← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1683/22, 4/8/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1683/22, 4/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:57 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1683/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Γ. Γ.
  2. Χ.Τ.
  3. Μ. Π. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 4/8/2022 Για την Δημοκρατία: κα Κ. Κυθραιώτου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Δ. Τσολακίδης. Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Ν. Δημητρίου. Κατηγορούμενοι παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν παραδοχής τους, σε κατηγορίες που αφορούν παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 καθώς και σε κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  4. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις κατηγορίες 2, 3, 4 και 7 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 και τις κατηγορίες 5 και 8 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  5. Να σημειωθεί δε ότι αμφότεροι αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ως άνω κατηγοριών: · Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, τον Ιανουάριο του 2022, στη Δημοκρατία, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως διαπράξουν το κακούργημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ (κατηγορία 1). · Ο κατηγορούμενος 1, την 22/1/2022, στην επαρχία Λεμεσού, κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 2 κιλών και 995,6 γραμμαρίων (κατηγορία 2) · Ο κατηγορούμενος 1, κατά τoν ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην κατηγορία 2, αλλά σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, προμήθευσε τον κατηγορούμενο 3 ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄, δηλαδή 1 κιλό και 996 γραμμάρια κάνναβη (κατηγορία 3). · Ο κατηγορούμενος 1, κατά τoν ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην κατηγορία 2, κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄, δηλαδή κάνναβη βάρους 999,6 γραμμαρίων, με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 4). · Ο κατηγορούμενος 3, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην κατηγορία 3, είχε στην κατοχή του το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄ που αναφέρεται στην κατηγορία 3, με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 5). · Ο κατηγορούμενος 1, κατά τoν ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην κατηγορία 2, απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των €20.000, ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 7). · Ο κατηγορούμενος 3, κατά τoν ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην κατηγορία 2, συμμετείχε στο να αποκτήσει και να κατέχει ο κατηγορούμενος 1, το χρηματικό ποσό των €20.000, ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 8). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. · Τον Ιανουάριο του 2022, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο συμφώνησαν όπως προμηθεύσουν κάνναβη (κατηγορία 1). · Την 22/1/2022 η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (στο εξής «η Υ.ΚΑ.Ν.») έλαβε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος 3 θα παραλάμβανε αυθημερόν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και ως εκ τούτου μέλη της μετέβηκαν στη Λεμεσό και έθεσαν υπό παρακολούθηση το μηχανουργείο του κατηγορούμενου 3, όπου αυτός εντοπίστηκε. · Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 3 θεάθηκε να περιφέρεται μπροστά από την είσοδο του περιφραγμένου χώρου του μηχανουργείου, να είναι ανήσυχος και να παρατηρεί το δρόμο. · Μετά από λίγη ώρα, ο κατηγορούμενος 1 κατέφτασε στο μέρος και στάθμευσε το όχημα του στην είσοδο του μηχανουργείου. Εντός του οχήματος του, ο κατηγορούμενος 1 είχε 3 κλειστές αεροστεγώς συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν κάνναβη συνολικού βάρους 2 κιλών και 995,6 γραμμαρίων (κατηγορία 2). · Όταν ο κατηγορούμενος 1 στάθμευσε το όχημα του, ο κατηγορούμενος 3 τον προσέγγισε κρατώντας στα χέρια του κάτι (που όπως διαπιστώθηκε αργότερα επρόκειτο για δύο σακούλια που περιείχαν το συνολικό ποσό των €20.000) και το παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην θέση του οδηγού του οχήματος. Το εν λόγω ποσό παραδόθηκε στον κατηγορούμενο 1 για την προμήθεια των ναρκωτικών που ακολούθησε ως καταγράφεται αμέσως πιο κάτω (κατηγορίες 7 και 8). · Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 παρέδωσε στον κατηγορούμενο 3, δύο από τις τρείς προαναφερθείσες συσκευασίες που είχε στην κατοχή του. Οι δύο αυτές συσκευασίες περιείχαν κάνναβη συνολικού βάρους 1 κιλού και 996 γραμμαρίων (κατηγορία 3). · Ο κατηγορούμενος 3 είχε σκοπό να προμηθεύσει την κάνναβη, που προμηθεύτηκε από τον κατηγορούμενο 1, σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 5). · Αμέσως μετά την παράδοση των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο 1 στον κατηγορούμενο 3, δόθηκαν οδηγίες στα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. που βρίσκονταν στο μέρος για ανακοπή και έλεγχο τους. Ως εκ τούτου, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. ανέκοψαν το όχημα του κατηγορούμενου 1 ώστε να μην μπορεί να διαφύγει. · Την ίδια στιγμή, άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. άρχισαν να καταδιώκουν τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας στο μέρος, άρχισε να τρέχει προς την πίσω πλευρά του μηχανουργείου, κρατώντας τις 2 συσκευασίες με τα ναρκωτικά. Παρόλο που ο κατηγορούμενος 3 κλήθηκε να σταματήσει, δεν το έπραξε, μετέβηκε στο πίσω μέρος του μηχανουργείου και κρύφτηκε κάτω από μία μεγάλη χαρουπιά. Ακολούθως εξήλθε από αυτήν χωρίς να κρατά πλέον τις 2 συσκευασίες. Τότε μέλος της Υ.ΚΑ.Ν. τον πληροφόρησε για τους λόγους της παρουσίας τους στο μέρος και του επίστησε την προσοχή του στο νόμο αλλά ο κατηγορούμενος 3 δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. εντόπισαν τις 2 συσκευασίες με τα ναρκωτικά στο σημείο της χαρουπιάς. Αυτές υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο 3 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «Ότι έχω να πω, εν να το πω με τον δικηγόρο μου». · Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, αμέσως μετά την ανακοπή του οχήματος του, μέλος της Υ.ΚΑ.Ν. του εξήγησε τους λόγους παρουσίας τους στο μέρος και αφού του επίστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «Κάμε τη δουλειά σου». Ακολούθησε έρευνα εντός του οχήματος του όπου εντοπίστηκε, πίσω από τη θέση του συνοδηγού, στο πάτωμα, η τρίτη συσκευασία που περιείχε ναρκωτικά και συγκεκριμένα κάνναβη βάρους 999,6 γραμμαρίων, την οποία ο κατηγορούμενος 1 είχε σκοπό να προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 4). Αφού του υποδείχθηκε η εν λόγω συσκευασία, πληροφορήθηκε για το αδίκημα και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «Έννεν δικό μου». Αμέσως μετά συνελήφθη και του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο αλλά δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. · Κατά την έρευνα του οχήματος, εντοπίσθηκαν τα 2 διαφανή σακούλια που περιείχαν το χρηματικό ποσό που είχε παραδώσει προηγουμένως ο κατηγορούμενος 3 στον κατηγορούμενο
  7. Αφού παραλήφθηκαν, υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο 1 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμος, αυτός απάντησε «΄Ενι ξέρω τίποτε». · Μετέπειτα, την ίδια μέρα, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 συνελήφθηκαν βάσει ενταλμάτων σύλληψης. Αφού τους εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης τους και τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «Eντάξει» και ο κατηγορούμενος 3 απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». · Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, λήφθηκαν δύο ανακριτικές καταθέσεις από έκαστο των κατηγορουμένων 1 και
  8. Στην πρώτη ανακριτική τους κατάθεση, αμφότεροι αρνήθηκαν να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση αφού επιθυμούσαν πρώτα να μιλήσουν με τους δικηγόρους τους. Στην δεύτερη ανακριτική τους κατάθεση, ο κατηγορούμενος 1 άσκησε το δικαίωμα σιωπής ενώ ο κατηγορούμενος 3, σε κάθε ερώτηση που του υποβλήθηκε, απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο». · Περαιτέρω κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, τα τεκμήρια στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Από τις εν λόγω εξετάσεις, εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 3 στα δύο σακούλια που περιείχαν το ως άνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1, στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δήλωσε κατ' αρχάς ότι ο πελάτης του αντιλήφθηκε πλήρως τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και μεταμελείται για τις πράξεις του. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου 1 και στο ότι αυτή αποτελεί ένδειξη της μεταμέλειας του, στη συνεργασία του με την Αστυνομία, στο λευκό του ποινικό μητρώο, στο νεαρό της ηλικίας του, στο ρόλο του στην διάπραξη των αδικημάτων, στις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις, στη διαγωγή του κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές και στην εκεί ένταξη του σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Παρομοίως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3, ανέφερε κατ' αρχάς ότι ο πελάτης του αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των πράξεων του και μεταμελείται για αυτές. Περαιτέρω, ο κ. Δημητρίου αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του πελάτη του, στο λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του καθώς και στις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις. Αναφερόμενος δε στον ρόλο του κατηγορούμενου 3, τόνισε το γεγονός ότι η κατοχή των ναρκωτικών δεν είχε ως σκοπό την εμπορία αυτών αλλά την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο, που τον παρακάλεσε να τα παραλάβει και να του τα παραδώσει. Τέλος ο κ. Δημητρίου αναφέρθηκε στις συνθήκες εγκλεισμού του πελάτη του υπό τις συνθήκες της πανδημίας του κορωνοϊού. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι αδιαμφισβήτητα πολύ σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Ειδικότερα επισημαίνουμε ότι για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, ποινή φυλάκισης 8 ετών, για τα αδικήματα της κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα και της προμήθειας τέτοιου φαρμάκου, ποινή δια βίου φυλάκισης και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηµατική ποινή €500.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι η περίπτωση του κατηγορούμενου 1, δεν εμπίπτει στην επιφύλαξη του άρθρου 30

(2)του Νόμου 29/77, ώστε η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατοχής των επίδικων ναρκωτικών, να είναι αυτή της φυλάκισης των 2 ετών, ως εισηγήθηκε ο κ. Τσολακίδης. Αυτό καθότι, παρά το ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, κάτω των 25 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, δεν πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση που ορίζει η εν λόγω διάταξη, ότι δηλαδή κατείχε τα ναρκωτικά για προσωπική χρήση. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας» εφόσον τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για την φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Τα τελευταία χρόνια διακινούνται στη χώρα μας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι υπερβολικό. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης αυτής μάστιγας είναι ουσιαστικός. Τα πιο πάνω όπως και η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχουν βέβαια επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους και επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η έξαρση στη χρήση των ναρκωτικών αλλά και οι δυσμενείς συνέπειες τους, ιδιαίτερα στη νεολαία μας, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται από το ύψος τους, αποτελεί λοιπόν το κύριο γνώρισμα τους (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 557). Τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς την μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους την διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάκριση φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση των εμπόρων η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη εφόσον αυτοί αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Esper v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία
(1992)2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία
(2000)2 Α.Α.Δ. 711). Σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα μπορεί λοιπόν να αποτυπωθεί ως απαύγασμα της νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, λόγω ακριβώς των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 235/2013, ημερ. 5/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:B469, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσης αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Σε σχέση με το ύψος των ποινών, ως λέχθηκε στην Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και ανάλογα με αυτές διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές. Στην προκειμένη η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει και από την ποσότητα των επίδικων ναρκωτικών. Δεν μας διαφεύγει φυσικά ότι ο κατηγορούμενος 3 έλαβε και είχε κατοχή, με σκοπό να προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο, 1 κιλό και 996 γραμμάρια κάνναβης ενώ ο κατηγορούμενος 1, κατείχε μεγαλύτερη ποσότητα ήτοι συνολικά 2 κιλά και 995,6 γραμμάρια κάνναβης καθώς και ότι εκ της εν λόγω ποσότητας προμήθευσε σχεδόν τα 2/3 στον κατηγορούμενο 3 ενώ το υπόλοιπο το κατείχε με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Από την άλλη λαμβάνουμε υπόψην το είδος των ναρκωτικών και δη ότι πρόκειται για κάνναβη, η οποία δεν συγκαταλέγεται στα σκληρά ναρκωτικά. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψην κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι και ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος των συνενόχων στην τέλεση των αδικημάτων, ο οποίος οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του ύψους της ποινής ενώ αποτελεί και αποφασιστικό κριτήριο για το κατά πόσο θα πρέπει να διαφοροποιηθούν οι ποινές που θα επιβληθούν σε συναυτουργούς (βλ. Hassan ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 και Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 195). H αρχή της ισότητας ενώπιον της Δικαιοσύνης, η οποία ασφαλώς εφαρμόζεται και στα πλαίσια της τιμωρίας σε ποινικές υποθέσεις, επιβάλλει όπως το Δικαστήριο εξισορροπήσει τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου, το ρόλο που ο κάθε ένας εξ αυτών διαδραμάτισε, την όποια ουσιαστική ανομοιογένεια στην εγκληματική τους ευθύνη και το ποινικό τους μητρώο και όπως επιβάλει την ποινή που αρμόζει στον κάθε κατηγορούμενο χωριστά, εφόσον οι περιστάσεις δικαιολογούν διάκριση μεταξύ τους (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67, Ιωάννου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 251 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2019, ημερ. 27/4/2021). Σε σχέση με το ρόλο των κατηγορουμένων 1 και 3, λαμβάνουμε υπόψην ότι αυτοί, με βάση τα όσα εκτέθηκαν ενώπιον μας, δεν ήταν οι ιθύνοντες νόες της όλης επιχείρησης. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψην ότι ο κατηγορούμενος 1, έδρασε ως περιστασιακός μεταφορέας - διακινητής των ναρκωτικών, με αντίτιμο την εξόφληση χρέους (το οποίο αδυνατούσε να καταβάλει) που είχε έναντι τρίτου προσώπου (το οποίο τον πίεζε να εξοφλήσει), ως αποτέλεσμα της προμήθειας στον κατηγορούμενο 1 ναρκωτικών, αφού ήταν χρήστης κάνναβης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μας διαφεύγει αυτό που καταδεικνύει η πείρα και συγκεκριμένα ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συνήθως ως συνεργάτες, άτομα ευάλωτα που έχουν άμεση οικονομική ανάγκη. Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 έδρασε με τον τρόπο αυτό για προσωπικό του όφελος καθώς και ότι ο ρόλος του δεν ήταν επουσιώδης, εφόσον αποτέλεσε βασικό και αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διάδοσης του αργού θανάτου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466) μιας και δεν περιορίσθηκε στην κατοχή και μεταφορά των ναρκωτικών αλλά προέβη και σε προμήθεια του μεγαλύτερου μέρους τους στον κατηγορούμενο
  1. Περαιτέρω δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψην και το ότι στα πλαίσια αυτά έλαβε από τον κατηγορούμενο 3 το μεγάλο χρηματικό ποσό των €20.000, το οποίο θα παρέδιδε στο πρόσωπο που του ανέθεσε την όλη πράξη και φαίνεται ότι ήταν ο έμπορος, διευκολύνοντας αυτόν να αποκτήσει έτσι έσοδα από την παρανομία και δη από την εμπορία των ναρκωτικών. Δεν μπορεί επίσης να μην ληφθεί υπόψην και το ότι πέραν της προμήθειας του 1 κιλού και 996 γραμμαρίων κάνναβης στον κατηγορούμενο 3, ο κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του και άλλη ποσότητα (999,6 γραμμάρια κάνναβης), με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα δηλαδή εκτός από τον κατηγορούμενο
  2. Ο δε κατηγορούμενος 3, επίσης ενήργησε ως περιστασιακός μεταφορέας - διακινητής των ναρκωτικών. Λαμβάνουμε δε περαιτέρω υπόψην ότι ενήργησε ως τέτοιος, χωρίς αντάλλαγμα, ώστε να εξυπηρετήσει φιλικό του πρόσωπο, το οποίο του ζήτησε, ενόψει του ότι δεν μπορούσε να παραλάβει τα ναρκωτικά ο ίδιος, να τα παραλάβει ο κατηγορούμενος 3 και αργότερα να του τα παραδώσει. Αυτό καταδεικνύει ότι η κατοχή των ναρκωτικών ήταν με σκοπό την προμήθεια τους στο εν λόγω πρόσωπο και ότι η περίπτωση του δεν εμπίπτει σε εκείνες της εμπορίας ναρκωτικών, στις οποίες ο παραβάτης διασπείρει τον λευκό θάνατο με αποκλειστικό σκοπό τον προσπορισμό οικονομικού οφέλους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ 257 όπου αναφέρεται ότι η εμπορία σηματοδοτείται από το στοιχείο της συναλλαγής και διακρίνεται από την προμήθεια άνευ ανταλλάγματος). Από την άλλη θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ρόλος και η δράση του κατηγορούμενου 3 ήταν ουσιώδεις στην διακίνηση των ναρκωτικών και ότι η όλη συμπεριφορά του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απερίσκεπτη ή επιπόλαιη, λαμβανομένου υπόψη ότι όχι μόνο ανέλαβε να παραλάβει και να παραδώσει μια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών (1 κιλό και 996 γραμμάρια κάνναβης) αλλά και να καταβάλει το ποσό των €20.000, που του έδωσε ο προαναφερόμενος φίλος του για τον σκοπό αυτό και έτσι να διευκολύνει την παράνομη δοσοληψία και την απόκτηση του παράνομου αυτού εσόδου από τον έμπορο των ναρκωτικών. Λαμβάνουμε φυσικά υπόψην και για τους δύο κατηγορούμενους ότι ελλείπουν οποιοιδήποτε από τους παράγοντες που σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(α) του Νόμου 29/77 καθιστούν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 3 λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση, καθώς και το γεγονός ότι, ως δήλωσαν οι συνήγοροι τους, αντιλήφθηκαν την σοβαρότητα των πράξεων τους και απολογούνται για αυτές, στοιχεία που καταδεικνύουν και τη μεταμέλεια τους. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενοχής πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και είναι απτό στοιχείο της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου. Περαιτέρω με αυτήν εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα, ως έγινε στην παρούσα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Δεν μας διαφεύγει όμως ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Στην παραδοχή ενός κατηγορουμένου δίδεται λοιπόν η δέουσα βαρύτητα αλλά υπό περιστάσεις όπως της παρούσας, όπου οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ουσιαστικά συνελήφθηκαν επ' αυτοφώρω να διαπράττουν τα επίδικα αδικήματα, η παραδοχή είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). Αποτελεί θέση του κ. Τσολακίδη ότι πρέπει να ληφθεί υπόψην ότι ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε και συνεργάστηκε με την Αστυνομία, τόσο κατά την σύλληψη του όσο και κατά τις έρευνες που ακολούθησαν. Πουθενά όμως από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας δεν προκύπτει παραδοχή του στις ανακριτικές αρχές. Ως προς τη συνεργασία του, αυτή λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που προκύπτει από τα γεγονότα και δη ότι δεν εμπόδισε τους αστυνομικούς να ερευνήσουν το όχημα του. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αστυνομικοί φαίνεται ότι είχαν εξουσία τέτοιας έρευνας με βάση το νόμο και συνεπώς δεν ετίθετο θέμα συγκατάθεσης του κατηγορούμενου 1 ενώ το γεγονός ότι δεν αντιστάθηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, ούτε και προσπάθησε να διαφύγει δεν μπορεί, κατά την κρίση μας, να του πιστωθεί ως ελαφρυντικός παράγοντας εφόσον κάτι τέτοιο δεν ήταν δικαίωμα που απεμπόλησε ή κάτι που συνέτεινε θετικά στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Το λευκό ποινικό μητρώο αμφοτέρων των κατηγορουμένων είναι ένας πολύ σημαντικός μετριαστικός παράγοντας, που λαμβάνεται υπόψην εφόσον τους δίδει το δικαίωμα να αιτούνται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Το μητρώο αυτό του κατηγορούμενου 3, παρά το ότι είναι ηλικίας 40 ετών είναι ενδεικτικό του έντιμου πρότερου βίου του, ο οποίος όμως τελείωσε με την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην είναι και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου 1. Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 CLR 51). Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του την ποινή. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Στην προκειμένη λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου 1, ο οποίος είναι 24 ετών, χωρίς φυσικά να μας διαφεύγει η σοβαρότητα της όλης κολάσιμης συμπεριφοράς του. Εδώ να λεχθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(i) του Νόμου 29/77, η ηλικία του κατηγορούμενου είναι εκ των παραγόντων που καθιστούν το αδίκημα λιγότερο σοβαρό. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη τις προσπάθειες που καταβάλλει ο κατηγορούμενος 1 για την απεξάρτηση του από τις ναρκωτικές ουσίες (βλ. Γιαννάκη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/2015 ημερ. 21/4/2016). Ως προκύπτει από τα όσα έχουν αναφερθεί, ως υπόδικος, έχει επιτύχει την προσωρινή αποχή του από τις ναρκωτικές ουσίες για περίοδο έξι περίπου μηνών ενώ έχει υποβάλει και αίτημα για ένταξη στο πρόγραμμα απεξάρτησης «ΔΑΝΑΗ» που προσφέρεται εντός των Κεντρικών Φυλακών, με απώτερο σκοπό την πλήρη και καθολική απεξάρτηση του. Περαιτέρω προς όφελος του κατηγορούμενου 1 λαμβάνουμε υπόψην και το γεγονός ότι κατά την παραμονή του στις φυλακές επιδεικνύει καλή διαγωγή, ευγένεια και άψογη συνεργασία με το προσωπικό αλλά και με τους συγκρατούμενους του (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 277). Άλλος παράγοντας, τον οποίο λαμβάνουμε υπόψην είναι οι προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα: Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Είναι ηλικίας 24 ετών. · Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και είναι ο μικρότερος από τα επτά παιδιά της οικογένειας. · Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο Λύκειο και έπειτα υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. · Μετά την αποστράτευση του εργάστηκε σε γυράδικο για τέσσερα χρόνια και στη συνέχεια, λόγω μειωμένου κύκλου εργασιών ενόψει της πανδημίας του κορωνοϊού, εργάσθηκε ως ελαιοχρωματιστής μέχρι την σύλληψη του. · Διατηρεί καλές σχέσεις με την οικογένεια του. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 ότι: · Είναι ηλικίας 40 χρόνων και πατέρας τριών ανήλικων · Είναι απόφοιτος του κλάδου Μηχανικής Αυτοκινήτων της Τεχνικής Σχολής. · Υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. · Μετά την αποστράτευσή του, εργάστηκε για 2 χρόνια σε συνεργείο ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων. Ακολούθως, άρχισε να απασχολείται στο συνεργείο που διατηρούσε ο πατέρας του ως μηχανικός, μέχρι τη σύλληψή του. Στο παρόν στάδιο το συνεργείο ανέλαβε ο πατέρας του. · Νυμφεύθηκε δύο χρόνια μετά τη γέννηση του τρίτου του παιδιού αλλά λίγο μετά το ζεύγος χώρισε. · Τα τελευταία 2 χρόνια, πριν την σύλληψη του, συμβίωνε με άλλη γυναίκα, με την οποία σκοπεύει να παντρευτεί, μετά την αποφυλάκιση του. · Οι σχέσεις του με την οικογένεια του είναι πολύ καλές και με την πρώην σύζυγο του αρμονικές. Με τα παιδιά του διατηρούσε ανέκαθεν ελεύθερη επικοινωνία και συχνά διανυκτέρευαν στο σπίτι του. Αυτά δε γνωρίζουν στο παρόν στάδιο για την κράτησή του στις Φυλακές και η επικοινωνία μαζί τους είναι τηλεφωνική. · Τον Δεκέμβριο του 2019 διαγνώσθηκε ότι πάσχει από στεφανιαία νόσο. Πρόκειται για νόσο που έχει να κάνει με σκλήρυνση των αρτηριών, εγκυμονεί υψηλούς κινδύνους σε σχέση με την αορτή της καρδίας και ενδέχεται να φέρει στένωση ή ακόμη και φραγμό των αρτηριών, με αποτέλεσμα το έμφραγμα. Έκτοτε λόγω της φύσεως της ασθενείας λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση εξ ου και παρακολουθείτο σε τακτά χρονικά διαστήματα από ειδικό καρδιολόγο ενώ υποβλήθηκε και σε καθετηριασμό. Ενώ βρισκόταν υπόδικος, μεταφέρθηκε δύο φορές στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για παρακολούθηση μετά από αδιαθεσία ελαφριάς μορφής την οποία είχε υποστεί. Ως έχει δε αναφέρει ο συνήγορος του, κατόπιν ερώτησης του Δικαστηρίου, η ως άνω κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου 3 αντιμετωπίζεται επαρκώς από τις Υπηρεσίες Υγείας στις Κεντρικές Φυλακές. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνήσουμε, ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του παραβάτη, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του, σε αυτού του είδους των υποθέσεων, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας και τη συναφή αντιμετώπιση των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν για αυτήν και ιδίως για νέους ανθρώπους, από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Έφεση Αρ. 137/15, ημερ. 2/6/2016). Τέλος δεν μας διαφεύγει φυσικά και λαμβάνουμε υπόψην προς όφελος και των δύο κατηγορούμενων, το γεγονός ότι θα εκτίσουν την ποινή που θα τους επιβληθεί υπό τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές εξαιτίας της πανδημίας και των σχετικών περιορισμών που ισχύουν και που αναπόφευκτα επηρεάζουν την ποιότητα ζωής και εντός των Κεντρικών Φυλακών (βλ. R. v. Manning WC2A 2LL, ημερ. 30/4/2020). Ταυτόχρονα ωστόσο οφείλουμε να επισημάνουμε πως η πανδημία δεν βρίσκεται στην αρχή της και επομένως οι όποιες δυσκολίες προφανώς δεν είναι της ίδιας εμβέλειας καθ' ότι με την πάροδο του χρόνου γίνεται πιο αντιμετωπίσιμη. Αφού εξετάσαμε και λάβαμε υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και της ανάγκης για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα οι ποινές φυλάκισης. Ως εκ των άνω επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην κατηγορία 7: ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Δεν επιβάλλουμε ποινή στην κατηγορία 1 αφού τα γεγονότα που την τεκμηριώνουν απορροφούνται (περιλαμβάνονται) στα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αδίκημα της κατηγορίας 3, στην οποία ήδη επιβάλαμε ποινή (βλ. Χασσάν κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 742). Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 3: Στην κατηγορία 5: ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 8: ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Για τον ίδιο λόγο που εξηγήσαμε ανωτέρω ως προς τον κατηγορούμενο 1, δεν επιβάλλουμε ποινή στην κατηγορία 1 στον κατηγορούμενο 3, εφόσον τα γεγονότα που την τεκμηριώνουν απορροφούνται (περιλαμβάνονται) στα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αδίκημα της κατηγορίας 5, στην οποία ήδη επιβάλαμε ποινή. Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η περίοδος έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 1 και 3, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτοί τελούν σε προφυλάκιση για την παρούσα δηλαδή από τις 22/1/2022. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.