← Κύπρος

ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ Ε. Φ., Θανατική Ανάκριση Αρ.: 61/2020, 19/12/2022

ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ Ε. Φ., Θανατική Ανάκριση Αρ.: 61/2020, 19/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΦΑΚΟΝΤΗ, ΘΑΝΑΤΙΚΟΥ ΑΝΑΚΡΙΤΗ Θανατική Ανάκριση Αρ.: 61/2020 ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ Ε. Φ. ---------- Ημερομηνία: 19.12.2022 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: Η κα. Ξ. Ξενοφώντος Για την Οικογένεια: Ο κ. Η. Στεφάνου & κα. Θ. Λουκά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτημα επανακλήτευσης μάρτυρα) (Δοθείσα αυθημερόν) Εισαγωγή - Ιστορικό Θανατικής Ανάκρισης: Η θανατική ανάκριση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο βρίσκεται σε εκκρεμότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αφού η εξέταση αυτής δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Η διαδικασία ήταν μακρά αφού ήδη ενώπιον του Θανατικού Ανακριτή έδωσαν μαρτυρία 10 πρόσωπα (οι μάρτυρες 1 μέχρι και 8 παρουσιάστηκαν για λογαριασμό της Αστυνομίας ενώ οι μάρτυρες αρ. 9 και αρ. 10 από πλευράς της οικογένειας), κατατέθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων και έγιναν στα πλαίσια αυτής 2 αυτοψίες της σκηνής όπου ο θανόντας εντοπίστηκε νεκρός. Μάρτυρας αρ. 5 κλήθηκε και παρουσιάστηκε από πλευράς της Αστυνομίας ο Ιατροδικαστής Δρ. Μαρνερνίδης ενώ Ιατροδικαστής για την οικογένεια κλήθηκε και κατάθεσε η Δρ. Σπανουδάκη η οποία ήταν και η 10η μάρτυρας της υπόθεσης. Αναμφίβολα η μαρτυρία των δύο αυτών Ιατροδικαστών στην υπό εξέταση υπόθεση είναι ίσως η σημαντικότερη αφού παρόλο το γεγονός ότι και οι δύο ασχολούνται με την θανάτωση του θύματος ο ένας εξ αυτών το αποδίδει ως περίπτωση αυτοχειρίας ενώ ο άλλος σε εγκληματική ενέργεια. Στις 19.12.2022 η πλευρά της Αστυνομίας μέσω της κας. Ξενοφώντος ζήτησε όπως επανακλητευθεί ο Δρ. Μαρνερίδης. Στην ουσία βάσισε το αίτημα της στην ανάγκη επανακλήτευσης του Ιατροδικαστή για σκοπούς παρουσίασης και επεξήγησης του περιεχομένου του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση το οποίο ετοιμάστηκε από μέρους του και που θα δώσει φως και θα βοηθήσει ως υποστήριξε τον θανατικό ανακριτή στην διακρίβωση του τι πραγματικά συνέβηκε στον θανόντα και επιπρόσθετα να προσθέσει δια σχολιασμού και στα όσα η κα. Σπανουδάκη ανέφερε κατά την αντεξέταση της. Η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αστυνομίας είναι καταγεγραμμένη αυτούσια στα πρακτικά που έχουν τηρηθεί και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Συνοπτικά στην ουσία αναφέρθηκε στο γεγονός πώς ο Δρ. Μαρνερίδης κλήθηκε και κατάθεσε στην Διαδικασία στις 23 & 24.06.22 παρουσιάζοντας και την σχετική έκθεση που ετοίμασε. Τα πιο πάνω έγιναν πριν την ετοιμασία της έκθεσης της κας. Σπανουδάκη που έφερε ημερ. 29.07.2022 και η οποία διατέθηκε στην πλευρά της Αστυνομίας μόλις στις 02.09.2022 συνεπώς δεν υπήρχε ένεκα του ιστορικού αυτού η δυνατότητα σχολιασμού των όσων η κα. Σπανουδάκη εκ μέρους της οικογένειας υποστήριξε τόσο με την έκθεση της όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία της στην διαδικασία. Αν γνώριζαν ως περαιτέρω υποστήριξε εξ αρχής την μαρτυρία της κας. Σπανουδάκη θα υπήρχε η δυνατότητα να τύγχαναν σχολιασμού από τον Δρ. Μαρνερίδη τόσο στο περιεχόμενο της έκθεσης του όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία του έτσι ώστε να υπάρχει η επιστημονική θέση και ο αντίλογος ενώπιον του Θανατικού Ανακριτή κάτι το οποίο πλέον επιτυγχάνετε μόνο με την επανακλήτευση του συγκεκριμένου μάρτυρα. Η πλευρά της οικογένειας έφερε ένσταση τόσο στο αίτημα για επανακλήτευση του Δρ. Μαρνερίδη όσο και στο αίτημα της κας. Ξενοφώντος για κατάθεση στην διαδικασία στα πλαίσια λήψης απόφασης για την επανακλήτευση του γραπτού σημειώματος που ο Ιατροδικαστής της Αστυνομίας ετοίμασε συνοδευόμενο από σχετικά έγγραφα[1]. Η κα. Λουκά αναφέρθηκε χωρίς να αμφισβητεί τις ευρείες εξουσίες του Θανατικού Ανακριτή στο γεγονός πώς η κα. Σπανουδάκη δεν προέβηκε σε κανένα σενάριο για την θανάτωση του θανόντα απεναντίας ανέφερε πως οι Ιατροδικαστές δεν κάνουν οποιαδήποτε σενάρια, προχώρησε όμως η μάρτυρας της οικογένειας να σχολιάσει τα σενάρια θανάτωσης στα οποία ο Δρ. Μαρνερίδης προέβηκε τα οποία και η μάρτυρας αμφισβήτησε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα για τους λόγους που εξήγησε τόσο στην έκθεση της όσο και στην προφορική της μαρτυρία. Μάλιστα ως τόνισε η κα. Λουκά η αντεξέταση της κας. Σπανουδάκη έλαβε χώρα μετά από σχετική αναβολή που δόθηκε για την ετοιμασία σημειώματος του Δρ. Μαρνερίδη προς την κα. Ξενοφώντος προς υποβοήθηση της για την διενέργεια του συνόλου της αντεξέτασης όπως και έγινε. Συνεπώς τα όσα περιλαμβάνονται στο σημείωμα του Δρ. Μαρνερίδη ήδη έχουν τεθεί στην κα. Σπανουδάκη κατά την αντεξέταση της από την κα. Ξενοφώντος. Επισήμανε επίσης και το γεγονός πώς ο Δρ. Μαρνερίδης ο οποίος προβαίνει μάλιστα σε σενάρια για τον τρόπο θανάτωσης του θανόντα δεν ήταν ο Ιατροδικαστής ο οποίος διενέργησε νεκροψία / νεκροτομή στο σώμα ούτε και επιθεώρησε την σκηνή πριν την απελευθέρωση της από την αστυνομία απεναντίας αυτός μετέβηκε σε αυτήν σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο. Κατά την κα. Λουκά η κα. Σπανουδάκη ενεργώντας εκ μέρους της οικογένειας είχε ενώπιον της την έκθεση του κ. Μαρνερίδη την οποία και απάντησε προσπαθώντας να επεξηγήσει γιατί τα σενάρια του δεν μπορούσαν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν προβλήθηκε κανένα νέο στοιχείο ή νέα μαρτυρία για να δικαιολογείται έστω και κατ ελάχιστον η επανακλήτευση του. Το νομικό πλαίσιο που διέπει την φύση και την διαδικασία της Θανατικής Ανάκρισης: Πριν την εξέταση του αιτήματος και κατά πόσον αυτό μπορεί να εγκριθεί η όχι είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στις εξουσίες και του ρόλου του Θανατικού Ανακριτή αλλά και της φύσης της ιδιαίτερης αυτής διαδικασίας. Η σύνοψη αυτή έχει γίνει με επιμέλεια από τον αδελφό Δικαστή / Θανατικό Ανακριτή Μιχάλη Γ. Λοίζου σε αριθμό πορισμάτων του τα οποία και εξέδωσε με ενδεικτική αναφορά στο Πόρισμα ημερ. 28.03.2019 της Θανατικής Ανάκρισης 30/2014 μέρος των οποίων παραθέτω κατωτέρω αλλά και υιοθετώ: Οι εξουσίες και ο ρόλος του Θανατικού Ανακριτή καθορίζονται από τον περί Θανατικών Ανακριτών Νόμο, Κεφ. 153, ο οποίος προϋπήρχε της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας και του Συντάγματος και συνέχισε να ισχύει με βάση το Άρθρο 188.1 του Συντάγματος, στο μέτρο που είναι αναγκαίος με βάση το Σύνταγμα (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου ν Υπουργικού Συμβουλίου κ. α.

(2004)3 Α.Α.Δ. 98 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χριστάκη Μιχαήλ Λαζαρίδη κ. α.
(1992)2 Α.Α.Δ. 8). Όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθείται κατά την θανατική ανάκριση σχετικό είναι το μέρος IV του Κεφ. 153 ήτοι μεταξύ άλλων τα άρθρα 14 μέχρι και 20. Η θανατική ανάκριση, έχει ένα διακριτό ρόλο και σκοπό (βλ. R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82, Re Δρ. Χρίστος Χρίστου κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 71/2014, 10/07/2015, ECLI:CY:AD:2015:D511 (Μιχαηλίδου Δ. Α. Δ.) και Re Ανδριάνα Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1342 (Παπαδοπούλου Δ. Α. Δ.)). Ως προς τον ρόλο της, η θανατική ανάκριση αποσκοπεί στην διαπίστωση γεγονότων. Δεν μπορεί να αποφασίσει ζητήματα αστικής ευθύνης (γενικά: ονομαζόμενου ή μη προσώπου) ή ποινικής ευθύνης ενός ονομασμένου (ειδικά) προσώπου. (βλ. Re Αντώνη Μαρδαπίττα κ. α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 135/17 (Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου Δ. Α. Δ.), Re Δρ. Χρίστος Χρίστου κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 71/2014, 10/07/2015, ECLI:CY:AD:2015:D511 (Μιχαηλίδου Δ. Α. Δ, Re Ανδριάνα Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1342 (Παπαδοπούλου Δ. Α. Δ. και R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82). Εντούτοις, σημειώνεται ότι, το γεγονός ότι αποκλείεται η διαμόρφωσης ενός συμπεράσματος κατά τρόπο που να καθορίζει την ποινική ευθύνη ενός κατονομαζόμενου προσώπου, δεν αποτελεί λόγο για αποκλεισμό του προσδιορισμού των δραστών από το πεδίο των ερευνών του Θανατικού Ανακριτή εκεί και όπου τούτο επιβάλλεται, ή και καταγραφής μαρτυρίας από τον Θανατικό Ανακριτή σε ότι αφορά τα σημαντικά για την διαδικασία γεγονότα με αναφορά στα ονόματα των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτά (βλ. R. (on the application of Hambleton) v Coroner for the Birmingham Inquests
(1974), [2018] EWHC 56 (Admin), R. (on the application of Hambleton) v Coroner for the Birmingham Inquests
(1974), [2018] EWCA Civ 2081 και R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82). Η μαρτυρία, ως εκ τούτου, δεν εκτιμάται από τον Θανατικό Ανακριτή για να κριθεί κατά πόσο μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αυτή, απλά εντοπίζεται και καταγράφεται, όταν κριθεί ως σχετική με την δικαιοδοσία του Θανατικού Ανακριτή και τον σκοπό της θανατικής ανάκρισης (βλ. Re Δρ. Χρίστος Χρίστου κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 71/2014, 10/07/2015, ECLI:CY:AD:2015:D511 (Μιχαηλίδου Δ. Α. Δ. και Re Παναγιώτας Θ. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 390/2014, 21/12/2015, ECLI:CY:AD:2015:A858 (Ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου)). Η θανατική ανάκριση, σημειώνεται, δεν είναι δίκη. Πρόκειται για διαδικασία ανακριτικού και όχι αντιπαραθετικού χαρακτήρα (βλ. R (Thompson) v HM Coroner for South London
