← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Alassad κ.α., Υπόθεση αρ.: 10336/2021, 2/5/2022

Δημοκρατία ν. Alassad κ.α., Υπόθεση αρ.: 10336/2021, 2/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:39 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 10336/2021 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή Και

  1. ΧΧΧ Alassad
  2. ΧΧΧ Mohammed Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2/5/2022 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Ματθαίου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. A. Σάββα Κατηγορούμενος 1: παρών Π Ο Ι Ν Η (Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1) Ο κατηγορούμενος 1, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα του εμπρησμού σε κτίριο, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 3). Αρχικά αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 1 και 2), της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής (κατηγορία 4) και της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία (κατηγορία 5), πλην όμως απαλλάγηκε από αυτές, καθότι, ο Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα του εμπρησμού (κατηγορία 3). Η παρούσα υπόθεση, σε σχέση μ' αυτόν, κατόπιν σχετικού αιτήματός του και με τη συναίνεση της κατηγορούσας αρχής, θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης ΧΧΧ4/2020, του έτερου Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Τον Οκτώβριο 2020, εναντίον του κατηγορούμενου 2, καταχωρήθηκε στο Μόνιμο Κακουργιοδικείου Λεμεσού, η ποινική υπόθεση υπ' αρ. ΧΧΧ4/20 και στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων, τα οποία φυλάσσονταν σε δωμάτιο το οποίο βρισκόταν στον 1ο όροφο του κτιρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος
  3. Ο κατηγορούμενος 2, τον Ιούλιο του 2021, ενώ βρισκόταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και ενώ η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω υπόθεσης βρισκόταν σε εξέλιξη, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 και άλλα δύο πρόσωπα - τα οποία καταζητούνται από την Αστυνομία -, δίδοντάς τους οδηγίες να καταστρέψουν τα τεκμήρια της πιο πάνω υπόθεσης, θέτοντας φωτιά στο δωμάτιο φύλαξης τεκμηρίων. Ως εκ των ανωτέρω οδηγιών, μεταξύ της 20.7.2021 και 21.7.2021, ο κατηγορούμενος 1 και τα άλλα δύο πρόσωπα μετέβηκαν στην περιοχή που βρίσκεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για να θέσουν φωτιά εντός του προαναφερθέντος δωματίου φύλαξης τεκμηρίων. Ο κατηγορούμενος 1 παρέμεινε στην παρακείμενη του Δικαστηρίου περιοχή, ελέγχοντας αν υπήρχε στο μέρος Αστυνομία, για να ενημερώσει σχετικά τα άλλα δύο πρόσωπα, τα οποία εισήλθαν εντός του περιφραγμένου χώρου. Τα δύο αυτά πρόσωπα τοποθέτησαν σκάλα, ύψους 9,50μ., στον τοίχο και ο ένας εξ αυτών, αφού ανέβηκε, έσπασε το παράθυρο και αφού εισήλθε εντός του δωματίου φύλαξης τεκμηρίων που βρίσκεται στον 1ο όροφο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με τη χρήση εύφλεκτης ύλης, έθεσε σ' αυτό φωτιά. Ως αποτέλεσμα του εμπρησμού καταστράφηκαν τεκμήρια διαφόρων υποθέσεων που εκδικάζονταν ενώπιον των δύο Κακουργιοδικείων Λεμεσού, μεταξύ των οποίων και τεκμήρια που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης υπ' αρ. ΧΧΧ4/
  4. Η ζημιά που προκλήθηκε από τη φωτιά στο κτίριο και τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εκτιμήθηκε από αρμόδιους λειτουργούς στο ποσό των €39,
  5. Ο αστ. 4415 Β. Βασιλείου, στις 16.8.2021 εντόπισε και συνέλαβε, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, τον κατηγορούμενο 1 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Ήταν να πάω να παραδοθώ αύριο». Ακολούθως, λήφθηκαν δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο 1, στις οποίες έδωσε τη δική του εκδοχή. Ως αναφέρθηκε, για την υπόθεση καταζητούνται δύο πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, για τις οποίες θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, στο στάδιο των αγορεύσεων, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία και μεταμέλειά του, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, την πρόθεσή του να δώσει μαρτυρία στην περίπτωση που συλληφθούν τα άλλα δύο καταζητούμενα πρόσωπα, την καλή διαγωγή που επέδειξε από την κράτησή του μέχρι και σήμερα, τις επιπτώσεις σ' αυτόν από την ποινή που θα του επιβληθεί ως επίσης, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο όπως συνυπολογίσει και το ρόλο του στη διάπραξη των αδικημάτων, ο οποίος, ως αναφέρθηκε, περιορίζεται στα όσα ανάφερε η κατηγορούσα αρχή και δεν ήταν το πρόσωπο που εισήλθε εντός του χώρου του Δικαστηρίου και έθεσε τη φωτιά. Εκτέλεσε οδηγίες που έλαβε τόσο από τον κατηγορούμενο 2, τον οποίο φοβόταν, όσο και από τρίτα πρόσωπα, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν την ανωριμότητα, απερισκεψία και τον αφελή του χαρακτήρα. Τόνισε δε, ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους και δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητάς του, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Νομοθέτης, για το αδίκημα του εμπρησμού, προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά και από την ανησυχητική συχνότητα διάπραξής του, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής του (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 2/2019, ημερ. 25.2.2021, Μελανίτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 και Gaprindashvili ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424). Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, ECLI:CY:AD:2016:B469, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις εμπρησμών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσης αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο αδίκημα. Με αυτό το δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο. (Βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και του ύψος της. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθίαν της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στη Fournides ν. Republic
