← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Κλεάνθους κ.α., Υπόθεση αρ.: 15215/2021, 3/5/2022

Δημοκρατία ν. Κλεάνθους κ.α., Υπόθεση αρ.: 15215/2021, 3/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:40 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15215/2021 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και

  1. XXX Κλεάνθους
  2. XXX Μιχαήλ
  3. XXX Pawelczyk
  4. XXX Nedodatok Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3/5/2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα E. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Χριστοφόρου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Η. Κονναρής Για τον κατηγορούμενο 3: κα Ρ. Ιωάννου Για την κατηγορούμενη 4: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενοι: παρόντες Π Ο Ι Ν Η (Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4) Οι κατηγορούμενοι 2 και 4, με δική τους παραδοχή, κρίθηκαν ένοχοι στα αδικήματα, της μεταφοράς εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια (κατηγορία 7) και της μεταφοράς πυροβόλου όπλου, κατηγορίας Β1 (κατηγορία 11). Οι κατηγορούμενοι 2 και 4 αντιμετώπιζαν και άλλες κατηγορίες, πλην όμως απαλλάγηκαν σ' αυτές, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στους πιο πάνω κατηγορούμενους, κατόπιν σχετικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής και με τη σύμφωνη γνώμη όλων των υπολοίπων και τούτο, επειδή οι κατηγορούμενοι 2 και 4, θα κληθούν ως μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη αναφορικά με τους συγκατηγορούμενούς τους (βλ. Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας

(2010)2 Α.Α.Δ. 551, Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221, Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 263 και Χατζηξενοφώνος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 26/2020, ημερ. 6.10.2021), ECLI:CY:AD:2021:B441. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, μετά από αίτημα του κατηγορούμενου 2 και με τη συναίνεση της κατηγορούσας αρχής, λαμβάνεται υπόψη και η υπόθεση XXX7/2021, του έτερου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, η οποία αφορά τα αδικήματα της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου (κατηγορία 11) και της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 16). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως αυτά έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Στις 19.10.2021 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον XXX Κωνσταντινίδη, ιδιοκτήτη της εταιρείας Philippos Constantinides Trading Ltd που βρίσκεται στη Λεμεσό και ασχολείται με εισαγωγές - εξαγωγές και πωλήσεις όπλων και πυρομαχικών, ότι στις 8.10.2021 διαπίστωσε ότι παραβιάστηκαν δύο εμπορευματοκιβώτια, τα οποία χρησιμοποιεί ως χώρο φύλαξης πυρομαχικών και είναι τοποθετημένα πίσω από το κατάστημά του και ότι κλάπηκε μεγάλος αριθμός φυσιγγίων πυροβόλου όπλου, κιβώτια με σφαίρες πιστολιού και 4 οπλοβαστοί. Στη σκηνή μετέβησαν και διενήργησαν εξετάσεις μέλη της Αστυνομίας. Η κατηγορούμενη 4 τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο διερεύνησης άλλης υπόθεσης. Στις 3.11.2021, ο α/αστ.2758 Ν. Νικολάου, με τη βοήθεια της διερμηνέως XXX Κυριακίδου, πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη 4, με την οποία παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Ως αναφέρθηκε, η κατηγορούμενη 4, από τον Ιούνιο του 2021 συναναστρέφεται με ένα πρόσωπο, το οποίο, περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2021 παρέδωσε σε αυτήν και στον κατηγορούμενο 2, ένα οπλοβαστό, 16 κούτες σφαίρες και ένα περίστροφο πιστόλι με σκοπό να τα κρύψουν για να μην εντοπιστούν από την Αστυνομία. Αφού τα φόρτωσαν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2, ο τελευταίος, μαζί με την κατηγορούμενη 4, τα μετέφεραν σε χωράφι, βόρεια της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας στην Αμαθούντα όπου τα έθαψαν, με τη βοήθεια ακόμα ενός προσώπου. Από το συγκεκριμένο πρόσωπο είχαν ζητήσει το πρωί την ίδιας ημέρας να σκάψει ένα μικρό αυλάκι, πλην όμως ξέχασε να το πράξει και όταν επέστρεψαν ξανά το μεσημέρι, της ίδιας μέρας, τους βοήθησε να σκάψουν και στη συνέχεια έθαψαν μια μεταλλική κάσα ασημένιου χρώματος (οπλοβαστός) η οποία ήταν κλειστή. Το τρίτο πρόσωπο δεν γνώριζε το περιεχόμενό της. Η κατηγορούμενη 4, στις 3.11.2021, υπόδειξε το χώρο που έθαψαν τα πιο πάνω αντικείμενα και στο συγκεκριμένο σημείο, ως αναφέρθηκε, υπήρχαν πέτρες και κάτω από αυτές, χώμα. Την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 07:00-10:00, μέλη της αστυνομικής δύναμης, έκαναν έρευνα στο συγκεκριμένο χώρο και αφού έσκαψαν στο σημείο που υπέδειξε η κατηγορούμενη 4, εντοπίστηκαν θαμμένα και παραλήφθηκαν από την Αστυνομία, ένας οπλοβαστός, διαστάσεων 150cm Χ 50cm Χ 50cm, μέσα στον οποίο, μεταξύ άλλων, υπήρχαν τα ακόλουθα: (α) ένα έμφορτο περίστροφο, άγνωστης κατασκευής, (β) ένα αεροβόλο περίστροφο μάρκας Diana Raptor και (γ) δύο μαξιλαροθήκες που περιείχαν συνολικά 15.926 σφαίρες πυροβόλου όπλου, διαμετρήματος 9mm. Τα πιο πάνω, αφού φωτογραφήθηκαν, παραλήφθηκαν για να σταλούν για επιστημονικές εξετάσεις. Οι ανευρεθείσες σφαίρες πυροβόλου όπλου, διαμετρήματος 9mm, είναι του ιδίου τύπου με τις κλαπείσες σφαίρες από το εμπορευματοκιβώτιο του XXX Κωνσταντινίδη, ενώ ο οπλοβαστός αναγνωρίστηκε από τον τελευταίο ότι κλάπηκε από το εμπορευματοκιβώτιό του κατά τον πιο πάνω χρόνο. Στις 5.11.2021, ο αστ.2070 XXX Πέτσας συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κρατείτο στις φυλακές για άλλη υπόθεση. Την ίδια ημέρα, ο αστ. Σ. Ιωάννου έλαβε από τον κατηγορούμενο 2 ανακριτική κατάθεση, στην οποία ανάφερε ότι μαζί με την κατηγορούμενη 4 μετέφεραν και έθαψαν τον οπλοβαστό με το περιεχόμενό του, που τους είχε παραδώσει και ζητήσει να το πράξουν άλλο πρόσωπο. Τα ίδια επανέλαβε και στη 2η ανακριτική κατάθεση που τού λήφθηκε στις 9.11.2021 και περαιτέρω παρέδωσε το κλειδί του οπλοβαστού το οποίο είχε δώσει στη μητέρα του, όταν συνελήφθηκε μαζί με όλα τα κλειδιά του. Αναφορικά με τις κούτες που ήταν μέσα οι σφαίρες, αυτές τις έκαψαν με την κατηγορούμενη 2 και τοποθέτησαν τις σφαίρες σε 2 μαξιλαροθήκες γιατί δεν χωρούσαν στον οπλοβαστό. Στις 16.11.2021, η αστ.3712 Μ. Καδή, στις Κεντρικές Φυλακές, με τη βοήθεια της διερμηνέως, συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, την κατηγορούμενη 4 και αφού την πληροφόρησε για το λόγο της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο, αυτή απάντησε: «Θα συνεργαστώ με την Αστυνομία». Το έμφορτο περίστροφο, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, στάλθηκε για εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για βραχύκαννο επαναληπτικό πυροβόλο όπλο (περίστροφο) κατηγορίας Β1,τύπου Enfield- Service No2, διαμετρήματος 38 και βρίσκεται σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Οι 15.926 σφαίρες πυροβόλου όπλου, διαμετρήματος 9mm, που ανευρέθηκαν ήταν καινούριες. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση XXX7/2021, η οποία λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα, κατόπιν σχετικού αιτήματος του κατηγορούμενου 2, έχουν ως ακολούθως: Στις 11.8.2021 καταγγέλθηκε στο κλιμάκιο διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 9-11.8.2021, έγινε διάρρηξη οικίας, από την οποία κλάπηκαν, μεταξύ άλλων, και ένα αεροβόλο πιστόλι μάρκας Diana Raptor, με αριθμό εγγραφής 165368, διαμετρήματος 4,5 χιλιοστόμετρων. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψε μαρτυρία ότι ενέχονται διάφορα πρόσωπα και, μεταξύ των ημερομηνιών 11.10.21 - 18.10.2021, λήφθηκαν από αυτά καταθέσεις. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι, το πιο πάνω αεροβόλο πιστόλι, περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου, στις 12.10.2021, από άλλο πρόσωπο. Ο λόγος που πήρε το αεροβόλο στην κατοχή του ήταν γιατί ήθελε να βοηθήσει το πρόσωπο που σχετίζετο με τη διάρρηξη της οικίας για να μην έχει οποιαδήποτε προβλήματα με την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος, στις 19.10.21 συνελήφθηκε, αφού προηγουμένως εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης για τα αδικήματα της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος και της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «απολογούμαι, έκαμα λάθος». Το συγκεκριμένο αεροβόλο, ο κατηγορούμενος το έκρυψε μαζί με άλλα αντικείμενα σε χωράφι, βόρεια της εκκλησίας Αγίας Βαρβάρας, στην Αμαθούντα. Πρόκειται