← Κύπρος

Δημοκρατία ν. X. X, Υπόθεση αρ.: 1398/2022, 2/5/2022

Δημοκρατία ν. X. X, Υπόθεση αρ.: 1398/2022, 2/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:38 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1398/2022 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και X. X Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2.5.2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Τιμοθέου Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος: παρών [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία του αδικήματος, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια για προστασία των θυμάτων.] Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος σε συνολικά 28 κατηγορίες, εκ των οποίων: (
  2. i)οι 24 αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 και 12(β), του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, Ν. 87

(1)/2007 (στο εξής ο Νόμος). Τα αδικήματα των σχετικών κατηγοριών, διαπράχθηκαν σε άγνωστες ημερομηνίες την περίοδο μεταξύ 2009 και 2013 (κατηγορίες 1-15 και 19-27), (ii) η 1 αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και των άρθρων 2, 3
(1)και 4
(1)(2φ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119
(1)/2000, το οποίο διαπράχθηκε σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2016 και 2017 (κατηγορία 49), (iii) η 1 αφορά το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο διαπράχθηκε σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2016 και 2017 (κατηγορία 50), και, (iv) οι 2 αφορούν αδικήματα πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(3)
(4)του Ν. 119
(1)/2000 ανωτέρω, τα οποία διαπράχθηκαν σε βάρος των παραπονούμενων ΑΑΑ (στο εξής η ΑΑΑ) και ΒΒΒ (στο εξής η ΒΒΒ), μεταξύ των ετών 2011 και 2017 και μεταξύ των ετών 2009 και 2013 αντίστοιχα (κατηγορίες 51 και 52). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες, στις οποίες απαλλάχθηκε, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Στις 06/04/2021, η ΑΑΑ, η οποία γεννήθηκε στις 09/03/2004, κατά τη διάρκεια συνάντησης με τη σχολική σύμβουλο του σχολείου της, ΧΧΧ Χατζηγέρου, της ανάφερε ότι όταν ήταν μικρή, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αδελφός της, κακοποιούσε τόσο την ίδια όσο και την αδερφή της ΒΒΒ, η οποία γεννήθηκε στις 04/08/2002. Σε οπτικογραφημένη κατάθεση δε που έδωσε στις 14/04/2021, η τότε ανήλικη ΑΑΑ ανάφερε ότι όταν ήταν στο δημοτικό, ήτοι μεταξύ των ετών 2011 και 2013, υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον αδερφό της. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος, σε 9 διαφορετικές περιπτώσεις, άγγιζε και έτριβε το πέος του στον πρωκτό της και στη συνέχεια εκσπερμάτωνε στο σώμα της (βλ. κατηγορίες 19-27). Τα περιστατικά λάμβαναν δε χώρα πάντα στο σπίτι και συγκεκριμένα στο κρεβάτι της μεγάλης της αδερφής ΓΓΓ και μερικές φορές στο δωμάτιο του κατηγορούμενου. Δεν ανάφερε σε κανένα το τι γινόταν, καθότι λόγω της ηλικίας της δεν γνώριζε καν τί ήταν. Ακολούθως, όταν πήγε στο γυμνάσιο, προσπάθησε να το αγνοήσει. Ανέφερε επίσης ότι κάποιες φορές ο κατηγορούμενος δεν έφτανε στο σημείο της κακοποίησης και απλώς άγγιζε το σώμα της και τη φιλούσε, ενώ σ' ένα περιστατικό, υπήρξε μάρτυρας της σεξουαλικής κακοποίησης από τον κατηγορούμενο προς την αδερφή της ΒΒΒ. Επιπλέον, η ΑΑΑ, αναφέρθηκε στο βίαιο χαρακτήρα του κατηγορούμενου, λέγοντας ότι έχει προβλήματα με το θυμό του και θυμώνει με το παραμικρό και περιέγραψε ένα περιστατικό όταν ήταν περίπου 12 - 13 ετών, ήτοι μεταξύ των ετών 2016 και 2017, όπου ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του στο λαιμό της και η ίδια ένιωσε να πνίγεται (βλ. κατηγορία 49). Ακολούθως την απείλησε με τη φράση «Μπορώ να σε κτυπήσω πολλά άσσιημα και εν θα θυμάσαι πια τί έγινε» (βλ. κατηγορία 50). Η ΒΒΒ, με τη σειρά της, σε δική της κατάθεση στην Αστυνομία, ανέφερε ότι όταν ήταν στο δημοτικό, ήτοι μεταξύ των ετών 2009 (μετά που ο κατηγορούμενος - γεννηθείς στις 04/04/1995 - κατέστη ποινικά υπεύθυνος) και 2013, υπέστη και αυτή σεξουαλική κακοποίηση από τον αδερφό της δηλαδή τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, αυτός, σε 15 διαφορετικές περιπτώσεις, την άγγιζε και έτριβε το πέος του στον πρωκτό της και στη συνέχεια εκσπερμάτωνε στο σώμα της (βλ. κατηγορίες 1-15), με την ίδια να νιώθει αηδία. Θυμάται να διερωτάται, όταν ήταν παιδί, αν αυτό που γινόταν από τον αδελφό της είναι σωστό ή όχι. Τότε όμως δεν μπορούσε να καταλάβει. Μεγαλώνοντας αισθανόταν περισσότερη αηδία καθ' ότι αντιλήφθηκε πόσο λάθος ήταν αυτό. Προσπαθούσε να ξεχάσει όλα όσα έγιναν για να μπορεί να συνεχίσει και να μην ζει με την ανάμνηση όλων αυτών που έγιναν. Όταν αποφάσισαν να το αποκαλύψουν με την αδερφή της στη μητέρα τους, αλλά και καθώς έδινε την κατάθεση της στην Αστυνομία, αισθάνθηκε ανακούφιση και ένιωσε ότι πρέπει να το πει. Σύμφωνα με τη ΒΒΒ, αυτή γνώριζε ότι το ίδιο συνέβαινε και με την αδερφή της ΑΑΑ καθότι το συζητούσαν μεταξύ τους και έλεγαν πόσο άσχημα αισθάνονται γι' αυτό. Σε μια περίπτωση η ΒΒΒ υπήρξε μάρτυρας της σεξουαλικής κακοποίησης προς τη ΑΑΑ. Οι κακοποιήσεις λάμβαναν δε χώρα πάντα στο σπίτι και συγκεκριμένα στο κρεβάτι της ΒΒΒ ή του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ήταν πάντα βίαιος και νευρικός και συχνά φώναζε και θύμωνε στις παράπονούμενες και η συμπεριφορά του την έκανε να νιώθει ψυχολογική πίεση. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου προκάλεσε στην ΒΒΒ ψυχική βλάβη (βλ. κατηγορία 52). Ως διευκρινίστηκε, κατά την έκθεση των γεγονότων, η σεξουαλική εκμετάλλευση των δύο παιδιών, συνίστατο σε κατάχρηση της αναγνωρισμένης θέσης εξουσίας και επιρροής που είχε ο κατηγορούμενος, ως ο μεγαλύτερος αδελφός τους. Λόγω της αποκάλυψης των διαδραματισθέντων από τις παραπονούμενες στη μητέρα τους, λίγους μήνες πριν την καταγγελία, ο κατηγορούμενος, κατόπιν συνομιλίας που είχε και με τη μητέρα του, έφυγε από το σπίτι όπου διέμεναν και μετακόμισε στη θεία του. Στις 05/06/2021, ο α/αστ. 2298 Σ. Αδάμου, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο και του δόθηκε γραπτώς το έντυπο δικαιωμάτων κατηγορουμένου. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι όταν οι αδερφές του ΑΑΑ και ΒΒΒ ήταν μικρά παιδιά και ο ίδιος ανήλικος, έτριβε το πέος του στον πρωκτό της ΑΑΑ αλλά και της ΒΒΒ και εκσπερμάτωνε στο σώμα τους. Παραδέχτηκε επίσης ότι επιτέθηκε στην αδερφή του ΑΑΑ όταν εκείνη ήταν 12 - 13 ετών, ήτοι μεταξύ των ετών 2016 και 2017, πιάνοντας την από το λαιμό και σπρώχνοντας την στον τοίχο, επειδή κάτι του είχε πει που δεν του άρεσε. Η ΑΑΑ εξετάστηκε και αξιολογήθηκε ψυχολογικά από την κλινική ψυχολόγο ΧΧΧ Δρουσιώτου, όπου διαπιστώθηκε συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες, βάση ψυχοδιαγνωστικών αξιολογήσεων και ψυχομετρικών εργαλείων, η οποία συνδεόταν άμεσα με τα καταγγελλόμενα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Η παραπονούμενη μεγάλωσε σ' ένα ιδιαίτερα κακοποιητικό περιβάλλον από νεαρή ηλικία, όπου υπήρχε πληθώρα περιστατικών σωματικής, ψυχολογικής και σεξουαλικής κακοποίησης μεταξύ των μελών της οικογένειας, με την ίδια να είναι πολλές φορές δέκτης και μάρτυρας των περιστατικών αυτών, κάτι το οποίο την ώθησε να αναπτύξει μηχανισμούς άμυνας, όπως η κοινωνική απόσυρση και η μόνωση συναισθήματος. Παρουσίαζε δε προβλήματα ύπνου και αίσθηση έντονης ταραχής ήτοι ταχυπαλμία και εφίδρωση όταν συζητούσε τα περιστατικά κακοποίησης. Είχε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της και για τους άλλους και παρουσίαζε έντονα σύνδρομα άγχους, κατάθλιψης, απόσυρσης, αποξένωσης, δυσκολία συγκέντρωσης και εκρήξεις οργής και ξεσπάσματα. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου προκάλεσε στην παραπονούμενη ΑΑΑ ψυχική βλάβη (βλ. κατηγορία 51). Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στο στάδιο των αγορεύσεων, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη του, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή του τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και στην Αστυνομία, την απολογία και μεταμέλειά του, ως επίσης και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Περαιτέρω δε, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο και τον έντιμο βίο του κατηγορούμενου, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις αλλαγές στις προσωπικές του συνθήκες και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την ηλικία του κατηγορούμενου όταν διέπραξε τα πιο σοβαρά αδικήματα, δηλαδή αυτά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ως ανέφερε, ο κατηγορούμενος ήταν μικρός, ανήλικος και ανώριμος. Δεν υπήρχε κάποιο άτομο να τον συμβουλέψει για να σταματήσει, αφού αφενός ο πατέρας του, τους εγκατέλειψε και αφετέρου η μητέρα του εργαζόταν πολλές ώρες και έλειπε από το σπίτι. Μόλις ενηλικιώθηκε και αντιλήφθηκε το λάθος των πράξεων του, σταμάτησε αμέσως, νιώθοντας αηδία και ντροπή για τον εαυτό του και μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του. Όσον αφορά τις κατηγορίες 49-52, ως αναφέρθηκε, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου οφειλόταν στην ψυχολογική πίεση που ένιωθε ως μεγαλύτερος αδελφός και ο μόνος άντρας στο σπίτι. Ξεκίνησε να εργάζεται από 15 χρονών για να προσφέρει στο σπίτι, ενώ άλλα παιδιά στην ηλικία του απολάμβαναν την μαθητική και εφηβική τους ζωή χωρίς προβλήματα. Δεν μπορούσε να διαχειριστεί αυτή την πίεση, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να συμπεριφέρεται νευρικά και να φωνάζει. Τέλος, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, πάντοτε στο πλαίσιο της αγόρευσής του, εισηγήθηκε ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει σ' αυτόν ποινή φυλάκισης (εννοούσε προφανώς μέχρι 3 χρόνια), συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Νομοθέτης, για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 10 του Νόμου, πρόβλεψε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 20 έτη. Όταν δε το αδίκημα διαπράττεται εναντίον θύματος «ιδιαιτέρως ευάλωτου» (θεωρείται ως τέτοιο στις περιπτώσεις που δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 12 ετών ή είναι παιδί με ειδικές ανάγκες), τούτο λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο (βλ. το άρθρο 12 (β) του Νόμου). Σε σχέση με τα υπόλοιπα αδικήματα. Για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €1708.- (Λ.Κ.1000) ή και οι δύο ποινές, για το αδίκημα της απειλής, φυλάκιση μέχρι 3 έτη, ενώ, τέλος, για το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας από άλλος μέλος της, φυλάκιση μέχρι 5 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €5125 (Λ.Κ.3000) ή και οι δύο ποινές. Στις 21.1.2000 τέθηκε σε ισχύ ο περί Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμος του 2000 (Ν.3(Ι)/2000). Το άρθρο 3
(1)(γ) του πιο πάνω Νόμου, απαγόρευε την σεξουαλική εκμετάλλευση ή κακοποίηση ανηλίκων και το άρθρο 3
(2)(β) προνοούσε για το αδίκημα, ποινή φυλάκισης μέχρι 20 χρόνια. Ο Ν. 3(Ι)/2000 καταργήθηκε στις 13.7.2007, από τον Νόμο, ο οποίος στο άρθρο 10, προνοούσε ότι όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 20 χρόνια. Ο Νόμος καταργήθηκε στις 4.7.2014, από τον ισχύοντα πλέον Ν.91
(1)/2014 - περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο -, ο οποίος όμως δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας απόφασης, καθότι τα σχετικά αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος διαπράχθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ. Αυτής της μορφής τα αδικήματα - σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού-, όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν και ενίοτε συνθλίβουν την προσωπικότητα και το ψυχισμό του θύματος και επομένως, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017). Όπως έχει υποδειχθεί στην Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 135/2014 (σχ. με 138/2014), ημερ. 22.11.2016, «Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά.» (Βλ. επίσης Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/2019 ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57 και Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 109/2020, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:D83.) Η σοβαρότητα των συγκεκριμένων αδικημάτων δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια, αυτής της φύσης τα αδικήματα παρουσιάζουν ανησυχητικές - αυξητικές διαστάσεις. Έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα και κατάντησαν κοινωνική μάστιγα, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο, στην επιλογή της ποινής (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω και Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, ECLI:CY:AD:2016:B469, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Δεν παραγνωρίζουμε φυσικά και τη σοβαρότητα των άλλων αδικημάτων, η οποία δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, αλλά και από την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης τους, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία, στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και το ύψος της. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Όπως έχει υποδειχθεί στην Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, με αναφορά στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/2017, ημερ.14.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, «η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας». Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Ωστόσο, δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθίαν της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην υπόθεση Η.Ε. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 50/2018 (σχ. με 137/2018), ημερ. 8.4.2020, το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, έκρινε ένοχο τον 40χρονο εφεσείοντα, ότι μεταξύ Μαΐου 2015 και Οκτωβρίου του 2016, κακοποιούσε σεξουαλικά την έφηβη θετή του κόρη και τον καταδίκασε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 χρόνων. Ο εφεσείων, από τα 12 χρόνια της κόρης του, άρχισε να τη χαϊδεύει, να τη χουφτώνει, να τη φιλά και να βάζει και την ίδια να τον φιλά. Όταν αυτή έγινε 13 χρονών, πήγαινε στο δωμάτιό της, ενώ απουσίαζε η μητέρα της, την αγκάλιαζε σφικτά και έτριβε το γεννητικό του όργανο πάνω της. Στη συνέχεια, η κατάσταση «εξελίχτηκε», αφού, ο εφεσείων, της άνοιγε τα πόδια και «έπαιζε» με το γεννητικό της όργανο, το οποίο χάιδευε μέχρι που να ολοκληρώσει. Οι