(1986)2 Α.Α.Δ. 73, για τα αδικήματα του εμπρησμού κτιρίου, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα και του περιεχομένου του, δυνάμει του άρθρου 319 του ίδιου Νόμου, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών που είχαν επιβληθεί, κατ' έφεση μειώθηκαν στα 4 χρόνια, επειδή η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου ήταν πολύ χειρότερη απ' ό,τι είχε τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 56 ετών παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού καταστήματος που χρησιμοποιούσε ως φωτογραφείο, το οποίο μίσθωνε από τρίτο πρόσωπο. Από το αδίκημα προκλήθηκαν ζημιές στο κτίριο, ύψους £3.500,00 και κίνητρο του κατηγορούμενου ήταν η είσπραξη χρηματικού ποσού από ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχε ασφαλίσει την επιχείρησή του στο εν λόγω κατάστημα. Αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία έλπιζε να επιλύσει μερικώς με την εν λόγω εγκληματική ενέργεια του. Ποινή φυλάκισης 20 μηνών με αναστολή που του είχε επιβληθεί πρωτόδικα, αυξήθηκε σε ποινή άμεσης φυλάκισης 3 ετών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, ο νεαρός κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος και στην κατηγορία του εμπρησμού, προκαλώντας ζημιές, ύψους Λ.Κ.1.390.950. Ήταν εθισμένος χρήστης ναρκωτικών και αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Όταν συνελήφθηκε έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, με την οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Κατά τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αρχικά αρνήθηκε ενοχή. Αμφισβήτησε τη θεληματικότητα της κατάθεσής του με την προβολή σχετικής έντασης. Όταν το Δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του, άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Πρωτόδικα, του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, η οποία ωστόσο, κατ' έφεση κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 5 χρόνια. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι οι πιο πάνω υποθέσεις εκδικάστηκαν όταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 315(α) του Ποινικού Κώδικα ποινή ήταν ισόβια, γεγονός το οποίο λαμβάνουμε υπόψη. Στην Gaprindashvili v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ποινή φυλάκισης 7 χρόνων που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα πρωτόδικα, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση στην κατηγορία του εμπρησμού αυτοκινήτου, κατ' έφεση, στη βάση του σκεπτικού το οποίο εκτίθεται στην απόφαση, μολονότι κρίθηκε αυστηρή, εντούτοις, επικυρώθηκε. Στην Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628, ο εφεσείων, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ένοχος σε κατηγορία συνωμοσίας με σκοπό τον εμπρησμό αυτοκινήτου (1η κατηγορία), σε κατηγορία εμπρησμού του εν λόγω αυτοκινήτου (2η κατηγορία) και σε κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς, ύψους £1.000,00 στο εν λόγω αυτοκίνητο (3η κατηγορία). Το Δικαστήριο, στις πιο πάνω κατηγορίες, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, 3 ετών, 4 ετών, και 1 έτους αντίστοιχα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τον εφεσείοντα, ενώ ήταν ελεύθερος με προεδρική χάρη η οποία αφορούσε το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί σε σχέση με άλλο αδίκημα. Με τη διάπραξη των νέων αδικημάτων, ενεργοποιήθηκε αυτόματα η ανασταλείσα με την προεδρική χάρη ποινή, με αποτέλεσμα, πέραν της φυλάκισης που θα του επιβαλλόταν για το νέο αδίκημα που διέπραξε, να κληθεί να εκτίσει και το υπόλοιπο της ποινής για το οποίο του είχε δοθεί η χάρη, η οποία κάλυπτε περίοδο 2 ετών, 7 μηνών και 15 ημερών. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου τα εν λόγω γεγονότα, με αποτέλεσμα να μην τα γνώριζε κατά το χρόνο επιμέτρησης και επιβολής της ποινής. Παρόλα αυτά, το Εφετείο, στο οποίο ηγέρθη για πρώτη φορά το θέμα, σε εφαρμογή της αρχής της συνολικότητας της ποινής, μείωσε τις επιβληθείσες ποινές, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας, σε φυλάκιση 2 ετών, στην 1η κατηγορία, 3 ετών, στη 2η κατηγορία και 6 μηνών, στην 3η κατηγορία. Στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/2016, ημερ. 23.11.2018, ο εφεσείων, μετά από ακροαματική διαδικασία, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού, ως επίσης και 6 μηνών για μεταφορά μάχαιρας λήγουσας σε αιχμηρό άκρο. Ο εφεσείων παρότρυνε δύο πρόσωπα, τα οποία, έναντι ανταλλάγματος, έθεσαν φωτιά σε πρακτορείο στοιχημάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά ύψους €80.