για αυτά που έθαψαν με άλλο πρόσωπο και είναι αυτό που εντοπίστηκε στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Το αεροβόλο στάλθηκε για εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων και βρίσκεται σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Κάθε ένας από τους κατηγορούμενους 2 και 4 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, για την οποία θα γίνει αναφορά σε κατοπινό στάδιο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 και 4, στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους, κάλεσαν το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή τους, την απολογία και μεταμέλειά τους, τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα, ως επίσης και τη συνεργασία τους με τις Αστυνομικές Αρχές. Περαιτέρω, κάλεσαν το Δικαστήριο, όπως κατά την επιμέτρηση της ποινής συνυπολογίσει και το γεγονός ότι θα κληθούν ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον των συγκατηγορούμενών τους, στην παρούσα υπόθεση και περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2, θα δώσει μαρτυρία και εναντίον των συγκατηγορούμενών του στην άλλη υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, στο πλαίσιο των αγορεύσεων των συνηγόρων των κατηγορούμενων 2 και 4 και θα σταθούμε εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 2 και 4 είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β1, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €42.715 ή και οι δύο ποινές και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατάσχεσης ή καταστροφής των όπλων σχετικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα και περαιτέρω, να διατάξει όπως το καταδικασθέν πρόσωπο, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη κύρωση, µη δικαιούται να αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο ή µη πυροβόλο όπλο, για περίοδο την οποία το Δικαστήριο ήθελε ορίσει. Για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €2.563 (Λ.Κ.1.500) ή και οι δύο ποινές και τα εκρηκτικά δύναται να κατασχεθούν, να καταστραφούν ή να δημευτούν. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης κατοχής και μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Διαχρονική και σαφής είναι η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους, κυρίως, πολίτες, εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ασφάλειας και γενικότερα αφήνουν αιμορραγούσα την έννομη τάξη (βλ. Κίτας ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 433 και Παναγή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ.159/2014, ημερ. 16.12.2015), ECLI:CY:AD:2015:B825. Όπως αναδύεται από τη νομολογία, η μεταφορά όπλων, συνιστά σοβαρό έγκλημα που καθίσταται ακόμη σοβαρότερο, όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που θέτει στο προσκήνιο τον εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής (βλ. Vero ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Εφ. 168/2013 και 169/2013, ημερ. 14.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:B342, Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Yevgen Chronyy
(2006)2 Α.Α.Δ. 177). Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, ECLI:CY:AD:2016:B469, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Vero v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, «Η έξαρση των εγκλημάτων οπλοφορίας καθιστά πλέον επιβεβλημένο το καθήκον της αποτροπής μέσω της τιμωρίας των παραβατών, προς προστασία του κοινωνικού συνόλου.» Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η ανάγκη για προστασία ποικίλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκουν τα υπό τιμωρία εγκλήματα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία, στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο. (Βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8.) Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και του ύψους της. Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιου είδους αδικήματα, που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 2 και 4, εντούτοις, αυτά δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Με αυτό δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω). Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D
