση σε δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον τελευταίο Νόμο, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα σε συσκευές ή σε αντικείμενα.[6] Καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου του 1996 «σημαίνει περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας οποιασδήποτε μορφής, το οποίο βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο και περιλαμβάνει επικοινωνία καταγεγραμμένη σε επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα και μηνύματα μέσω υπηρεσίας σύντομων μηνυμάτων (sms) ή μέσω υπηρεσίας μηνυμάτων πολυμέσων (mms) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) ή άλλων μηνυμάτων διαδικτύου.». Περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του ίδιου άρθρου «σημαίνει οτιδήποτε περιέχεται σε ιδιωτική επικοινωνία και δεν περιλαμβάνει τα δεδομένα ως αυτά ορίζονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 2 του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου.». Ο Νομοθέτης, για σκοπούς εναρμόνισης με την οδηγία 2006/24/ΕΚ, θέσπισε το Νόμο του 2007, ο οποίος υποχρεώνει τον παροχέα υπηρεσιών, δηλαδή το πρόσωπο που δραστηριοποιείται στην παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/ και δημοσίου δικτύου επικοινωνιών, περιλαμβανομένης σταθερής και κινητής τηλεφωνίας[7], να διατηρεί τα δεδομένα[8] που περιγράφονται στα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του πιο πάνω Νόμου, για περίοδο 6 μηνών[9]. Δεδομένα σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 2 «σημαίνει τα δεδομένα κίνησης και θέσης και τα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή/και του χρήστη και που προσδιορίζονται στα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του παρόντος Νόμου.». Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ι. Χατζηιωάννου κ.ά., ανωτέρω, αποφάσισε - για τους λόγους που εκεί εξηγούνται -, ότι τα άρθρα 3, 6, 7, 8, 9 και 10 περιλαμβάνουν πρόνοιες για τη γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων από τον παροχέα, με την έννοια ότι προβλέπεται η διατήρηση όλων των δεδομένων κινήσεως και των δεδομένων θέσεως, όλων των συνδρομητών και των εγγεγραμμένων χρηστών που αφορούν τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Σε σχέση δε με το θέμα της διατήρησης των δεδομένων δυνάμει του Νόμου, ως αναφέρθηκε, απουσιάζουν οι απαιτούμενοι περιορισμοί, με την έννοια της στόχευσης συγκεκριμένων ομάδων, ατόμων ή τοποθεσιών. Ο Νόμος, ως επισημάνθηκε, έχει καθολική εφαρμογή σε όλους τους συνδρομητές και εγγεγραμμένους χρήστες των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας, αδιακρίτως, σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι, αποφασίστηκε ότι τα πιο πάνω άρθρα του Νόμου αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3, εις επίρρωση του σχετικού λόγου ένστασής του, πέραν της πιο πάνω απόφασης, μας παρέπεμψε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό μονομελή σύνθεση, Αναφορικά με την αίτηση του Memic, ανωτέρω. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε ότι «Η αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, είχε ως νομικό έρεισμα, αμφότερους του Νόμους ήτοι τον Ν. 183(Ι)/2007 και τον Ν.92
