← Κύπρος

ADEAL IMPORT LLC ν. UCF PARTNERS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1013/19, 7/9/2022

ADEAL IMPORT LLC ν. UCF PARTNERS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1013/19, 7/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1013/19 ADEAL IMPORT LLC v.

  1. UCF PARTNERS LIMITED
  2. P. S.
  3. Y. I. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 07 Σεπτεμβρίου ,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Παραπονούμενη: Ο κ. Λ. Κωστακόπουλος για Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: Η κα. Ελ. Νικολαΐδου & A. Koυάλης για A.G. EROTOKRITOU LLC Κατηγορούμενη 2: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η H Kατηγορούμενη 1 με την 1η Κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της απείθειας και/ή μη συμμόρφωσης με Διάταγμα Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ενώ η Κατηγορούμενη 2 με την 2η Κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή υποκίνησης και/ή συνέργειας προς την Κατηγορούμενη 1 για την διάπραξη του αντίστοιχου με την 1η Κατηγορία αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. H υπόθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 έχει απορριφτεί στις 11.11.2019 λόγω αδυναμίας επίδοσης του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Αυτούσιες οι κατηγορίες έχουν ως ακολούθως: Πρώτη Κατηγορία Απείθεια και/ή μη συμμόρφωση με Διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Λεπτομέρειες Αδικήματος Κατά η περί τις 15.11.2018, ενώ ήτο σε ισχύ προσωρινό αντι-αγωγικό διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 24/10/2018, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. [ ], και το οποίο απαγόρευσε και/ή εμπόδιζε τους Κατηγορούμενους 1 και/ή 3 και/ή τους διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της Κατηγορούμενης 1 να προωθήσουν και/ή συνεχίσουν να προωθούν την υπόθεση με αριθμό [ ], UCF Partners Limited v. Adeal-Import LLC που εκκρεμούσε και/ή τελούσε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) είτε μέσω οποιασδήποτε ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας και/ή απαίτησης και/ή διαβήματος είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή μέσω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και/ή ανώτερου Δικαστηρίου και/ή άλλης δευτεροβάθμιας δικαστικής διαδικασίας και/ή στο πλαίσιο των Εφέσεων με αριθμό [ ] (10th Arbitration Court of Appeal), καταχωρηθέντων υπό των Κατηγορούμενων 1 και 3 στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή την τελεσιδικία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών ή/και οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου, οι Κατηγορούμενοι 1 και/ή 3 απείθησαν ηθελημένα και/ή αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το εν λόγω διάταγμα, λόγω της καταχώρησης έγγραφων προτάσεων και/ή της ενεργητικής προώθησης της υπόθεσης ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης. Δεύτερη Κατηγορία Απείθεια και/ή μη συμμόρφωση με Διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, κατά η περί τις 15.11.2018, ηθελημένα παρείχαν συνδρομή και/ή υποκίνησαν και/ή συνέργησαν με την Κατηγορούμενη 1, προκειμένου η τελευταία να παρακούσει και/ή να απειθήσει και/ή να μην συμμορφωθεί με το προσωρινό αντι-αγωγικό διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 24/10/2018, εκδοθέντος στα πλαίσια της αγωγής Αρ. [ ], με το οποίο απαγορευόταν και/ή εμποδιζόταν η Κατηγορούμενη 1 και/ή οι διευθυντές και/ή ο γραμματέας και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπροσώποι και/ή υπηρέτες αυτής να προωθήσουν και/ή συνεχίσουν να προωθούν την υπόθεση με αριθμό [ ], UCF Partners Limited v. Adeal-Import LLC που εκκρεμούσε και/ή τελούσε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) είτε μέσω οποιασδήποτε ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας και/ή απαίτησης και/ή διαβήματος είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή μέσω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και/ή ανώτερου Δικαστηρίου και/ή άλλης δευτεροβάθμιας δικαστικής διαδικασίας και/ή στο πλαίσιο των Εφέσεων με αριθμό [ ] (10th Arbitration Court of Appeal), καταχωρηθέντων υπό των Κατηγορούμενων 1 και 3 στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή την τελεσιδικία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών ή/και οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον κ. Π. Παπακώστα (ΜΚ1), τον κ. Χ. Χαραλάμπους (ΜΚ2), τον κ. V. Yuzefovich (MK3) και την κα Σ. Χρίστου (ΜΚ4). Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11.07.2022 κάλεσε σε απολογία τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και αυτοί επέλεξαν να μην παρουσιάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες τους γραπτές αλλά και προφορικές εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[1] Τα όσα κολάσιμα καταλογίζονται στους Κατηγορούμενους 1 & 2: Πριν την ενασχόληση του δικαστηρίου με την μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή προς στοιχειοθέτηση η όχι των κατηγοριών και λόγω της μεγάλης έκτασης αυτής αλλά και του πολυάριθμου των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στην διαδικασία κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί υπό μορφή σύνοψης και κατά τρόπο εισαγωγικό τα όσα κολάσιμα καταλογίζονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής αφού κάτι τέτοιο θα βοηθήσει τον αναγνώστη της απόφασης να εισέλθει και κατανοήσει όχι μόνο γρήγορα αλλά και εύκολα στα όσα καλείται το Δικαστήριο στην υπό εξέταση υπόθεση να εξετάσει. Διευκρινίζεται βεβαίως ότι η παράθεση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να σημαίνει ότι αποτελεί και αντίστοιχο εύρημα και κατάληξη του Δικαστηρίου και κατ επέκταση στοιχειοθέτηση των κατηγοριών εναντίον των Κατηγορουμένων 1 &
  1. Τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου θα παρατεθούν κατωτέρω αφού αποκρυσταλλωθούν μέσα από την αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία. Μεταξύ των διαδίκων στην υπό εξέταση υπόθεση καθώς και άλλων προσώπων εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες κυρίως αστικής φύσεως τόσο στην Ρωσία όσο και στην Κύπρο. Αποτελεί την εκδοχή των παραπονουμένων ότι αυτοί στις 19.10.2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού προχώρησαν στην καταχώρηση αγωγής εναντίον των Κατηγορουμένων 1 & 2 καθώς και άλλων 6 φυσικών και νομικών προσώπων (ημεδαπών και αλλοδαπών) στα πλαίσια της οποίας στις 24.10.2018 κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 19.10.2018 εξασφάλισαν αντίαγωγικό διάταγμα (anti-suit injunction) εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και
  2. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 σημειώνουν πως πρόκειται ουσιαστικά για την μοναδική διευθύντρια, γραμματέα και μέτοχο της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους. Με το συγκεκριμένο διάταγμα η Κατηγορούμενη 1 διατασσόταν και/ή της απαγορευόταν και/ή εμποδιζόταν μέσω των διευθυντών και/ή γραμματέων και/ή αξιωματούχων και/ή εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της μεταξύ άλλων από το να προωθήσουν και/ή συνεχίσουν να προωθούν την υπόθεση με αριθμό [ ], UCF Partners Limited v Adeal - Import LLC που εκκρεμεί και/ή τελεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Αrbitration Court of the Moscow Region) είτε μέσω οποιασδήποτε ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας και/ή απαίτησης και/ή διαβήματος είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή μέσω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και/ή ανώτερου Δικαστηρίου και/ή άλλης δευτεροβάθμιας δικαστικής διαδικασίας και/ή στο πλαίσιο των Εφέσεων με αριθμό [ ] (10th Arbitration Court of Appeal), καταχωρηθέντων υπό των Καθ ων η Αίτηση 2[2] και του Καθ ου η Αίτηση 3[3] στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή τελεσιδικία της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών ή/και οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου. Παρά την επίδοση των δικογράφων της αγωγής και του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 στους Κατηγορούμενους 1 και 2 επιδόσεις οι οποίες είχαν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστή που επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 02.11.2018 και της απουσίας εμφάνισης τους στην διαδικασία που το διάταγμα ήταν επιστρεπτέο αυτό κατέστηκε απόλυτο σε σχέση με αυτούς. Σύμφωνα λοιπόν με τους Παραπονούμενους η Κατηγορούμενη 1 και ο πρώην Κατηγορούμενος 3 είχαν στις 5.10.2018 καταχωρήσει στο 10th Αrbitration Court of Appeal τις εφέσεις με αριθμό [ ] εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 και τροχοδρομείτο από μέρους τους η εκδίκαση των. Παρά την έκδοση όμως του αντιαγωγικού διατάγματος (anti-suit injunction) στις 24.10.2018 στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] η Κατηγορούμενη 1 με την συνδρομή της Κατηγορουμένης 2 παρά την γνώση τους για την ύπαρξη του διατάγματος αφού αυτό τους επιδόθηκε δεόντως στις 29.10.2018 κατά η περί τις 15.11.2018 και κατά τρόπο ηθελημένο προχώρησαν στην καταχώρηση έγγραφων προτάσεων και/ή της ενεργητικής προώθησης της έφεσης ενώπιον του 10th Αrbitration Court of Appeal σε εμφανίσεις που έγιναν μεταξύ των ημερομηνιών 08.11.2018, 14.11.2018 και 15.11.2018, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης στις 15.11.2018 υπέρ των προσώπων που καταχώρησαν τις εφέσεις μεταξύ άλλων και την Κατηγορούμενη 1 με την οποία πλέον η Παραπονούμενη καλείτο να καταβάλει σημαντικά ποσά αποζημιώσεων προς την Κατηγορούμενη