  1. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθίαν της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2018), ECLI:CY:AD:2018:B
  2. Στην Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, ο εφεσείοντας, ηλικίας 61 ετών, πατέρας τριών ενηλίκων τέκνων, μετά από παραδοχή κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου και της κατοχής εκρηκτικών υλών. Ποινές φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών που του είχαν επιβληθεί, αντίστοιχα, επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ.1, για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών, αντίστοιχα. Στην Titos ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού, όπως και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ. 84 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου, 1 έτους στην κατηγορία για κατοχή φυσιγγιοθήκης, 6 μηνών στην κατηγορία για κατοχή σιγαστήρα όπλου και 2 ετών για την κατοχή 17 φυσιγγίων. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του, την άμεση παραδοχή των κατηγορούμενων, την ευθύς εξ' αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν το πρόσωπο που τους τα προμήθευσε, ως επίσης, το λευκό τους ποινικό μητρώο και τις προσωπικές τους περιστάσεις σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειές τους από τη φυλάκισή τους στην Κύπρο, αφού ήταν Ελλαδίτες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ½ ετών δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως έκδηλα ανεπαρκείς. Στην υπόθεση Κίτας ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, μετά από παραδοχή επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών για το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου (πιστόλι), το οποίο, να σημειωθεί δεν ήταν έμφορτο. Ο εφεσείοντας βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η πιο πάνω ποινή, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υπερβολική. Στην Παναγή ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, μετά από παραδοχή επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της παράνομης μεταφοράς όπλου κατηγορίας Β2. Βαρυνόταν με προηγούμενη καταδίκη. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Τέλος, στην Vero ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, μετά από ακροαματική διαδικασία, επιβλήθηκε στους εφεσείοντες ποινή φυλάκισης 7 ετών για τα αδικήματα της οπλοκατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Στο αυτοκίνητο που επέβαιναν οι εφεσείοντες ανευρέθηκαν δύο έμφορτα πιστόλια και δύο έμφορτοι γεμιστήρες, τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν για οποιαδήποτε εγκληματική πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή των κατηγορουμένων 2 και 4 ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή τους ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή των κατηγορούμενων 2 και 4 έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B194 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:B221. Έτσι και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνυπολογίζουμε προς όφελος των κατηγορουμένων 2 και 4 τη συνεργασία τους με τις Αστυνομικές Αρχές. Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο, πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι 2 και 4, όχι μόνο παραδέχτηκαν στις Αστυνομικές Αρχές τη διάπραξη των αδικημάτων, αλλά, περαιτέρω, η κατηγορούμενη 4 προέβηκε σε υπόδειξη της σκηνής και ειδικότερα, υπέδειξε το χώρο όπου έκρυψαν τις εκρηκτικές ύλες, το περίστροφο και τα όσα άλλα εντοπίστηκαν, ως επίσης, ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στις ανακριτικές αρχές το κλειδί του οπλοβαστού, εντός του οποίου υπήρχαν τα όσα περιγράφονται πιο πάνω. Επιπρόσθετα και για τους δύο κατηγορούμενους, ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα δίδουμε και στο γεγονός ότι θα κληθούν ως μάρτυρες κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση, ενώ ο κατηγορούμενος 2, θα κληθεί ως μάρτυρας και στην άλλη υπόθεση, η οποία λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα. Όπως έχει νομολογηθεί, η σπουδαιότητα και αξία αυτού του ελαφρυντικού στοιχείου, είναι αυτονόητη, δεδομένων των εγγενών δυνητικών και πραγματικών κινδύνων που συνεπάγεται τέτοιου είδους συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές καθώς και του οφέλους που αποκομίζουν οι τελευταίες, ως αποτέλεσμα της επί του προκειμένου στάσης των κατηγορούμενων, στο επίπονο και πολύπλοκο έργο τους για πλήρη διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων (βλ. Gani κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 243, Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015, ECLI:CY:AD:2015:B779 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B