(1)/1996 και όχι μόνο τον δεύτερο εξ αυτών . Η παραπομπή στο Ν.183(Ι)/2007 και τα άρθρα τα συγκεκριμένα δεν έγινε απλά και μόνο για σκοπούς ερμηνείας και επεξήγησης, αλλά για καθορισμό των δεδομένων που εζητούντο και των οποίων ο Ν.183(Ι)/07, προνοεί τον τρόπο διατήρησης τους και την υποχρέωση του παροχέα υπηρεσιών να τα διατηρεί. Διατήρηση η οποία κρίθηκε ως αντιβαίνουσα το ενωσιακό δίκαιο. Είναι προφανές πως οι δύο Νόμοι έχουν συνάφεια και ότι ο σκοπός του Νόμου Ν.92(Ι)/96 δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τα δεδομένα των οποίων τη διατήρηση ο Ν.183/2007 προνοεί. Το εκδοθέν δε διάταγμα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως δυνάμει αυτού επιτρέπετο η λήψη τηλεπικοινωνιακών δεδομένων δυνάμει του Ν.183(Ι)/07 επιτρέποντας την πρόσβαση στα δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων στα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του Νόμου.». Έτσι, κρίθηκε ότι η πιο πάνω συγκεκριμένη περίπτωση δεν διαφοροποιείται από την απόφαση της Ολομέλειας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Memic, ανωτέρω, εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία (μονομελή σύνθεση). Αν και, αυστηρά ομιλούντες, η εν λόγω απόφαση, δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο, εντούτοις εξακολουθεί να συγκροτεί δικαστική προσέγγιση, η οποία, κατά εμπεδωμένη νομολογία, οριζόντιας εφαρμογής, δεν μπορεί να παραβλεφθεί απροβλημάτιστα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Αίτηση αρ. 32/2022, ημερ. 14.4.2022, Αναφορικά με την αίτηση του Makushin (Aρ. 1)
(2012)1(A) A.A.Δ. 20, 26-27, Ioannides and Others v. The Republic of Cyprus
(1979)3 C.L.R. 295, 310, 313 και The Republic of Cyprus v. Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213, 248-249). Προτού εξετάσουμε τον πιο πάνω λόγο ένστασης, κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσια τα ουσιώδη μέρη των επίδικων διαταγμάτων. «. Αρ. Αίτησης ΧΧ8/20 ... . Δικαστικό Ένταλμα δυνάμει των άρθρων 21, 22, 23 των περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμων του 1996 και 2015 . ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 21, 22, 23 των περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμων του 1996 και 2015 όπως οι αναφερόμενοι επί του Μέρους Ι της αιτήσεως, αποκτήσουν πρόσβαση, επιθεωρήσουν και λάβουν όσα δεδομένα αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας από τα δεδομένα που περιγράφονται στο Μέρος ΙΙ της σχετικής αίτησης, και αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων στα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10 και 11 με σκοπό τη διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα ή περιέχονται στα δεδομένα που αναφέρονται στο Μέρος ΙΙ της σχετικής Αίτησης. Η εκτέλεση του παρόντος Δικαστικού Εντάλματος να πραγματοποιηθεί σε χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου του και εν πάση περιπτώσει εντός 30 ημερών.» (βλ. Τεκ. 65) Το λεκτικό του διατάγματος ΧΧ0/20, το οποίο εκδόθηκε στις 9.10.20, έχει ως ακολούθως: « . Αίτηση δυνάμει των άρθρων 21, 22, 23 των περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμων του 1996 και 2015 . Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος εκδίδει Διάταγμα: Για την εξασφάλιση των αιτούμενων δεδομένων που περιγράφονται στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ πιο κάτω και τα οποία έχουν σχέση με τη διερεύνηση των πιο κάτω σοβαρών ποινικών αδικημάτων: . Μέρος ΙΙ 1) Ένα κινητό τηλέφωνο χρώματος μαύρου με ασημί μάρκας SAMSUNG S6 Galaxy με αρ. ΙΜΕΙ: ΧΧΧ, αριθμό κλήσης +ΧΧΧ και μια κάρτα SIM "free" με αριθμό ΧΧΧ μαζί με την θήκη του χρώματος μαύρο - μπλε και κωδικούς ανοίγματος ΧΧΧ & κλειδώματος ΧΧΧ (Στην κατοχή του ΧΧΧ ΤΣΟΛΑΚΙΔΗ ΑΡ. ΕΛΛ. ΔΙΑΒ. ΑΡΧΧΧ). Η εκτέλεση του παρόντος Δικαστικού Εντάλματος εντός 30 ημερών.» (βλ. Τεκ. 66) Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Memic, ανωτέρω, η αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος, είχε ως νομικό έρεισμα, αμφότερους τους Νόμους, του 2007 και του 1996 και όχι μόνο το δεύτερο εξ αυτών. Στην υπό εξέταση περίπτωση, από το λεκτικό των δύο, πιο πάνω, διαταγμάτων, προκύπτει ξεκάθαρα ότι αυτά εκδόθηκαν δυνάμει των άρθρων 21, 22, και 23 του Νόμου του
