← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11669/22, 11/7/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11669/22, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11669/22 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Σαουρής & κ. Λ. Λαζάρου Κατηγορούμενος: Aπών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 08.07.2022 τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό εξέταση ποινική υπόθεση και ενόψει του γεγονότος ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα (μέρος τους) δεν ήταν δυνατό να εκδικαστούν συνοπτικά ούτε και πρόκειτο για περίπτωση που ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έδωσε την συγκατάθεση του για συνοπτική εκδίκαση ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που θα συνεδριάσει στην Λεμεσό στις 19.09.2022 και ώρα 09:00 π.μ. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εμφάνιση του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στήριξε το αίτημα της τόσο σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης από μέρους του άλλων αδικημάτων όσο και στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο και προς τούτο κατέθεσε το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης ως Τεκμήριο
  2. Ουσιαστικά η κα. Ξενοφώντος σημείωσε πως μέσα από το κατηγορητήριο διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος έχει ροπή προς το έγκλημα και συγκεκριμένα το άναμμα φωτιών αφού προκύπτει πως σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις στις 05.07.2022 και σε διαφορετικά μέρη κατά τον θερινό μήνα Ιούλιο και παρά τις ψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν την περίοδο αυτή έθεσε φωτιές τις οποίες μάλιστα έχει παραδεχθεί στις καταθέσεις του ημερομηνίας 05.07.22 και 06.07.2022 περιγράφοντας μάλιστα και τον τρόπο δράσης του. Επιπρόσθετα κατά την κατάθεση του στις 06.07.2022 ο ίδιος ανέφερε στους ανακριτές ότι ήταν το πρόσωπο που σε άλλες 2 περιπτώσεις εντός του 2021 έθεσε και πάλι φωτιά ενώ η Αστυνομία προχώρησε μέσω του ημερολόγιου παραπόνων και συμβάντων στην επιβεβαίωση του περιστατικού ημερομηνίας 23.08.2021 το οποίο έχει συμπεριληφθεί στο υπό εξέταση κατηγορητήριο μαζί με τα αδικήματα που φαίνεται να λαμβάνουν χώρα στις 05.07.
  3. Συνεπώς ως υποστήριξε στη βάση του ιδίου του κατηγορητηρίου της υπόθεσης και του μαρτυρικού υλικού που το υποστηρίζει η κατηγορούσα αρχή αντλεί το επιχείρημα και ξεκινούν οι φόβοι της ότι αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος τότε υπάρχει η πιθανότητα αυτός να διαπράξει αδικήματα τούτης της φύσεως αφού ο ίδιος παραδέχεται ότι έχει την τάση να το πράττει. Τέλος υποστήριξε και την θέση πώς στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει και ο κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου αφού οι προσωπικές του περιστάσεις δεν είναι τέτοιες που να τον εμποδίσουν να διαφύγει από την Δημοκρατία. Στο αίτημα αυτό οι ευπαίδευτοι συνηγόροι του Κατηγορούμενου έφεραν ένσταση. Συγκεκριμένα ο κος Σαουρής υποστήριξε την θέση πώς το Δικαστήριο έχει ενώπιον του πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, χωρίς να υπάρχει σε εξέλιξη οποιαδήποτε άλλη ποινική υπόθεση για παρόμοια ή άλλης φύσεως αδικήματα εκτός από την υπό εξέταση και πως λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό δεν ικανοποιείται ο κίνδυνος διάπραξης από μέρους του άλλων αδικημάτων. Ο κος. Λαζάρου χωρίς να αμφισβητεί την σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και την ποινή που δυνατό να επιβληθεί ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου πώς πρόκειται για Κύπριο Υπήκοο ηλικίας 40 ετών μόνιμο κάτοικο Κύπρου ο οποίος ουδέποτε στη ζωή του ταξίδεψε στο εξωτερικό ή έχει οποιουσδήποτε δεσμούς με οποιαδήποτε χώρα απεναντίας είναι λήπτης οικονομικού βοηθήματος από την Δημοκρατία και παρέχει φροντίδα στον αδελφό του ηλικίας 45 ετών ο οποίος διαμένει μαζί του και έχει υποστεί εγκεφαλικό. Πρόκειται ως καταληκτικά ανέφερε για φιλήσυχο πρόσωπο που συνεργάστηκε πλήρως με τις Αστυνομικές Αρχές, λευκού ποινικού μητρώου και χωρίς καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την Κύπρο. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία, στην οποία αναφέρθησαν αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο του Κατηγορούμενου, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157