  1. Ο εφεσείων βαρυνόταν με 2 προηγούμενες καταδίκες. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την έφεση επί της καταδίκης όσο και την έφεση επί της ποινής. Στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ο εφεσείων καταδικάστηκε, μετά από παραδοχή, σε 6 χρόνια φυλάκιση, στο αδίκημα του εμπρησμού και ειδικότερα, ότι εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές, ύψους €88.
  2. Κατά την επιβολή της ποινής λήφθηκαν υπόψη και άλλες εκκρεμούσες υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, κλεπταποδοχή, επίθεση εναντίον οργάνου της τάξης, μεταφορά κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια και κατοχή μικρής ποσότητας κάνναβης. Βαρυνόταν με 4 προηγούμενες καταδίκες, πλην όμως, οι δύο ήταν πολύ παλαιές και ως εκ τούτου, το Κακουργιοδικείο δεν τους προσέδωσε ουσιαστική σημασία. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Η υπό εξέταση περίπτωση, διαφέρει από άλλες υποθέσεις εμπρησμού όπου η διάπραξη του αδικήματος συνήθως συνδέεται με πρόθεση εκδίκησης ή αποκόμιση κέρδους ή το κίνητρο είναι η λήψη χρηματικού ποσού από ασφαλιστική εταιρεία. Η παρούσα, πρόκειται για πρωτόγνωρη υπόθεση στα ιστορικά χρονικά του τόπου μας. Οι παραβάτες έφτασαν στο σημείο να θέσουν πυρκαγιά στο χώρο που απονέμεται δικαιοσύνη και δη, στο χώρο φύλαξης τεκμηρίων, με σκοπό να καταστραφούν τεκμήρια συγκεκριμένης, υπό εξέλιξη, υπόθεσης. Τα Δικαστήρια παρακολουθούν με αγωνία και προβληματισμό την έξαρση του συγκεκριμένου αδικήματος και τη σοβαρή εξελικτική του πορεία. Η έκνομη πράξη του κατηγορούμενου 1 δυναμιτίζει την αποστολή της δικαιοσύνης και το κράτος δικαίου. Προκαλεί αισθήματα αποτροπής, ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνει συνάμα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορούμενου 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή του ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται. Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι δεν είναι μόνο η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου που αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, αλλά και η συνεργασία του αδικοπραγούντα με τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Dontharaveniv ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/2020, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B194 και Παττίχης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:B221. Έτσι και στην υπό εξέταση περίπτωση, συνυπολογίζουμε προς όφελος του κατηγορούμενου 1, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Ο τελευταίος, ανάφερε στις Ανακριτικές Αρχές τα όσα γνώριζε σχετικά με την παρούσα υπόθεση, με αποτέλεσμα να βοηθήσει το έργο της Αστυνομίας. Περαιτέρω, συνυπολογίζουμε και την πρόθεσή του να δώσει μαρτυρία στην περίπτωση που συλληφθούν τα δύο άλλα άτομα, τα οποία συμμετείχαν στη διάπραξη των αδικημάτων και καταζητούνται από την Αστυνομία (βλ. Gani κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 243, Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015, ECLI:CY:AD:2015:B779 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη και τη διαγωγή που επέδειξε ο κατηγορούμενος 1 καθ' όλο το χρόνο κράτησής του. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, την σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους της συνηγόρου του και όπως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, άγαμος. Κατάγεται από τη [ ] και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Τόσο ο πατέρας του, ηλικίας 73 ετών, όσο και τα τρία μεγαλύτερα του αδέλφια, οι οποίοι εργάζονταν ως αστυνομικοί, δολοφονήθηκαν πριν 4 χρόνια από τρομοκράτες. Η δε μητέρα του απεβίωσε κατά το έτος 2021, σε ηλικία 68 ετών. Ο άλλος αδελφός του βρισκόταν στην Κύπρο, αλλά, πρόσφατα διέφυγε μέσω κατεχομένων. Έχει έξι αδελφές, εκ των οποίων οι τέσσερις είναι έγγαμες και διαμένουν με τις οικογένειές τους στη [ ], ενώ οι άλλες δύο, οι μικρότερες είναι μαθήτριες και διαμένουν μόνες τους. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος λυκείου και σε ηλικία 20 ετών ήλθε στην Κύπρο, όπου για 8 περίπου χρόνια εργαζόταν ως οικοδόμος. Από το 2016 δεν είναι σε θέση να εργαστεί καθότι ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο κεφάλι. Συντηρείται από φιλικά του πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε, δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσία και τον τελευταίο χρόνο διατηρεί σχέση με γυναίκα από τη Βουλγαρία. Στο παρελθόν προέβαινε σε περιστασιακή χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, πλην όμως, τα τελευταία 3 χρόνια περίπου, σταμάτησε. Αναφορικά με όσα ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, για τις επιπτώσεις σ' αυτόν, συνεπεία της ποινής που θα του επιβληθεί, και ειδικότερα «.ότι σε περίπτωση φυλάκισης η ψυχική του υγεία θα χειροτερεύσει εφόσον αυτό θα είναι ακόμη ένα μεγάλο κτύπημα στη ζωή του και οι μέχρι τώρα προσπάθειες του να ορθοποδήσει θα αποβούν άκαρπες.», έχουμε θέσει υπόψη μας και τη νομολογιακή αρχή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, σύμφωνα με την οποία, εάν λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα, ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνουμε, ωστόσο, όπως εξάλλου έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:B534, ότι τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος, το οποίο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/2019, ημερ. 8.4.2020, θεωρούμε πως οι αρχές των φυλακών, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (βλ. επίσης Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνουμε παράλληλα, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/2014, ημερ. 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 κάλεσε το Δικαστήριο, όπως, κατά την επιμέτρηση της ποινής, συνυπολογίσει τον περιορισμένο ρόλο του, στη διάπραξη του αδικήματος. Εκτελούσε χρέη τσιλιαδόρου και δεν ήταν το πρόσωπο που εισήλθε εντός του χώρου του Δικαστηρίου και έθεσε τη φωτιά. Εκτέλεσε οδηγίες που έλαβε τόσο από τον κατηγορούμενο 2, τον οποίο φοβόταν, όσο και από τρίτα πρόσωπα, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν την ανωριμότητα, απερισκεψία και τον αφελή του χαρακτήρα. Τόνισε δε, ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους και δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην υπόθεση ΚΕΜΑ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 284/2018, ημερ. 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:B332, ήταν η θέση του εφεσείοντα πως ο ρόλος του στα διαπραχθέντα αδικήματα ήταν περιορισμένος, καθώς αυτός εκτελούσε χρέη, όπως ανάφερε, τσιλιαδόρου και παρακολουθούσε το μέρος στο οποίο θα ελάμβανε χώρα η παράδοση των ναρκωτικών ουσιών, για να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρακολουθείτο από την Αστυνομία. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι από τα γεγονότα πρόκυπτε ότι η εμπλοκή του εφεσείοντα ήταν ουσιαστική. Το γεγονός ότι άλλο πρόσωπο είχε τη φυσική κατοχή των ναρκωτικών, ενώ ο εφεσείων βρισκόταν σε αυτοκίνητο που ακολουθούσε, προσφέροντας ουσιαστικά προστασία στο προπορευόμενο όχημα, δεν διαφοροποιούσε ουσιαστικά το βαθμό της ευθύνης του εφεσείοντα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε σε ένα οργανωμένο σχέδιο διάπραξης του σοβαρού αδικήματος του εμπρησμού του κτιρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Υπήρξε προσχεδιασμός και προμελέτη, αφού, ως αναφέρθηκε, χρησιμοποιήθηκε πτυσσόμενη σκάλα και τέθηκε φωτιά στο χώρο φύλαξης τεκμηρίων που βρίσκεται στον 1ο όροφο, με τη χρήση εύφλεκτης ύλης, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τεκμήρια και να προκληθούν σοβαρές ζημιές, συνολικού ύψους €39.390. Ο κατηγορούμενος 1 παρέμεινε στην περιοχή του Δικαστηρίου για να ελέγχει, ώστε να ειδοποιήσει τα άλλα δύο πρόσωπα, τα οποία εισήλθαν εντός του περιφραγμένου χώρου του Δικαστηρίου και έθεσαν τη φωτιά στο δωμάτιο φύλαξης τεκμηρίων, στην περίπτωση που εμφανιστεί Αστυνομία. Από το σύνολο των γεγονότων προκύπτει ότι η εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 ήταν ουσιαστική. Ο τελευταίος, κατόπιν οδηγιών του συγκατηγορούμενού του και άλλων προσώπων, στη βάση σχεδίου, έλαβε μέρος στη διάπραξη του σοβαρού αδικήματος του