  1. Με τον τελευταίο αυτό Νόμο, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το αναφερόμενο, στα άρθρα 21 και 22, δικαστικό ένταλμα, το οποίο σχετίζεται με καταγεγραμμένο περιεχόμενο, ιδιωτικής επικοινωνίας, ως επίσης, να εκδώσει και διάταγμα πρόσβασης σε δεδομένα, ως αυτά καθορίζονται στο Νόμο του
  2. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της απόφασης Αναφορικά με την αίτηση του Ι. Χατζηιωάννου κ.ά., ανωτέρω, έκρινε ότι τα υπό αμφισβήτηση άρθρα 3, 6, 7, 8, 9, 10 και 13 αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία. Τα πιο πάνω άρθρα του Νόμου, αναφέρονται στον παροχέα υπηρεσιών. Το κάθε ένα από αυτά, αρχίζει με τη φράση «Κάθε παροχέας υπηρεσιών έχει υποχρέωση να διατηρεί .» τα δεδομένα που περιγράφονται σ' αυτά. Ο Νόμος του 2007 αναφέρεται στη διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων - με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων - από τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον παροχέα υπηρεσιών και ως τέτοιος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2, είναι «. πρόσωπο που δραστηριοποιείται στην παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και δημοσίου δικτύου επικοινωνιών, περιλαμβανομένης σταθερής και κινητής τηλεφωνίας». Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ειδοποιός διαφορά εστιάζεται στο ότι, τα δεδομένα που επιχειρεί να παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή δεν τα διατηρούσε και δεν τα κατείχε ο παροχέας, αλλά ο κάτοχος των κινητών τηλεφώνων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Νόμος του 2007 περιλαμβάνει πρόνοιες για τη γενική και χωρίς διάκριση, διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων από τον παροχέα, με την έννοια ότι προβλέπεται η διατήρηση, όλων των δεδομένων κινήσεως και των δεδομένων θέσεων, όλων των συνδρομητών και των εγγεγραμμένων χρηστών που αφορούν τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Αντιθέτως, ο Νόμος του 1996, παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησης και κάτω υπό τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ορίζει, να εκδώσει στοχευμένα διάταγμα, το οποίο σχετίζεται με συγκεκριμένο πρόσωπο και συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία, η οποία συνδέεται ή είναι συναφής µε αδίκημα[10] ή µε τον κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα επίδικα δικαστικά εντάλματα εκδόθηκαν στη βάση του Νόμου του 1996, στοχευμένα, ήτοι, για συγκεκριμένες συσκευές σε σχέση με τη διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων, εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Σε αντίθεση με το Νόμο του 2007, ο Νόμος του 1996 δεν υποχρεώνει τον κάτοχο συσκευής να διατηρεί τα δεδομένα σε αυτή είτε αυτά πρόκειται για περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας στο πλαίσιο της έννοιας του Νόμου του 1996 είτε για δεδομένα στο πλαίσιο της έννοιας του Νόμου του
