Δημοκρατία ν. Matsoukides, Υπόθεση αρ.: 9002/2021, 13/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:44 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9002/2021 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή και XXX Matsoukides Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 13/5/2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Α. Τιμοθέου) Για τον κατηγορούμενο: κ. Λ. Λυσάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χ. Φλώρου) Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της πρόκλησης πυρκαγιάς σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από τις παρυφές κρατικού δάσους, συνεπεία αλόγιστης ή αμελούς ενέργειας ή παράλειψής του να λάβει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 32
(1)(δ) του περί Δασών Νόμου (κατηγορία 1). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και την κατηγορία ότι έθεσε φωτιά σε εσοδείες και φυτείες, κατά παράβαση του άρθρου 317(γ) του Ποινικού Κώδικα, πλην όμως, απαλλάγηκε σ' αυτήν, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης (κατηγορία 2). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, έχουν ως ακολούθως: Στις 3.7.2021, περί ώρα 12:15, ο XXX Λανίτης ενημέρωσε την Αστυνομία ότι ενώ βρισκόταν στον παλιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας, μεταξύ του χώρου δεξιώσεων με την ονομασία Monte-Caputo και του ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού της ΑΗΚ, έδαφος του χωριού Πύργος, είδε στα αριστερά του δρόμου να βγαίνει μαύρος καπνός και ακολούθως, απότομη ανάφλεξη φωτιάς. Το πιο πάνω πρόσωπο συνέχισε την πορεία του και αντιλήφθηκε, δίπλα από την εστία της φωτιάς, το όχημα με αριθμό εγγραφής XXX XX4, μάρκας Nissan, το οποίο ως διαπιστώθηκε αργότερα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, να απομακρύνεται από το μέρος, καθότι ήταν πολύ πλησίον αυτής και θα έπαιρνε φωτιά. Για το τελευταίο, πιο πάνω, γεγονός, ο XXX Λανίτης ενημέρωσε την Αστυνομία και δόθηκαν οδηγίες στα περίπολα, όπως το εν λόγω όχημα ανακοπεί για έλεγχο. Την ίδια ημέρα και ώρα 12:20, το πιο πάνω όχημα εντοπίστηκε από τον Γ. Ιωάννου, της Τροχαίας Λεμεσού, να οδηγείται σε απόσταση περί τα 150 μέτρα από το σημείο που εκδηλώθηκε η φωτιά. Αφού το ανέκοψε, διαπιστώθηκε ότι οδηγός του, ήταν ο κατηγορούμενος. Στο μέρος αφίχθηκε και ο α/αστ. Π. Κανάρης και αφού τον πληροφόρησαν για το λόγο της ανακοπής του, προέβηκαν σε έρευνα του οχήματος, όπου, στο καπό εντοπίστηκαν 2 πλαστικά διαφανή παγούρια τα οποία μύριζαν βενζίνη. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «έχω τα μέσα στο αυτοκίνητο για να βάζω βενζίνη που λήφκει». Επίσης, στα πισινά καθίσματα του αυτοκινήτου εντοπίστηκαν 2 ρούχινα καθίσματα (μαξιλαράκια), χρώματος καφέ, ελαφρώς καμένα. Όταν του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Με τζείνα επροσπαθούσα να σβήσω τη φωτιά». Ο κατηγορούμενος, ανακρινόμενος προφορικά, παραδέχθηκε ότι ενώ βρισκόταν στην περιοχή πέταξε αναμμένο αποτσίγαρο. Όταν διαπίστωσε ότι άναψε φωτιά προσπάθησε με τα μαξιλαράκια που είχε στο αυτοκίνητο να τη σβήσει. Επειδή όμως στο σημείο έπνεαν δυνατοί άνεμοι, η φωτιά επεκτάθηκε με αποτέλεσμα να γίνει ανεξέλεγκτη και να εγκαταλείψει τη σκηνή με το αυτοκίνητό του, για να μην καεί και ο ίδιος. Ως ανάφερε, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον αριθμό έκτακτης ανάγκης