  1. Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων 2 και 4, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους των συνηγόρων τους και όπως αναδύονται από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 32 ετών, διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, ηλικίας 9½ ετών. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και έχει άλλες τρεις, μικρότερες αδελφές, οι οποίες δημιούργησαν οικογένειες. Σε ηλικία 17 ετών ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στην Τεχνική Σχολή Λεμεσού και ακολούθως εργάστηκε ως μηχανικός. Τα τελευταία 2 χρόνια παραμένει εκτός εργασιακού πλαισίου. Κατά το έτος 2010, συνήψε γάμο, όπου απέκτησε το παιδί, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω. Ακολούθως, κατά το έτος 2017 χώρισε και έκτοτε, με τη σύζυγό του διατηρούν καλές σχέσεις, έχοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού τους. Διατηρεί συχνή επαφή με το γιο του και συμβάλλει οικονομικά στη διατροφή του, παρά το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Τους τελευταίους 6 μήνες περίπου, διατηρεί δεσμό με την κατηγορούμενη
  2. Δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία, παρά μόνο ένα αυτοκίνητο, αξίας, περίπου €1.
  3. Η κατηγορούμενη 4 είναι ηλικίας 28 ετών και κατάγεται από την [ ]. Το 1995, όταν ήταν 2 ετών, η οικογένειά της μετανάστευσε στην Κύπρο. Μετά την αποφοίτησή της από το λύκειο, σπούδασε στο εξωτερικό, διοίκηση επιχειρήσεων με κατεύθυνση στη λογιστική. Με την επιστροφή της στην Κύπρο εργάστηκε ως σερβιτόρα, πωλήτρια και γραφέας. Τα τελευταία 3 χρόνια παραμένει εκτός εργασιακού πλαισίου και συντηρείται οικονομικά από τη μητέρα της. Ο πατέρας της απεβίωσε το 2012 σε ηλικία 51 ετών, λόγω προβλημάτων υγείας. Έχει μία ετεροθαλή αδελφή, ηλικίας 35 ετών, η οποία διαμένει στην [ ] και δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Επίσης, έχει άλλη μία αδελφή, ηλικίας 33 ετών. Οι οικογενειακές σχέσεις είναι καλές. Η κατηγορούμενη διατηρούσε δεσμό και από τη σχέση αυτή απέκτησε ένα ανήλιο παιδί, ηλικίας 7 ετών. Οι γονείς του παιδιού προέβαιναν σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Ο πατέρας, καταδικάστηκε επανειλημμένα σε ποινές φυλάκισης, ενώ η κατηγορούμενη ήταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για μικρά χρονικά διαστήματα. Τη φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου παιδιού ανέλαβαν από κοινού οι δύο γιαγιάδες. Η κατηγορούμενη δεν έχει περιουσία και ως καταγράφεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, έχει χρέος, ύψους €2.000 σε ιδιωτική κλινική στη Λεμεσό, στην οποία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κατά το έτος
  4. Από ηλικία 23 ετών έκανε χρήση ουσιών (κάνναβη και κρίσταλ), πλην όμως, τους τελευταίους 6 μήνες δεν έκανε οποιαδήποτε χρήση και διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή. Αντιμετωπίζει γυναικολογικά προβλήματα και έχει καλοήθη όγκο στο στήθος. Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 4, τα οποία καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, έχουμε θέσει υπόψη μας και τη νομολογιακή αρχή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, πως αν, λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνουμε, ωστόσο, όπως εξάλλου έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:B534, ότι τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος, το οποίο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/2019, ημερ. 8.4.2020, θεωρούμε πως οι αρχές των φυλακών, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (βλ. επίσης Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνουμε παράλληλα, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/2014, ημερ. 