  3. Και κάτι ακόμη. Η διατήρηση σε συσκευή ή αντικείμενο των πιο πάνω δεδομένων και η λήψη τους, κάτω υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει Νόμος του 1996 δεν τελεί υπό την προϋπόθεση της διατήρησης δεδομένων από τον πάροχο. Όπως έχει υποδειχθεί στην πιο πάνω απόφαση της Ολομέλειας «Η νόμιμη διατήρηση αποτελεί προϋπόθεση για τη νόμιμη πρόσβαση.» Η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται νόμιμη διατήρηση. Ο ίδιος ο κάτοχος επέλεξε να διατηρήσει στο κινητό τηλέφωνο τα δεδομένα τα οποία εντοπίστηκαν από την Αστυνομία. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια ώστε να μην γίνει αποδεκτή, για το συγκεκριμένο λόγο, η σχετική μαρτυρία. Εισήγηση ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1, 3 και 6 εισηγήθηκαν ότι κατά την εκτέλεση του διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αρ. ΧΧ8/2020, υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε ότι από το λεκτικό αυτού καθ' αυτού του διατάγματος, παραβιάζεται η πιο πάνω αρχή, ενόψει της γενικότητάς του. Σταθερή και σαφής η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι το Κακουργιοδικείο στερείται δικαιοδοσίας, άμεσα ή έμμεσα, να αναθεωρήσει την εγκυρότητα δικαστικών αποφάσεων ή διαταγμάτων που εκδίδονται από άλλα πρωτοβάθμια Δικαστήρια (βλ. Στυλιανού ν. Δημοκρατίας κ.α., Ποιν. Έφ. 268/2015, 298/2015, 304/2015 και 307/2016, ημερ. 13.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B534, Ellinas v. The Republic
(1989)1 C.L.R. 17, Al-Hamad v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 και Λοϊζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 247/2018, ημερ. 2.10.2018), ECLI:CY:AD:2018:B
  1. Το Κακουργιοδικείο δεν έχει εξουσίες, άλλες από εκείνες που του παρέχει ο Νόμος. Αναθεώρηση δικαστικής απόφασης είναι δυνατή μόνο μέσω (α) έφεσης, όπου παρέχεται τέτοιο δικαίωμα και (β) με προνομιακό ένταλμα certiorari. Αμφότερες οι διαδικασίες ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με το διάταγμα ημερ. 5.6.2020, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ΧΧ8/2020, παρέχετο σε συγκεκριμένους αστυνομικούς ανακριτές, η δυνατότητα να λάβουν από συγκεκριμένες συσκευές, το καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στο Νόμο του
  2. Όπως έχει αναφερθεί, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αναθεωρήσει την εγκυρότητα του συγκεκριμένου διατάγματος. Οι κατηγορούμενοι, ως αναφέρθηκε, δεν προσέβαλαν τη νομιμότητά του. Και κάτι ακόμη. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στο πλαίσιο εκτέλεσης των διαταγμάτων με αρ. ΧΧ8/2020 και ΧΧ0/2020, η Αστυνομία αντέγραψε το σύνολο των δεδομένων που ήταν αποθηκευμένα στα τηλέφωνα που κατασχέθηκαν από τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 6, ως αυτό περιέχεται στα τεκμήρια Α και Β για αναγνώριση. Σε μεταγενέστερο στάδιο, διέγραψε τα δεδομένα που ήταν άσχετα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και εκείνο που επιχειρείται να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι η σχετική μαρτυρία, στη βάση των δύο διαταγμάτων (με αρ. ΧΧ8/2020 και ΧΧ0/2020). Έτσι, για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν μας βρίσκουν σύμφωνους και απορρίπτονται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, παρά το ότι δεν προβλήθηκε ως σχετικός λόγος ένστασης, εισηγήθηκε ότι στο διάταγμα με αρ. ΧΧ8/20, απουσιάζει η περιγραφή των δεδομένων για τα οποία δόθηκε άδεια στην Αστυνομία για πρόσβαση και επιθεώρηση. Η σχετική εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους, καθότι, με το σχετικό διάταγμα εξουσιοδοτούνται συγκεκριμένοι αστυνομικοί ανακριτές, να αποκτήσουν πρόσβαση, σε όσα δεδομένα αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, ως επίσης και σε δεδομένα, ως αυτά καθορίζονται στο Νόμο του