(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί έχουν επαναληφθεί πολύ πρόσφατα και στην Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020 καθώς και στην Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020 και είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Κίνδυνος Φυγοδικίας: Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Οικονομίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.΄Εφ. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους είναι κατά κύριο τα αδικήματα του άρθρου 317 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τα οποία προβλέπουν σε περίπτωση καταδίκης ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 χρόνια καθώς και του άρθρου 5(α) του Περί Προλήψεως Πυρκαίων στην Ύπαιθρο Νόμου Ν. 220/1988 το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνια. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα), αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αντιφάσεων κτλ εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχει παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμήριο 1). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο καταδίκης του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίζει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Ιδιαίτερα η προσοχή του Δικαστηρίου στράφηκε στις καταθέσεις του ιδίου του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 05.07.2022 και 06.07.2022 στις οποίες φαίνεται να παραδέχεται την διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, επεξηγεί τον τρόπο δράσης του και προχωρεί στην υπόδειξη σκηνών. Επαναλαμβάνω λοιπόν, ότι στη βάση αυτού του υλικού θεωρώ ότι η μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στις επίδικες κατηγορίες είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη.[1] Σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα βεβαίως με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου, αναμένεται η επιβολή αυστηρών ποινών. Επομένως συντρέχει και αυτός ο παράγοντας που προσδιορίζει τον κίνδυνο της φυγοδικίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Σημειώνω και την απόφαση Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007, όπου επαναλήφθηκε ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων δεν είναι αρκετή και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι. Στην Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποιν. Εφ. 73-76/2008, ημερ. 23.4.2008, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμώνται ανάμεσα στα άλλα και με τον παράγοντα της παρακώλυσης στην ετοιμασία της υπεράσπισης λόγω της κράτησης (Savva & Another (No.2) v. Police
(1997)2 C.L.R. 292), αλλά και με τον χρόνο κράτησης (Χ''Δημητρίου ανωτέρω). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος είναι Κύπριος Υπήκοος ηλικίας 40 ετών μόνιμος κάτοικος Κύπρου ο οποίος ουδέποτε στο παρελθόν ταξίδεψε ξανά στο εξωτερικό ούτε και έχει οποιοδήποτε δεσμό με οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός από την Κυπριακή Δημοκρατία. Πρόκειται για πρόσωπο που διαμένει μόνιμα σε κατοικία στην οποία κατέχει μερίδιο ιδιοκτησίας ½ μαζί με τον αδελφό του που κατέχει το υπόλοιπο ½ μερίδιο και στην ουσία συντηρείται από οικονομικό βοήθημα που λαμβάνει από την Δημοκρατία. Μάλιστα ο ίδιος μαζί με φροντίστρια που τους παρέχεται φροντίζει και τον αδελφό του που διαμένει στην ίδια κατοικία μαζί του και ο οποίος έχει υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και χρειάζεται φροντίδα. Ως εκ τούτου προκύπτει από τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα πως ο Κατηγορούμενος έχει ισχυρούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, συνεπώς θεωρώ πως δεν υπάρχει λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές αυτές περιστάσεις του κατηγορούμενου ο κίνδυνος αυτός να διαφύγει και να μην προσέλθει στην δίκη του. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής ο λόγος κράτησης στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας απορρίπτεται. Πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος: Στρεφόμενος τώρα στον κίνδυνο διάπραξης από μέρος του Κατηγορούμενου άλλων αδικημάτων ο οποίος από μόνος του ως λόγος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση ενός κατηγορούμενο μέχρι την δίκη του σημειώνεται εξ αρχής ότι σε σχέση με τον κατηγορούμενο δεν έχει αμφισβητηθεί πως πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και χωρίς να εκκρεμεί εναντίον του κατά τον χρόνο αυτό οποιαδήποτε άλλη ποινική υπόθεση εκτός από την υπό εξέταση. Μάλιστα οι ευπαίδευτοι συνηγόροι του επιχειρηματολόγησαν ενιστάμενοι για την κράτηση του πελάτη τους για τον λόγο αυτό δηλαδή πως ενόψει του λευκού του ποινικού μητρώου και της απουσίας οποιασδήποτε άλλης σε εξέλιξη ποινικής υπόθεσης πως η κράτηση του στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν δικαιολογείται. Το Δικαστήριο δηλώνει εξ αρχής πώς δεν θα συμφωνήσει με τις θέσεις αυτές καθότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει πώς η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων μπορεί να προκύψει και από άλλους παράγοντες και όχι μόνο την ύπαρξη ή ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμούσων ποινικών υποθέσεων. Τα όσα έχουν λεχθεί από τον Δικαστή κ. Ιωαννίδη στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 195/2020 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας, ημερ. 23.12.2020 είναι απόλυτα σχετικά ως προς την εξέταση του λόγου αυτού. Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος είναι δυνατό να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου, αφού κάθε παράγων εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Μάλιστα, με αναφορά στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, λέχθηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η Νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης αδικημάτων, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη Νομολογία. Συνοψίζοντας, αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Φενερίδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 46 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 113/15 (Σχ. με 115/15) απόφαση ημερ. 02.06.2015). Επιπρόσθετα και στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2022, 4/2/2022 η Δικαστής κα. Σταματίου ανάφερε τα εξής σχετικά: Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 αναφέρθηκε ότι η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν, με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα. Στην υπό εξέταση υπόθεση κρίνω πως υπάρχει πιθανότητα διάπραξης από μέρους του κατηγορούμενου σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος άλλων αδικημάτων κυρίως αδικημάτων της φύσεως αυτών που αντιμετωπίζει με την υπό εξέταση υπόθεση. Εδώ, οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο μαρτυρικό υλικό, αν και εφόσον αποδειχθούν, υποδηλώνουν συστηματική διάπραξη συγκεκριμένης φύσεως αδικημάτων. Η κατ΄ ισχυρισμόν διάπραξη μεγάλου αριθμού αδικημάτων, δεικνύει την ύπαρξη ροπής και τη δυνατότητα διάπραξης νέων αδικημάτων (Σκούρου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ, 140). Κριτήριο είναι η πιθανολόγηση για επανάληψη των αδικημάτων επί της όψεως του μαρτυρικού υλικού, και θεωρώ ότι εν προκειμένω τούτο πληρούται.[2] Μελετώντας το ίδιο το κατηγορητήριο και τα επαναλαμβανόμενα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο ο οποίος μάλιστα φαίνεται μέσα από τις δικές του καταθέσεις να παραδέχεται ότι έχει διαπράξει σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις διαφαίνεται μια τάση και ροπή του συγκεκριμένου προσώπου στην διάπραξη του αδικήματος ανάμματος φωτιάς σε ανοικτούς υπαίθριους χώρους και μάλιστα κατά τους θερινούς μήνες. Τόσο κατά το έτος 2021 όσο και κατά το έτος 2022 εντός της καλοκαιρινής περιόδου φαίνεται ο ίδιος να παραδέχεται την διάπραξη των καταλογιζομένων σε αυτόν αδικημάτων. Συνεπώς στη βάση αυτή το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι η ισχυρή εντύπωση για ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πιθανές παράνομες πράξεις του Κατηγορούμενου θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση και στη βάση των δεδομένων που μου έχουν δοθεί είναι τέτοια που ικανοποιούν αυτό τον παράγοντα. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τον κανόνα ότι δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την κράτηση ενός κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα να παραβλέπω ότι το χρονικό διάστημα των δύο μηνών μέχρι την ημερομηνία της δίκης του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο αφού ληφθεί υπόψη και η θερινή αναπόφευκτη μικρή διακοπή της κανονικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του, αφού βρίσκω ότι η ατομική του ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Κατά συνέπεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση τoυ Κατηγορούμενου μέχρι τις 19.09.2022 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. Τέλος με σκοπό να καταστεί εφικτή η παρουσίαση του Κατηγορούμενου στις 19.09.2022 ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στην Λεμεσό εκδίδω διάταγμα προσαγωγής του (bring up order). (Υπ.) ................ Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Κουννάς v Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 [2] ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Γ. Κ., Ποινική Έφεση Αρ. 88/2021, 5/7/2021 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.