(199), χωρίς όμως ανταπόκριση. Προς τούτο, την 7.7.2021 φωτογραφήθηκε το κινητό του, το οποίο στην οθόνη απεικόνιζε την κλήση που έγινε στις 3.7.2021 και ώρα 12:09, προς τον αριθμό 199, με χρονική διάρκεια 36 δευτερόλεπτα. Στη σκηνή μετέβηκαν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Τμήματος Δασών. Για την κατάσβεση της φωτιάς χρησιμοποιήθηκαν 8 πυροσβεστικά οχήματα καθώς και 2 πτητικά μέσα πυρόσβεσης. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η αλόγιστη ενέργεια του κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι κατά το μήνα Ιούλιο, ενώ έπνεαν μέτριοι προς ισχυροί άνεμοι 4 - 6 μποφόρ, πέταξε το αναμμένο αποτσίγαρό του, έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά. Ο κατηγορούμενος πέταξε το αποτσίγαρο σε απόσταση 480 μέτρων από τις παρυφές του κρατικού δάσους της Χωραφερής. Η εστία έναρξης της φωτιάς εντοπίζεται σε σημείο δυτικά του Monte Caputo και νότια του παλαιού δρόμου Λεμεσού - Λευκωσίας. Η φωτιά κατέκαψε περίπου δέκα εκτάρια ξηρά χόρτα, άγρια βλάστηση και πεύκα. Τέθηκε υπό έλεγχο η ώρα 16:55 και δεν επεκτάθηκε στο κρατικό δάσος. Στις 3.7.2021, ο αστ. 1521 Σ. Ιωάννου συνέλαβε τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Έκαμα λάθος». Στις 5.7.2021, ο α/αστ. Γ. Γεωργίου έλαβε φωτογραφίες από τη σκηνή, ως επίσης και 2 δείγματα χώματος και πετρών, τα οποία στάλθηκαν για εξετάσεις στο Γενικό Χημείο του Κράτους και με βάση τα αποτελέσματα αυτού, δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε εύφλεκτη ύλη. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκε κατάθεση και από τον εργοδότη του κατηγορούμενου, XXX Kubicka, ο οποίος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το τελευταίο, παραδόθηκε, πριν από 6 μήνες, στον κατηγορούμενο για να διακινείται. Το αυτοκίνητο δεν είχε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα, καθότι είχε γίνει συντήρησή του, πριν δοθεί στον κατηγορούμενο. Από τον κατηγορούμενο λήφθηκαν 2 καταθέσεις, στις οποίες παραδέχτηκε ότι, ενώ οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο, στον παλαιό δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας, παρά το κέντρο Monte Caputo, κάπνιζε τσιγάρο και όταν το τέλειωσε, το πέταξε εκτός του αυτοκινήτου. Μετά από ένα λεπτό αντιλήφθηκε ότι πήραν φωτιά διάφορα σκουπίδια και ξηρά χόρτα. Προσπάθησε με τα 2 μαξιλαράκια, για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, να τη σβήσει. Στην αρχή τα κατάφερε αλλά λόγω των ανέμων η φωτιά επεκτάθηκε. Απομακρύνθηκε με το αυτοκίνητό του, αλλά παρέμεινε στο μέρος μέχρι να έρθει η Πυροσβεστική και η Αστυνομία, όπου και συνελήφθηκε. Όταν κατηγορήθηκε, παραδέχθηκε ότι εξαιτίας της αμελούς και απρόσεκτης πράξης του να πετάξει το αναμμένο τσιγάρο του, εκδηλώθηκε η φωτιά. Περαιτέρω, κατόπιν δικής του επιθυμίας, προέβηκε και σε υποδείξεις σκηνών. Συγκεκριμένα, υπέδειξε το σημείο που εκδηλώθηκε η φωτιά και το χώρο όπου ανέμενε την Πυροσβεστική. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της εμπεριστατωμένης του αγόρευσης, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή του, την απολογία και μεταμέλειά του, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει συνεπεία της διάπραξης του αδικήματος και τις επιπτώσεις τής τυχόν ποινής φυλάκισης, στην οικογένειά του. Αναφορικά δε με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, επισήμανε ότι πρόκειται για μια στιγμιαία και απερίσκεπτη πράξη και αντιλαμβανόμενος το σφάλμα του, προσπάθησε να κατασβέσει τη φωτιά που προκάλεσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Πυροσβεστική Υπηρεσία και παρέμεινε στη σκηνή. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας, όλα όσα αναφέρθηκαν από μέρους του συνηγόρου του κατηγορούμενου και θα σταθούμε σ' αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητάς του, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα της πρόκλησης πυρκαγιάς σε κρατικό δάσος ή σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από τις παρυφές του, συνεπεία αλόγιστης ή αμελούς ενέργειας ή παράλειψης λήψης όλων των αναγκαίων προφυλάξεων, ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Ωστόσο, ό,τι καθιστά ιδιαίτερα σοβαρό το συγκεκριμένο αδίκημα είναι οι επιπτώσεις από τη διάπραξή του. Το γεγονός αυτό, καθιστά αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, για πάταξη των εν λόγω αδικημάτων καθώς και για προστασία της περιουσίας και ασφάλειας των πολιτών, ευρύτερα της κοινωνίας, αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ποιότητας ζωής και του επιπέδου υγείας κάθε ανθρώπου. Ούτε και παραγνωρίζουμε το γεγονός, ότι, το φυσικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στη μικρή μας πατρίδα αποτελεί και σημαντική παράμετρο της φυσιογνωμίας της, καθώς σημαντικός αριθμός φυτών που ευδοκιμούν και ανάλογος αριθμός ζώων που ενδημούν στην Κύπρο, κινδυνεύουν με εξαφάνιση, απότοκο των σοβαρών πληγμάτων που δέχεται κάθε χρόνο ο βιότοπος, εξαιτίας της φωτιάς, η οποία τίθεται από διάφορους ασυνείδητους, είτε σκόπιμα, είτε, στην προκείμενη περίπτωση, από εγκληματική αμέλεια. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, 79) είναι αδύνατο να προβλεφθούν οι καταστροφικές συνέπειες της φωτιάς και δυστυχώς, αποτελεί κοινό τόπο, πως κάθε χρόνο, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, εξαιτίας των πυρκαγιών, οι καταστροφές που επισωρεύονται στο πράσινο, που αποτελεί το φυσικό κάλλος του νησιού μας καθώς και στις περιουσίες των πολιτών είναι ανυπολόγιστες, χωρίς να μας διαφεύγει ούτε στιγμή, ότι, ενίοτε, εξαιτίας των πυρκαγιών, είτε ακόμη, στη μάχη για την κατάσβεσή τους, θρηνήσαμε ακόμη και την απώλεια αθώων συνανθρώπων μας. Η τιμωρία, ασφαλώς, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων - σε κάθε περίπτωση - ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία, στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, θεωρούμε ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής είναι έντονο και προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο κι αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Στην παρούσα υπόθεση, η έρευνά μας, δεν μας οδήγησε σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για το συγκεκριμένο αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή του ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Η απολογία και η μεταμέλεια του κατηγορούμενου επιμαρτυρείται και από το γεγονός ότι αυτός, αντιλαμβανόμενος το σφάλμα του, προσπάθησε να κατασβέσει την πυρκαγιά που προκάλεσε, να επικοινωνήσει με την Πυροσβεστική Υπηρεσία και παρέμεινε στη σκηνή. Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό στοιχείο, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B194 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:B221. Έτσι και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνυπολογίζουμε προς όφελος του κατηγορούμενου, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Ο τελευταίος, παρέμεινε στη σκηνή και όταν εντοπίστηκε, ανακρινόμενος προφορικά, ανάφερε ότι πέταξε αναμμένο αποτσίγαρο και όταν διαπίστωσε ότι προκλήθηκε φωτιά, προσπάθησε, με τα ελαφρώς καμένα μαξιλαράκια που εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητό του, να την σβήσει. Περαιτέρω, σε δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος, ως επίσης προέβηκε και σε υποδείξεις σκηνών. Στην υπό εξέταση περίπτωση, συνυπολογίζουμε τα όσα σχετικά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, ότι πρόκειτο για μια στιγμιαία απερίσκεπτη πράξη και ο τελευταίος αντιλήφθηκε το σφάλμα του, αφού, ως έχει ήδη αναφερθεί, επιχείρησε να κατασβέσει την πυρκαγιά που προκάλεσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο κατηγορούμενος, το καλοκαίρι και ειδικότερα κατά τον μήνα Ιούλιο και ενώ έπνεαν μέτριοι προς ισχυροί άνεμοι (4-6 μποφόρ), επέδειξε ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)(δ) του περί Δασών Νόμου. Η ενέργεια του να απορρίψει αναμμένο