← Κύπρος

Αγάπιο (Άγι) Αγαπίου, από τη Λεμεσό, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS - DEVELOP

Αγάπιο (Άγι) Αγαπίου, από τη Λεμεσό, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS - DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18830/19, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18830/19 Αγάπιο (Άγι) Αγαπίου, από τη Λεμεσό, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT v.

  1. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS - DEVELOPERS LIMITED (HE [ ] )
  2. Μιλτιάδη Καραολή
  3. Ανδρέα Καραολή Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11 Ιουλίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Παραπονούμενο: Ο κ. Κ. Γεωργιάδης & Γ. Αντωνίου Για την Κατηγορούμενη 1: Η κα. Π. Καλυβίτου & ο κ. Α. Κοζάκος Για τους Κατηγορούμενους 2 & 3: Ο κ. Θ. Κατσικίδης Κατηγορούμενοι 2 & 3: Παρόντες A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 24.09.2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με Κατήγορο τον Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT και με το οποίο καταλογίζει εναντίον των Κατηγορουμένων την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 22, 255, 259 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Κατηγορίας[1] καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους ότι κατά η περί τον Ιούλιο του 2016 στο χωριό Πισσούρι στην Επαρχία Λεμεσού έλαβαν από τους [ ] Λεωνίδου και [ ] Αντωνίου το χρηματικό ποσό των €41.122,48 για λογαριασμό των κληρονόμων του αποβιώσαντος GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT και αρνούνται να το παραδώσουν στον παραπονούμενο ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής των Κατηγορούμενων στην κοινή κατηγορία που αντιμετώπιζαν η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Παραπονούμενο (ΜΚ1) καθώς επίσης και από τους Τραπεζικούς Υπαλλήλους της Ελληνικής Τράπεζας [ ] Μυλωνά (ΜΚ2) και [ ] Σεργίου (ΜΚ3). Στις 27.05.2022 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε τους Κατηγορούμενους σε απολογία και αυτοί επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν μάρτυρες προς υπεράσπιση τους. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[2] Η Μαρτυρία: Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο κ. Aγάπιος Αγαπίου ο οποίος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Πρόκειται στην ουσία για τον διαχειριστή της περιουσίας του Gerhard WolfGang Arnold Ewert ο οποίος απεβίωσε στις 15.03.2011 (σχετικό το Τεκμήριο 2) από την Γερμανία με κληρονόμους του τους [ ] Ewert και [ ] Campbell. Σύμφωνα με το μάρτυρα στις 07.10.1994 ο αποβιώσας συμφώνησε με την Κατηγορούμενη 1 η οποία σύμφωνα και με το Τεκμήριο 3 έχει ως διευθυντές της τους Κατηγορούμενους 2 & 3 να αγοράσει από αυτήν για το ποσό των Λ.Κ. 75.000,00 το οποίο θα καταβάλλετο με τμηματική πληρωμή από τον Νοέμβριο του 1994 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 1996 (σχετικά τα Τεκμήρια 6 & 7) μια κατοικία εντός του χωριού Πισσούρι στην Επαρχία Λεμεσού και συγκεκριμένα το ακίνητο με την ονομασία [ ]. Η κατοικία αποτελείτο από το ισόγειο με αριθμό εγγραφής [ ] (Τεκμήριο 4) και ένα όροφο με αριθμό εγγραφής [ ] (Τεκμήριο 5). Περί τον Ιούλιο 2016 ο [ ] Ewert αδελφός και ένας εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντα επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 αναφέροντας του το ενδιαφέρον του [ ] Λεωνίδου να αγοράσει την συγκεκριμένη κατοικία με τον Κατηγορούμενο 2 να εισηγήθηκε στον Ewert όπως η Κατοικία πωληθεί από την Κατηγορούμενη 1 για λογαριασμό των κληρονόμων και τα χρήματα που θα εισπραχθούν να δοθούν από την Κατηγορούμενη 1 πίσω στους κληρονόμους ως δικαιούχοι. Στις 12.07.2016 η Κατηγορούμενη 1 μέσω υπαλλήλου της απέστειλε email προς τον Ewert με το οποίο του κοινοποιούσε κατάσταση λογαριασμό σε σχέση με οφειλόμενα ποσά του αποβιώσαντος αναφορικά με φορολογίες του ακινήτου και πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο εξουσιοδοτούσε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράψει συμφωνία ακύρωσης μεταξύ του Ewert και της Κατηγορούμενης 1 αναφορικά με την συμφωνία πώλησης της κατοικίας ημερ. 07.10.1994 για ποσό όχι μικρότερο των €50.000,00 (Τεκμήριο 8) ενώ στις 14.07.2016 προωθήθηκε νέο email προς τον Ewert (Τεκμήριο 9) με διορθωμένο πληρεξούσιο έγγραφο. Στις 15.07.2016 ο [ ] Ewert απέστειλε email (Τεκμήριο 10) προς τον Κατηγορούμενο 2 με το οποίο του επιβεβαίωνε τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών δηλαδή ότι οι κληρονόμοι συμφωνούσαν όπως η κατοικία του αδελφού τους πωληθεί στον [ ] Λεωνίδου για το ποσό των €50.000, ο Λεωνίδου προσφέρθηκε να πληρώσει στον Κατηγορούμενο 2 το προσωπικό χρέος που ο αποβιώσαντας όφειλε σε αυτόν ύψους €4.600 σύμφωνα και με την κατάσταση λογαριασμού, ο Κατηγορούμενο 2 θα λάμβανε το ποσό των €8.877,52 που αφορούσε φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, κοινοτικό φόρο και