  3. Σημειώνουν πως τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται για να αποδείξουν την διάπραξη από μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 των καταλογιζομένων σε αυτούς κατηγοριών είχαν συμπεριληφθεί και στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 23.11.2018 που καταχωρήθηκε από τους Παραπονούμενους στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] στα πλαίσια της οποίας εξασφαλίστηκε εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Αντι-εκτελεστικό διάταγμα παγκόσμιου βεληνεκούς (worldwide anti-enforcement injunction) με το οποίο διαταζόταν και/ή της απαγορευόταν από το να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ή μέτρα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της στις 15.11.2018 από το 10th Arbitration Court of Appeal. Το Δικαστήριο μάλιστα που προχώρησε και έκδωσε μονομερώς το διάταγμα αυτό έκδωσε στις 19.02.2019 μετά από ακρόαση και εμφάνιση από πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 2 (Εναγομένων 2 & 8 στην αγωγή) μέσω δικηγόρων αιτιολογημένη απόφαση του με την οποία αποφασίζει να καταστήσει απόλυτα τα διατάγματα και μάλιστα με ρητή αναφορά στο περιεχόμενο της απόφασης για ξεκάθαρη παραβίαση του αντιαγωγικού διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 από μέρους των υπόχρεων σε συμμόρφωση αφού με τις ενέργειες τους έχουν πετύχει να ακυρώσουν ότι το αντι-αγωγικό διάταγμα επιδίωκε να αποτρέψει, αφού το Ρωσικό Εφετείο προέβη σε έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς η οποία ήταν μάλιστα άμεσα δεκτική εκτέλεσης στην Ρωσία εξου και επιδίωξαν με επιτυχία την εξασφάλιση των αντιεκτελεστικών διαταγμάτων. Η θέση της υπεράσπισης κατά την ακρόαση της υπόθεσης: Οι ευπαίδευτοι συνηγόροι που εκπροσωπούν σήμερα τους Κατηγορούμενους 1 και 2 είναι άλλοι από αυτούς που τους είχαν εκπροσωπήσει στις δικαστικές διαδικασίες μεταξύ άλλων και της Αγωγής [ ] όταν εκδικάστηκε το αντιεκτελεστικό διάταγμα. Στα πλαίσια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας κατέστηκε ξεκάθαρο πώς μεγάλο μέρος της αντεξέτασης αυτής βασιζόταν στην θέση περί της κακής έκδοσης του επίδικου αντιαγωγικού διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 καθώς επίσης και του αντιεκτελεστικού διατάγματος ημερομηνίας 23.11.2018 που ακολούθησε υποστηρίζοντας την θέση πως οι εκεί ενάγοντες και στην υπό εξέταση παραπονούμενοι είχαν ξεγελάσει το Δικαστήριο σε έκαστη περίπτωση με τα όσα έθεσαν ενώπιον του και ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια καλοστημένη υπόθεση. Μάλιστα σημείωναν πως και σε σχέση με την παρουσίαση των όσων πραγματικά έλαβαν χώρα στην Ρωσία αυτό δεν έγινε κατά τις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες από τους προηγούμενους συνηγόρους των πελατών τους με αποτέλεσμα μόνο σήμερα στα πλαίσια της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης για πρώτη φορά θα παρατεθεί σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που αφορά την διαφορά των μερών. Το Δικαστήριο όμως έχει υποχρέωση να καταστήσει ξεκάθαρο όπως και έπραξε καθηκόντος και κατά το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης πώς τα επίδικα θέματα της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης είναι συγκεκριμένα και αφορά το καταλογιζόμενο αδίκημα της απείθειας και/ή μη συμμόρφωσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και τίποτε άλλο. Δεν δύναται δηλαδή το Δικαστήριο ούτε και έχει τέτοια εξουσία από το να αποφασίσει αν καλώς η κακώς εκδόθηκε το αντιαγωγικό διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 η αν το Δικαστήριο που όχι μόνο το έκδωσε αρχικά μονομερώς αλλά και οριστικοποιείσαι στην συνέχεια ξεγελάστηκε η όχι από τους αιτητές. Το ίδιο ισχύει και για το αντιεκτελεστικό διάταγμα που εκδόθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο και το οποίο μάλιστα οριστικοποιήθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου. Ο χρόνος για το παρόν δικαστήριο ξεκινά από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος και μετέπειτα και δεν μπορεί να ανατρέξει σε γεγονότα προγενέστερα και αφορούν το υπόβαθρο για την έκδοση του. Το παρόν Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά τρόπο περιοριστικό κατά πόσον στοιχειοθετείται η όχι το προσαπτόμενο αδίκημα για ένα έκαστο των Κατηγορουμένων 1 και 2 στη βάση πάντοτε των συστατικών στοιχείων που πρέπει να αποδειχθούν και της σχετικής με αυτά μαρτυρίας και δεν πρόκειται να ασχοληθεί με μαρτυρία είτε δια ζώσης είτε έγγραφη ή θέσεις και επιχειρηματολογία νομικής η άλλης φύσεως για ζητήματα που εκ φεύγουν του δικού του πεδίου ελέγχου. Αυτά σημειώνονται γιατί μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1 και 2 αφορά ζητήματα της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων στην υπό εξέταση υπόθεση αλλά και άλλων προσώπων. Είναι σε δικαιοδοσίες και διαδικασίες άλλες που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ενδεχόμενα να μπορούν αν το θέλουν και νοουμένου ότι δεν έχουν ήδη απωλέσει δικαιώματα να αμφισβητήσουν τα ήδη εκδοθεισομένα αντιαγωγικά και αντιεκτελεστικά διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] και όχι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η Μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο ιδιώτης επιδότης [ ] Παπακώστας ο οποίος ανέλαβε από το δικηγορικό γραφείο Κούρτελλος την επίδοση εγγράφων που αφορούν την Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] τα οποία επέδωσε και ετοίμασε σχετικές ένορκες δηλώσεις για ένα έκαστο εξ αυτών οι οποίες φέρουν την σφραγίδα και την υπογραφή του. Mεταξύ άλλων από τα έγγραφα που ανέλαβε την επίδοση τους ήταν και το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 το οποίο επέδωσε στις 29.10.2018 στην Κατηγορούμενη 1 ως ανέφερε αφήνοντας το στην παρουσία του [ ] Δημητρίου στο εγγεγραμμένο της γραφείο (Τεκμήριο 4) καθώς και στην Κατηγορούμενη 2 με την επίδοση να γίνεται στην μητέρα αλλά και συγκάτοικο της (Τεκμήριο 2) με την επίδοση να γίνεται και πάλι στις 29.10.
  4. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πώς σε σχέση με την επίδοση του διατάγματος στην κατηγορούμενη 2 αυτή δεν έγινε προσωπικά στην ίδια αλλά στην μητέρα και συγκάτοικο της ενώ κατά την επίδοση η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν παρούσα ενώ ο ίδιος δεν γνώριζε αν έλαβε αντίγραφο του διατάγματος αφού το μόνο που η μητέρα της του ανέφερε ήταν πως θα το έδινε στην κόρη της. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ανέφερε πως ο κ. [ ] Δημητρίου ήταν παρόν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Κατηγορούμενης 1 και άφησε το διάταγμα σε αυτόν και δεν γνώριζε αν είχε η όχι την ιδιότητα του Διευθυντή της Κατηγορούμενης
  5. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) κατάθεσε ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού [ ] Χαραλάμπους ο οποίος είχε στην κατοχή του και κατάθεσε πιστά αντίγραφα των δικογράφων που αφορούν την Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] ήτοι τα Τεκμήρια 5 μέχρι και 11 και ο οποίος δεν αντεξετάστηκε. Μεταξύ άλλων αυτός κατάθεσε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, του διατάγματος ημερ. 24.10.2018, του πρακτικού ημερ. 02.11.2018, της αίτησης ημερομηνίας 23.11.2018, του διατάγματος ημερομηνίας 23.11.2018, της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 19.02.2019 και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 26.11.
  6. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) κατέθεσε ο Ρώσος Δικηγόρος κ. V. Yuzefovich ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ετοίμασε και κατέθεσε γραπτή δήλωση συνταγμένη στην Αγγλική Γλώσσα (Τεκμήριο Α, κατατέθηκε επίσης μετάφραση αυτής στην Ελληνική ως Τεκμήριο Β) το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρει πως πρόκειται για τον νομικό εκπρόσωπο και νομικό σύμβουλο της παραπονούμενης εταιρείας μεταξύ άλλων σε διαδικασίες ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων. Σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες της αγωγής Ε.Δ.Λεμεσού [ ] ενημέρωση λαμβάνει από τους δικηγόρους του δικηγορικού γραφείου Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ως αναφέρει στην δήλωση του ο σκοπός της δικής του παρουσίας στο δικαστήριο είναι να περιγράψει και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα ενώπιον του Δέκατου Διαιτητικού Εφετείου (Tenth Arbitration Court of Appeal) στην υπόθεση με αριθμό [ ] μετά την έναρξη των διαδικασιών στην Κύπρο στις 19.10.2018 και της έκδοσης του αντι-αγωγικού διατάγματος μονομερώς στις 24.10.2018 εναντίον της Κατηγορουμένης
  7. O ίδιος δεν είχε προσωπικά εμπλακεί κατά τις εμφανίσεις της ακρόασης που έλαβε χώρα ενώπιον του Δέκατου Διαιτητικού Εφετείου στις 08, 14 και 15 Νοεμβρίου 2018 εντούτοις έχει λάβει όλα τα έγγραφα και τις λεπτομέρειες αυτής από την Ρωσίδα δικηγόρο που είχε εμφανιστεί για λογαριασμό της Παραπονουμένης η οποία χειρίστηκε τόσο την υπόθεση σε πρωτόδικο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο με την οποία ο ΜΚ3 είχε συνεχή επικοινωνία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα μετά την έκδοση του αντι-αγωγικού διατάγματος στην Κύπρο στις 24.10.2018 και την επίδοση αυτού στις 29.10.2019 έλαβε χώρα στις 08.11.2018 η πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δέκατου Διαιτητικού Εφετείου για την ακρόαση της υπόθεσης Αρ. [ ] με σκοπό να εξεταστούν οι εφέσεις που είχαν καταχωρηθεί από την UCF Partners και τον [ ] Istomin. Κατά την εν λόγω ημερομηνία μόνο η δικηγόρος της Παραπονουμένης εμφανίστηκε ενώ η Κατηγορούμενη 1 απέστειλε μέσω του δικηγόρου της το Τεκμήριο 13 με το οποίο δήλωνε πώς δεν θα λάβει μέρος στην ακρόαση που ήταν προγραμματισμένη στις 08 Νοεμβρίου 2018 ένεκα της εξασφάλισης του Κυπριακού διατάγματος και ότι δεν θα σχολιάσει περαιτέρω επί της απάντησης της ADEAL που καταχωρήθηκε στην έφεση. Η συνέχιση της ακρόασης προγραμματίστηκε για τις 14.11.2018 ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε και πάλι μόνο η δικηγόρος της Παραπονουμένης με την Κατηγορούμενη 1 να καταχωρεί μέσω του δικηγόρου της έγγραφο που τιτλοφορείτο WRITTEN EXPLANATIONS along with a motion for postponement ημερομηνίας 14.11.2018 (Τεκμήριο 15) μέσω του οποίου απαντούσε με νομική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των εφέσεων ενώ εν τέλει στις 15.11.2018 εμφανίστηκαν στο Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο τόσο η δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 όσο και της Παραπονούμενης με τους πρώτους να αγορεύουν προς υποστήριξη της έφεσης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο αυθημερόν να εξεδώσει απόφασίν με την οποία αποδέχθηκε την έφεση και ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής ήταν η Παραπονουμένη να διαταχθεί να πληρώσει 225 εκατομμύρια ρωσικά ρούβλια σαν αποζημίωση στην UCF Partners κατά παράβαση των προνοιών του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.
