← Κύπρος

Έφορο Φορολογίας ν. ΜΙ & CH PLANO PRINT LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13688/19, 11/7/2022

Έφορο Φορολογίας ν. ΜΙ & CH PLANO PRINT LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13688/19, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13688/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας -v-

  1. ΜΙ & CH PLANO PRINT LIMITED (Αρ. Εγγραφής Εταιρείας [ ]), από τη Λεμεσό
  2. ΣΚΕΥΟΥΛΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ από τη Λεμεσό ------------- Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2022 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενoυς 1 & 2: κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη 2: απούσα (δόθηκε άδεια η διαδικασία να διεξαχθεί στην απουσία της ενόψει του ότι είχε προσβληθεί με κορονοιό) ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ιδιωτική εταιρεία και η διευθύντρια της κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1 μέχρι και
  3. . Οι κατηγορίες 1 μέχρι 19 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους από την 01.02.2013 μέχρι και την 31.01.2019 Οι κατηγορίες 20 μέχρι και 35, αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από την παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στις φορολογικές δηλώσεις ως καταβλητέος αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους που καθορίζεται στις λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας. Το δε κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 09.07.2019 και επιδόθηκε σε αυτούς στις 08.08.
  4. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους

(9),
(10),(10Α)
(12)
(13):
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. ....... (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. ...
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 διαλαμβάνει τα εξής σχετικά: 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στο ποσό των €132.653,97 ενώ το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €120.966,67 για το οποίο ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος για την καταβολή του εναντίον της Κατηγορούμενης 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο του Παραρτήματος Α το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Σημείωσε πώς όλες οι πληρωμές έγιναν πριν την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Τέλος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες όμως σημείωσε σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε πως είχε προηγούμενα καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση εναντίον τους [ ] Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε μέρος του κατηγορητηρίου και η οποία αναστάλθηκε στις 17.05.2018 λόγω ένταξης των Κατηγορουμένων σε σχέδιο αποπληρωμής το οποίο όμως δεν τηρήθηκε. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 σε συνέχεια οδηγιών του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε αυτήν αναφέρεται πως πρόκειται για πρόσωπο 63 ετών, έγγαμο και μητέρα ενός ενήλικου τέκνου ηλικίας σήμερα 26 ετών. Πρόκειται για ιδιοκτήτρια τυπογραφείου με μη εξυπηρετούμενα χρέη τόσο για την δημιουργία της συγκεκριμένης επιχείρησης όσο και για την αγορά διαμερίσματος στο οποίο διαμένει με τον σύζυγο της συνολικού ύψους €360.000,
  1. Μάλιστα κατά τον Φεβρουάριο του 2020 διαγνώστηκε με σοβαρή καρδιολογική πάθηση και στις 25.04.2020 υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας και συγκεκριμένα σε επέμβαση αντικατάστασης αορτικής βαλβίδας λόγω παθήσεων σοβαρής αορτικής στένωσης, υπερτροφικής καρδίας και στεφανιαίας νόσου συνεχίζει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείτε τόσο από καρδιολόγο όσο και από πνευμονολόγο (σχετική ιατρική βεβαίωση επισυνάπτεται επί της εκθέσεως). Αντιμετωπίζει επίσης πρόβλημα υπέρτασης για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Η ίδια δεν εργάζεται και λαμβάνει ένα μικρό εισόδημα από την ενοικίαση των μηχανημάτων του τυπογραφείου το οποίο πλέον λειτουργεί ο σύζυγος της ενώ προτίθεται σύντομα να υποβάλει αίτηση για λήψη σύνταξη γήρατος. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων προχώρησε σε εμπεριστατωμένη προφορική αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Αφού υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε και αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επικεντρώθηκε κυρίως στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 ανέλαβε θέση διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 σε συνέχεια πτώχευσης του συζύγου της ο οποίος δεν μπορούσε να κατέχει ένεκα της πτώχευσης του την θέση του διευθυντή της εταιρείας. Ήταν όμως το πρόσωπο που συνέχισε να έχει τον πλήρη έλεγχο και την οικονομική διαχείριση του τυπογραφείου και όχι η Κατηγορούμενη
  2. Οι εργασίες του τυπογραφείου έχουν σοβαρά επηρεαστεί από την οικονομική κρίση αλλά και πρόσφατα και από την πανδημία του κορονοιού. Αναφέρθηκε στην συνέχεια με λεπτομέρεια στα προβλήματα υγείας που η ίδια αντιμετώπισε και τα οποία την οδήγησαν σε πρόσφατη χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδίας στην οποία γίνεται αναφορά και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και σε άλλα ιατρικά ζητήματα που την ταλανίζουν και για τα οποία κατέθεσε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Αναφορά επίσης έγινε στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τις περιστάσεις και ιδιαίτερα στα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της με κίνδυνο να χάσουν ακόμα και το διαμέρισμα στο οποίο διαμένουν. Τέλος εισηγήθηκε για τους λόγους που επιμελώς επεξήγησε κατά την αγόρευση της πως σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης πώς αυτή μπορεί να τύχει αναστολής. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς Κατηγορουμένων . Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για ένα έκαστο εξ αυτών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι 1 & 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής ΦΠΑ. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (κατηγορίες 1 μέχρι 19), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγο του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός πως κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €120.966,67 και στην ουσία δεν έχουν γίνει οποιεσδήποτε σημαντικές πληρωμές για την μείωση της οφειλής. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή τους, σύμφωνα με τη νομολογία, η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 καθώς επίσης και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Προς όφελος της κατηγορούμενης 2 λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της αλλά και περιγράφονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος των Κατηγορουμένων και την παρέλευση του χρόνου δηλαδή από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Σημαντικές για το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου αποτελούν οι πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ στις οποίες η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημητριάδου - Ανδρέου αναφέρει τα εξής σχετικά: ''Το προεξάρχον, ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση στοιχείο ήταν η μεγάλη καθυστέρηση που μεσολάβησε από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, έστω και αν και σε αυτή συνέδραμε η συμπεριφορά του ίδιου του Εφεσίβλητου. Το ότι η Κατηγορούσα Αρχή, ενώ είχε καταχωρήσει εγκαίρως, το 2013, Κατηγορητήριο αναφορικά με τα επίδικα αδικήματα, αποφάσισε στη συνέχεια να αναστείλει την υπόθεση για να δοθεί χρόνος αποπληρωμής των οφειλών στους Κατηγορούμενους, ένας εκ των οποίων ήταν ο Εφεσίβλητος, με αποτέλεσμα η υπόθεση να καταχωρηθεί εκ νέου τρία χρόνια αργότερα, ουδόλως υποβαθμίζει τον παράγοντα της καθυστέρησης. Όπως εκ των πραγμάτων διεφάνη, ήταν απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδεχθεί το αίτημα για παραχώρηση χρόνου, αποφασίζοντας, με αυτό τον τρόπο, να μην προωθήσει άμεσα την υπόθεση που είχε εξ' αρχής καταχωρήσει αλλά να την αναστείλει και να έρθει μετά από παρέλευση τριών χρόνων να καταχωρήσει νέο κατηγορητήριο για τα επίδικα αδικήματα. Η παρέλευση μακρού χρόνου από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία της Ποινής, συνιστούσε, επομένως, ουσιώδη παράγοντα που, ορθώς, προσμέτρησε κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής.'' Το Δικαστήριο φυσικά δεν μπορεί να παραγνωρίσει ούτε και το γεγονός πως οι κατηγορούμενοι ουδόλως εκμεταλλεύτηκαν τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι και σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή το Δικαστήριο για να συμμορφωθούν πλήρως δια της καταβολής του συνόλου του οφειλόμενου ποσού ενώ τουλάχιστον χρονικά είχαν κάθε ευκαιρία να πράξουν τούτο. Την καθυστέρηση αυτή όμως την λαμβάνω υπόψη μου ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό όχι το είδος αλλά την έκταση της επιβληθείσας στους κατηγορούμενους ποινή και ιδιαίτερα στο ζήτημα της αναστολής για το οποίο σχετική αναφορά γίνεται κατωτέρω. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη την δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Οι προαναφερθέντες μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τους ίδιους όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Όλοι φυσικά οι μετριαστικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος της Κατηγορούμενης 2 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης για το εύρος τέτοιας ποινής. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες ιδίως για φορολογικά αδικήματα όπως τα υπό εξέταση που βρίσκονται σε έξαρση. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Στην κατηγορούμενη 1 σε μία έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 19, χρηματική ποινή €400,00. Στην κατηγορούμενη 1 δεν επιβάλλεται καμιά στις κατηγορίες 20 μέχρι και 35 λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 μέχρι και 19 (βασικές κατηγορίες). Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 όπως αυτή καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο ως αυτός καθορίζεται και αναλύεται με λεπτομέρεια στο συνημμένο Παράρτημα Α το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Κατηγορούμενη 2: Στην κατηγορούμενη 2 επιβάλλω σε έκαστη των κατηγοριών 1 έως 19 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στις κατηγορίες 1 έως 19 δεν επιβάλλω καμιά ποινή στις κατηγορίες 20 μέχρι και 35 έχοντας υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2 να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στην κατηγορούμενη 2 θα εξετάσω τώρα, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορούμενη 2. Αυτοί είναι κατά κύριο το λευκό της ποινικό μητρώο σε συνδυασμό πάντοτε με την ηλικία της (63 ετών), τα σοβαρά προβλήματα υγείας που πρόσφατα αντιμετώπισε και τα οποία επηρεάζουν την ζωή της πλέον καθώς και τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλλει ποινή που κυμαίνονται από 9 μέχρι και 3 χρόνια. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στην Κατηγορούμενη 2 πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από την ίδια εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην Κατηγορούμενη 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Υπ.). .................................. N. Φακοντή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final/Sentence (Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής Φ.Π.Α.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.