τόκους που σχετίζονταν με την κατοικία και το οποίο θα λάμβανε από το ποσό των €50.000 που θα καταβάλλετο από τον αγοραστή [ ] Λεωνίδου για να αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας και το υπόλοιπο ποσό των €41.122,48 θα διαιρείτο σε δύο ίσες μερίδες των €20.561,24 και θα στελνόταν σε ένα έκαστο του τραπεζικού λογαριασμού των [ ] Ewert και [ ] Campbell με τον [ ] Λεωνίδου στις 15.07.2016 (Τεκμήριο 11) και την Κατηγορούμενη 1 στις 20.07.2016 (Τεκμήριο 12) με emails τους να επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω ενώ στις 20.07.2016 ο [ ] Ewert εφοδίασε τον Κατηγορούμενο 2 μέσω email με τα στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών του ιδίου και της αδελφής του ως η συμφωνία των μερών. Στις 26.07.2016 ο Κατηγορούμενος 2 με email του προς τον [ ] Ewert (Τεκμήριο 14) του επιβεβαίωνε την πώληση της κατοικίας και την πληρωμή του ποσού από τον [ ] Λεωνίδου και του υποσχέθηκε ότι το ποσό θα μεταφερθεί στους κληρονόμους το αργότερο μέχρι τον Αύγουστο του 2016 ενώ στις 08.09.2016 ο [ ] Ewert με email του προς τον Κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 15) ζητούσε να του δοθούν εξηγήσεις για την μη μεταφορά και καταβολή των χρημάτων ως η συμφωνία τους. Στις 04.07.2017 με επιστολή του μάρτυρα προς την Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 16) την καλούσε όπως εντός 48 ωρών προχωρήσει στην μεταβίβαση των χρημάτων στον διαχειριστικό λογαριασμό της περιουσίας του Αποβιώσαντος ενώ η Κατηγορούμενη 1 με απαντητική επιστολή της ημερ. 05.07.2017 που υπογραφόταν από τον Κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 17) ενημέρωνε ότι θα είναι σε θέση να μεταβιβάσει τα χρήματα μέχρι τις 04.08.2017 χωρίς όμως να το πράξει παρά και την νέα επιστολή του μάρτυρα ημερομηνίας 11.08.2017 (Τεκμήριο 18) προς την Κατηγορούμενη 1 με αποτέλεσμα να δοθούν οδηγίες στο δικαστηριακό τμήμα του γραφείο στο οποίο εργάζεται ώστε να προχωρήσουν με κάθε νόμιμη διαδικασία με σκοπό την τιμωρία των κατηγορουμένων. Τέλος σημείωσε πως σε επικοινωνία που είχε με τον [ ] Λεωνίδου ενημερώθηκε πως πράγματι είχε δοθεί το ποσό των €50.000 στους Κατηγορούμενους για την αγορά της κατοικίας η οποία είχε αγοραστεί συνεταιρικά από εκείνον και τον αδελφό του [ ] Αντωνίου δια της υπογραφής 2 συμφωνιών πώλησης ημερομηνίας 25.07.2016 μία για το ισόγειο (Τεκμήριο 19) ποσού €30.000 και μία για τον όροφο (Τεκμήριο 20) ποσού €20.000 στις οποίες παρουσιάζονται και τα δύο αδέλφια ως αγοραστές και με πωλητές σε έκαστη περίπτωση την Κατηγορούμενη
  1. Σε σχέση με τι τίμημα πώλησης καταβλήθηκε το ποσό των €25.000 από κάθε αδελφό. Ως ο μάρτυρας ανέφερε κανένας από τους Κατηγορούμενος δεν μπήκε στον κόπο να επικοινωνήσει μαζί του για να του δώσει κάποια εξήγηση και ουδέποτε επικαλέστηκαν οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την παράνομη κατακράτηση και ιδιοποίηση του ποσού των €41.122,48 που έλαβαν από τον [] Λεωνίδου και [ ] Αντωνίου για λογαριασμό των κληρονόμων του αποβιώσαντος ενώ καμιά εξήγηση και καμία προσπάθεια συμβιβασμού δεν έγινε έκτοτε από τους Κατηγορούμενους και είναι φανερό ότι όλες οι πράξεις τους έγιναν στοχευμένα και δόλια και μόνο σκοπό να αποστερήσουν στους κληρονόμους τα χρήματα που δικαιούνται. Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της Κατηγορούμενης 1 ανέφερε πώς o ίδιος ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν έγκρινε ποτέ τις ενέργειες των κληρονόμων ούτε και ήταν εμπλεκόμενος για την επαφή που είχαν απευθείας με την εταιρεία ούτε και γνώριζε ότι τα χρήματα θα κατατίθεντο σε τραπεζικούς λογαριασμούς των κληρονόμων. Ανέφερε μετά που του έγινε αναφορά στα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13 πώς για τα ακίνητα του αποβιώσαντα υπήρχε αρχικά ενδιαφερόμενος για τιμή αγοράς μεγαλύτερη από αυτή που τελικά πωλήθηκαν όμως λόγω επηρεασμού του αγοραστή από το κούρεμα δεν προχώρησε η αγοραπωλησία με αποτέλεσμα μετά το 2013 η προσφορά από τον δεύτερο ενδιαφερόμενο στον οποίο τελικά έγινε η πώληση ήταν πολύ χαμηλότερη από το ποσό της προσφοράς του πρώτου ενδιαφερομένου εξού και ζήτησε όπως παρέμβουν οι κληρονόμοι για να δώσουν ξεκάθαρη συγκατάθεση ότι συμφωνούσαν με το νέο ποσό που θα πωλείτο το ακίνητο και να μην βρεθεί ο ίδιος εκτεθειμένος σαν διαχειριστής που θα πωλείτο σε χαμηλότερη τιμή ή ότι εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση ότι γνώριζε τον δεύτερο ενδιαφερόμενο. Ο ίδιος ως ανέφερε διεκδικεί ως διαχειριστής το οφειλόμενο ποσό για λογαριασμό των κληρονόμων οι οποίοι γνώριζαν για την είσπραξη του ποσού και σε επικοινωνία του μάρτυρα με τον Κατηγορούμενο 3 του ανέφερε πώς είχε τα χρήματα και να μην έχει έννοια και του υποσχέθηκε αλλά και του επιβεβαίωσε και γραπτώς στις 05.07.2017 ότι θα πληρώνονταν μέχρι τις 04.08.2017 με τον ίδιο να το αποδέχεται χωρίς όμως να γίνει η πληρωμή συνεπώς απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 11.08.