  3. Το τι συνιστά το κάθε ένα από αυτά, καθορίζεται στους Νόμους του 1996 και του
  4. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να παρουσιαστεί λήφθηκε κατά παράβαση του απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Πολιτικής Αίτησης ΧΧ2/
  5. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να παρουσιαστεί λήφθηκε κατά παράβαση του απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Πολιτικής Αίτησης ΧΧ2/
  6. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στο πλαίσιο της αίτησης ΧΧ7/2020, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στις 5.6.2020 εκδόθηκε διάταγμα για εξασφάλιση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων από τους παρόχους, που περιγράφονται στο Μέρος ΙΙΙ της αίτησης (βλ. Τεκ. 68). Ο κατηγορούμενος 3, στις 30.6.2020 καταχώρισε την Πολιτική Αίτηση ΧΧ2/2020 και το Ανώτατο Δικαστήριο, στις 10.11.2020 παραχώρησε άδεια για την καταχώριση αίτησης διά κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης ΧΧ7/2020 και περαιτέρω, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο, εκκρεμούσης της προνομιακής διαδικασίας, αναστάληκε η ισχύς του προσβαλλόμενου διατάγματος και σε περίπτωση που αυτό είχε εκτελεστεί, όπως τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τεθούν υπό τον έλεγχο και/ή τη φύλαξη του Πρωτοκολλητή και απαγόρευσε τη μελέτη και/ή επεξεργασία τους από την Αστυνομία και την παρουσίασή τους ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Τεκ. 69). Η αίτηση διά κλήσεως καταχωρίστηκε στις 23.11.2020 και στις 9.11.2021 εκδόθηκε απόφαση με την οποία ακυρώθηκε το διάταγμα με αρ. ΧΧ7/2020, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή δεν επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα δεδομένα που λήφθηκαν από τους παρόχους, στο πλαίσιο του διατάγματος με αρ. ΧΧ7/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το οποίο ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τα όσα επιχειρεί να παρουσιάσει αφορούν τα όσα εξουσιοδοτεί το διάταγμα με αρ. ΧΧ8/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και αφορά το καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και τα δεδομένα που βρίσκονται καταγεγραμμένα στις συσκευές, για τις οποίες γίνεται αναφορά. Έτσι, η σχετική εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των κατηγορουμένων δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση του Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε ότι το διάταγμα με αρ. ΧΧ8/2020, εκδόθηκε κατά παράβαση του Νόμου του 2007 και ειδικότερα, ως ανάφερε, υφίσταται σύγκρουση των άρθρων 3 και 4 με το άρθρο 12, το οποίο ρητά προνοεί ότι «Η διατήρηση δεδομένων που αφορούν το περιεχόμενο επικοινωνίας και η αποκάλυψη του περιεχόμενου επικοινωνίας απαγορεύεται και καμία διάταξη του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο αντίθετο προς την απαγόρευση αυτή.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, παρά το ότι αναγνώρισε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τη νομιμότητα του συγκεκριμένου διατάγματος, εντούτοις, ήταν η θέση του, ότι, ως Δικαστήριο δικαιοσύνης και για σκοπούς δημόσιας τάξης, οφείλει να το πράξει. Με όλο το δέοντα σεβασμό, επαναλαμβάνουμε τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω και ειδικότερα, ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, άμεσα ή έμμεσα, να αναθεωρήσει την εγκυρότητα δικαστικών αποφάσεων ή διαταγμάτων που εκδίδονται από άλλα πρωτοβάθμια Δικαστήρια. Αναθεώρηση δικαστικής απόφασης είναι δυνατή μόνο μέσω έφεσης, όπου παρέχεται τέτοιο δικαίωμα και με προνομιακό ένταλμα certiorari. Και οι δύο διαδικασίες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αναθεωρήσει το διάταγμα που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στο πλαίσιο της αίτησης ΧΧ8/