  8. O μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς επίσης στο περιεχόμενο της Γνωμάτευσης που έλαβαν από τον Professor [ ] Vladimirovich Yarkov, D.Sci.Jus. αντίγραφο της οποίας και κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 σε σχέση με τις διαθέσιμες επιλογές που η Κατηγορούμενη 1 είχε με βάση το Ρωσικό Δίκαιο για να αιτηθεί την αναστολή της ακρόασης της έφεσης χωρίς όμως όπως ανέφερε να το πράξει με αποτέλεσμα η διαδικασία να συνεχίσει κανονικά και να εκδοθεί απόφαση επί της έφεσης. Τέλος σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τις 15.11.2018 ο μάρτυρας ανέφερε πώς καταχωρήθηκε από την Παραπονούμενη στις 26.11.2018 έφεση στο Ρωσικό Δικαστήριο Πνευματικών Δικαιωμάτων και ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε και αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της η οποία τελικά απορρίφθηκε στις 31.01.2019 επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του Δέκατου Ρωσικού Διαιτητικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε υπέρ της Κατηγορούμενης
  9. Τo σύνολο της αντεξέτασης του μάρτυρα αυτού έχει παρατεθεί αυτούσιο στα πρακτικά του δικαστηρίου το περιεχόμενο των οποίων έχει δεόντως μελετηθεί. Αρκεί να αναφέρω μόνο κατά τρόπο συνοπτικό ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του επικεντρώθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο εγγράφων και ενόρκων δηλώσεων που είχαν κατατεθεί στην δικαστική διαδικασία της αγωγής προς υποστήριξη της έκδοσης τόσο του αντιαγωγικού όσο και του αντιεκτελεστικού διατάγματος και ιδιαίτερα σε γεγονότα που αφορούσαν χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του επίδικου διατάγματος και γενικότερα σε σχέση με το βάσιμο και αληθές της αξίωσης της Παραπονουμένης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αναγκαστεί να επέμβει και να υπενθυμίσει πώς τα επίδικα θέματα της υπό εξέτασης υπόθεσης ήταν περιορισμένα και αφορούν γεγονότα μετά την έκδοση του αντιαγωγικού διατάγματος. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε πώς δεν ήταν ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση για λογαριασμό της Παραπονουμένης ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου άλλα άλλος συνάδελφος του, αυτός όμως όπως σημείωσε τύγχανε πλήρους και συνεχής ενημέρωσης για τις εξελίξεις της διαδικασίας και έδωσε την δική του εκδοχή ως προς την ευθύνη της Κατηγορουμένης 1 σε σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τις εμφανίσεις στην Ρωσία και των εγγράφων που κατατέθηκαν στις 08, 14 και 15 Νοεμβρίου
  10. Επιπρόσθετα αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε και σε σχέση με την στάση που η Παραπονούμενη κράτησε στην διαδικασία στην Ρωσία με ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 δηλαδή των πρακτικών των διαδικασιών και τα όσα έλαβαν χώρα κατά τις εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέταρτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ4) κατέθεσε η Δικηγόρος κα. Σ. Χρίστου εργοδοτούμενη στο δικηγορικό γραφείο Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ετοίμασε και κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Γ) το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρει ότι η ίδια μαζί με άλλους συναδέλφους της εκπροσωπούν την Παραπονούμενη εταιρεία στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] και είναι προσωπικός γνώστης λόγω της συμμετοχής της αυτής στα όσα αφορά την υπόθεση. Σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τις δικαστικές διαδικασίες στην Ρωσία ενημέρωση λαμβάνει από τους εκεί δικηγόρους της εταιρείας. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της αγωγής [ ] και της εξασφάλισης στα πλαίσια αυτής εναντίον της Κατηγορούμενης 1 του αντιαγωγικού διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018, των επιδόσεων αυτού στους Κατηγορούμενους 1 και 2 αλλά και της διαδικασίας για εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση προνομιακού εντάλματος certiorari (Πολιτική Αίτηση αρ. [ ]) μέσα από την οποία προκύπτει και η ξεκάθαρη γνώση του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 αφού μόνο σε εκείνους είχε επιδοθεί μέχρι τότε το σχετικό διάταγμα και οι οποίοι φαίνεται με την σειρά τους να είχαν ενημερώσει για την ύπαρξη του τους σχετιζόμενους με αυτούς αιτητές στην Πολιτική Αίτηση που αναφέρεται ανωτέρω. Γνώση για την ύπαρξη του διατάγματος ημερ. 24.10.2018 φαίνεται όπως η ΜΚ4 ισχυρίστηκε να προκύπτει και από τα όσα έλαβαν χώρα ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου στις 08.11.2018, 14.11.2018 και 15.11.2018 καθώς και στα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στα οποία ρητά η Κατηγορούμενη 1 προβαίνει σε αναφορά για την γνώση της ως προς την ύπαρξη του διατάγματος. Σύμφωνα με την ΜΚ4 μετά την έκδοση του διατάγματος ημερ. 24.10.2018 ενημερώθηκαν από τους Ρώσους δικηγόρους της Παραπονουμένης αναφορικά με περιστάσεις και γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στα πλαίσια της Ρωσικής διαδικασίας και συγκεκριμένα της Έφεσης με αριθμό [ ] που το Ρωσικό Διαιτητικό Εφετείο εξέταζε μεταξύ της περιόδου 08.11.2018 μέχρι και 15.11.2018 με αποτέλεσμα οι ίδιοι να αναγκαστούν για λογαριασμό των πελατών τους να αποταθούν στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] και να ζητήσουν την έκδοση αντί-εκτελεστικού Διατάγματος το οποίο και εξασφάλισαν εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και το οποίο μάλιστα μετά από ακρόαση κατέστηκε απόλυτο με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.02.
  11. Tα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για την έκδοση του αντί-εκτελεστικού διατάγματος αποτελούν το υπόβαθρο της μαρτυρίας και για την στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση υπόθεσης αφού φαίνεται ως η μάρτυρας υποστήριξε η Κατηγορούμενη 1 παρά την γνώση της για την ύπαρξη του διατάγματος στις 24.10.2018 να προχωρεί σε ενεργητική προώθηση της έφεσης ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου τόσο δια της καταχώρησης δικογράφου στις 14.11.2018 αντικρούοντας τις θέσεις της άλλης πλευράς όσο και δια της εμφάνισης της στην διαδικασία δια δικηγόρου ο οποίος και αγόρευσε στις 15.11.2018 προς υποστήριξη της έφεσης. Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν το Ρωσικό Εφετείο να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης με την οποία αποδέχεται την έφεση. Μάλιστα ως καταληκτικά σημειώνει, η Κατηγορούμενη 1 σύμφωνα και με τα πρακτικά των εμφανίσεων στις 15.11.2018 φαίνεται ρητά να αμφισβητεί το κατά πόσον το Ρωσικό Εφετείο δεσμευόταν από την ύπαρξη του Κυπριακού διατάγματος αλλά ούτε και η ίδια η Κατηγορούμενη 1 το θεωρούσε εμπόδιο για να ακουστεί η έφεση. Τέλος παραπέμπει στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.02.2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] με την οποία κατέστησε απόλυτο το αντί- εκτελεστικό διάταγμα στην οποία γίνεται ρητή αναφορά και εύρημα ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέβηκε ευθέως με τις πράξεις της το αντί - αγωγικό διάταγμα τόσο δια της καταχώρησης του γραπτού εγγράφου στην διαδικασία όσο και δια της αγόρευσης τους ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου. To σύνολο της αντεξέτασης της μάρτυρος αυτής επίσης έχει παρατεθεί αυτούσιο στα πρακτικά του δικαστηρίου το περιεχόμενο των οποίων έχει δεόντως μελετηθεί. Αρκεί να αναφέρω μόνο κατά τρόπο συνοπτικό ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της μάρτυρας αυτής αναλώθηκε σε ερωτήσεις που αφορούσαν την πηγή των όσων η ίδια ανάφερε κατά την κυρίως εξέταση της και γενικά για τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ρωσία σε πρωτοβάθμιο αλλά και δευτεροβάθμιο βαθμό με την μάρτυρα να επιβεβαιώνει ότι ως μία εκ των δικηγόρων που χειρίζεται την αγωγή [ ] Ε.Δ. Λεμεσού και πρόσωπο που έχει συνεχή επικοινωνία με τον κ. Κωστακόπουλο που χειρίζεται την ποινική υπόθεση καθώς και τους αντιπροσώπους της Κατηγορουμένης 1 στην Ρωσία αλλά και τους εκεί νομικούς της είναι γνώστης μέσω των πληροφοριών που συνεχώς λαμβάνει για όλα τα θέματα των διαδικασιών καθώς και τα έγγραφα που της αποστέλλονται ή ετοιμάζονται για τις δικαστικές διαδικασίες. Με ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 που αποτελούσαν τα πρακτικά των εμφανίσεων ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου στις 08, 14 και 15 Νοεμβρίου 2018 και το οποίο κατέθεσε στην διαδικασία ξεκαθάρισε πώς η ίδια δεν ήταν παρούσα στην διαδικασία αλλά τους έχει αποσταλεί από τους Ρώσους δικηγόρους της Κατηγορουμένης 1 το περιεχόμενο του οποίου έχει μελετήσει και μέρος του οποίου γίνεται αναφορά στην μαρτυρία της. Ως η ίδια εξήγησε τα συμπεράσματα της για την ύπαρξη της παρακοής από μέρους της Κατηγορούμενης 1 με την συνδρομή μάλιστα της Κατηγορουμένης 2 προκύπτουν από το σύνολο των γεγονότων που διαδραματίστηκαν και ιδιαίτερα αυτά που έλαβαν χώρα στην διαδικασία εκδίκασης της έφεσης μεταξύ των ημερομηνιών 08 με 15 Νοεμβρίου 2018 και τα οποία ουσιαστικά επανέλαβε και κατά την αντεξέταση της. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Η μαρτυρία του ΜΚ1 ιδιώτη επιδότη ήταν καθαρά τυπικής φύσεως αφού αυτός περιορίστηκε στο να παρουσιάσει τις ένορκες δηλώσεις που αφορούσαν την επίδοση της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] στους κατηγορούμενους 1 και 2 καθώς και του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.