  2. Τέλος επέμενε στην θέση πως παρά στα όσα στο Τεκμήριο 13 αναφέρονται περί αποστολής των χρημάτων απευθείας στους λογαριασμούς των κληρονόμων κάτι τέτοιο δεν συμφωνήθηκε με την δική του συγκατάθεση ή γνώση και ο ίδιος ανέμενε από τον Κατηγορούμενο 3 να του εμβάσει το ποσό ως η αλληλογραφία τους έτσι ώστε να κατατεθούν στον διαχειριστικό λογαριασμό και μετά να τα πάρουν οι κληρονόμοι ενώ σε ερώτηση αν είχε γνώση για το ότι η κατηγορούμενη 1 τελεί υπό διαχείριση ανέφερε ότι έλαβε γνώση το γεγονός αυτό όταν μελετούσαν ποια ήταν τα πιθανά μέτρα που θα έπρεπε να λάβουν αλλά ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι θα έπρεπε να εμπλακεί η εταιρεία αφού είναι με τον Κατηγορούμενο 3 που μιλούσε και συνεπώς δεν είχε λόγο να σκέφτεται για την εταιρεία. Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο των Κατηγορουμένων 2 & 3 επιβεβαίωσε πως για το ποσό του κατηγορητήριο δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αγωγή εναντίον της εταιρείας η των διευθυντών της και διαφώνησε με την θέση πως δεν νομιμοποιείτο να καταχωρήσει ως παραπονούμενος την υπό εξέταση υπόθεση επειδή τα χρήματα της πώλησης είχαν συμφωνηθεί να λάβουν απευθείας οι δύο κληρονόμοι του αποβιώσαντα. Στην υποβολή ότι ουδέποτε οι κατηγορούμενοι 2 και 3 απέκτησαν κατοχή η αποκόμισαν περιουσία της διαχείρισης και ότι αυτοί πάντοτε ενεργούσαν ως διευθυντές της κατηγορούμενης 1 και όχι προσωπικά και στο ότι οι 2 επιταγές των ποσών είχαν εκδοθεί στο όνομα της κατηγορούμενης 1 αλλά και στο ότι ουδέποτε αυτοί εξώθησαν την εταιρεία να ενεργήσει δόλια ο μάρτυρας ανέφερε πώς ο ίδιος παρά το γεγονός ότι πράγματι δεν μίλησε ποτέ με τον κατηγορούμενο 2 αλλά με την γραπτή αλλά και τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 3 τον είχε διαβεβαιώσει πώς ο ίδιος κρατούσε τα χρήματα και τον διαβεβαίωνε επίσης και για την πληρωμή η οποία όμως ποτέ δεν έγινε παρά του ότι ζητήθηκε χρόνος να το πράξει και παρά τις διαβεβαιώσεις του αλλά και την ανάληψης της ευθύνης ως ισχυρίστηκε. Μάλιστα σημείωσε πως ο ίδιος έμεινε εκτεθειμένος προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντα καθότι έδωσε στους κατηγορούμενους την πίστωση χρόνου που του είχαν ζητήσει και είχε όλη την καλή διάθεση να τους βοηθήσει αλλά φαίνεται να κέρδιζαν χρόνο επιβεβαιώνοντας στο μάρτυρα ότι θα γινόταν η πληρωμή που ποτέ δεν έγινε. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε πώς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η κατηγορούμενη 1 από το 2017 αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα ενώ αρνήθηκε υποβολή ότι ο αποβιώσας ουδέποτε κατείχε την νομική κατοχή του ακινήτου σημειώνοντας μάλιστα ότι ο αποβιώσαντας κατοικούσε μόνιμα στο ακίνητο που βρίσκεται στο Πισσούρι και ήταν γνωστός ότι διέμενε εκεί μέχρι και το θάνατο του. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Τραπεζικός Υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας στην οποία εργάζεται από την 01.05.1989 κ. [ ] Μυλωνάς. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 επιβεβαίωσε πως αυτή είναι πελάτης της Τράπεζας και διατηρεί τον λογαριασμό με αριθμό [ ] σημειώνοντας πώς σύμφωνα και με το Τεκμήριο 22 το οποίο και κατέθεσε, είχαν εξουσιοδοτηθεί ο [ ] Καραολής και ο [ ] Καραολής οποιοσδήποτε από τους δύο και ο κάθε ένας από μόνος του να μπορεί να προβαίνει σε αναλήψεις από τον λογαριασμό της εταιρείας. Είχε επίσης στην κατοχή του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 κατάσταση λογαριασμού του συγκεκριμένου λογαριασμού για την περίοδο από 01.07.2016 μέχρι και τις 31.12.2016 επεξηγώντας ότι έκρινε πως η περίοδος αυτή θα ήταν σχετική με την υπόθεση αφού αφορούσε μόνο την κατάθεση επιταγών στις 26.07.2016 ενώ σε αντίθετη περίπτωση οι καταστάσεις θα ήταν αρκετές σελίδες και στις οποίες μάλιστα θα εμφανίζονταν πάρα πολλά ονόματα πελάτες της εταιρείας που έκαναν πληρωμές προς αυτήν. Επιβεβαίωσε πως σύμφωνα με την συγκεκριμένη κατάσταση (Τεκμήριο 23) στις 26.07.2016 έγινε κατάθεση επιταγών ήτοι των Τεκμήριο 25 και 26 ύψους €25.000 η κάθε μία με την πρώτη να παρουσιάζει εκδότη τον [ ] Ευριπίδη και η δεύτερη τον [ ] Λεωνίδου συνολικού ποσού €50.000 οι οποίες κατατέθηκαν σε ταμείο υποκαταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας ως προκύπτει και από το Τεκμήριο 24 από τον κ. [ ] Καραολή στις 26.07.2016 με το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά την κατάθεση να ανέρχεται στο ποσό των €50.030,
  3. Μετά την κατάθεση των επιταγών σύμφωνα με τον μάρτυρα έγιναν διάφορες αναλήψεις και πληρωμές μέχρι και τις 31.12.2016 με το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 31.12.2016 να είναι μόλις €2,
  4. Στη βάση και πάλι του Τεκμηρίου 23 έγιναν οι ακόλουθες αναλήψεις από τον συγκεκριμένο λογαριασμό: από τον [ ] Καραολή την 01.08.2016 ποσό €10.000 σε μετρητά, την 01.08.2016 ποσό €15.000 σε μετρητά, την 02.08.2016 ποσό €8000 σε μετρητά, την 03.08.2016 ποσό €6000 σε μετρητά, στις 05.08.2016 ποσό €2000 σε μετρητά, στις 10.08.2016 ποσό €2000 σε μετρητά, στις 12.08.2016 ποσό €1000 σε μετρητά, στις 19.08.2016 ποσό €500 σε μετρητά, στις 31.08.2016 ποσό €360 σε μετρητά, από τον [ ] Καραολή στις 02.08.2016 ποσό €5000 σε μετρητά, ενώ στις 04.08.2016 έγινε πληρωμή προς την cyta €80,49 καθώς και στις 31.08.2016 για το ποσό των €80,
  5. Στις 31.08.2016 η Τράπεζα προχώρησε σε χρέωση €5,00 τον λογαριασμό ενώ στις 31.12.2016 η τράπεζα προχώρησε σε πίστωση τόκου ύψους €0,12 καθώς και σε χρέωση ύψους €2,73 αντίστοιχα. Τέλος ανέφερε πώς η κατάθεση που έγινε στις 26.07.2016 των €50.000 φαίνεται πώς δημιούργησε τα απαραίτητα κεφάλαια στον λογαριασμό ώστε να γίνουν και οι ανάλογες εκταμιεύσεις της περιόδου από 01.08.2016 μέχρι και τις 31.08.2016 αφού πριν την κατάθεση του άνω ποσού το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν μόλις €30.