αποτσίγαρο, σε απόσταση λιγότερη των 2 χιλιομέτρων από το κρατικό δάσος της Χωραφερής και ειδικότερα, σε απόσταση 480 μέτρων από αυτό, ήταν αλόγιστη και επικίνδυνη, υπό τις περιστάσεις και συνεπεία αυτής προκλήθηκε πυρκαγιά, η οποία κατέκαψε μεγάλη έκταση και συγκεκριμένα, περίπου 10 εκτάρια ξερά χόρτα, άγρια βλάστηση και πεύκα. Για την κατάσβεσή της χρησιμοποιήθηκαν 8 πυροσβεστικά οχήματα καθώς και 2 πτητικά μέσα πυρόσβεσης. Το κρατικό δάσος, ευτυχώς, δεν κάηκε. Είναι αδύνατο να προβλεφθεί η εξέλιξη της πυρκαγιάς και, όπως έχει ήδη επισημανθεί σε άλλο σημείο της απόφασής μας, αδύνατο να προβλεφθούν και οι καταστροφικές συνέπειές της. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους του συνηγόρου του και όπως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα σχετικά πιστοποιητικά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 26½ ετών, κατάγεται από τη Γεωργία και είναι άγαμος και άτεκνος. Έχει ακόμη μία αδελφή, ηλικίας 20 ετών. Οι γονείς του μετανάστευσαν στη Ρωσία και ακολούθως, μετά τη γέννηση του ιδίου, ήλθαν στην Κύπρο, όπου διαμένουν. Οι γονείς του χώριζαν και επανασυνδέονταν. Ως αναφέρεται, ο πατέρας του ασκούσε σωματική βία στη μητέρα και τα τελευταία δύο περίπου χρόνια, οι δύο τους βρίσκονται σε διάσταση. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α' τάξη λυκείου και διέκοψε καθότι μετανάστευσε στη Ρωσία μαζί με την αδελφή του. Επέστρεψαν στην Κύπρο μετά από ένα χρόνο. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από νυχτερινό σχολείο και στη συνέχεια από κολλέγιο, στον κλάδο λογιστικής, λαμβάνοντας το δίπλωμα LCCI. Άρχισε να εργάζεται από την ηλικία των 15 περίπου ετών σε περίπτερο και στις οικοδομές και σε ηλικία 20 ετών άρχισε να εργάζεται σε λογιστικά γραφεία. Τα δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια που βίωσε, δεν στάθηκαν εμπόδιο στη διαμόρφωση ενός καλού χαρακτήρα. Πρόκειται για άτομο υπεύθυνο, εργατικό και στήριγμα της μητέρας και της αδελφής του. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, μετά τη διάπραξη του αδικήματος απομονώθηκε από γνωστούς και φίλους, ενόψει των όσων είδαν το φως της δημοσιότητας ότι συνελήφθηκε ως εμπρηστής και ότι στην κατοχή του βρέθηκαν δύο παγούρια με εύφλεκτη ύλη, την οποία χρησιμοποίησε για να βάλει φωτιά. Ενόψει της λανθασμένης εικόνας που δημιουργήθηκε, κλείστηκε στον εαυτό του, χώρισε από το κορίτσι του και η ζωή του περιορίστηκε σε εργασία και σπίτι. Ενόψει των πιο πάνω και της έντονης αποδοκιμασίας του από το κοινωνικό σύνολο, παρουσιάζει καταθλιπτική συμπτωματολογία και παρακολουθείται από ψυχολόγο και ως αναφέρεται σε σχετική βεβαίωση, για τον ίδιο, μπορούν να υπάρξουν σύντομα επεισόδια απότομης βελτίωσης της διάθεσης, που μοιάζουν με υπομανία. Αντιμετωπίζει διαταραχή ύπνου, αγχώδη κατάθλιψη και αγχώδη διαταραχή. Παρακολουθείται και από νευρολόγο και λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, ECLI:CY:AD:2016:B38, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντα επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη, τα όσα συναφώς ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου. Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, έχουμε θέσει υπόψη μας και τη νομολογιακή αρχή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, πως αν, λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνουμε, ωστόσο, όπως εξάλλου έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:B534, ότι τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος, το οποίο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/2019, ημερ. 8.4.2020, θεωρούμε πως οι αρχές των φυλακών, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (βλ. επίσης Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνουμε παράλληλα, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/2014, ημερ. 