  1. Η δε αντεξέταση αυτού ήταν πολύ σύντομη και ήταν κυρίως διευκρινιστικής φύσεως σε σχέση με τις επιδόσεις που αυτός διενέργησε. Συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου. Η μαρτυρία επίσης του ΜΚ2 Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ήταν επίσης τυπικής φύσεως και μάλιστα αυτός δεν άτυχε και οποιασδήποτε αντεξέτασης. Αυτός περιορίστηκε στο να καταθέσει αριθμό δικογράφων, διαταγμάτων και αποφάσεων που αφορούσαν την Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] τα οποία και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στην διαδικασία. Συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα σε σχέση με τον ΜΚ3 τον Ρώσο δικηγόρο των παραπονουμένων. Μπορεί ναι μεν αυτός να μην ήταν ο δικηγόρος που εμφανίστηκε ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου στις 3 επίδικες ημερομηνίες εκπροσωπώντας την Παραπονουμένη ήταν όμως γνώστης των όσων διαδραματίστηκαν από ενημέρωση που έλαβε που ούτως η άλλως επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των τηρηθέντων πρακτικών που κατατέθηκαν στην διαδικασία ως Τεκμήριο
  2. Συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του με την διευκρίνιση βεβαίως πως τα όποια συμπεράσματα ή γνώμες υπάρχουν μέσα σε αυτή και αφορούν το κατά πόσον τα γεγονότα συνιστούν η όχι παρακοή αφορούν καθαρά και μόνο το έργο του δικαστηρίου και όχι του μάρτυρα. Τέλος στρεφόμενος προς την μαρτυρία της ΜΚ4 σημειώνω εξ αρχής τα ακόλουθα. Πρόκειται για Κύπρια δικηγόρο εργοδοτούμενη στο δικηγορικό γραφείο Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. και η οποία μαζί με άλλους συναδέλφους της χειριζόταν αλλά και χειρίζεται τις αστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στην Κύπρο και αφορούν τους παραπονούμενους. Τα όσα η ίδια ανέφερε και σχετίζονται με την υπο εξέταση υπόθεση προέρχονται από την προσωπική της εμπλοκή στον χειρισμό της διαφοράς στα αστικά δικαστήρια αλλά και από την ενημέρωση που λαμβάνει από τους πελάτες του δικηγορικού γραφείου. Το ίδιο ισχύει και για το σύνολο των εγγράφων που κατέθεσε στην διαδικασία ή αναγνώρισε και τα οποία και αυτά προέρχονταν από την προσωπική της εμπλοκή στον χειρισμό των διαφορών των μερών. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας της από το ειδώλιο του μάρτυρα μου άφησε πολύ καλή εντύπωση αφού αυτή κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που η ίδια είχε προσωπική εμπλοκή και γνώση ενώ εκεί και όπου παρέθετε εξ ακοής μαρτυρία έδινε και εξήγηση για το πώς η μαρτυρία περιήλθε στην δική της γνώση. Ούτως η άλλως παρά την εκτενή αντεξέταση που της έγινε αυτή στο τέλος της ημέρας ήταν καθαρά διευκρινιστικής φύσεως για το που πηγάζει η δική της γνώση σε σχέση με τα επίδικα θέματα χωρίς μάλιστα στο τέλος της ημέρας οι ευπαίδευτοι συνηγόροι των Κατηγορουμένων 1 και 2 να εισηγούνται ότι η μάρτυρας αυτή θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη. Απεναντίας ρητά αναφέρουν στην αγόρευση τους ότι από την στιγμή που πρόκειται για Κύπρια δικηγόρο δεν θεωρούν ότι τίθεται ζήτημα αναξιοπιστίας της.[4] Συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία της με την διευκρίνιση βεβαίως πως τα όποια συμπεράσματα ή γνώμες υπάρχουν μέσα σε αυτή και αφορούν το κατά πόσον τα γεγονότα συνιστούν η όχι παρακοή αφορούν καθαρά και μόνο το έργο του δικαστηρίου και όχι της μάρτυρος. Η θέση της Υπεράσπισης ότι δεν προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία: Πριν την ενασχόληση του Δικαστηρίου με τα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση σε συνέχεια ολοκλήρωσης της αξιολόγησης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε κρίνω σκόπιμο να πραγματευτώ την θέση που η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 εξέφρασε στην αγόρευση της ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν προσκομίστηκε από πλευράς Παραπονουμένης η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Μάλιστα υποστηρίζει την θέση αυτή στη βάση του ότι ο κύριος μάρτυρας της Παραπονουμένης που ήταν ο Ρώσος Δικηγόρος (ΜΚ3) δεν ήταν παρόν κατά την ακρόαση της Ρωσικής Διαδικασίας στην Ρωσία όταν έγινε η ισχυριζόμενη παρακοή και ούτε ήταν σε θέση να επεκταθεί επί των συμβάντων που έλαβαν χώρα κατά την ακρόαση το ίδιο εξέφρασε και για την ΜΚ
  3. Με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 και 2 αλλά θα διαφωνήσω με την προσέγγιση αυτή και θα εξηγήσω τους λόγους πιο κάτω: Η υπό εξέταση υπόθεση εξετάζει την ενδεχόμενη παρακοή της Κατηγορούμενης 1 στα όσα το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 περιλάμβανε με την ενδεχόμενη συνδρομή και/ή παρακίνηση της Κατηγορουμένης
  4. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς στοιχειοθέτηση της κατ ισχυρισμό παρακοής βασίζεται κυρίως σε έγγραφη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια της δίκης από τους μάρτυρες της Παραπονουμένης συμπεριλαμβανομένου του ΜΚ3 και ΜΚ4 έγγραφα τα οποία μάλιστα προέρχονται και από την ίδια την Κατηγορούμενη
  5. Μεταξύ άλλων πρόκειται για το Τεκμήριο 13 δηλαδή το έγγραφο ημερ. 08.11.2018 που η Κατηγορούμενη 1 μέσω των Ρώσων Δικηγόρων της απέστειλε προς το Ρωσικό Εφετείο καθώς και το Τεκμήριο 15 που και πάλι η Κατηγορούμενη 1 αποστέλλει στις 14.11.2018 στο Ρωσικό Διαιτητικό Εφετείο με το οποίο υποστηρίζει την έφεση της αντικρούοντας με νομική επιχειρηματολογία τους ισχυρισμούς της Παραπονουμένης. Επιπρόσθετα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 ήτοι των πρακτικών που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν από την ΜΚ4 και αφορούν το τι έλαβε χώρα κατά την ακρόαση των εφέσεων ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου στις 08, 14 και 15 Νοεμβρίου 2018 έχει την δική του ιδιάζουσα σημασία. Ο δε μάλιστα ισχυρισμός κατά την προφορική τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2 ότι τα συγκεκριμένα πρακτικά δεν είναι ολοκληρωμένα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα τότε άξιο προβληματισμού είναι γιατί οι Κατηγορούμενοι όταν κλήθηκαν σε απολογία δεν παρουσίασαν μέσω δικής τους μαρτυρίας οποιαδήποτε επιπρόσθετα ή άλλα πρακτικά που τηρήθηκαν στην διαδικασία. Ούτε βεβαίως κατά την αντεξέταση των ΜΚ3 και ΜΚ4 τους παρουσιάστηκε οποιοδήποτε άλλο κείμενο πρακτικών των εμφανίσεων στην Ρωσία το οποίο να περιλάμβανε περιεχόμενο άλλο από ότι αυτό του Τεκμηρίου
  6. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια χωρίς την οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς υπεράσπισης. Πρόκειται για έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της Παραπονουμένης μέσω του Δικηγόρου που την εκπροσώπησε στην Ρωσική διαδικασία και τα οποία περιήλθαν στην συνέχεια στην κατοχή του ΜΚ3 και της ΜΚ
  7. Μάλιστα η ίδια η υπεράσπιση βασίστηκε στο περιεχόμενο τους για να αντεξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας και να προωθήσει την δική της θέση ότι δηλαδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρακοή του επίδικου διατάγματος στη βάση όχι διαφορετικών γεγονότων αλλά στο περιεχόμενο των ήδη υφιστάμενων καταχωρηθέντων τεκμηρίων και ιδιαίτερα αυτών για τα οποία κάμνω αναφορά ανωτέρω. Στο τέλος της ημέρας αν πράγματι ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα ή διέφερε από το τι πραγματικά έλαβε χώρα ή ότι επιλέχθηκε και μάλιστα κατά τρόπο σκόπιμο η αποσπασματική παρουσίαση της μαρτυρίας ας έφερνε όταν κλήθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 σε απολογία την δική της εκδοχή γεγονότων πράγμα το οποίο ουδόλως και έπραξαν με αποτέλεσμα οι θέσεις που εκφράστηκαν κατά την αγόρευση να παραμένουν αστήρικτες και οι υποβολές κατά την αντεξέταση προς τους μάρτυρες κατηγορίας μετέωρες. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό πώς οι υποβολές / θέσεις σε μάρτυρα από τον δικηγόρο της άλλης πλευράς που λαμβάνουν χώρα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και οι οποίες δεν υποστηρίζονται στην συνέχεια από την αντίδικη πλευρά με την παράθεση σχετικής επί του θέματος της υποβολής / θέσης μαρτυρία παραμένουν μετέωρες και συνεπώς απορριπτέες. Στην σχετικά πρόσφατη ποινική έφεση ημερομηνίας 17/12/2015 RABIUL HOSSAIN ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2015, ο Δικαστής Ερωτοκρίτου αναφέρει τα εξής αναφορικά με το ζήτημα αυτό: ''Η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου τίθεται με αποδεχτή μαρτυρία και όχι με υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.'' Συνεπώς δεν πρόκειται για περίπτωση προφορικής μαρτυρίας από πρόσωπα τα οποία δεν είχαν σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να καταπιαστεί από τον αποδεικτικό κανόνα της υποχρέωσης προσκόμισης καλύτερης δυνατής μαρτυρίας αλλά φαίνεται ότι η υπό εξέταση υπόθεση θα κριθεί κατά κύριο στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που έχει κατατεθεί στην διαδικασία. Ευρήματα: Έχοντας υπόψη μου τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα & έγγραφα καθώς και την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση: Στις 19.10.2018 η Παραπονούμενη καθώς και η εταιρεία Tanberg Investments Limited προχώρησαν μέσω του δικηγορικού γραφείου Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε στην καταχώρηση αγωγής εναντίον των Κατηγορουμένων 1 & 2 καθώς και άλλων 6 φυσικών και νομικών προσώπων (ημεδαπών και αλλοδαπών). Την ίδια ημέρα ήτοι στις 19.10.2018 καταχώρησαν στα πλαίσια της ίδιας αγωγής και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την απόδοση σε αυτούς αριθμού προσωρινών διαταγμάτων η οποία ορίστηκε στις 24.10.2018 με σκοπό την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όπως και έγινε με αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν την έκδοση μεταξύ άλλων και του επίδικου αντιαγωγικού διατάγματος (anti-suit injunction) εναντίον της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 24.10.2018 (σχετικά τα τεκμήρια 5, 6 & 7). Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 να λεχθεί πως πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών με εγγεγραμμένο γραφείο στην Λεμεσό και με μοναδικό διευθυντή, γραμματέα και μέτοχο κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους την Κατηγορούμενη 2 (σχετικό το τεκμήριο 22). Το πρόσωπο όμως που είχε τον ουσιαστικό έλεγχο και ήταν ο κατευθύνον νους της Κατηγορουμένης 1 αλλά και ο τελικός δικαιούχος αυτής ήταν ο [ ] Istomin πρώην Κατηγορούμενος 3 στην υπό εξέταση υπόθεση και Εναγόμενος 3 στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ]. Με το αντιαγωγικό διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 Κατηγορούμενη 1 διατασσόταν και/ή της απαγορευόταν και/ή εμποδιζόταν μέσω των διευθυντών και/ή γραμματέων και/ή αξιωματούχων και/ή εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της μεταξύ άλλων από το να προωθήσουν και/ή συνεχίσουν να προωθούν την υπόθεση με αριθμό [ ], UCF Partners Limited v Adeal - Import LLC που εκκρεμεί και/ή τελεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Αrbitration Court of the Moscow Region) είτε μέσω οποιασδήποτε ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας και/ή απαίτησης και/ή διαβήματος είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή μέσω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και/ή ανώτερου Δικαστηρίου και/ή άλλης δευτεροβάθμιας δικαστικής διαδικασίας και/ή στο πλαίσιο των Εφέσεων με αριθμό [ ] (10th Arbitration Court of Appeal), καταχωρηθέντων υπό των Καθ ων η Αίτηση 2[5] και του Καθ ου η Αίτηση 3[6] στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή τελεσιδικία της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών ή/και οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου. Στις 02.11.2018 οι δικηγόροι της παραπονουμένης εμφανίστηκαν εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] εμφάνιση κατά την οποία ήταν ορισμένο επιστρεπτέο το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 και αφού παρέδωσαν τις επιδόσεις τόσο της αγωγής όσο και των δικογράφων που αφορούσαν τα των προσωρινών διαταγμάτων συμπεριλαμβανομένου και του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 το Δικαστήριο ενόψει της μη εμφάνισης ή εκπροσώπησης της Κατηγορούμενης 1 διέταξε όπως το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο (σχετικό το τεκμήριο 7). Το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού 2263/2018 καθώς επίσης και το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 είχαν αφεθεί από ιδιώτη επιδότη στις 29.10.2018 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην παρουσία κάποιου προσώπου ονόματι [ ] Δημητρίου (σχετικά τα τεκμήρια 3 & 4). Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 2 τόσο το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] όσο και το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 είχε αφεθεί από ιδιώτη επιδότη στις 29.10.2018 στην μητέρα και συγκάτοικο της Κατηγορούμενης 2 (σχετικά τα τεκμήρια 1 & 2). Η καταχώρηση της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] στις 19.10.2018 αποτελούσε απόρροια και συνέχεια δικαστικών / διαιτητικών διαδικασιών που η Κατηγορούμενη 1 τροχοδρομούσε στην Ρωσία (σχετικό το τεκμήριο 5). Πιο συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη 1 είχε στις 5.10.2018 καταχωρήσει στο 10th Αrbitration Court of Appeal μαζί με τον πρώην Κατηγορούμενο 3 τις εφέσεις με αριθμό [ ] εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21.08.2018 και τροχοδρομείτο από μέρους τους η εκδίκαση τους αφού ήταν προγραμματισμένες για ακρόαση στις 08.11.2018 ενώπιον του Διαιτητικού Εφετείου. Στις 08.11.2018 η Κατηγορούμενη 1 μέσω του συνηγόρου της απέστειλε επιστολή ίδιας ημερομηνίας προς το Διαιτητικό Εφετείο με την οποία ενημέρωνε το σώμα ότι δεν θα εμφανιζόταν στην προγραμματισμένη ακρόαση και ότι δεν θα παραθέσει οποιαδήποτε επιπρόσθετα σχόλια στις δηλώσεις που παρέλαβαν από την Adeal - Import LLC ενημερώνοντας ταυτόχρονα το σώμα ότι Κυπριακό Δικαστήριο σε συνέχεια αίτησης της Adeal - Import LLC (Παραπονουμένης) εξασφάλισαν προσωρινά μέτρα απαγορεύοντας στην Κατηγορούμενη 1 από του να συμμετέχει στην εκδίκαση της υπόθεσης στα Ρωσικά Δικαστήρια διάταγμα στο οποίο ουδέποτε συμφώνησαν ή αποδέχθηκαν και ότι θα το αμφισβητούσαν. Παρά την πιο πάνω επιστολή οι εκπρόσωποι της Adeal - Import LLC εμφανίστηκαν ενώπιον του σώματος στις 08.11.2018 και αγόρευσαν περί του αβάσιμου της έφεσης η ακρόαση της οποίας προγραμματίστηκε για συνέχιση στις 14.11.2018 (σχετικά τα τεκμήρια 13 & 21). Στις 14.11.2018 ενώπιον του Διαιτητικού Εφετείου στα πλαίσια της ίδιας έφεσης ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 δεν εμφανίστηκε ενώπιον του σώματος όμως δια λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 προχώρησε και καταχώρησε την ίδια ημέρα ήτοι στις 14.11.2018 έγγραφο με την ονομασία WRITTEN EXPLANATIONS along with a motion for postponement απευθυνόμενο προς το σώμα. Σε αυτό ουσιαστικά γινόταν αίτημα για αναβολή της δικαστικής διαδικασίας αλλά σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος παρέθεταν εκτενή επιχειρηματολογία προς αντίκρουση των θέσεων της άλλης πλευράς και συγκεκριμένα των απαντήσεων τους επί της έφεσης. Οι δικηγόροι της Adeal - Import LLC είχαν εμφανιστεί στην διαδικασία και αγόρευσαν περί του αβάσιμου της έφεσης με την συνέχιση της ακρόασης να προγραμματίζεται για τις 15.11.2018 (σχετικά τα τεκμήρια 15 & 21). Στην ακρόαση της έφεσης στις 15.11.2018 εμφανίστηκαν ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου τόσο ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 όσο και της Παραπονουμένης. Κατά την διαδικασία επιβεβαιώθηκε η καταχώρηση από μέρους τόσο της Κατηγορούμενης 1 όσο και της Παραπονούμενης στις 14.11.2018 των γραπτών κειμένων έκαστης πλευράς και αναφορά έγινε και στο αίτημα για αναβολή της διαδικασίας λαμβάνοντας υπόψη το διάταγμα που είχε εκδοθεί αλλά και του γεγονότος ότι η Παραπονούμενη παρά το γεγονός ότι ζήτησε στην Κύπρο με το προσωρινό διάταγμα την μη περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας της έφεσης στην Ρωσία αυτή συμμετέχει κανονικά σε αυτή με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος η Κατηγορούμενη 1 να απωλέσει τα δικαιώματα της. Επιπρόσθετα ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 δήλωσε στο Εφετείο πώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52 of the Plenum of the Supreme Court of the Russian Federation δεν εμποδίζεται το Ρωσικό Δικαστήριο από το να εκδικάσει την υπόθεση και αυτό αντιπροσωπεύει και την δική τους θέση. Ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 ερωτήθηκε από το Εφετείο κατά πόσο θα συμμετέχει στην ακρόαση της υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα που είχαν ληφθεί και αυτός απάντησε θετικά αιτιολογώντας ότι αυτό γίνεται από την στιγμή που βρίσκονται κάτω από την απειλή να χάσουν τα δικαιώματα τους. Αφού αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν επί της ουσίας της έφεσης και αφού το Εφετείο αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν λόγοι για να αναβάλει την ακρόαση επιφύλαξε την απόφαση του την οποία εξέδωσε την ίδια ημέρα επιτρέποντας την έφεση και παραμερίζοντας την πρωτόδικη διαιτητική απόφαση με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να κληθεί να καταβάλει προς την Κατηγορούμενη 1 τα ακόλουθα ποσά σε Ρωσικά Ρούβλια: RUB 225,000,000, RUB200,000 και RUB 3,000 (σχετικά τα τεκμήρια 16, 17 & 21). Σε συνέχεια της έκδοσης απόφασης του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου στις 15.11.2018 το δικηγορικό γραφείο Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε εκπροσωπώντας την Παραπονούμενη ως αιτήτρια προχώρησε στις 23.11.2018 στην καταχώρηση στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ] μονομερούς αίτησης δια της οποίας εξασφάλισαν εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 Αντι-εκτελεστικού διατάγματος παγκόσμιου βεληνεκούς (worldwide anti-enforcement injunction) με το οποίο διαταζόταν και/ή της απαγορευόταν από το να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ή μέτρα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της στις 15.11.2018 από το 10th Arbitration Court of Appeal. Παρά την υποβολή ένστασης από μέρους των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1 και 2 όταν το διάταγμα αυτό ήταν επιστρεπτέο το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 19.02.2019 διάταξε την οριστικοποίηση του (σχετικά τα τεκμήρια 8, 9 & 10). Σημειώνεται τέλος πως στις 26.11.2018 η Παραπονούμενη καταχώρησε έφεση κατά της απόφασης του Δέκατου Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου στο Ρωσικό Δικαστήριο Πνευματικών Δικαιωμάτων αμφισβητώντας την απόφαση ημερομηνίας 15.11.
  8. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και εξασφαλίστηκε διάβημα για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου όμως στις 31.01.2019 το Δικαστήριο Πνευματικών Δικαιωμάτων προχώρησε στην έκδοση απόφασης με την οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Δέκατου Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου. Νομική Πτυχή: Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της απείθειας και/ή μη συμμόρφωσης σε διάταγμα του Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  9. Επιπρόσθετα η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται για την παροχή συνδρομής και παρακίνησης προς την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία για την διάπραξη από μέρους της του αδικήματος της απείθειας και/ή μη συμμόρφωσης σε διάταγμα του Δικαστηρίου κατά παράβαση τόσο του άρθρου 20 όσο και του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Κεφ.
  10. Οι πρόνοιες του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
  11. Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή. Συνεπώς με βάση το λεκτικό του νόμου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου και (β) Η γνώση του προσώπου προς το οποίο το διάταγμα απευθύνεται της ύπαρξης και του ακριβούς περιεχομένου του διατάγματος και (γ) Η μη συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του διατάγματος και (δ) Η με πρόθεση καταστρατήγηση του διατάγματος Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν.
  12. Θεόδωρος Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, με αναφορά στις υποθέσεις Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750 και Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορουμένου προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ'εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Βλ., επίσης, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70, Έπαρχος Πάφου ν. Χρύσως Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ 594, Ελισάβετ Θεοφάνους ν. Γαλαταριώτης κ.ά.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634, Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου, Έφεση 9/2009, ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου 2011, και Μιχαηλίδης ν. Poliakova, Έφεση 22/2009, ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου 2011. Στις υποθέσεις Mouzouris, Κωνσταντίνου (ανωτέρω) και Χωματένος ν. Σταυρινού
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2110 ξεκαθαρίστηκε ότι τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος είναι δυνατό να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 2: Η Κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1. Αυτό δεν την καθιστά άμεσα συνεργό. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δόθηκε στην Ευριβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600[7] στην οποία αναφέρθηκε πως το γεγονός απλά και μόνο ότι ένα πρόσωπο είναι διευθυντής μίας εταιρείας αυτό από μόνο του δεν του δημιουργεί ποινική ευθύνη. Όπως επίσης προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 20 και 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια σε αυτά με την οποία να δημιουργεί ποινική ευθύνη του Διευθυντή νομικού προσώπου με αναφορά απλά και μόνο στην ιδιότητα του αυτή. Στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd.
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι: « Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα[8]. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Στην υπόθεση Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, κτηνίατρος αμελώς πιστοποίησε ότι κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Ο κρεοπώλης που το εξέθεσε προς πώληση καταδικάστηκε για το αυστηρής ευθύνης αδίκημα έκθεσης προς πώληση ακατάλληλου κρέατος. Ο κτηνίατρος επίσης καταδικάστηκε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κτηνίατρου παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε πως η αμέλεια δεν ήταν αρκετή για ποινική ευθύνη συνεργού, έστω και αν η ευθύνη του αυτουργού δεν βασιζόταν σε απόδειξη οποιουδήποτε βαθμού σφάλματος. (Δέστε και Smith v. Mellors [1987] 84 Cr. App. R. 279). Θα θέλαμε τώρα να θέσουμε ένα υποθετικό ερώτημα, που καταδεικνύει το λογικό της αναγκαιότητας ύπαρξης ένοχης διάνοιας. Αν διευθυντής εταιρείας υπέγραφε εκ μέρους της επιταγή πληρωτέα «εν όψει» ("on demand") και αν μέχρι την παρουσίαση της επιταγής για εξαργύρωση σε 1-2 μέρες, άλλοι αξιωματούχοι της εταιρείας απέσυραν όλα τα κεφάλαια από το λογαριασμό και η επιταγή παρέμενε ακάλυπτη, θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι, εκείνος που υπέγραψε την επιταγή ήταν συνεργός σε διάπραξη αδικήματος; Η απάντηση θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι αρνητική.» Είναι λοιπόν αναγκαίο με βάση τις πιο πάνω αρχές να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή ή τέτοια συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Υπαγωγή των ευρημάτων επί της νομικής πτυχής & συμπεράσματα: Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει η στοιχειοθέτηση του συνόλου των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 137 του Κεφ. 154 από μέρους της Κατηγορούμενης 1 και εξηγώ το σκεπτικό μου. H έκδοση του διατάγματος και η γνώση της ύπαρξης του: Η έκδοση του αντιαγωγικού διατάγματος έγινε στις 24.10.2018 στα πλαίσια της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού [ ], είχε ξεκάθαρο περιεχόμενο σε σχέση με το τι όφειλε η Κατηγορούμενη 1 να πράξει και για το οποίο έλαβε γνώση και γενικά ήταν στα υπόψη της. Η γνώση της αυτή προκύπτει από τα ακόλουθα γεγονότα: (α) Στις 29.10.2018 μέσω ιδιώτη επιδότη πιστό αντίγραφο του διατάγματος αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Κατηγορουμένης 1 στην παρουσία κάποιου [ ] Δημητρίου. Σημειώνεται ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι αυτό αφέθηκε πράγματι στο εγγεγραμμένο της γραφείο απλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν δόθηκε στον διευθυντή της αλλά σε κάποιο [ ] Δημητρίου που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο κατά τον χρόνο επίσκεψης του επιδότη αλλά η ιδιότητα του παρέμεινε άγνωστη προς το Δικαστήριο σε σχέση με την Κατηγορούμενη
  2. (β) Σε σχέση με την επίδοση του διατάγματος στην Κατηγορουμένη 2 να αναφέρω καταρχήν πώς το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 δεν εκδόθηκε προσωπικά εναντίον της αλλά εναντίον της Κατηγορουμένης 1, επίσης η ίδια δεν συμπεριλαμβάνεται προσωπικά στην οπισθογράφηση του συγκεκριμένου διατάγματος. Όμως από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει πως η Κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τους επίδικους για την υπόθεση χρόνους η μοναδική διευθύντρια, γραμματέας αλλά και αποκλειστικός μέτοχος της Κατηγορουμένης
  3. Είναι γνωστό πώς όπου εκδίδεται διάταγμα εναντίον νομικού προσώπου, εξυπακούεται η ευθύνη τήρησης του και από φυσικά πρόσωπα που έχουν την διοίκηση του και το εκπροσωπούν. Στην υπό εξέταση υπόθεση το διάταγμα ημερ. 24.10.2018 καλούσε την Κατηγορούμενη 1 σε συμμόρφωση τόσο προσωπικά όσο και μέσω των διευθυντών και/ή γραμματέων και/ή αξιωματούχων και/ή εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της. Παρά το ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν αναφερόταν ονομαστικά στο Διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 η Παραπονούμενη μέσω ιδιώτη επιδότη μετέβηκε στην διεύθυνση διαμονής της Κατηγορουμένης 2 στην οποία βρήκε την μητέρα αλλά και συγκάτοικο της γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και άφησε εκεί πιστό αντίγραφο του διατάγματος στις 29.10.
  4. Μάλιστα στην αποδεκτή μαρτυρία του επιδότη η μητέρα της του είχε αναφέρει πώς θα το έδινε στην Κατηγορούμενη 2 και δεν του είχε προβάλει οποιαδήποτε άλλη θέση. Υπενθυμίζεται πως δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη εκδοχή από την υπεράσπιση της Κατηγορουμένης 2 δηλαδή π.χ. ότι αυτή δεν διέμενε κατά τον επίδικο χρόνο με την μητέρα της ή στον χώρο όπου το διάταγμα ημερ. 24.10.2018 αφέθηκε ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία μέσω της ιδίας ή άλλων μαρτύρων για την ισχυριζόμενη απουσία γνώσης της για την ύπαρξη του διατάγματος. (γ) Οι εναγόμενοι 3 ([ ] Istomin) και 4 ([ ] Stewart) στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ημερ. 23.11.2018 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης Αρ. [ ][9] για εξασφάλιση άδειας για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του διατάγματος ημερ. 24.10.2018 αναφέρουν ότι έλαβαν γνώση του επίδικου διατάγματος στις 03.11.2018 μέσω των αντιπροσώπων τους στην Κύπρο[10] δηλαδή την επόμενη ημέρα που αυτό κατέστη απόλυτο ενώ κατά την διαδικασία στα πλαίσια της αγωγής προκύπτει ότι οι μόνες επιδόσεις που είχαν προωθηθεί μέχρι και τις 03.11.2018 ήταν προς τους Κατηγορούμενους 1 και 2 (Εναγόμενους 2 & 8 στην Αγωγή) αφού για τους υπόλοιπους (Εναγόμενους 3,4,5,6 και 7 στην Αγωγή) τροχοδρομείτο αίτηση ημερομηνίας 30.10.2018 για έκδοση διαταγμάτων υποκατάστατης επίδοσης (σχετικό το Τεκμήριο 7) και σχετικό διάταγμα εξεδόθηκε μόλις στις 02.11.
  5. Συνεπώς τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσα να τους ενημερώσουν για την ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 ήταν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 από την στιγμή που μέχρι τότε αυτό είχε μόνο κοινοποιηθεί στα συγκεκριμένα πρόσωπα και πουθενά αλλού. (δ) Μέσω του Τεκμηρίου 13 η Κατηγορούμενη 1 δια του δικηγόρου της στην Ρωσία ενημερώνει το Ρωσικό Διαιτητικό Εφετείο με έγγραφο ημερομηνίας 08.11.2018 για την ύπαρξη των μέτρων που λήφθηκαν στην Κύπρο από την Παραπονούμενη και συγκεκριμένα του αντιαγωγικού διατάγματος μέσω του οποίου της απαγορευόταν να συμμετέχει στην ακρόαση της έφεσης.[11] Η ημερομηνία 08.11.2018 ήταν η πρώτη εμφάνιση για ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου και σύμφωνα με το έγγραφο στο οποίο αναφορά γίνεται ανωτέρω προκύπτει ξεκάθαρα το συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε ήδη από προηγουμένως γνώση της ύπαρξης του αντιαγωγικού διατάγματος. (ε) Στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.02.2019 στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] με την οποία κατέστηκε απόλυτο το αντι-εκτελεστικό διάταγμα στην σελίδα 11 ο Δικαστής σημειώνει στην απόφαση του τα ακόλουθα: ΄΄Παραμένει όμως γεγονός ότι οι Καθ ων η Αίτηση 2 και 8 έλαβαν γνώση του αντι-αγωγικού διατάγματος στις 29.10.2019 όπως προκύπτει από τις επιδόσεις στον φάκελο του Δικαστηρίου΄΄ Επιπρόσθετα στην σελίδα 20 της ίδιας απόφασης γίνεται και η εξής σχετική με τα ζητήματα γνώσης της ύπαρξης του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 της ακόλουθης αναφοράς του Δικαστή: ''Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 είχαν λάβει γνώση της ύπαρξης του διατάγματος εγκαίρως και σε κάθε περίπτωση πριν τις 8.11.2018 όταν ήταν ορισμένη η υπόθεση µε αριθµό [ ], UCF Partners Limited v. Adeal-Import LLC ενώπιον του 10ου Εφετείου Μόσχας (Tenth Commercial Appellate Court). Το αν γνώριζαν ή όχι οι τελικοί δικαιούχοι των Καθ' ων η Αίτηση (δηλ. ο εναγόμενος 3) την ύπαρξη του διατάγματος είναι αδιάφορο για σκοπούς επίδοσης στους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 στους οποίους είχε επιδοθεί και όφειλαν να είχαν συμμορφωθεί.'' Η παραβίαση του διατάγματος και το ηθελημένο της ενέργειας αυτής: Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο μέσω της δια ζώσης όσο και μέσω της έγγραφης μαρτυρίας προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει με τις ενέργειες της παραβιάσει ευθέως το αντι - αγωγικό διάταγμα ημερομηνίας 24.10.
  6. Καταρχάς να υπενθυμιστεί εκ νέου το λεκτικό του διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 και τι αυτό απαγόρευε καθότι είναι σημαντικό σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι προέβηκε η Κατηγορούμενη 1 και αυτές αναφέρονται κατωτέρω: Με το συγκεκριμένο διάταγμα η Κατηγορούμενη 1 διατασσόταν και/ή της απαγορευόταν και/ή εμποδιζόταν μέσω των διευθυντών και/ή γραμματέων και/ή αξιωματούχων και/ή εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της μεταξύ άλλων από το να προωθήσουν και/ή συνεχίσουν να προωθούν την υπόθεση με αριθμό [ ], UCF Partners Limited v Adeal - Import LLC που εκκρεμεί και/ή τελεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Αrbitration Court of the Moscow Region) είτε μέσω οποιασδήποτε ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας και/ή απαίτησης και/ή διαβήματος είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή μέσω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και/ή ανώτερου Δικαστηρίου και/ή άλλης δευτεροβάθμιας δικαστικής διαδικασίας και/ή στο πλαίσιο των Εφέσεων με αριθμό [ ] (10th Arbitration Court of Appeal), καταχωρηθέντων υπό των Καθ ων η Αίτηση 2[12] και του Καθ ου η Αίτηση 3[13] στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή τελεσιδικία της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών ή/και οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου. (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Οι ενέργειες αυτές καθόσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 έχουν ως ακολούθως: (α) Ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 απέστειλε προς το Ρωσικό Διαιτητικό Εφετείο έγγραφο ημερομηνίας 08.11.2018 με το οποίο ουσιαστικά επιβεβαίωνε την έφεση των πελατών τους αφού σε αυτό αναφερόταν ότι δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε επιπρόσθετα σχόλια επί των δηλώσεων που καταχώρησε η Adeal - Import LLC στα πλαίσια της έφεσης και (β) Ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης 1 στις 14.11.2018 προχώρησε στην καταχώρηση εγγράφου - δικογράφου (Τεκμήριο 15) μέσω του οποίου απαντούσε και κατ ουσίαν αντέκρουε τους ισχυρισμούς των Παραπονουμένων ως προς το αβάσιμο της έφεσης και (γ) Ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 στις 15.11.2018 εμφανίστηκε στην ακρόαση της έφεσης ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου και αγόρευσε προς υποστήριξη της έφεσης. Μάλιστα ανέφερε ρητά ενώπιον του σώματος στο πλαίσιο της υπόθεσης ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο το διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου δεν δεσμεύει το Ρωσικό Δικαστήριο θέση την οποία και οι ίδιοι υιοθέτησαν (σχετικά τα πρακτικά της διαδικασίας Τεκμήριο 21). Αξιοσημείωτο μάλιστα πως το Δικαστήριο στις 15.11.2018 απευθύνθηκε στον δικηγόρο της Κατηγορούμενης 1 και τον ρώτησε αν θα συμμετέχουν στην ακρόαση της έφεσης λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα που είχαν ληφθεί με τον δικηγόρο να απαντά πως θα το έπραττε και ότι η ύπαρξη των μέτρων αυτών δεν αποτελούσαν εμπόδιο στο να ακουστεί η έφεση[14] και (δ) Η Κατηγορούμενη 1 σε κανένα διάβημα δεν προχώρησε για να αιτηθεί με γραπτή αίτηση της και τεκμηριωμένα την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δέκατου Διαιτητικού Εφετείου αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης Αρ. [ ] διαδικασία η οποία ήταν διαθέσιμη κάτω από το Ρωσικό Δίκαιο[15] απεναντίας αυτή αμφισβητούσε καθαρά την δέσμευση του Ρωσικού Εφετείου και της Ρωσικής διαδικασίας από τα όσα το επίδικο διάταγμα προέβλεπε θέση την οποία και υποστήριξε με αναφορά στο Ρωσικό Δίκαιο.[16] (ε) Η Κατηγορούμενη 1 μέσω του δικηγόρου της ενεργητικά επέμενε στην προώθηση της έφεσης που είχαν καταχωρήσει και ενήργησαν κατά παράβαση του αντι - αγωγικού διατάγματος. Τούτο προκύπτει εκ του αποτελέσματος της έκδοσης απόφασης στις 15.11.2018 την οποία επεδίωξαν ενεργητικά. Με τις πιο πάνω ενέργειες της Κατηγορούμενης 1 (είτε τις δούμε κατά τρόπο αποσπασματικό ή συνολικό/ενιαίο) που έλαβαν χώρα κατά τις ημερομηνίες 08.11.2018, 14.11.2018 και 15.11.2018[17] είναι γεγονός ότι έχουν πετύχει στο τέλος της ημέρας να ακυρώσουν ότι το αντι- αγωγικό διάταγμα επιδίωκε να αποτρέψει, αφού το Ρωσικό Εφετείο προέβη σε έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς η οποία στην συνέχεια ήταν δεκτική εκτέλεσης άμεσα στην Ρωσία.[18] Οι ενέργειες αυτές έγιναν κατά τρόπο ηθελημένο και επιδιωκόμενο αφού παρά τα όσα απαγορευτικά το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 περιλάβανε η Κατηγορούμενη 1 δείχνοντας πλήρη παραγνώριση στο περιεχόμενο του και κατά τρόπο ηθελημένο προώθησε την εκδίκαση της έφεσης της ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου αμφισβητώντας μάλιστα το κατά πόσο αυτό ήταν δεσμευτικό για να μην προχωρήσει η διαδικασία της ακρόασης της έφεσης δείχνοντας πλήρη ασέβεια στα όσα αυτό διάταζε να γίνουν και την αφορούσαν. Η ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 2 Υπενθυμίζεται όπως βεβαίως αναφέρθηκε και ανωτέρω αλλά και αποτελεί αντίστοιχο εύρημα του Δικαστηρίου η Κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον επίδικο για τις κατηγορίες χρόνο η μοναδική Διευθύντρια, Γραμματέας και Μέτοχος της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Αυτή διώκεται στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ότι δηλαδή ότι αυτή παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 να διαπράξει το αδίκημα της απείθειας στα όσα το Διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 προνοούσε. Στην ουσία η Παραπονούμενη μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασε καταλογίζει ποινική ευθύνη της Κατηγορουμένης 2 στη βάση αποκλειστικά και μόνο της ιδιότητας της διευθύντριας της Κατηγορουμένης 1 αφού δεν παρατίθεται οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία για την εμπλοκή της Κατηγορούμενης 2 στα της παράβασης του επίδικου διατάγματος είτε στην Κύπρο είτε στην Ρωσία. Μάλιστα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου το οποίο και προέκυψε μέσα από την μαρτυρία που η ίδια η Παραπονούμενη παρουσίασε πώς ο πρώην Κατηγορούμενος 3 είναι ο κατευθύνον νους πίσω από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 αλλά και το πρόσωπο που ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην Κατηγορούμενη 1 αλλά και ο τελικός δικαιούχος αυτής. Από την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Στο Τεκμήριο 8 που αφορά την αίτηση για έκδοση του αντιεκτελεστικού διατάγματος και πιο συγκεκριμένα στην υποστηρικτική σε αυτή ένορκη δήλωση της [ ] Πεύκου δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. αναφέρει τα εξής σχετικά για τον ουσιαστικό έλεγχο της Κατηγορουμένης 1: (i) στην παράγραφο 21 της Ε/Δ περιγράφει τον Καθ ου η Αίτηση 3 (Yury Istomin) και πρώην Κατηγορούμενο 3 στην υπό εξέταση υπόθεση ''ως το πρόσωπο που ουσιαστικά ελέγχει τους Καθ ων η Αίτηση 2'' δηλαδή την Κατηγορουμένη 1 (ii) στην παράγραφο 24 της Ε.Δ περιγράφει και πάλι τον Καθ ου η Αίτηση 3 και πρώην Κατηγορούμενο 3 στην υπό εξέταση υπόθεση ως τον κατευθύνον νου των Καθ ων η Αίτηση 2 και 8 δηλαδή των Κατηγορουμένων 1 και 2 (β) Στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.02.2019 στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] και συγκεκριμένα επί της σελίδας 20 γίνεται αναφορά ότι ο τελικός δικαιούχος της Κατηγορούμενης 1 ήταν ο πρώην Κατηγορούμενος
  7. (γ) Η ΜΚ4 συμφώνησε κατά την αντεξέταση της ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 3 και Εναγόμενος 3 στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού [ ] είναι το πρόσωπο που ελέγχει την Κατηγορούμενη
  8. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την απουσία οποιασδήποτε άλλης ειδικής μαρτυρίας που να εμπλέκει την Κατηγορούμενη 2 στο καταλογιζόμενο σε αυτή αδίκημα δεν αφήνει άλλη επιλογή από το να απορρίψει την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει αφού η ιδιότητα της διευθύντριας της Κατηγορούμενης 1 από μόνη της δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει την ποινική της ευθύνη. Επιπρόσθετα προκύπτει ξεκάθαρα και εμπλοκή του πρώην Κατηγορούμενου 3 με ουσιώδη και κατά αποκλειστικό τρόπο ρόλο από μέρους του στα του ελέγχου της Κατηγορούμενης 1 που ουσιαστικά αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο η Κατηγορούμενη 2 να είχε μέχρι και μηδαμινό ρόλο στον έλεγχο της Κατηγορούμενης
  9. Και το συμπέρασμα αυτό προκύπτει όπως προανέφερα από την μαρτυρία που η ίδια η Παραπονούμενη παρουσίασε στην υπόθεση. Ο ισχυρισμός για απόρριψη της υπόθεσης λόγω κατάχρησης: Αποτέλεσε επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης ότι η Κυπριακή Δικαιοδοσία τυγχάνει απόλυτης κατάχρησης από την Παραπονούμενη ώστε αυτή να έχει δικονομικό πλεονέκτημα έναντι της Κατηγορούμενης 1 στην Ρωσία και/ή ώστε να ασκεί πίεση στην Κατηγορούμενη 1 στα πλαίσια της ευρύτερης διαφοράς των μερών, συμπεριλαμβανομένης και της Αγωγής. Σε σχέση με την επιχειρηματολογία που προβάλλεται περί ξεγελάσματος του Δικαστηρίου που έκδωσε τόσο το αντιαγωγικό όσο και το αντιεκτελεστικό διάταγμα από μέρους της Παραπονουμένης τέτοιο ζήτημα όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικής μου εξέτασης. Ήδη ως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αναφέρουν η απόφαση του δικαστηρίου για το αντιαγωγικό διάταγμα ημερομηνίας και το κατά πόσον αυτό θα ακυρωθεί ή όχι έχει επιφυλαχθεί στις 05.05.2022 και αναμένετε η απόφαση του Δικαστηρίου. Σημειώνεται όμως για σκοπούς πληρότητας πώς ακόμα και σε περίπτωση έκδοσης απόφασης για την ακύρωση του διατάγματος η παρούσα υπόθεση εξετάζει την ισχυριζόμενη παρακοή σε χρόνο όπου το διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 ήταν σε πλήρη ισχύ. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το βάρος της απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό. Οφείλει αυτός να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τούτο, διότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί, μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμος υιοθετήθηκε απόσπασμα από την απόφαση D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, το οποίο παραθέτει και σχολιάζει ως εξής ο Archbold, έκδοση 1995, παραγρ. 4-44β, στη σελίδα 1/439: «In D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant.» Η δικαιοδοσία για πάταξη καταχρηστικών χρήσεων δικαστικής διαδικασίας δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία του Δικαστηρίου σύμφυτη, αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι κατάλληλο να εγείρεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας η νομολογία μας καταδεικνύει ότι αυτό μπορεί να εγερθεί είτε πριν την απάντηση του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει αλλά δύναται επίσης να εγερθεί και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αναλόγως του διαβήματος στο οποίο αφορά και δέον να γίνεται με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.[19] Όταν διαπιστώνεται κατάχρηση, η Κυπριακή νομολογία δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια είτε να υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) είτε το μέτρο της αναστολής της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Χωρίς να επιχειρείται η διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, κρίθηκε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε αναστολή ή απόρριψη μιας διαδικασίας ως καταχρηστικής, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Κωνσταντίνου Χριστοφίδης Ποινική Εφ. 4/2014, ημερ.3.3.2016). Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 A.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και η εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Aρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:B742, κ.α.). Και η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά (Βλ., για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200, 204). Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Στο Σύγγραμμα Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις όπου αποφασίστηκε το αντίθετο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε την κλήση για μερικούς μήνες, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Στην Κύπρο, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911, αποφασίστηκε ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Εκεί έγιναν παράλληλα δύο όμοιες εφέσεις κατά των ίδιων αποφάσεων. Δηλαδή, επρόκειτο για δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους και, ως εκ τούτου, προς αποτροπήν κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η μεταγενέστερη έφεση θα έπρεπε να απορριφθεί.» Στρεφόμενος προς την υπό εξέταση υπόθεση το Δικαστήριο έχει κατά νου πως οι υπό εξέταση κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της απείθειας και/ή μη συμμόρφωσης σε δικαστικό διάταγμα κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αποτελεί ευθύνη των Δικαστηρίων να μεριμνούν έτσι ώστε τα διατάγματα που εκδίδονται να τηρούνται και να τυγχάνουν σεβασμού. Η συμμόρφωση προς τα διατάγματα των δικαστηρίων αποτελεί ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (Serafino v. Sunshoes
(1964)1 CLR 738, Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ν.