  6. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 1 επιβεβαίωσε πώς για την τράπεζα από την στιγμή που ο [ ] και [ ] Καραολής ήταν τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 να προβαίνουν σε αναλήψεις χρημάτων και έδωσαν και σχετικά δείγματα υπογραφής τότε ο καθένας από μόνος του μπορούσε να κάνει ότι ήθελε με τα χρήματα της εταιρείας που ήταν κατατεθειμένα στην τράπεζα τους. Μάλιστα σε σχέση με την ύπαρξη τυχόν ορίου για να δώσει η τράπεζα εις μετρητής σε ένα πελάτη ανέφερε πώς δεν υπάρχει κάποιος νόμος, κανονισμός ή κάτι άλλο που να τους απαγορεύσει σαν τράπεζα να δίνουν μετρητά στους πελάτες τους και σε σχέση με το ποσό των αναλήψεων σε μετρητά εκτός ως ανέφερε αν υπάρχει κάποια υποψία για την οποία η τράπεζα θα ζητήσει σχετικά στοιχεία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ποσά που πληρώνονταν από τον λογαριασμό δεν ξεπερνούσαν τις €15.000 και με βάση την εμβέλεια της εταιρείας αυτής και τις δραστηριότητες της με το developing και το construction τέτοια ποσά μπορούσαν να τα αποσύρουν οι διευθυντές της εταιρείας ενώ οι τράπεζα δεν είναι υπεύθυνη για το κατά πόσον τα ποσά αυτά θα χρησιμοποιούνταν για προσωπικούς σκοπούς των προσώπων που τα απέσυραν ή αν ήταν για την εταιρεία. Ο μάρτυρας υποστήριξε τη θέση ότι αν θυμόταν καλά λίγο μετά ή ίσως γύρω στο 2018 ο λογαριασμός έκλεισε ενώ δεν υπήρχαν σημαντικές συναλλαγές από την 31.12.2016 και μετά ενώ δεν γνώριζε αν η Κατηγορούμενη 1 βρισκόταν υπό διαχείριση από τις 05.10.2017 όπως του υποβλήθηκε. Σε περαιτέρω υποβολή ότι το open balance του λογαριασμού στις 06.10.2017 ήταν σύμφωνα και με το Τεκμήριο 27 ποσού €135.000,00 ανέφερε πώς δεν το γνωρίζει και αναγνώρισε με επιφύλαξη ως σημείωσε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  7. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε για το κατά πόσον ο [ ] και [ ] Καραολής προχώρησαν πριν την παγοποίηση του λογαριασμού σε αναλήψεις μετρητών. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 2 & 3 επιβεβαίωσε πώς ο λογαριασμός του τεκμηρίου 23 αφορούσε λογαριασμό ταμιευτηρίου για τον οποίο δεν εκδίδεται βιβλιάριο επιταγών και οι όποιες συναλλαγές μπορούν να διεκπεραιώνονται είτε δια γραπτής οδηγίας μεταφοράς είτε με ηλεκτρονική μεταφορά είτε με ανάληψη μετρητών από το ταμείο ή ATM. Επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά πώς σε σχέση με τις αναλήψεις μετρητών στις οποίες αναφέρθηκε αυτές δεν αφορούσαν για μεγάλα ποσά ούτε και υπήρχε λόγος η τράπεζα να μην τα πληρώσει αφού το μεγαλύτερο ποσό ανάληψης ανερχόταν στις €15.000 και λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο εργασιών της εταιρείας δεν είχε λόγο η τράπεζα να αρνηθεί να τα πληρώσει. Απόρριψε κατηγορηματικά την υποβολή ότι έχει περιοριστικά και επί σκοπού προσκομίσει το τεκμήριο 23 μάλιστα για να εξυπηρετήσει τον σκοπό του παραπονούμενο και όχι το σύνολο της κατάστασης λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι και το κλείσιμο του επαναλαμβάνοντας την θέση πώς σε τέτοια περίπτωση στο περιεχόμενο τέτοιας κατάστασης θα περιλαμβάνονταν και θα κυκλοφορούσαν προσωπικά δεδομένα του πελατολογίου της Κατηγορούμενης 1 και δήλωσε πρόθυμος πως αν χρειάζεται τέτοια κατάσταση μπορεί να το παρουσιάσει όμως τα ονόματα τρίτων ατόμων που θα αναγράφονται σε αυτήν θα πρέπει να σβηστούν. Επανεξεταζόμενος κατά πόσον με βάση το τεκμήριο 27 μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι στις 05.10.2017 ο λογαριασμός είχε χρήματα μέσα ο μάρτυρας ανέφερε πως θα πρέπει να δει για να απαντήσει το πρωτότυπο Statement του λογαριασμού και όχι διάφορα αποσπάσματα από τον λογαριασμό που έχουν μεταφερθεί στην επιστολή Τεκμήριο
  8. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) παρουσιάστηκε ο Τραπεζικός Υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας στην οποία εργάζεται από το 1992 κ. [ ] Σεργίου. Επιβεβαίωσε πως η κατηγορούμενη 1 είναι πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας και αυτή διατηρούσε τον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό [ ]. Επιβεβαίωσε πώς το Τεκμήριο 23 αφορά την κατάσταση λογαριασμού περιόδου από 01.07.2016 μέχρι και 31.12.2016 ενώ ο ίδιος είχε στην κατοχή του και κατέθεσε το Τεκμήριο 29 που αφορούσε κατάσταση για τον ίδιο λογαριασμό για την περίοδο από 02.01.2017 μέχρι και 22.11.
  9. Ανέφερε πώς στις 02.08.2017 έγινε πίστωση στον λογαριασμό ποσού €20.000 ενώ στις 03.08.2017 έγινε ανάληψη σε μετρητά (cash withdrawn) ποσού €9000 από τον [ ] Καραολή ενώ ανάληψη έγινε πάλι σε μετρητά και στις 04.08.2017 από το ίδιο πρόσωπο και για το ποσό των €
  10. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κοζάκο ανέφερε πως η τελευταία πράξη του λογαριασμού αυτού πριν να μηδενιστεί έγινε στις 22.11.2017 όπου με έμβασμα προς την Τράπεζα Κύπρου έφυγε το ποσό των €120.869,26 και παρουσιάζονται και τα έξοδα του εμβάσματος χωρίς όμως να ήταν σε θέση να αναφέρει για το ποιος έδωσε τις οδηγίες για την διενέργεια του εμβάσματος αυτού. Τέλος σημείωσε πώς δεν γνώριζε για το κατά πόσον η Κατηγορούμενη 1 τέθηκε σε διαχείριση από τις 05.10.2017 ούτε και για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  11. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κατσικίδη ανέφερε πώς η ανάληψη μετρητών από τον συγκεκριμένο λογαριασμό ο οποίος ήταν saving account και δεν έφερε βιβλιάριο επιταγών ούτε και μπορούσε να πάει σε χρεωστικό υπόλοιπο γίνονταν συνήθως με αναλήψεις μετρητών από το ταμείο της τράπεζας ή με εξερχόμενα εμβάσματα. Οι αναλήψεις μετρητών φαίνονται επί του Τεκμηρίου 29 και τις ημερομηνίες που αυτές έγιναν και ότι σύμφωνα και με την κατάσταση αυτή κατά συνήθεια αναλήψεις χρημάτων γίνονταν από το ταμείο της Τράπεζας και δεν διαπιστώνει οτιδήποτε μεμπτό αφού κάθε πελάτης δικαιούτε ως ανέφερε να καταθέτει και να κάνει ανάληψη μετρητών. Επιβεβαίωσε πώς στις 02.10.2017 έγινε κατάθεση ποσού €120.000 η οποία σύμφωνα με τα παραστατικά επί του Τεκμηρίου 29 έγινε μέσω 2 επιταγών ύψους €80.000 και €40.000 αντίστοιχα και επιβεβαίωσε ακόμα πως στις 26.07.2016 κατατέθηκε και δια 2 επιταγών και το ποσό των €50.