χυδαιότητές του διάρκεσαν 2 χρόνια και τραυμάτισαν το ψυχικό κόσμο, τόσο της παραπονούμενης όσο και της μικρότερης αδελφής της, η οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, ήταν παρούσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή των 7 χρόνων, που επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(α), του Ν. 91(I)/2014-προνοεί ποινή φυλάκισης δια βίου-, σε 10 χρόνια. Στην Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, καταδίκασε τον εφεσείοντα σε 3 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 10, 12(β) και (γ) του Ν. 87(Ι)/2007, για 3 ξεχωριστά περιστατικά, κατά τα οποία έβαλε το πέος του στον πρωκτό της παραπονούμενης -κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν 6-7 χρόνων-, άγγιξε με το δάκτυλό του το γεννητικό της όργανο και προσπάθησε να το βάλει μέσα και έβαλε το γεννητικό του όργανο μπροστά στο πρόσωπό της, αντίστοιχα. Περαιτέρω, τον καταδίκασε και σε 2 κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν τα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης και της απειλής βιαιοπραγίας. Στις σοβαρότερες κατηγορίες, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 8 χρόνων. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ο εφεσείων παραδέχθηκε 53 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης, αδικήματα τα οποία διήρκησαν 9 χρόνια. Η παραπονούμενη, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν 5 μέχρι 14 χρόνων και ο εφεσείων, 14 μέχρι 23 χρόνων. Οι κατηγορίες αφορούσαν 46 περιστατικά, κατά τα οποία ο εφεσείων πρόβαλε πορνογραφικό υλικό στην παραπονούμενη, στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, τη χάιδευε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, άγγιζε το γεννητικό του όργανο στα γεννητικά της όργανα και την εξανάγκαζε να του αγγίζει τα γεννητικά του όργανα και να του κάνει πεοθηλασμό. Στον εφεσείοντα, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, σε όλες τις κατηγορίες, με μεγαλύτερη αυτή των 7 χρόνων, στα αδικήματα, κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(γ) του Ν. 91(Ι)/2014 - προνοεί ποινή φυλάκισης δια βίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, επισήμανε ότι, στις περιπτώσεις σοβαρού εγκλήματος, προέχει η στιβαρή αντιμετώπισή του και η προσπάθεια καταστολής του, μέσω αποτρεπτικών ποινών. Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατία, Ποιν.Έφ.184/2015, ημερ.13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, ο εφεσείων, ηλικίας 63 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε τρεις κατηγορίες που πήγαζαν από τα ίδια γεγονότα, δηλαδή στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός, άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα και σε δύο αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 6
(3)και 6
(4)(β) του Ν.91
(1)/2014 - προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 20 έτη και ποινή φυλάκισης δια βίου, αντίστοιχα. Με βάση την απόφαση του Κακουργιοδικείου, ο εφεσείων και η ανήλικη, ηλικίας 13 ετών, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, «στέκονταν σε σημείο της πολυκατοικίας και προέβαιναν στις πιο κάτω πράξεις: Φιλιούνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο κατηγορούμενος έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης». Στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του 151 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 49) και 7 ετών στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού με κατάχρηση ευάλωτης θέσης κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(β) (κατηγορία 52). Δεν επιβλήθηκε ποινή για το αδίκημα του άρθρου 6
(3)του νόμου (κατηγορία 3), καθότι θεωρήθηκε ότι τα συστατικά στοιχεία αυτής της κατηγορίας εμπεριέχονταν στην κατηγορία 52. Κατ' έφεση, η καταδίκη του εφεσείοντα στην κατηγορία 52 ανετράπη και το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 3 ετών για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, προχώρησε σε επιβολή ποινής φυλάκισης 5 ετών, στην κατηγορία 3, στην οποία το Κακουργιοδικείο δεν επέβαλε ποινή για το λόγο που έχει αναφερθεί. Τέλος, στην A.D v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ.177/2021, ημερ.16.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B96, o εφεσείων, κατόπιν δικής του παραδοχής, καταδικάστηκε σε 20 Κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)
(7)του Ν. 91(Ι)/2014-προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου- και 12 Κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4
(1)
(2)(φ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000 και του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Θύματα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης και της κοινής επίθεσης ήταν οι ανήλικες Μ.M. και Ν.N., ενώ των αδικημάτων της κοινής επίθεσης η ανήλικη Α.A. και οι τρεις κόρες της συμβίας του εφεσείοντα. Ο εφεσείων, σε 10 διαφορετικές περιπτώσεις, συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με την ανήλικη Μ.Μ. και σε ισάριθμες περιπτώσεις με την ανήλικη Ν.Ν., δηλαδή τους χαίδευε το στήθος και τα οπίσθια. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δε, διήρκησε διάστημα, 3 περίπου χρόνων, καθ' ον χρόνον οι ανήλικες ήταν 10-13 χρόνων και 11-14 χρόνων αντίστοιχα. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα, στις σοβαρότερες κατηγορίες της σεξουαλικής κακοποίησης, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Δεν διέλαθε βεβαίως της προσοχής μας ότι στις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις οι παραβάτες ήταν ενήλικες, με εξαίρεση την Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας στην οποία ο εφεσείοντας ξεκίνησε να διαπράττει τα αδικήματα ενόσω ήταν ανήλικος και συνέχισε μετά την ενηλικίωση του. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή του ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή σε υποθέσεις, όπως η παρούσα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού αποτρέπει την αναγκαιότητα παρουσίας του θύματος στο Δικαστήριο, ως μάρτυρα και την αναβίωση από αυτό, των θλιβερών γεγονότων (βλ. Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας κ.ά., ανωτέρω). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται ανάλογα. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B194 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:B221. Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνεκτιμούμε προς όφελος του κατηγορούμενου, την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Ως αναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος, σε ανακριτική του κατάθεση στις 05/06/2021, ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος στην παρούσα. Η συνεργασία του δε με την Αστυνομία, μαζί με την παραδοχή και την απολογία του, επιμαρτυρούν και τη μεταμέλειά του. Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992), 2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας 2010 2 Α.Α.Δ 22). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B
  1. Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους του συνηγόρου του και όπως αναδύονται από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Πιο συγκεκριμένα. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό, είναι ηλικίας 27 ετών. Οι γονείς του χώρισαν, όταν ο ίδιος βρισκόταν σε ηλικία 14 ετών. Ο πατέρας του τότε έφυγε από την Κύπρο και δεν διατήρησε επικοινωνία μαζί τους έως το
  2. Το 2019, ο πατέρας του ήρθε στην Κύπρο για μία εβδομάδα. Στα μετέπειτα χρόνια, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον πατέρα του, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίθηκε και δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Έχει άλλες 3 αδελφές. Ο κατηγορούμενος, φοίτησε μέχρι την Α' τάξη Λυκείου, οπότε και διέκοψε λόγω του ότι ξεπέρασε το επιτρεπτό όριο ετήσιων απουσιών. Ακολούθως, δεν συνέχισε τη φοίτηση του γιατί επιθυμούσε να εργαστεί. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για έξι μήνες και απολύθηκε. Από μικρή ηλικία, ήταν αθλητής στίβου και πυγμαχίας, όμως στην ηλικία των 17 ετών διέκοψε τον αθλητισμό, μετά από τραυματισμό του στο πόδι κατά τη στρατιωτική του θητεία και δεν επανήλθε ξανά στον αθλητισμό. Άρχισε να εργάζεται από την ηλικία των 15 ετών σε πλυντήριο αυτοκινήτων και μετά ως σερβιτόρος σε καφέ. Από την ηλικία των 17 ετών εργάστηκε για τρία χρόνια σε καλοκαιρινό μπαρ. Σήμερα εργάζεται το βράδυ σε καφέ μπαρ, στο πόστο των ναργιλέδων. Λόγω του κορονοϊού και κατά συνέπεια της μείωσης του κύκλου εργασιών στο καφέ μπαρ, εργάστηκε για λίγο χρονικό διάστημα σε κινηματογράφο. Έπειτα, συνέχισε να εργάζεται στο καφέ μπαρ, εργασία που ως έχει αναφερθεί ασκεί έως σήμερα. Όταν ήταν 24 ετών, εγκατέλειψε τη μητρική κατοικία, λόγω προστριβών που είχε με τη μητέρα του και τις αδελφές του, ένεκα της συμπεριφοράς του, και έκτοτε φιλοξενείται στο σπίτι της θείας του, όπου συμβιώνει μαζί της αρμονικά. Στο παρόν στάδιο όμως έχει αποκατασταθεί η σχέση του με τη μητέρα του και διατηρούν θετική επικοινωνία. Αντίθετα, δεν διατηρεί καμία επικοινωνία με τις αδελφές του. Από την εργασία του λαμβάνει €600 μηνιαίως και καταβάλλει το ποσό των €200 στη θεία του, για τα έξοδα διαμονής του. Έχει χρέος €278 σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Όπως αναφέρει ο ίδιος, άρχισε να προβαίνει σε περιστασιακή χρήση κάνναβης σε ηλικία 17 ετών, την οποία διάκοψε σε ηλικία 21 ετών, χωρίς να λάβει βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Εντούτοις, επιθυμεί να συνεργαστεί με επαγγελματία ψυχικής υγείας για διαχείριση προβλημάτων που αντιμετωπίζει, τα οποία προέρχονται από την ψυχολογική πίεση που ένιωσε ένεκα της εγκατάλειψης από τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και των όσων βίωσε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων, σε συνάρτηση με αλλαγές στις προσωπικές του συνθήκες. Ως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της διάπραξης ενός αδικήματος και της επιβολής ποινής, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί. Η επιβολή ποινής φυλάκισης, μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης ενός αδικήματος, εκτός από τις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Εξάλλου, η καθυστέρηση στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 623 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, μειώνει και ενίοτε εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να διέπει την ποινή, καθότι ενδέχεται, στο μεσοδιάστημα, να μεταβληθούν οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου σε τέτοιο βαθμό που να επιδρούν καταλυτικά στην επιλογή του είδους και του ύψους της ποινής. Ωστόσο, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, τα πράγματα είναι διαφορετικά και προς τούτο παραθέτουμε αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/2018, ημερ. 16/2/2020, το οποίο ομιλεί αφεαυτού: «Έχει νομολογιακά αναγνωριστεί (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβραμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αδαμίδη
(2012)2 Α.Α.Δ. και «Sentencing in Cyprus» του Γ. Μ. Πική, 2η αναθεωρημένη έκδοση του 2007, σελ. 79), ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψιν κατά την επιβολή της ποινής και ότι, εκτός των περιπτώσεων που κρίνεται απόλυτα αναγκαίο, η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος είναι ανεπιθύμητη. Όμως, σ΄ ό,τι αφορά τα σεξουαλικά αδικήματα, η καθυστέρηση στην καταγγελία του θύτη διαφοροποιεί τα πράγματα. Όπως παρατηρήθηκε στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 (με αναφορά σε αγγλική νομολογία), η καθυστέρηση σε τέτοιου είδους αικήματα είναι κατανοητή εφόσον είναι σύνηθες ότι χρειάζεται αρκετό θάρρος από νεαρό θύμα γενετήσιας ασέλγειας από πατέρα ή θετό πατέρα να το καταγγείλει. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί και στην παρούσα περίπτωση αφού η καταγγελία της Κλ., η οποία έγινε στους οικείους της 2 περίπου χρόνια μετά τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον εφεσείοντα, αντιμετωπίστηκε από τα μόνα πρόσωπα που ήταν σε θέση να προβούν στην καταγγελία - τη μητέρα της, το βιολογικό της πατέρα, τη θεία και τη γιαγιά της - με τον τρόπο που περιγράφουμε πιο πάνω και η ίδια χρειάστηκε ακόμη 14 χρόνια να βρει το σθένος, ώριμη πια, να καταγγείλει τα όσα φρικιαστικά βίωσε από τον εφεσείοντα. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί η καθυστέρηση να λειτουργήσει ως ελαφρυντικός για τον εφεσείοντα παράγοντας εφόσον κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αναποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και θα αφαιρούσε από τα Δικαστήρια το μόνο όπλο που διαθέτουν - την ποινή - για προστασία των πλέον ευάλωτων μελών της κοινωνίας από τις εις βάρος τους χυδαιότητες των αρρωστημένων ενηλίκων.» (βλ. σχετικά και την Ποινική Έφεση αρ. 218/2017 (σχ. με 219/2017) Αθηνάκη v. Δημοκρατίας, ημερ. 28/7/2020). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, γενικά τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης διαπράχθηκαν από το 2009 μέχρι το 2013, ενώ τα υπόλοιπα αδικήματα μεταξύ των ετών 2009 και 2017. Όλα τα αδικήματα όμως ήλθαν ουσιαστικά στην επιφάνεια, όταν οι παραπονούμενες αποφάσισαν να αποκαλύψουν στη μητέρα τους, λίγους μήνες πριν την καταγγελία - η οποία έγινε τον Απρίλιο του 2021-, τη σεξουαλική κακοποίηση που είχαν υποστεί από τον αδελφό τους όταν αυτές ήταν ακόμα μικρά παιδιά και πήγαιναν στο δημοτικό, αλλά και όταν στη συνέχεια, αρχές Απριλίου του 2021, η ΑΑΑ αποκάλυψε στη σύμβουλο του σχολείου της, τι είχε συμβεί στην ίδια και στην αδελφή της. Η ΑΑΑ όταν λάμβαναν χώραν οι σεξουαλικές κακοποιήσεις σε βάρος της ήταν μεταξύ 6 και 9 χρόνων και αισθανόταν άσχημα, ενώ όταν πήγε στο γυμνάσιο προσπάθησε να το αγνοήσει. Από την ψυχολογική της αξιολόγηση, προκύπτει ότι τα όσα βίωνε την σημάδεψαν ψυχολογικά. Από την άλλη, η ΒΒΒ, όταν λάμβαναν χώραν οι σεξουαλικές κακοποιήσεις σε βάρος της, ήταν μεταξύ 6 και 11 χρόνων. Αυτή αισθανόταν επίσης άσχημα με τη συμπεριφορά του αδελφού της και ένιωθε αηδία. Μεγαλώνοντας ένιωθε περισσότερη αηδία γιατί κατάλαβε πόσο λάθος ήταν αυτό που γινόταν, όμως προσπαθούσε να ξεχάσει όσα έγιναν για να μπορεί να συνεχίσει και να μην ζει με την ανάμνηση όλων αυτών που έγιναν. Όπως ανέφερε η ΒΒΒ, όταν τελικά αποφάσισαν να αποκαλύψουν τι είχε συμβεί, αισθάνθηκε ανακούφιση. Με αυτά υπόψη, γίνεται κατανοητό ότι οι παραπονούμενες χρειάστηκε να περάσουν κάποια χρόνια για να βρουν το θάρρος και τη δύναμη να αποκαλύψουν τι τους είχε συμβεί από τον ίδιο τους τον αδελφό, ο οποίος υπενθυμίζεται είναι μεγαλύτερος κατά 7 χρόνια από τη ΒΒΒ και κατά 9 χρόνια από την ΑΑΑ, ενώ μέχρι το 2020, οπότε του ζητήθηκε να εγκαταλείψει το σπίτι, διέμενε μαζί τους στο ίδιο σπίτι. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου δεν προέβαλε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εξέταση της υπόθεσης από την Αστυνομία ή στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης, από μέρους της κατηγορούσας αρχής, παρά μόνο ότι το Δικαστήριο καλείται στην ουσία να επιβάλει ποινή, χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Εξάλλου είναι ξεκάθαρο ότι μετά την καταγγελία που έγινε, τον Απρίλιο του 2021, ακολούθησε η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία και αρχές του 2022 έγινε καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και τον ορισμό της ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες - στις οποίες έχει κριθεί ένοχος - και ουδεμία καθυστέρηση υπήρξε από την καταχώριση της υπόθεσης μέχρι και σήμερα. Συνεπώς, μολονότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, εντούτοις σε εφαρμογή των όσων αναφέρθηκαν στην Μηνά, ανωτέρω, κρίνουμε πως δεν θα μπορούσε η καθυστέρηση στην καταγγελία των αδικημάτων να ενεργήσει ως ελαφρυντικό στην παρούσα περίπτωση. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου επίσης, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως συνυπολογίσει την ηλικία του κατηγορούμενου όταν διέπραξε τα σοβαρότερα εκ των αδικημάτων και το γεγονός ότι ήταν και ο ίδιος ανήλικος, αλλά και ότι μόλις ενηλικιώθηκε αντιλήφθηκε το λάθος του και σταμάτησε αμέσως, μετανιώνοντας πραγματικά για τη συμπεριφορά του. Πράγματι, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γεννήθηκε στις 04/04/1995, μεταξύ των ετών 2009 και 2013, οπότε δηλαδή διαπράχθηκαν τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ήταν μεταξύ 14 και 18 περίπου χρόνων. Συνυπολογίζουμε προς όφελος του κατηγορούμενου το νεαρό της ηλικίας του, όταν διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα και ότι μετά την ενηλικίωση του σταμάτησε την σεξουαλική εκμετάλλευση των αδελφών του. Από την άλλη όμως, σημειώνουμε ότι στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος, όντας ανήλικος και αυτός, αλλά μεγαλύτερος από τις αδελφές του, αντί να παρέχει αγάπη, προστασία και φροντίδα στις ανήλικες αδελφές του, καταχράστηκε την αναγνωρισμένη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε, ως μεγαλύτερος αδελφός των δύο κοριτσιών και εκμεταλλεύτηκε την τρυφερή ηλικία και την ιδιαίτερα ευάλωτη θέση των ανηλίκων αδελφών του, προβαίνοντας στις αισχρές πράξεις που έχουν αναφερθεί ανωτέρω σε βάρος τους. Ο κατηγορούμενος, προσχεδιασμένα και συστηματικά διέπραττε σε βάρος των ανήλικων αδελφών του, σοβαρά εγκλήματα. Μάλιστα, επισημαίνουμε ότι τα περιστατικά κακοποίησης συνέβαιναν εντός των διαφόρων δωματίων του σπιτιού των παραπονούμενων, που υποτίθεται θα έπρεπε να είναι ένας χώρος όπου αυτές θα ένοιωθαν απόλυτα ασφαλείς και προστατευμένες. Η έκνομη δραστηριότητα δε του κατηγορούμενου σε βάρος των ανήλικων αδελφών του, με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, εκτός του ότι ήταν επαναλαμβανόμενη αφού, ως έχει ήδη αναφερθεί, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ΑΑΑ σε 9 διαφορετικές περιπτώσεις και την ΒΒΒ σε 15 διαφορετικές περιπτώσεις, εκτείνεται και σε βάθος χρόνου, καθώς διήρκησε 3 χρόνια σε βάρος της ΑΑΑ και 5 χρόνια σε βάρος της ΒΒΒ. Πέραν τούτου, οι ανήλικες ήταν μόλις 6 χρόνων, όταν ο κατηγορούμενος άρχισε τη σεξουαλική εκμετάλλευσή τους. Επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο, πέραν των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, αποτελεί και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ακουμπούσε το γεννητικό του όργανο στον πρωκτό των ανηλίκων και εκσπερμάτωνε στο σώμα τους. Όπως αναφέρεται στην Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω: «Στις περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, είναι επιβαρυντικό στοιχείο η επίδειξη του ανδρικού γεννητικού οργάνου του δράστη και η υπό διέγερση χρησιμοποίηση του προσεγγίζοντας το ή, χειρότερα, αγγίζοντας το στο σώμα του παιδιού». Οι έκνομες πράξεις του κατηγορούμενου, μόνο αισθήματα απέχθειας, αποτροπιασμού και αποστροφής προκαλούν, στο μέσο συνετό άνθρωπο και συνεπεία αυτών, προκλήθηκε ψυχική βλάβη στις ανήλικες. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου - όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης -, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η οποία μάλιστα πρέπει να είναι και αυστηρή. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα, ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ του κατηγορουμένου - ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω -, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα σοβαρότερα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού εναντίον δύο διαφορετικών προσώπων, στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο οι ποινές φυλάκισης, που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο, θα πρέπει να συντρέχουν μεταξύ τους ή να είναι διαδοχικές. Όπως έχει τεθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποιν. Εφ. 132/2017 και 136/2017, ημερ. 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:B260: «. Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται (Thomas: Principles of Sentencing σελ. 47κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.). Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα όπως όταν κάποιος διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, προχωρεί ταυτόχρονα φεύγοντας και σε ληστεία του θύματος (R. v. Sam Buckland [2013] EWCA Crim 91, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 91/2017 ημερ. 2.5.2018). Η αρχή που υπερίπταται στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες εν τω συνόλω τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η επιβαλλόμενη ποινή οφείλει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτή είναι και η οδηγούσα αρχή του Sentencing Guidelines Council: Definitive Guideline του 2012. Σημειώνεται όμως επίσης ότι αδικήματα τα οποία έστω και αν απορρέουν από την ίδια συμπεριφορά ή είναι μεταξύ τους συνδεδεμένα εκ της φύσεως τους, δυνατόν να επισύρουν την ανάγκη για διαδοχικές ποινές εάν οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται από το Νόμο, αυτό δεν αποκλείεται όταν κρίνεται αναγκαίο (George Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292). Στην Thomas, ανωτέρω, σελ. 56, αναφέρεται ότι ακόμη και εάν δύο αδικήματα είναι χρονικά συνδεδεμένα αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συμπεριφοράς εάν είναι κατ' ουσίαν διαφορετικά σε χαρακτήρα ή έχουν αναφορά σε διαφορετικό θεματολόγιο.» Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Παπασυμεού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 523, και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433. Στην υπό εξέταση περίπτωση, θεωρούμε την εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου σε βάρος της κάθε παραπονούμενης ξεχωριστά, ως ενιαία έκνομη συμπεριφορά, αφού υπάρχει σύνδεση, συνέχεια και συνάφεια των γεγονότων. Θεωρούμε, όμως, περαιτέρω, ότι τα αδικήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος της ΑΑΑ, δεν σχετίζονται με τα αδικήματα σε βάρος της ΒΒΒ. Επί της ουσίας, ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την κάθε μία εκ των παραπονούμενων σε διαφορετικές περιπτώσεις. Έτσι, πρόκειται για δύο ξεχωριστές και αυτοτελείς παράνομες δραστηριότητες από μέρους του, οι οποίες δεν σχετίζονται μεταξύ τους και στρέφονται εναντίον δύο ξεχωριστών προσώπων. Ως εκ τούτου, οι ποινές που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες που αφορούν την ΑΑΑ θα συντρέχουν μεταξύ τους και το ίδιο θα ισχύσει για τις ποινές που θα επιβληθούν στις κατηγορίες που αφορούν την ΒΒΒ. Οι ποινές, όμως, που θα επιβληθούν στις κατηγορίες που αφορούν την ΑΑΑ θα είναι διαδοχικές των ποινών που θα επιβληθούν στις κατηγορίες που αφορούν την ΒΒΒ, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, ως επίσης και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, σε βάρος των δύο παιδιών, υποδηλώνουν συμπεριφορά που δικαιολογεί τη διαδοχικότητα των ποινών. Το σύνολο όμως των διαδοχικών ποινών, θα είναι τέτοιο ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της συνολικότητας της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1-15 (σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού-ΒΒΒ): φυλάκιση δύο
(2)ετών. Στην κατηγορία 52 (ψυχική βλάβη-ΒΒΒ): φυλάκιση έξι
(6)μηνών. Οι πιο πάνω ποινές, να συντρέχουν. Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 19-27 (σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού-ΑΑΑ): φυλάκιση δύο
(2)ετών. Στην κατηγορία 49 (κοινή επίθεση-ΑΑΑ): φυλάκιση δύο
(2)μηνών. Στην κατηγορία 50 (απειλή-ΑΑΑ): φυλάκιση τριών
(3)μηνών. Στην κατηγορία 51 (ψυχική βλάβη-ΑΑΑ): φυλάκιση έξι
(6)μηνών. Οι ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 19-27 και 49-51 πιο πάνω, να συντρέχουν μεταξύ τους και να είναι διαδοχικές με τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1-15 και 52. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, σε εφαρμογή του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μειώνονται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, υπό κράτηση και συγκεκριμένα από τις 27/4/2022. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.