εμπρησμού, εκτελώντας, ουσιαστικά, χρέη τσιλιαδόρου. Στο πλαίσιο του σχεδίου που οργανώθηκε, ο κάθε ένας που έλαβε μέρος σ' αυτό, είχε διαφορετικό ρόλο, με κοινό όμως στόχο να θέσουν φωτιά στο κτίριο, με σκοπό να καταστρέψουν τεκμήρια. Μολονότι, λαμβάνουμε υπόψη το ρόλο του κατηγορούμενου 1 και ότι αυτός δεν ήταν ο ιθύνων νους και δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος, εντούτοις, δεν παραγνωρίζουμε ότι με τις έκνομες πράξεις του αποτέλεσε ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα διάπραξης του σοβαρού αδικήματος του εμπρησμού. Ο ευπαίδευτος συνήγορός του, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου 2, τον οποίο φοβόταν, αλλά και τρίτων προσώπων, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν την ανωριμότητα, απερισκεψία και τον αφελή του χαρακτήρα. Παρ' ότι συνυπολογίζουμε τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν, εντούτοις, την ίδια στιγμή, δεν παραγνωρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 33 ετών. Σε σχέση με τα όσα αναφέρθηκαν ότι ο κατηγορούμενος 1 φοβόταν τον συγκατηγορούμενό του, επισημαίνεται ότι θα έπρεπε να καταφύγει στις αρμόδιες αρχές του Κράτους, να αποκαλύψει το άνομο σχέδιο εμπρησμού και να αναζητήσει βοήθεια και προστασία και όχι να καταφύγει στο έγκλημα και δη, με τη σοβαρή μορφή που αυτό έλαβε. Ο κατηγορούμενος 1, ως έχει αναφερθεί, βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Στο πλαίσιο της υπόθεσης ΧΧΧ1/2019, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στις 26.11.2019, επέβαλε σ' αυτόν, στα αδικήματα της κατοχής αθλητικού πιστολιού και της μεταφοράς μαχαιριού εκτός της κατοικίας του[1], συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 και 7 ημερών, αντίστοιχα. Στην πιο πάνω προηγούμενη καταδίκη δεν προσδίδουμε ιδιαίτερη σημασία καθότι αφορά αδικήματα που δεν σχετίζονται με το αδίκημα της παρούσας και επίσης, ο κατηγορούμενος, σε λίγους μήνες, θα αποκατασταθεί. Περαιτέρω, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στο πλαίσιο της υπόθεσης ΧΧΧ6/2020, στις 21.9.2020, επέβαλε σ' αυτόν, στα αδικήματα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και της κακόβουλης ζημιάς[2], συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 και 4 μηνών, αντίστοιχα. Παρότι ο κατηγορούμενος 1 δε θα τιμωρηθεί εκ νέου για ό,τι έκανε κατά το παρελθόν, το οποίο συνθέτει την παραπάνω καταδίκη του, εντούτοις, δεν μπορεί σήμερα να αναμένει τόση επιείκεια όση αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι ο κατηγορούμενος 1, λίγους μήνες μετά την αποφυλάκισή του, διέπραξε και πάλι, αδίκημα, το οποίο σχετίζεται με κακόβουλη βλάβη σε περιουσία. Όπως επισημαίνεται στην Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527: «Τονίζεται ότι οι προηγούμενες καταδίκες έχουν σημασία και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του σεβασμού του παραβάτη προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δεν δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης αλλά και πάλιν τέτοιες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα στερούν τον παραβάτη του δικαιώματος να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου (Βλ. Κυπριανίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 18).» Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα του αδικήματος, το σύνολο των γεγονότων που το περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου 1, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η οποία θα πρέπει να είναι αυστηρή. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα, ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ του κατηγορουμένου 1, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πάνω, επιβάλλεται η ακόλουθη ποινή στον κατηγορούμενο: Στην κατηγορία 3 (εμπρησμός): Φυλάκιση επτά
(7)ετών. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από τις 25.8.
  1. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. €190 έξοδα, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 23.2.
  2. [2] Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 14.3.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.