  12. Ερωτούμενος σε περίπτωση κατά την οποία το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τις 02.10.2017 ήταν €120.000 μπορούσε ο κάτοχος του να πληρώσει το ποσό των €50.000 απάντησε θετικά ενώ σημείωσε πώς οι επιταγές που κατατέθηκαν στις 02.10.2017 για το ποσό των €120.000 δεν ήταν της Ελληνικής Τράπεζας συνεπώς απαιτούντο 4 εργάσιμες ημέρες για να καθαρίσουν σε αντίθεση με τις επιταγές της ίδιας τράπεζας που χρειάζονται μόνο 2 εργάσιμες ημέρες. Τέλος επιβεβαίωσε πώς δεν γνώριζε για τον διορισμό διαχειριστή σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 στις 05.10.2017 και για το κατά πόσον αυτός παγοποίησε άμεσα τους λογαριασμούς της εταιρείας ενώ σημείωσε πώς οι επιταγές που κατατέθηκαν στις 02.10.2017 και στις 03.10.2017 ήταν σε διαδικασία εκκαθάρισης δηλαδή να γίνουν clear. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα σε σχέση με τους ΜΚ2 και ΜΚ
  1. Κατέθεσαν με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζαν ως εκ της θέσης τους στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφεραν είτε στον τρόπο που κατέθεταν που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένοι να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και να παραποιήσουν την αλήθεια. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία τους στην ολότητά της αφού στο τέλος της ημέρας αυτή δεν έτυχε και οποιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης αφού η περιορισμένη αντεξέταση αφορούσε καθαρά και μόνο διευκρινιστικά ζητήματα. Στρεφόμενος προς την μαρτυρία του ΜΚ2 σημειώνω πως γενικά άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ούτως η άλλως αυτός μέσα από την μαρτυρία του αναφέρθηκε στο ιστορικό των γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση καταθέτοντας και σχετικά έγγραφα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η διαφορά που προκύπτει στην ουσία είναι η ερμηνεία που κάθε πλευρά δίδει στα γεγονότα και στο κατά πόσον αυτά καθίστανται ικανά να στοιχειοθετήσουν η όχι τα όσα στους Κατηγορούμενους κολάσιμα καταλογίζονται. Συνεπώς με εξαίρεση τις αναφορές του μάρτυρα επί της παραγράφου 12 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1) ο οποίος προβαίνει σε συμπεράσματα και καταλήξεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην δική του αρμοδιότητα αλλά του δικαστηρίου αποδέχομαι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του αφού ούτως η άλλως και η αντεξέταση αυτού ήταν περιορισμένη και κυρίως για διευκρινιστικά ζητήματα. Νομική Πτυχή: Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους η διάπραξη του αδικήματος της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 22, 255, 259 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Οι αναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις διαλαμβάνουν τα εξής: Ορισμός 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. Χρηματικό ποσό που λήφθηκε για λογαριασμό άλλου
  1. Όταν κάποιο πρόσωπο, είτε μόνο είτε από κοινού με άλλο, πάρει κάποιο χρηματικό ποσό για λογαριασμό τρίτου, το ποσό αυτό θεωρείται ότι ανήκει στον τρίτο για λογαριασμό του οποίου λήφθηκε, εκτός αν λήφθηκε με τον όρο ότι δυνατόν να καταχωριστεί σε χρεωστικό πιστωτικό λογαριασμό και ότι η σχέση οφειλέτη-πιστωτή θα υφίσταται μόνο μεταξύ των μερών αναφορικά με το πιο πάνω ποσό. Γενική ποινή κλοπής
  2. Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Αυτουργοί
  6. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Ευρήματα: Έχοντας υπόψη μου τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα & έγγραφα καθώς και την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση: Ο Gerhard Wolfgang Arnold Ewert (στο εξής και ο ''αποβιώσας'') καταγόταν από την Γερμανία και απεβίωσε στις 15.03.2011 στην Λεμεσό με αποτέλεσμα στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης [ ] του Ε.Δ. Λεμεσού στις 19.07.2011 ο Δικηγόρος Αγάπιος (Άγις) Αγαπίου να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του. Μοναδικοί κληρονόμοι του ήταν τα αδέλφια του [ ] Ewert και [ ] Campbell. Στις 07.10.1994 ο αποβιώσας προχώρησε στην σύναψη πωλητηρίου εγγράφου για την αγορά από την Κατηγορούμενη 1 και με διευθυντές της μεταξύ άλλων τους Κατηγορούμενους 2 και 3 μιας κατοικία που βρισκόταν στο Χωριό Πισσούρι της Επαρχίας Λεμεσού και συγκεκριμένα το ακίνητο με την ονομασία [ ] η οποία κατοικία αποτελείτο από το ισόγειο με αριθμό εγγραφής [] και τον 1ο όροφο με αριθμό εγγραφής [ ] (στο εξής και η ''κατοικία'') για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 75.000,00 το τίμημα πώλησης του οποίου θα πληρωνόταν τμηματικά όπως και έγινε. Οι ξεχωριστοί τίτλοι που αφορούν τόσο το ισόγειο όσο και τον όροφο της πωλούμενης κατοικίας εκδόθηκαν και ενεγράφηκαν στο όνομα της Κατηγορούμενης 1 στις 25.02.2011 χωρίς όμως η τελευταία να προλάβει να μεταβιβάσει τους τίτλους επ ονόματι του αποβιώσα ένεκα του θανάτου του. Κατά τον Ιούλιο 2016 ο κληρονόμος του αποβιώσα [ ] Ewert ήρθε σε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 2 ενημερώνοντας τον ότι υπήρχε ενδιαφέρον από τον [ ] Λεωνίδου να αγοράσει την Κατοικία για το ποσό των €50.
  7. Ενόψει της εξέλιξης αυτής η Κατηγορούμενη 1 μέσω υπαλλήλων της απέστειλε προς τον [ ] Ewert ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο στο περιεχόμενο του οποίου αναφερόταν ότι ο [ ] Ewert διόριζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος θα μπορούσε να υπογράψει ακυρωτική συμφωνία μεταξύ του πρώτου και της Κατηγορούμενης 1 αναφορικά με το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 07.10.1994 για ποσό όχι μικρότερο των €50.