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Των παραπάνω λεχθέντων, θεωρούμε πως, σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει, μπορούν να τύχουν της δέουσας και αποτελεσματικής αντιμετώπισής τους από τις αρχές του σωφρονιστικού ιδρύματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, κάλεσε το Δικαστήριο όπως συνυπολογίσει προς όφελος του, το γεγονός ότι ο τελευταίος στηρίζει οικονομικά, τόσο τη μητέρα όσο και την αδελφή του και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας, θα δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα και στα δύο αυτά μέλη της οικογένειάς του. Αναφορικά με όσα σχετικά ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορός του, για τις επιπτώσεις της ποινής στα δύο πιο πάνω μέλη της οικογένειάς του, συνεπεία της ποινής που θα του επιβληθεί, αυτές, παρότι δεν μας αφήνουν αδιάφορους και ασφαλώς τις λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ 14/2020, ημερ. 22.12.2021), ECLI:CY:DOD:2021:24. Γενικά, λαμβάνουμε υπόψη οτιδήποτε έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου ή έχει τεθεί ενώπιόν μας για σκοπούς μετριασμού της ποινής και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα του αδικήματος, το σύνολο των γεγονότων που το περιβάλλουν, την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής και τέλος, τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορούμενου (ως ανωτέρω), καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορουμένου - ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω -, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία 1, φυλάκιση δύο
(2)ετών. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, μειώνεται, για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα, από τις 12.5.2022. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου, για αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω ποινής. Αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, είναι γεγονός, ότι μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 186
(1)/2003, στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Σε προηγούμενο στάδιο έχουμε αναλύσει το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου και έχουμε υπόψη μας, όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρησή τους στο στάδιο αυτό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συνυπολογίζοντας και συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου καθώς και το σύνολο των ελαφρυντικών του, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης (πιο πάνω), αποτελεί κατάληξή μας, πως δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος και συνυπολογίζοντας δεόντως και επαρκώς, όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι, διαφορετική αντιμετώπιση, ανάμεσα σε άλλα, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος μα ούτε και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 240/2016, ημερ. 17.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, τηρουμένων των αναλογιών, «Όση δε βαρύτητα και να προσέδιδε ένα Δικαστήριο στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος θα δικαιολογούσε αναστολή της ποινής.» (βλ. επίσης Μ.Χ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 72/2021, ημερ. 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D51, Κώστα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 205/2020, ημερ. 22.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:D5 και Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.2017), ECLI:CY:AD:2017:B465. Αναφορικά με τα τεκμήρια. Τα ρούχα και τα παπούτσια του κατηγορούμενου, να του επιστραφούν. Τα υπόλοιπα να καταστραφούν. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο