← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X. X., Αρ. Υπόθεσης: 8415/22, 19/10/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X. X., Αρ. Υπόθεσης: 8415/22, 19/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:60 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8415/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X. X. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19/10/2022 Για την Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Ροδοσθένους με κα Μ. Κολνάκου. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ O κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 6/6/2022, στη Λεμεσό, με παράνομη πράξη επέφερε το θάνατο της συζύγου του Γ. X.. Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητούνται από την Υπεράσπιση, έχουν ως εξής: Ο κατηγορούμενος (ηλικίας 84 ετών κατά τον επίδικο χρόνο) ήταν νυμφευμένος με τη Γ. X. (ηλικίας 81 ετών κατά τον επίδικο χρόνο) και διέμεναν στην οικία τους στην περιοχή Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό. Το πρωί της 6ης Ιουνίου 2022, η προαναφερθείσα βρισκόταν στην πίσω εσωτερική αυλή της οικίας, όπου άπλωνε μπουγάδα. Μεταξύ του κατηγορούμενου και της συζύγου του έλαβε χώρα λεκτική αντιπαράθεση αναφορικά με οικονομικά ζητήματα. Σε κάποιο χρόνο, ο κατηγορούμενος πήρε στα χέρια του ένα σφυρί με το οποίο στη συνέχεια κτύπησε τη σύζυγο του σε διάφορα σημεία του κεφαλιού της. Την ίδια μέρα και περί ώρα 09:20, ο κατηγορούμενος μετέβη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, όπου δήλωσε ότι είχε σκοτώσει τη σύζυγό του. Αμέσως, μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου, όπου, περί ώρα 09:30, εντόπισαν, στην πίσω εσωτερική αυλή, το θύμα να κείται στο έδαφος αιμορραγώντας και φέροντας εμφανή τραύματα στο κεφάλι. Στο σημείο εντοπίστηκε και το σφυρί με το οποίο ο κατηγορούμενος έπληξε το θύμα. Κλήθηκε ασθενοφόρο και περί ώρα 09:40 διαπιστώθηκε, από νοσηλευτή, ο θάνατος του θύματος. Ακολούθως, η σορός μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με σκοπό τη διενέργεια νεκροψίας. Στις 11:15 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και κατά την επίστηση της προσοχής του στο Νόμο ομολόγησε, προφορικά, τη διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος έτυχε, την ίδια μέρα, εξέτασης από ψυχίατρο, η οποία διαπίστωσε αφενός ότι δεν παρουσίαζε ενεργό ψυχοπαθολογία και αφετέρου ότι ήταν προσανατολισμένος σε τόπο, χρόνο, γεγονότα και πρόσωπα. Σύμφωνα με την ιατροδικαστή, η οποία διενήργησε νεκροψία επί της σορού του θύματος, ο θάνατος αυτής επήλθε συνεπεία βαρύτατης κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης προκληθείσας από αμβλύ και θλων όργανο. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι το θύμα έφερε κάταγμα οστού στην αριστερή ζυγωματική χώρα και πέντε εκτεταμένα θλαστικά τραύματα σε διάφορα σημεία στη μετωπιαία, κροταφική και ινιακή χώρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφέρθηκε στις σχετικές νομολογιακές αρχές, στη νομική πτυχή και στα περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο συνήγορος αναφέρθηκε στους μετριαστικούς παράγοντες που εντοπίζονται, σύμφωνα με τον ίδιο, στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, δηλαδή: · Στο λευκό του ποινικό μητρώο και στον καλό του χαρακτήρα, χαρακτηρίζοντας τον ως φιλήσυχο οικογενειάρχη, άτομο αμέμπτου ηθικής, στοιχείο που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι είναι 84 ετών και δεν έχει απασχολήσει τις αστυνομικές αρχές για οποιονδήποτε λόγο. · Στην άμεση παραδοχή του και στη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, όπως η ομολογία του εγκλήματος και η υπόδειξη σκηνών, στοιχεία τα οποία εκφράζουν την ανάληψη της ευθύνης των πράξεων του, ως επίσης την έμπρακτη μεταμέλεια και απολογία του. · Στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ως επίσης στα σοβαρά παθολογικά και νευρολογικά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. · Στο χαμηλό πνευματικό επίπεδο του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το συνήγορο του πρόκειται για άτομο, το οποίο δεν έχει τη στοιχειώδη μόρφωση (απόφοιτος δημοτικού) και το οποίο εργαζόταν από τα παιδικά του χρόνια και μεγάλωσε σε ένα βίαιο περιβάλλον. · Στη συναισθηματική φόρτιση, στην οποία τελούσε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Όπως ανέφερε ο κ. Ροδοσθένους, ο κατηγορούμενος ένα χρόνο πριν από το συμβάν, έφυγε από τη συζυγική εστία λόγω των πολλαπλών εντάσεων που υπήρχαν με το θύμα και διέμενε στο χωριό του στην Επαρχία Πάφου. Επέστρεψε στη συζυγική του οικία κατόπιν πιέσεων που δέχθηκε από συγγενείς και τα παιδιά του. Όλα τα πιο πάνω επαναλαμβανόμενα περιστατικά έντασης, τα οποία διήρκησαν επί σειρά ετών, σε συνδυασμό με το χαμηλό πνευματικό του επίπεδο, συνέτειναν και επαύξησαν τη συναισθηματική του φόρτιση κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος. Η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του θύματος επί σειρά ετών προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, δηλαδή η συνεχής εκμετάλλευση του για οικονομικά θέματα, η απαξίωση προς το πρόσωπο του και οι συνεχείς και διαδοχικές λογομαχίες/επικρίσεις και εντάσεις από πλευράς του θύματος, επέφεραν αιφνίδια έξαρση των συναισθημάτων του κατηγορούμενου. · Στην απουσία του στοιχείου του προσχεδιασμού και στο ότι η παρούσα υπόθεση δεν κατατάσσεται στις σοβαρότερες του είδους της. Ο κατηγορούμενος είναι άτομο χωρίς ιστορικό επιθετικότητας ή επικινδυνότητας, το οποίο ενήργησε υπό συναισθηματική φόρτιση και όχι στα πλαίσια επιθετικής, εκφοβιστικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς. · Στη μεγάλη ηλικία του κατηγορουμένου. Ο κ. Ροδοσθένους ανέφερε ότι το προσδόκιμο ζωής των Κυπρίων ανδρών, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ορίζεται στα 80,4 χρόνια (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα από την Στατιστική Υπηρεσία ημερ. 9/9/2022 - Τεκμήριο 4). Πρόσθεσε ότι στην προκείμενη, ο κατηγορούμενος ξεπέρασε κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής του και κάλεσε το Δικαστήριο όπως μη του επιβάλει εξοντωτική ποινή καθότι το χρόνο που του απομένει επιθυμεί να τον αναλώσει για να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τα τέκνα του. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο, όπως κρίνει τον κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια. Εισηγήθηκε επίσης όπως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει σε επιβολή ποινής φυλάκισης, αυτή ανασταλεί λόγω των περιστάσεων της υπόθεσης, αλλά και των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα του αδικήματος της ανθρωποκτονίας είναι δεδομένη. Αντικατοπτρίζεται τόσο μέσα από την ανώτατη ποινή που προνοεί ο Νόμος, ήτοι την ισόβια φυλάκιση όσο και από την ίδια τη φύση του αδικήματος που εμπεριέχει το στοιχείο της αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής. H ανθρωποκτονία αποτελεί το σοβαρότερο, μετά το φόνο, έγκλημα, όχι μόνο κατά το Νόμο της Πολιτείας αλλά και με βάση την κοινή αντίληψη και ηθική της κοινωνίας. Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 291). Στην Ονησίλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, διακηρύχθηκε ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της το μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτόν το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη (βλ. Σάββα ανωτέρω). Στην Pernell κ.ά v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε ότι όπου η ανθρωποκτονία είναι αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης, δικαιολογείται η επιβολή πολύχρονης φυλάκισης μη αποκλειομένης της ποινής των ισοβίων δεσμών. Περαιτέρω στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 51, λέχθηκε ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας είναι από τα σοβαρότερα του ποινικού κώδικα και η επιβολή μακροχρόνιας φυλάκισης είναι ενδεδειγμένη για να αποτρέπει όχι μόνο τον κατηγορούμενο, αλλά και τους άλλους να διαπράττουν παρόμοια εγκλήματα και να διασφαλίζει την προστασία της κοινωνίας. Πρόσθετα η δικαστική μας γνώση αλλά και η νομολογία, καταδεικνύει ότι αδικήματα της φύσεως αυτού που διέπραξε ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αλλά και αδικήματα που εν γένει στρέφονται εναντίον της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ευρίσκονται σε έξαρση (βλ. Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Α) Α.Α.Δ. 30). Σε σχέση με το ύψος της ποινής, ως λέχθηκε στην Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και ανάλογα με αυτές διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές. Το έγκλημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος στην προκειμένη, χωρίς κάποιο προφανές κίνητρο, καταδεικνύει ότι είναι άτομο που η απομάκρυνση του από την κοινωνία, είναι δεδομένη. Το αποτρόπαιο της συμπεριφοράς του προκύπτει αβίαστα από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η βία που εξάσκησε, χωρίς προειδοποίηση - ως φαίνεται από τα όσα εκτέθηκαν ενώπιον μας - εναντίον του θύματος, ενώ εκείνο άπλωνε μπουγάδα, δηλαδή τα πολλαπλά κτυπήματα με σφυρί σε διάφορα μέρη του κεφαλιού, καταδεικνύουν πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ύπαρξη, βάναυση συμπεριφορά και βαρβαρότητα. Από την άλλη η αρχή της εξατομίκευσης, μας υποχρεώνει να λάβουμε υπόψη τους ελαφρυντικούς παράγοντες που η νομολογία έχει αναγνωρίσει στο πρόσωπο ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για τα πιο στυγερά εγκλήματα. Δεν μας διαφεύγει φυσικά ότι η εξατομίκευση της ποινής είναι μεν αναγκαία σε κάθε περίπτωση αλλά δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σε αδικήματα όπως το υπό κρίση αδίκημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψην την άμεση παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία. Εδώ να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, λίγη ώρα μετά τη διάπραξη του αδικήματος, μετέβηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού όπου δήλωσε ότι θανάτωσε το θύμα. Αργότερα την ίδια μέρα, ομολόγησε προφορικά τη διάπραξη του αδικήματος, ενώ προέβη και σε υποδείξεις σκηνών. Η στάση του αυτή, η οποία οδήγησε και στη διαλεύκανση της υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη ως ενδεικτική της μεταμέλειας του (βλ. Mbakoup ν. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ. 119). Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, εφόσον αποτελεί τον απτό τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου. Για αυτό και έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 163/15, ημερ. 11/7/2016). Στην προκειμένη η παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ήταν άμεση, όχι μόνο καταδεικνύει τη μεταμέλεια του αλλά συνέβαλε και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, λαμβάνουμε υπόψη ότι ανάμεσα στον κατηγορούμενο και το θύμα, είχε προηγηθεί λεκτική αντιπαράθεση αναφορικά με οικονομικά θέματα. Σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, φαίνεται να υπήρχαν πολλαπλές εντάσεις στο παρελθόν μεταξύ τους και να υπήρχαν συνεχείς επικρίσεις από πλευράς του θύματος προς τον κατηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω, επέφεραν αιφνίδια έξαρση των συναισθημάτων του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να τελεί υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης. Ως έχει νομολογηθεί, η συναισθηματική φόρτιση (ένταση), κάτω από την οποία λειτουργεί ο δράστης του εγκλήματος, προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου, που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 και Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Σημειώνουμε βέβαια ότι όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται μεν δεόντως υπόψην, χωρίς όμως να δικαιολογούν ούτε στο ελάχιστο την αποτρόπαια και βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου, που είχε ως αποτέλεσμα τον φρικτό θάνατο του θύματος. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα ότι: · Είναι ηλικίας 84 ετών και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια από χωριό της επαρχίας Πάφου. · Σε ηλικία 18 ετών εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό για σκοπούς εργασίας. Σύντομα τέλεσε γάμο με τη θανούσα. Από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά (ως επίσης εννέα εγγόνια και ένα δισέγγονο). · Στο παρόν στάδιο διατηρεί επικοινωνία με τα τρία παιδιά του, που τον έχουν επισκεφθεί στο χώρο των Κεντρικών Φυλακών. · Είναι απόφοιτος δημοτικού και σε μικρή ηλικία άρχισε να εργάζεται ως βοηθός τρακτέρ οργώματος χωραφιών. Ακολούθως εργάστηκε ως μηχανοδηγός σε εργοληπτική εταιρεία μέχρι τη συνταξιοδότηση του σε ηλικία 64 ετών. · Αντιμετωπίζει σοβαρά παθολογικά και νευρολογικά προβλήματα υγείας ήτοι μικροαγγειοπάθεια, ατροφία εγκεφάλου, ακτιενοσκιερότητα, παλαιό ισχαιμικό έμφρακτο, συνεχείς ιλίγγους, ζαλάδες και αδυναμία, δυσκολία βάδισης, δυσκολία όρασης, δυσκολία κατάποσης, βαρηκοΐα και γαστραλγία (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). · Ενόψει της κατάστασης της υγείας του δεν κινείται σχεδόν καθόλου. Μπορεί να κινηθεί κατόπιν παρότρυνσης και υπενθύμισης για 10 περίπου λεπτά με τη βοήθεια νοσηλευτή. Περαιτέρω δεν μπορεί να φροντίσει μόνος του τον εαυτό του. Του γίνονται δε υπενθυμίσεις σε σχέση με τη σίτιση του, ενώ όσον αφορά την καθαριότητα του κάνει μπάνιο με νοσηλευτική βοήθεια (βλ. Τεκμήριο 3). · Σημειώνεται βέβαια ότι σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2 και 3, τα προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, είναι συνήθη σε άτομα της ηλικίας του, ότι τα ζωτικά του σημεία είναι πολύ καλά και ότι στο Τμήμα Φυλακών του παρέχεται απρόσκοπτη ιατροφαρμακευτική φροντίδα επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψην είναι και το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του κατηγορούμενου. Δεν μας διαφεύγει δε ότι πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που λαμβάνουμε δεόντως και σοβαρά υπόψη. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, είναι ηλικίας 84 ετών και δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Αυτό το στοιχείο, ως η νομολογία αναγνωρίζει (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241), πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη αφού το λευκό ποινικό μητρώο ενός προσώπου αποτελεί τις «αποταμιεύσεις» της ζωής του, τις οποίες μπορεί να επικαλεστεί και να χρησιμοποιήσει στην κατάλληλη περίπτωση. Τέλος, μας απασχόλησε ιδιαίτερα και η ηλικία του κατηγορουμένου. Όσον αφορά το στοιχείο αυτό δεν μας διαφεύγει ότι η μεγάλη ηλικία ενός κατηγορουμένου και η ενδεχόμενη ταλαιπωρία λόγω προχωρημένης ηλικίας λειτουργεί ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Ως περαιτέρω έχει νομολογηθεί, είναι σημαντικό όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος για το ηλικιωμένο άτομο και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης σε αυτόν είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη (βλ. R. v. Tussler
(1920)15 Cr. App. Rep. 59, Pittas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 137 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου, Ποιν. Έφεση Αρ. 20/2015, ημερ. 6/11/2017). Στη Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 176/2008 (Σχ. με 202/19, ημερ. 11/1/2019, το Εφετείο αύξησε σε 15 έτη την ποινή φυλάκισης 10 ετών που επέβαλε το Κακουργιοδικείο. Πρωτοδίκως αναδείχθηκε ως ελαφρυντικός παράγοντας η ηλικία του εφεσιβλήτου (73 ετών) σε συνδυασμό με το λευκό του ποινικό μητρώο, με παραπομπή, όσον αφορά το θέμα της ηλικίας, στις υποθέσεις R. v. Lucas, R. v. Walsh
(2000)All E.R. CD 183, Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 189 και Στυλιανού ν. Δημοκρατίας
(2015)2Β Α.Α.Δ. 680. Περαιτέρω λέχθηκαν από το Εφετείο, μεταξύ άλλων, και τ' ακόλουθα: «Στην υπόθεση Lucas αναγνωρίστηκε, προκειμένου για ηλικιωμένα πρόσωπα, ότι οι συνέπειες της φυλάκισης είναι βαρύτερες, ότι το λευκό ποινικό μητρώο έχει μεγαλύτερη αξία και ότι πρέπει να διατηρείται «φως στο τέλος της σήραγγας», υπό την έννοια ότι μια πολύχρονη φυλάκιση δεν πρέπει να καταλήγει, στην πράξη, σε φυλάκιση διά βίου (βλ., επίσης, R. v. Archer [2007] EWCA Crim 536). Κατά τ΄ άλλα, στη Lucas διευκρινίστηκε ότι κατά την επιβολή ποινής σε ηλικιωμένο πρόσωπο το Δικαστήριο δεν πράττει κάτι το διαφορετικό από του να λαμβάνει υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως πράττει σε κάθε άλλη περίπτωση: «. in passing sentence on an older offender a court is doing no more than taking into account the individual defendant's personal circumstances, as is done in every case.» Οι προσωπικές περιστάσεις στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής που έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του δράστη, δεν αμβλύνουν, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αναγκαίας αποτροπής (Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397) και ιδιαίτερα στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων βίας (Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). 'Οπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει έντονα, οι προσωπικές περιστάσεις, ακόμη και η ηλικία δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία (Chokami v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως υποδείχθηκε στην Πισκόπου, είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για αποτροπή τους. Ανάγκη που είναι επιτακτική, εφόσον η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας (Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 231) και η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται και γι΄αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρα στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης (Ονησίλλου (ανωτέρω)). Εν προκειμένω, το στοιχείο της αποτροπής δεν εκτιμήθηκε δεόντως από το Κακουργιοδικείο, αλλά και δεν λήφθηκε υπόψιν ούτε η ακόλουθη διάσταση η οποία προκύπτει επίσης από την υπόθεση Lucas: Στη Lucas αφού διευκρινίστηκε, ως άνω, η έννοια υπό την οποία είναι ορθό να λαμβάνεται υπόψιν η προχωρημένη ηλικία ως μετριαστικός παράγοντας στο σύνολο των προσωπικών περιστάσεων, υποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά την επιβολή ποινής, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι πραγματικότητες υπό την έννοια ότι ένα ηλικιωμένο πρόσωπο, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν αποτελεί πλέον δημόσιο κίνδυνο θα αποφυλακιστεί επ' αδεία όταν εκτίσει το ήμισυ της ποινής του. Το θέμα τέθηκε ως ακολούθως: « However, it is necessary to have regard to the realities. If in any case of an older prisoner it is considered he no longer presents a risk to the public, he will be paroled after serving half his sentence.» Η πραγματιστική θεώρηση ακολουθήθηκε και στην προαναφερθείσα υπόθεση R. ν. Archer όπου η μακρόχρονη ποινή φυλάκισης μειώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούσε ο εφεσείοντας να νομιμοποιείται σε αίτηση για αποφυλάκιση επ' αδεία σε ηλικία 78 ετών, για να του δοθεί η δυνατότητα να δει στο τέλος «φως στην άκρη της σήραγγας». Το στοιχείο της πραγματιστικής θεώρησης του ζητήματος, αναφορικά με πρόσωπα για τα οποία τίθεται εξ αρχής ζήτημα μειωμένης ποινής λόγω χαρακτηριστικών όπως είναι η προχωρημένη ηλικία, έχει αποκτήσει υπόσταση και στην Κύπρο μετά την αναγνώριση δικαιώματος κρατουμένων για υποβολή αιτήματος για επ' αδεία αποφυλάκιση (άρθρο 14Α του περί Φυλακών Νόμου, Ν. 62(Ι)/1996, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 37(Ι)/2009). Ιδιαίτερη μάλιστα σημασία πρέπει να δοθεί στην τροποποίηση του άρθρου 14Α που επήλθε με το Ν. 42(Ι)/2018, διά του οποίου προστέθηκε επιφύλαξη (proviso) στο εδάφιο
(5)με τέτοιο τρόπο ώστε, ενώ στο ίδιο το εδάφιο
(5)ορίζεται ότι για την υποβολή αιτήματος για αποφυλάκιση, το ήμισυ της ποινής που θα πρέπει ο καταδικασθείς να εκτίσει «είναι το ήμισυ της ποινής που του επέβαλε το Δικαστήριο», με την επιφύλαξη ορίστηκε ότι κατά τον υπολογισμό του ημίσεως της ποινής που επέβαλε το Δικαστήριο λαμβάνεται υπόψιν όχι απλώς η μείωση της ποινής που έχει εξασφαλίσει λόγω επίδειξης καλής διαγωγής και εργατικότητας, με αιτιολογημένη απόφαση του διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Νόμου, αλλά κατά τρόπο πρωθύστερο, λαμβάνεται υπόψιν και η μείωση της ποινής που «αναμένεται» [στο μέλλον] να εξασφαλίσει λόγω καλής διαγωγής και εργατικότητας. Η μείωση υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πίνακα που εκτίθεται στο Παράρτημα Α του Νόμου. Για περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μεταξύ 8-12 ετών, για κάθε μήνα φυλάκισης η μείωση ανέρχεται σε 12 ημέρες και εάν η ποινή είναι μεγαλύτερη από 12 χρόνια, η μείωση ανέρχεται σε 14 ημέρες για κάθε μήνα. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ίδια επιφύλαξη που προστέθηκε με το Ν. 42(Ι)/2018, για τον υπολογισμό του ημίσεως της ποινής λαμβάνεται πρωθύστερα και πάλιν υπόψιν η μείωση που «διενεργείται» δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 53.4 του Συντάγματος, το οποίο αναγνωρίζει προνόμιο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για μείωση ποινής που επιβλήθηκε από Δικαστήριο μετά από σύμφωνη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα. ...................................... Εν πάση περιπτώσει, η πραγματικότητα που προκύπτει εκ των ανωτέρω, είναι πως ο εφεσίβλητος θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση και εάν κριθεί ότι δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο για την κοινωνία και γενικά ότι πληροί τις προϋποθέσεις θα δικαιούται να αποφυλακιστεί επ' αδεία σε χρόνο πολύ πιο σύντομο από τα 10 χρόνια στα οποία αναφέρεται η απαγγελία της ποινής. Τέτοια πραγματικότητα δεν υποδείχθηκε στο Κακουργιοδικείο και δεν λήφθηκε υπόψιν. Εν κατακλείδι, κρίνουμε πως το Κακουργιοδικείο παρέλειψε αφενός να αποδώσει βαρύνουσα σημασία στο στοιχείο της αποτροπής που είναι αναγκαία και επιτακτική λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας του εγκλήματος, τόσο ως προς την ίδια τη φύση του, όσο και ως προς την βιαιότητα και την αναλγησία που χαρακτηρίζει τη διάπραξή του και αφετέρου να επιμετρήσει την ποινή υπό το πρίσμα της πραγματιστικής θεώρησης όπως εξηγήθηκε ανωτέρω. Το αποτέλεσμα ήταν όντως να δοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στο θέμα της ηλικίας και οι προσωπικές περιστάσεις να αναδειχθούν σε ουσιώδη και καθοριστικό παράγοντα.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Είναι στα πλαίσια των πιο πάνω που λαμβάνουμε υπόψην και αποδίδουμε τη δέουσα βαρύτητα, στη μεγάλη ηλικία του κατηγορούμενου, χωρίς δηλαδή να μας διαφεύγει το στοιχείο της αποτροπής που είναι αναγκαία και επιτακτική λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας του εγκλήματος, τόσο ως προς την ίδια τη φύση του, όσο και ως προς την βιαιότητα που χαρακτηρίζει τη διάπραξη του. Αφού εξετάσαμε λοιπόν όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε πιο πάνω και συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους παράγοντες, κρίνουμε ότι στην προκειμένη η μόνη αρμόζουσα ποινή αναπόφευκτα είναι αυτή της φυλάκισης. Εν κατακλείδι, αφού συνεκτιμήσαμε όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 7 ετών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα, δηλαδή από τις 6/6/2022. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.