  8. Επίσης του κοινοποιείτο και κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία ο αποβιώσας όφειλε προσωπικά στον Κατηγορούμενο 2 το ποσό των €4.600,00 καθώς και προς την Κατηγορούμενη 1 το ποσό των €8.877,52 αναφορικά με φορολογίες και τόκους της κατοικίας. Εν τέλει οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα κοινοποίησαν γραπτώς με email τους ότι συμφωνούσαν για την πώληση της κατοικίας προς τον [ ] Λεωνίδου (στο εξής ''αγοραστής'') για το ποσό των €50.000,00 αλλά και για την πληρωμή από τον αγοραστή προς τον Κατηγορούμενο 2 ως επιπρόσθετο ποσό της οφειλής των €4.600,00 που ο αποβιώσαντας όφειλε στον τελευταίο. Επιπρόσθετα συμφώνησαν πώς οι ίδιοι θα ελάμβαναν το ποσό των €41.122,48 το οποίο θα προέκυπτε μετά από την αφαίρεση του ποσού των €8.877,52 που οφείλετο για τις φορολογίες και τόκους συνεπώς έκαστος εξ αυτών θα ελάμβανε το ποσό των €20.561,24 το οποίο θα καταβάλλετο στους τραπεζικούς λογαριασμούς των κληρονόμων τα στοιχεία των οποίων είχαν κοινοποιηθεί προς τούτο. Στις 25.07.2016 η Κατηγορούμενη 1 υπέγραψε ως πωλητής δύο συμφωνίες πώλησης με την πρώτη να αφορά την εγγραφή [ ] για το ποσό των €30.000 αναφορικά με το ισόγειο μέρος της κατοικίας και αγοραστές τους [ ] Αντωνίου και [ ] Λεωνίδου και την δεύτερη να αφορά την εγγραφή [ ] αναφορικά με τον 1ο όροφο της κατοικίας για το ποσό των €20.000 και αγοραστές τους [ ] Αντωνίου και [ ] Λεωνίδου. Προς εξόφληση των τιμημάτων πώλησης των δύο πωλητηρίων ο [ ] Ευριπίδης παρέδωσε επιταγή με δικαιούχο την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνίας 25.07.2016 για το ποσό των €25.000 της Περιφερειακής ΣΠΕ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ενώ ο [ ] Λεωνίδας παρέδωσε επιταγή με δικαιούχο την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνίας 25.07.2016 για το ποσό των €25.000 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών & Στρατιωτικών και οι οποίες κατατέθηκαν στις 26.07.2016 από τον Κατηγορούμενο 3 στον Τραπεζικό Λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 με αριθμό λογαριασμού [ ] στην Ελληνική Τράπεζα και οι οποίες εξαργυρώθηκαν με την πίστωση του συνολικού ποσού των €50.000 στον λογαριασμό της με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του λογαριασμού της μετά την κατάθεση των επιταγών να ανέρχεται στο ποσό των €50.030,
  9. Στις 26.07.2016 ο Κατηγορούμενος 2 ενημέρωνε τον [ ] Ewert ότι έχει υπογράψει την ακυρωτική συμφωνία και προχωρήσει με τη νέα συμφωνία με τον [ ] ο οποίος κατέβαλε όλα τα χρήματα και ότι θα ανέμενε λίγες ημέρες για την εξαργύρωση των επιταγών με σκοπό την εξόφληση των φορολογιών και τόκων και πώς το αργότερο μέχρι και τον Αύγουστο του 2016 θα προέβαινε στην συμφωνημένη πληρωμή χωρίς όμως αυτό να συμβεί. Στις 04.07.2017 ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσα απέστειλε επιστολή προς την Κατηγορούμενη 1 με την οποία ζητούσε όπως εντός 48 ωρών ενημερωθεί για το ποσό που η εταιρεία κρατούσε συνέπεια της ακυρωτικής συμφωνίας αναφορικά με την κατοικία του αποβιώσαντα και όπως το ποσό μεταφερθεί στον λογαριασμό διαχείρισης σε αντίθετη περίπτωση θα γινόταν καταγγελία στην Αστυνομία για παράνομη κατακράτηση του ποσού. Ο Κατηγορούμενος 2 εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 με επιστολή του ημερομηνίας 05.07.2017 απαντούσε και ενημέρωνε τον διαχειριστή ότι θα ήταν σε θέση να γίνει η μεταφορά των χρημάτων μέχρι τις 04.08.2017 ενώ ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσα στις 11.08.2017 επικοινώνησε και πάλι γραπτώς με την Κατηγορούμενη 1 ένεκα της μη πληρωμής του ποσού και τους ενημέρωνε πως αν δεν διευθετηθεί εντός της ημέρας θα προχωρούσε σε αναφορά του γεγονότος της παράνομης κατακράτησης των χρημάτων από μέρους τους. Τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για να διαχειρίζονται τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Ελληνική Τράπεζα ήταν ο Κατηγορούμενος 3 και ο Χριστόδουλος Καραολής. Από την 01.08.2016 μέχρι την 31.08.2016 έγιναν οι ακόλουθες αναλήψεις σε μετρητά από τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1: Ημερομηνία Ποσό Εξουσιοδοτημένο άτομο που προέβη στην ανάληψη 01.08.2016 €10.000,00 [] Καραολής 01.08.2016 €15.000,00 [] Καραολής 02.08.2016 €5.000,00 [] Καραολής 02.08.2016 €8.000,00 [] Καραολής 03.08.2016 €6.000,00 [] Καραολής 05.08.2016 €2.000,00 [] Καραολής 10.08.2016 €2.000,00 [] Καραολής 12.08.2016 €1.000,00 [] Καραολής 19.08.2016 €500 [] Καραολής 31.08.2017 €360 [] Καραολής Το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 31.12.2016 ανερχόταν στο ποσό των €2,
  10. Από τις 02.01.2017 μέχρι και τις 22.11.2017 ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 στην Ελληνική Τράπεζα παρουσίασε τις ακόλουθες κινήσεις: (α) Στις 02.08.2017 έγινε πίστωση στον λογαριασμό ποσού €20.000 (β) Στις 03.08.2017 έγινε ανάληψη σε μετρητά ποσού €9000 από τον [] Καραολή (γ) Στις 04.08.2017 έγινε ανάληψη σε μετρητά ποσού €8000 από τον [] Καραολή (δ) Στις 02.10.2017 έγινε κατάθεση ποσού €120.000 μέσω 2 επιταγών ύψους €80.000 και €40.000 αντίστοιχα (ε) Η τελευταία πράξη που έγινε στον λογαριασμό πριν αυτός να μηδενιστεί έλαβε χώρα στις 22.11.2017 όπου ποσό ύψους €120.869,26 που βρισκόταν κατατεθειμένο αποστάλθηκε με έμβασμα προς την Τράπεζα Κύπρου. Η Κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης στις 05.10.
  11. Μέχρι και σήμερα το ποσό των €41.122,48 δεν έχει καταβληθεί προς τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ούτε και εκκρεμεί οποιαδήποτε αστική αγωγή για την διεκδίκηση του. Υπαγωγή των ευρημάτων επί της νομικής πτυχής & συμπεράσματα: Προτού εισέλθω στην εξέταση του ερωτήματος κατά πόσον στοιχειοθετείται η όχι η προσαπτόμενη κατηγορία από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου θα εξετάσω κατά προτεραιότητα το εγειρόμενο από πλευράς υπεράσπισης ζήτημα περί απουσίας έννομου συμφέροντος από πλευράς του Παραπονουμένου να καταχωρήσει και προωθεί την υπό εξέταση ποινική υπόθεση. Στην Κύπρο το δικαίωμα για έγερση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης έχει αναγνωριστεί εδώ και αρκετά χρόνια και οι αρχές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων μεταξύ άλλων την Ttofinis v. Loizos Theocharides and Another,
(1983)2 C.L.R. 363 , Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013 ημερ. 02.12.2014 μεταξύ Νεόφυτου Παναγιώτου v. Σάββα Ευαγγέλου έχοντας ως βασικό κριτήριο τον άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του παραπονούμενου. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο Παραπονούμενος είναι ο Διαχειριστής της Περιουσίας του αποβιώσαντα και συνεπώς το μόνο πρόσωπο που δια νόμου[3] δύναται να εκπροσωπεί την περιουσία του. Από τα όσα ο Παραπονούμενος διατείνεται η περιουσία του αποβιώσαντα έχει υποστεί οικονομική ζημιά συνέπεια των έκνομων ενεργειών των Κατηγορουμένων οι οποίες μάλιστα ενέργειες ως υποστηρίζει ανάγονται και σε ποινικά αδικήματα τα οποία και τους καταλογίζει με την υπό εξέταση υπόθεση. Το κατά πόσον στοιχειοθετείται η όχι η προσαπτόμενη κατηγορία είναι κάτι το οποίο θα με απασχολήσει στην συνέχεια. Για σκοπούς εξέτασης της νομιμοποίησης του Παραπονουμένου να καταχωρεί και προωθεί την υπό εξέταση υπόθεση είναι αρκετό να αναφέρω πώς αυτός δύναται να το πράττει ως ο νόμιμος αντιπρόσωπος της διαχείρισης τα συμφέροντα της οποίας έχουν ως διατείνονται άμεσα πληγεί με την ισχυριζόμενη κατακράτηση των χρημάτων που θα έπρεπε να αποδοθούν και αναλογούν στον αποβιώσαντα. Ενόψει της κατάληξης μου περί νομιμοποίησης στρέφομαι πλέον να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και οι διευθυντές της Κατηγορούμενοι 2 & 3 με την μοναδική κοινή κατηγορία που αντιμετωπίζουν τους καταλογίζεται το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση τόσο του άρθρου 255 όσο και του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Επιπρόσθετα στην νομική βάση της κατηγορίας έχει συμπεριληφθεί μεταξύ άλλων και το άρθρο 20 του ιδίου νόμου. Συνεπώς το ερώτημα που καλείται να απαντηθεί από το Δικαστήριο πλέον με την τελική του απόφαση και αφού έχει προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και στην αποκρυστάλλωση των ευρημάτων που διέπουν την υπόθεση είναι το κατά πόσον μπορεί να στοιχειοθετηθεί η προσαπτόμενη κατηγορία πάντοτε σε σχέση με το χρηματικό ποσό των €41.122,48 το οποίο ως ισχυρίζεται ο παραπονούμενος οι κατηγορούμενοι έλαβαν για λογαριασμό των κληρονόμων του αποβιώσαντα και αρνούνται να του το παραδώσουν. Θεωρώ πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η προσαπτόμενη κατηγορία και οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από αυτήν για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω: Η πώληση του ακινήτου τόσο του ισογείου όσο και του 1ου ορόφου (τίτλοι ιδιοκτησίας Τεκμήρια 4 & 5) επιτεύχθηκε προς τους νέους αγοραστές δια της σύναψης 2 πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 25.07.2016 ήτοι τα Τεκμήρια 19 &
  2. Μελετώντας τα πωλητήρια αυτά προκύπτει αδιαμφισβήτητα πώς η κατηγορούμενη 1 παρουσιαζόταν ως ''Οι Πωλητές'' του πωλούμενου ακινήτου και οι Λεωνίδας Αντωνίου και Ευριπίδης Λεωνίδου ''Οι Αγοραστές''. Πουθενά στα 2 αυτά πωλητήρια δεν γίνεται αναφορά ότι οι πωλητές ενεργούσαν ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι είτε (α) του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα είτε (β) των κληρονόμων ή (γ) ότι η πώληση γίνεται για λογαριασμό οποιουδήποτε εξ αυτών. Επιπρόσθετα πουθενά στα 2 αυτά πωλητήρια δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι το τίμημα πώλησης θα καταβάλλετο σε πρόσωπο άλλο από τον Πωλητή ή ότι ο Πωλητής λαμβάνει αυτό για λογαριασμό άλλου. Συνεπώς η Κατηγορούμενη 1 ενεργώντας ως πωλήτρια των δύο τίτλων ιδιοκτησίας (Τεκμήρια 4 & 5) προχώρησε στην σύναψη και υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων Τεκμήρια 19 & 10 μέσα από τα οποία πώλησε στους 2 Αγοραστές την επίδικη κατοικία (τόσο το ισόγειο όσο και τον 1ο όροφο) οι οποίοι με την σειρά τους εξέδωσαν και παρέδωσαν τραπεζικές επιταγές με δικαιούχο την Πωλήτρια - Κατηγορούμενη 1 για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα άσχετα από το γεγονός ότι αυτοί δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες στην υπόθεση φαίνεται μέσα από την τεθείσα αλληλογραφία που είχαν με την Κατηγορούμενη 1 και τους αντιπροσώπους της πως δίδουν το πράσινο φως για την πώληση της κατοικίας στον ενδιαφερόμενο αγοραστή. Η πώληση όμως αυτή θα γινόταν (όπως και έγινε τελικά) απευθείας από την Κατηγορούμενη 1 ως πωλήτρια και όχι από τους ίδιους ή μέσω του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ακόμα και το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που ο ένας εκ των κληρονόμων υπέγραψε προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 αφορούσε σε συγκεκριμένο ζήτημά ήτοι στην υπογραφή ακυρωτικής συμφωνίας (Cancellation Agreement) του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.10.1994 (βλέπετε Τεκμήριο 13) και όχι στην παραχώρηση οποιασδήποτε μορφής ή φύσεως πληρεξουσιότητα για την διενέργεια της πώλησης της κατοικίας εκ μέρους των κληρονόμων ή του διαχειριστή. Αναφορά για την ακυρωτική συμφωνία γίνεται και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 όπως και στο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο. Αξιοσημείωτο πώς η ακυρωτική συμφωνία αυτή ποτέ δεν παρουσιάστηκε στην διαδικασία. Ουσιαστικά αυτό που έλαβε χώρα ήταν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα να συμφωνούν στο να διενεργηθεί η πώληση του ακινήτου στον ενδιαφερόμενο αγοραστή με συμφωνία πώς μετά την αποπληρωμή των οφειλών του αποβιώσαντα θα τους πληρωνόταν το ποσό των €41.122,