  7. Έτσι, ο σχετικός λόγος ένστασης, απορρίπτεται. Εισήγηση ότι το λεκτικό του διατάγματος με αρ. ΧΧ0/2020 δεν εξουσιοδοτούσε τη λήψη της μαρτυρίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 6 εισηγήθηκε ότι το λεκτικό του πιο πάνω διατάγματος δεν εξουσιοδοτούσε τη λήψη της μαρτυρίας που επιχειρείται να κατατεθεί. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η αίτηση με αρ. ΧΧ0/2020 και στο πλαίσιό της, στις 9.10.2020, εκδόθηκε σχετικό διάταγμα (βλ. Τεκ. 67 και 66, αντίστοιχα). Στο στάδιο τούτο κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιο το ουσιώδες μέρος του σχετικού διατάγματος. «. Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος εκδίδει Διάταγμα: Για την εξασφάλιση των αιτούμενων δεδομένων που περιγράφονται στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ πιο κάτω και τα οποία έχουν σχέση με τη διερεύνηση των πιο κάτω σοβαρών ποινικών αδικημάτων: . Μέρος ΙΙ 2) Ένα κινητό τηλέφωνο χρώματος μαύρου με ασημί μάρκας SAMSUNG S6 Galaxy με αρ. ΙΜΕΙ: ΧΧΧ, αριθμό κλήσης +ΧΧΧ και μια κάρτα SIM "free" με αριθμό ΧΧΧ μαζί με την θήκη του χρώματος μαύρο - μπλε και κωδικούς ανοίγματος ΧΧΧ & κλειδώματος ΧΧΧ (Στην κατοχή του ΧΧΧ ΤΣΟΛΑΚΙΔΗ ΑΡ. ΕΛΛ. ΔΙΑΒ. ΑΡΧΧΧ). Η εκτέλεση του παρόντος Δικαστικού Εντάλματος εντός 30 ημερών.» (βλ. Τεκ. 66) Το Δικαστήριο, με το πιο πάνω διάταγμα, εξουσιοδότησε την εξασφάλιση των αιτούμενων δεδομένων που περιγράφονται στο Μέρος ΙΙ αυτού. Στο συγκεκριμένο μέρος, εκείνο που ουσιαστικά καταγράφεται είναι ένα κινητό τηλέφωνο μαζί με τη θήκη του και τους κωδικούς ανοίγματος και κλειδώματος. Ουδεμία αναφορά γίνεται σ' αυτό, σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας ή σε οποιαδήποτε άλλα δεδομένα. Συνεπώς, το συγκεκριμένο διάταγμα δεν εξουσιοδοτούσε τη λήψη των δεδομένων που επιχειρείται να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο από την κατηγορούσα αρχή. Έτσι, δεν επιτρέπεται η παρουσίαση της μαρτυρίας, η οποία λήφθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης του διατάγματος με αρ. ΧΧ0/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, επιτρέπεται η κατάθεση του επίμαχου τεκμηρίου που αφορά το καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και τα δεδομένα που εξήχθηκαν από τις συσκευές, στο πλαίσιο του διατάγματος με αρ. ΧΧ8/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται η παρουσίαση της μαρτυρίας η οποία λήφθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης του διατάγματος με αρ. ΧΧ0/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Πρόκειται για την ένορκη δήλωση. [2] Παραδεκτό γεγονός. [3] Παραδεκτό γεγονός. [4] Βλ. άρθρο 21
(1)του Ν.92(Ι)/1996. [5] Βλ. άρθρο 21
(3)(α) του Ν.92(Ι)/1996. [6] Βλ. άρθρο 23
(2)του Νόμου 92(Ι)/
  1. [7] Βλ. άρθρο 2 του Ν.183(Ι)/
  2. [8] Βλ. άρθρο 3 του Ν.183(Ι)/
  3. [9] Βλ. άρθρο 13 του Ν.183(Ι)/
  4. [10] «αδίκηµα» σηµαίνει αδίκηµα, το οποίο περιλαµβάνεται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του Άρθρου 17 του Συντάγµατος ( βλ. άρθρο 2 του Νόμου του 1996) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.