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Των παραπάνω λεχθέντων, θεωρούμε πως, σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί ποινή φυλάκισης, τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 4, μπορούν να τύχουν της δέουσας και αποτελεσματικής αντιμετώπισής τους από τις αρχές του σωφρονιστικού ιδρύματος. Αναφορικά με όσα ανάφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 και 4, για τις επιπτώσεις σ' αυτούς και ιδιαίτερα, στα ανήλικα παιδιά τους, συνεπεία της ποινής που θα τους επιβληθεί, αυτές, παρότι δεν μας αφήνουν αδιάφορους και ασφαλώς τις λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ 14/2020, ημερ. 22.12.2021), ECLI:CY:DOD:2021:24. Περαιτέρω, συνυπολογίζουμε προς όφελος της κατηγορούμενης 4 και τις προσπάθειές της για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά, αφού, όπως καταγράφεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αυτή, τους τελευταίους 6 μήνες δεν έκανε οποιαδήποτε χρήση ουσιών και διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σχέση με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν έχει μόνο το αν ο χρήστης τελικά απέτυχε ή όχι, αλλά, το αν προσπάθησε και πως και, όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα, η κατηγορούμενη 4, ως αναφέρθηκε, είχε οφειλές και υποχρεώσεις έναντι τρίτου προσώπου που της προκαλούσε φοβία. Έτσι, διαπράχθηκαν τα αδικήματα από μέρους τους, αφού ο κατηγορούμενος 2 βοήθησε την κατηγορούμενη 4-συμβία του- με την οποία διατηρούσε δεσμό και έτρεφε συναισθήματα για αυτήν. Η από μέρους τους διάπραξη των αδικημάτων ήταν το αποτέλεσμα διάπραξης άλλων αδικημάτων στα οποία δεν εμπλέκονται. Στην υπό εξέταση περίπτωση συνυπολογίζουμε προς όφελός τους, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα, πλην όμως, η κατανόηση των αδυναμιών και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ένας παραβάτης δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Κανένας λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα (βλ. Iliev ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 218/2016, ημερ. 18.1.2018 και Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154). Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι 2 και 4 μετέφεραν, μεγάλο αριθμό εκρηκτικών υλών, ήτοι 15.926 φυσίγγια πυροβόλου όπλου και έμφορτο πιστόλι, τα οποία έθαψαν κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω. Και οι δύο, ως έχει αναφερθεί, βαρύνονται με μία προηγούμενη καταδίκη. Ο κατηγορούμενος 2, στις 26.3.2021, καταδικάστηκε από το Δικαστήριο των Βρετανικών Βάσεων Δεκέλειας, σε 8 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή για το αδίκημα της μεταφοράς 3 μαχαιριών που καταλήγουν σε μυτερή άκρη. Η κατηγορούμενη 4, στο πλαίσιο της υπόθεσης XXX5/2020, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 22.9.2020, σε 1 μήνα φυλάκιση για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης σε περιουσία. Παρότι οι κατηγορούμενοι 2 και 4 δε θα τιμωρηθούν εκ νέου για ό,τι έκαναν κατά το παρελθόν, το οποίο συνθέτει τις πιο πάνω καταδίκες τους, εντούτοις, δεν μπορούν σήμερα να αναμένουν τόση επιείκεια όση αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως επισημαίνεται στην Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527: «Τονίζεται ότι οι προηγούμενες καταδίκες έχουν σημασία και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του σεβασμού του παραβάτη προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δεν δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης αλλά και πάλιν τέτοιες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα στερούν τον παραβάτη του δικαιώματος να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου (Βλ. Κυπριανίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 18).» Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι συνυπολογίζουμε και το γεγονός, ότι υφίσταται πιθανότητα, το Δικαστήριο των Βρετανικών Βάσεων να ενεργοποιήσει μέρος ή ολόκληρη την ποινή φυλάκισης που έχει επιβάλει στον κατηγορούμενο 2. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν ως επίσης και τα ελαφρυντικά των κατηγορούμενων, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα, ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στους κατηγορούμενους 2 και 4 όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ των κατηγορούμενων, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμία περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα τους επιβληθεί, αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Θα υπάρξει διαφοροποίηση ως προς το ύψος των ποινών που θα επιβάλει το Δικαστήριο στους κατηγορούμενους 2 και 4, καθότι, για τον κατηγορούμενο 2 λαμβάνεται υπόψη και η υπόθεση XXX7/2021, του έτερου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, στην οποία αντιμετωπίζει τα αδικήματα, (α) της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 23(α), του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, για το οποίο ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.125 (Λ.Κ.3.000) ή και τις δύο αυτές ποινές και (β) της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562 (Λ.Κ.1.500) ή και τις δύο αυτές ποινές. Έτσι, το Δικαστήριο θα επιβάλει μεγαλύτερες ποινές στον κατηγορούμενο 2, απ' ότι στην κατηγορούμενη 4. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά των κατηγορουμένων 2 και 4, όπως σημειώνονται σε άλλο σημείο της απόφασής μας πιο πάνω, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 7 (μεταφορά εκρηκτικών υλών), φυλάκιση δυόμιση (2½) ετών. Στην κατηγορία 11 (μεταφορά πυροβόλου όπλου), φυλάκιση τρεισήμισι (3½) ετών. Στην κατηγορούμενη 4: Στην κατηγορία 7 (μεταφορά εκρηκτικών υλών), φυλάκιση δύο
(2)ετών. Στην κατηγορία 11 (μεταφορά πυροβόλου όπλου), φυλάκιση τριών
(3)ετών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 2 και 4, να συντρέχουν και σε εφαρμογή του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μειώνονται για το χρονικό διάστημα που και οι δύο τελούσαν υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από την 19.11.
  1. Στην παρούσα, για τον κατηγορούμενο 2, λήφθηκε υπόψη η υπόθεση αρ. XXX7/2021, του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Παρά το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε σχετική εισήγηση, στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη
  2. Αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής της ποινής φυλάκισης, μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 186
(1)/2003, στον περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο, πλέον διατάσσει την αναστολή, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Σε προηγούμενο στάδιο έχουμε αναλύσει το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα ελαφρυντικά της κατηγορούμενης 4 και έχουμε υπόψη μας όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρησή τους στο στάδιο αυτό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης στην κατηγορούμενη
  1. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και των ελαφρυντικών της κατηγορούμενης 4, όπως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης, πιο πάνω, αποτελεί κατάληξή μας, ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη την σοβαρότητα των αδικημάτων που η κατηγορούμενη 4 διέπραξε, η οποία βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και συνυπολογίζοντας, δεόντως και επαρκώς, όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι διαφορετική αντιμετώπιση, ανάμεσα σε άλλα, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών, χωρίς να βρίσκεται σε αρμονία με σχετική νομολογία για την ποινολογική αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, στα οποία κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη 4 και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 240/2016, ημερ. 17.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, τηρουμένων των αναλογιών, «Όση δε βαρύτητα και να προσέδιδε ένα Δικαστήριο στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος θα δικαιολογούσε αναστολή της ποινής.» (βλ. επίσης Μ.Χ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 72/2021, ημερ. 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D51, Κώστα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 205/2020, ημερ. 22.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:D5 και Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.2017), ECLI:CY:AD:2017:B
  2. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.