(2002)1 ΑΑΔ 133, Μ. ν. P. (Αρ.2)
(2011)1 (Β) ΑΑΔ 1007).[20] Η υπό εξέταση υπόθεση σύμφωνα και με τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελεί εξόφθαλμη περίπτωση ηθελημένης παρακοής του Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 από την Κατηγορουμένη
  1. Δεν μπορεί φυσικά να μείνει ασχολίαστο το γεγονός πώς πράγματι φαίνεται πως η Παραπονουμένη μέσω του δικηγόρου της που εμφανίστηκε στις 08, 14 και 15 Νοεμβρίου 2018 ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου με ένα όχι τόσο δίκαιο και συνετό τρόπο επιδίωξε την συνέχιση της εκδίκαση της έφεσης που καταχώρησε η Κατηγορούμενη 1 (εκτός και αν αυτή θα αποσυρόταν από την Κατηγορούμενη 1) παρά το γεγονός ότι ήταν η ίδια που είχε προχωρήσει και εξασφαλίσει το επίδικο αντιαγωγικό διάταγμα από Κυπριακό Δικαστήριο με το οποίο απαγόρευε στην Κατηγορούμενη 1 από το να προχωρήσει σε οποιοδήποτε νέο διάβημα για την προώθηση της εκδίκασης της έφεσης. Παρά τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματα της Κατηγορουμένης 1 η οποία σύμφωνα με τα ευρήματα και κατάληξη του Δικαστηρίου παραγνώρισε πλήρως τα όσα απαγορευτικά περιλαμβάνονταν για αυτήν στο διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2018 με αποτέλεσμα η ακρόαση της έφεσης που είχε καταχωρήσει να ολοκληρωθεί και μάλιστα να πετύχει απόφαση προς όφελος της μετά που η ίδια συμμετείχε ενεργητικά στην διαδικασία εκδίκασης της. Δηλαδή είναι σχήμα οξύμωρο στο τέλος της ημέρας η Κατηγορούμενη 1 η οποία δεν σεβάστηκε τις πρόνοιες του επίδικου αντιαγωγικού διατάγματος και το οποίο παραβίασε εξόφθαλμα με αποτέλεσμα να πετύχει και την έκδοση απόφασης προς όφελος της και εναντίον της Παραπονούμενης να επικαλείται τις ενέργειες της τελευταίας με σκοπό την απόρριψη της εναντίον της υπόθεσης για απείθεια και/ή μη συμμόρφωση της στις πρόνοιες δικαστικού διατάγματος στη βάση του ισχυρισμού περί ύπαρξης κατάχρησης. Παρά την στάση της Παραπονούμενης στην διαδικασία ακρόασης της έφεσης δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα της Κατηγορούμενης 1 λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι στο τέλος της ημέρας η έφεση αυτής είχε επιτυχή αποτέλεσμα. Συνεπώς η επιχειρηματολογία που αφορά την απόρριψη / διακοπή της υπόθεσης λόγω κατάχρησης απορρίπτεται για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω. Κατάληξη: Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία ενώ η Κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η Κατηγορία. Σε σχέση με τα έξοδα της υπόθεσης που αφορούν τον αθωωθέντα διάδικο ήτοι την Κατηγορούμενη 2 θεωρώ δίκαιο υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή είχε κοινή εκπροσώπηση με την Κατηγορούμενη 1 η οποία και καταδικάστηκε στην κατηγορία που αντιμετώπιζε όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα.[21] Τα δικηγορικά έξοδα που αφορούν την υπόθεση σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 θα αποφασιστούν στο πλαίσιο της απόφασης του Δικαστηρίου για την επιβολή ποινής. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [2] Κατηγορουμένης 1 στην υπό εξέταση υπόθεση [3] Πρώην Κατηγορούμενου 3 στην υπό εξέταση υπόθεση [4] Βλέπετε σχετική αναφορά στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Κατηγορουμένων 1 & 2 στην σελίδα 29 της τελικής γραπτής τους αγόρευσης (Έγγραφο Β, σελίδα 29, παράγραφος 108). [5] Κατηγορουμένης 1 στην υπό εξέταση υπόθεση [6] Πρώην Κατηγορούμενου 3 στην υπό εξέταση υπόθεση [7] Η ιδιότητα διευθυντή εταιρείας δεν μπορεί από μόνη της να στηρίξει την καταδίκη του δυνάμει του Άρθρου 20, στην απουσία μαρτυρίας για συμμετοχή του. [8] Αυτουργοί
  2. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. [9] Τεκμήριο 19 [10] Τούτο το σημείο γίνεται αναφορά και στην σελίδα 20 της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 19.02.2019 στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού 2263/2018 [11] ''We hereby inform the Honorable Court that the Cypriot court, following the application filed by Adeal-Import LLC, took the interim measures banning UCF Partners Limited from participating in hearings of Case No. A41-39590/2018 in Russian courts. However, the Plaintiff has neither agreed with the ban nor accepted it.'' [12] Κατηγορουμένης 1 στην υπό εξέταση υπόθεση [13] Πρώην Κατηγορούμενου 3 στην υπό εξέταση υπόθεση [14] Σχετικό το Τεκμήριο 21 σελίδα 11 : The court: Τhe representative of the plaintiff, will you take part in the court hearing taking into account the measures? The representative of UCF: Yes, Honorable Court, since we are under the threat of loss of our right. We have appeared in the court hearing, filed a motion to suspend the hearing, however we are aware of the content of paragraph 52 of the Plenum of the Supreme Court of the Russian Federation stating that the existence of such measures is not an obstacle for trial of the case in the appellate court. [15] Σχετική η γνωμάτευση του Τεκμηρίου 14 Expert Opinion του Professor Vladimir Vladimirovich Yarkov, D.Sci.Jus. [16] Σχετικό το Τεκμήριο 21 και τα όσα καταγράφονται κατά την εμφάνιση στις 15.11.
  3. [17] Η θέση των δικηγόρων υπεράσπισης ότι η διατύπωση των λεπτομερειών είναι συγκεκριμένη και αφορά μόνο την ημερομηνία 15.11.2018 και ότι δεν έγινε ενδεδειγμένη αποκρυστάλλωσή του ποινικού αδικήματος δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο καθότι γίνεται ρητή αναφορά με την χρήση των λέξεων Κατά η περί τις 15.11.2018 συνεπώς η διατύπωση αυτή μπορεί να καλύψει και χρόνο πριν αλλά και μετά τις 15.11.2018 και δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης ή ότι αυτοί έχουν πιαστεί εξαπίνης αφού είχαν πλήρη εικόνα του συνόλου των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και ιδιαίτερα των ακροάσεων που έλαβαν χώρα στις 08.11.2018, 14.11.2018 και 15.11.
  4. Μάλιστα κατά την αντεξέταση των Μαρτύρων Κατηγορίας από πλευράς Υπεράσπισης κάλυψαν και τις 3 αυτές εμφανίσεις και το τι έλαβε χώρα σε μία έκαστη εξ αυτών. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αποκλειστικά τα όσα έλαβαν χώρα στις 15.11.2018 ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Εφετείου από μόνα τους συνιστούν επίσης ηθελημένη παρακοή του Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 24.10.2018 αφού διαπιστώνεται η ενεργητική προώθηση της έφεσης με την πλήρη και ενεργητική συμμετοχή των εκπροσώπων της Κατηγορουμένης
  5. Σημειώνεται επιπρόσθετα πως σύμφωνα και με το ιστορικό της υπό εξέταση υπόθεσης ουδέποτε τέθηκε παρόμοιο θέμα κατά την απάντηση των Κατηγοριών από μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίοι είχαν εξ αρχής καταχωρήσει απάντηση μη παραδοχής των κατηγοριών με την υπόθεση έκτοτε να παραμένει για ακρόαση. Το άρθρο 39(ζ) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 είναι επίσης σχετικό και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Διατάξεις αναφορικά με τη σύνταξη κατηγορητηρίων
  6. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορητήριο και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή κανόνα πρακτικής, το κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, δεν επιδέχεται ένσταση σε σχέση με τον τύπο ή το περιεχόμενο αυτού αν είναι συνταγμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού- .. (ζ) δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά. [18] Κατάληξη και του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 19.02.2019 στην Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού 2263/
  7. [19] Ποινική Έφεση 223/2014, Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή ημερ. 11.11.2015 [20] Έφεση Αρ. 8/21 μεταξύ Γ.Κ. v. Ε.Ζ ημερ. 13.05.2021 [21] Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.