  3. Συνεπώς καθίσταται ξεκάθαρο από τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω πώς σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και ιδίως τα έγγραφα που κατατέθηκαν στην διαδικασία ως Τεκμήρια το τίμημα πώλησης των 2 πωλητηρίων ημερομηνίας 25.07.2016 που εισπράχθηκε από την Κατηγορούμενη 1 αυτό δεν λήφθηκε για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντα ή των κληρονόμων του αλλά αποτελούσε το τίμημα πώλησης που έλαβε η Κατηγορούμενη 1 ως πωλήτρια του ακινήτου. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ αφού φαίνεται να υπήρχε συμφωνία στη βάση ενός cancellation agreement του αρχικού πωλητηρίου εγγράφου και γενικά συνεννόηση με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού προς τους κληρονόμους με την ολοκλήρωση της πώλησης. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται περαιτέρω και από το περιεχόμενο της επιστολής του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ημερ. 04.07.2017 ήτοι το Τεκμήριο 16 που αποστάλθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 που ήταν και η πρώτη επικοινωνία που είχε ο πρώτος με την εταιρεία το περιεχόμενο της οποίας μιλά από μόνο του: ''Dear Sirs, I am communicating with you in my capacity as the Administrator for the estate of the late Gerd Ewert and request from you within the next 48 hours to confirm to me how the amount you hold for the cancellation of the agreement for the house bought by the late Gerd Ewert shall be transferred to the account in the name of the estate of the deceased. In case you will not communicate with me within the next 48 hours, I will not have any other alternative but to report the case to the police for holding unlawfully the amount.'' (η υπογράμμιση και ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Συνεπώς από τα όσα έχω προσπαθήσει να εξηγήσω ανωτέρω στην υπό εξέταση υπόθεση και σε συνέχεια αποκρυστάλλωσης των ευρημάτων που την διέπουν δεν τίθεται ζήτημα απόκτησης, κατοχής και αποκόμισης χρημάτων άλλου για τα οποία να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το προσαπτόμενο ποινικό αδίκημα. Μπορεί ο παραπονούμενος να παρουσίασε μια υπόθεση, η οποία ενδεχόμενα να ικανοποιεί το κριτήριο μιας αστικής αγωγής για προώθηση οικονομικής αξίωσης της περιουσίας του αποβιώσαντα, όμως δεν είναι αυτό που απαιτεί το ποινικό Δικαστήριο για να μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη των κατηγορουμένων για τη διάπραξη των όσων τους καταλογίζονται. Τονίζω για ακόμα μια φορά πως στην υπό εξέταση υπόθεση δεν παρουσιάστηκε η ισχυριζόμενη ακυρωτική συμφωνία συνεπώς το Δικαστήριο αγνοεί το όποιο περιεχόμενο αυτής. Παρουσιάστηκαν όμως τα πωλητήρια έγγραφα της τελευταίας πώλησης που παρουσιάζουν την Κατηγορούμενη 1 ως πωλήτρια στη βάση των οποίων έλαβε η ίδια το τίμημα πώλησης αυτών από τους αγοραστές και όχι για λογαριασμό τρίτου. Καταληκτικά σημειώνεται και το γεγονός πως το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει συμμετοχή και συνδρομή στην διάπραξη αδικήματος το οποίο δεν έχει στοιχειοθετηθεί και αυτό αναφέρεται καθότι στην νομική βάση της κατηγορίας έχει συμπεριληφθεί και το άρθρο 20 του Κεφ.
  4. Η διαφορά των μερών είναι καθαρά αστικής φύσεως και ως τέτοια έπρεπε εξ αρχής να προωθηθεί στο Δικαστήριο. Απεναντίας αντί αυτού επιλέχθηκε η οδός της ποινικής δίωξης για το εξεταζόμενο αδίκημα το οποίο όμως δεν μπορεί για τους λόγους που έχω αναφέρει να στοιχειοθετηθεί. Θεωρώ πως σε αυτή την περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τ.Θ. Οικονόμου ανέφερε στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 249/18 K.P. BLUE DOLPHIN HOMES LTD v. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ κ.α., ημερ. 15.10.2020 και τα οποία παραθέτω για σκοπούς προβληματισμού: ''Δεν είναι η πρώτη φορά που διαπιστώνεται ότι διάδικοι με διαφορές αστικής φύσεως καταφεύγουν στο μηχανισμό της ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Η άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτες αναγνωρίστηκε στην Κύπρο ως δικαίωμα του θιγόμενου κατά άμεσο τρόπο από το αδίκημα, δικαίωμα το οποίο εκπηγάζει από το κοινοδίκαιο, χωρίς να έχει περιοριστεί από το Άρθρο 113 του Συντάγματος (βλ. Ttofinis v. Theocharides and another
(1983)2 CLR 363). H παράλληλη έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης και πολιτικής αγωγής κρίθηκε ότι δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522). Όμως παρατηρείται κατάχρηση στην άσκηση του δικαιώματος για ιδιωτική ποινική δίωξη, με αποτέλεσμα τη μεγάλη επιβάρυνση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και την πρόκληση σοβαρών καθυστερήσεων. Έφτασε η ώρα το ζήτημα να εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές και πρωτίστως από τη νομοθετική εξουσία με σκοπό να οριοθετηθούν τα πλαίσια μιας εύλογης άσκησης του δικαιώματος για ιδιωτική ποινική δίωξη.'' Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία που αυτοί αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση θα απορριφθεί και οι κατηγορούμενοι θα αθωωθούν και απαλλαχθούν της κατηγορίας κρίνω δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως σε σχέση με τα έξοδα κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα. Στην απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα και παρά το γεγονός ότι ως αναφέρθηκε και ανωτέρω δεν έχει προωθηθεί οποιαδήποτε αστικής φύσεως διαδικασία για αξίωση του επίδικου ποσού αυτό εξακολουθεί να παραμένει σε εκκρεμότητα παρά την ολοκλήρωση της πώλησης της κατοικίας. Συνεπώς στη βάση τούτου θα θεωρούσα άδικη την επιδίκαση εξόδων προς όφελος των Κατηγορουμένων και εις βάρος της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα χωρίς βεβαίως η θέση αυτή του Δικαστηρίου να αποτελεί οποιασδήποτε μορφής προδικασμό ή δέσμευση για Αστικό Δικαστήριο το οποίο ενδεχόμενα να κληθεί να εξετάσει τις όποιες αξιώσεις του Διαχειριστή της περιουσίας του Αποβιώσαντα εναντίον των Κατηγορουμένων ή οιονδήποτε εξ αυτών. Είναι αντιληπτό ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα ως αυτά παρουσιάζονται στην διαδικασία μέσω της δια ζώσης ή έγγραφης μαρτυρίας έτσι ώστε το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση να μπορεί να καταλήγει και στα ανάλογα συμπεράσματα. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Έγινε τροποποίηση των λεπτομερειών της κατηγορίας την 01.02.2022 με την σύμφωνη γνώμη των δικηγόρων υπεράσπισης, επανακατηγορήθηκαν και απάντησαν μη παραδοχή και στην τροποποιημένη κατηγορία. [2] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [3] Άρθρα 31 & 41 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.