(1982)126 SJ 624 και Re Λευκο Επιφανείου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1682 (Ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου)). Οι προαναφερόμενες αρχές, εγκλείονται στην ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Λόρδου Αρχιδικαστή Lane, στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R (Thompson) v HM Coroner for South London
(1982)126 SJ 624: «An inquest is a fact finding exercise and not a method of apportioning guilt. The procedure and rules of evidence which are suitable for one are unsuitable for the other. In an inquest, it should never be forgotten that there are no parties, there is no indictment, there is no prosecution, there is no defence, there is no trial, simply an attempt to establish facts. It is an inquisitorial process of investigation quite unlike a trial where the prosecutor accuses and the accused defends.». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μια θανατική ανάκριση είναι μια άσκηση διαπίστωσης γεγονότων και όχι μια μέθοδος κατανομής ενοχής. Η διαδικασία και οι κανόνες απόδειξης που είναι κατάλληλοι για την μία είναι ακατάλληλοι για την άλλη. Σε μια θανατική ανάκριση, δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται ότι δεν υπάρχουν διάδικα μέρη, δεν υπάρχει κατηγορητήριο, δεν υπάρχει δίωξη, δεν υπάρχει υπεράσπιση, δεν υπάρχει δίκη, απλώς μια προσπάθεια να διαπιστωθούν γεγονότα. Πρόκειται για μια διερευνητική διαδικασία έρευνας, άκρως αντίθετη μίας δίκης στην οποία ο κατήγορος κατηγορεί και ο κατηγορούμενος υπερασπίζεται.».] Ως προς τον σκοπό της θανατικής ανάκρισης, αυτός, τεχνικά, περιορίζεται από το Άρθρο 25 του Κεφ. 153. Αυτό, απαιτεί από τον Θανατικό Ανακριτή να διαπιστώσει, «ποιός ήταν ο αποθανών και πως, πότε και που ο αποθανών απέθανε». Από την μαρτυρία, ο Θανατικός Ανακριτής ακριβώς, πρέπει να εκμαιεύσει γεγονότα που να απαντούν τα εν λόγω ερωτήματα. Περαιτέρω, ο Θανατικός Ανακριτής δεν δικαιούται να εκφέρει άποψη για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Η δικαιοδοσία του ορίζεται ρητώς απότο Κεφ.154 (βλ. R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82, Re Δρ. Χρίστος Χρίστου κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 71/2014, 10/07/2015, ECLI:CY:AD:2015:D511 (Μιχαηλίδου Δ. Α. Δ.) και Re Ανδριάνα Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1342 (Παπαδοπούλου Δ. Α. Δ.)). Σε ότι αφορά τον ρόλο και το πεδίο εφαρμογής μίας θανατικής ανάκρισης, η πιο συχνά αναφερόμενη απόφαση [του Αγγλικού Εφετείου], είναι αυτή του Sir Thomas Bingham MR στηνυπόθεση R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82 ο οποίος ανέφερε τα εξής: «This long survey of the relevant statutory and judicial authority permits certain conclusions to be stated.
(1)An inquest is a fact-finding inquiry conducted by a coroner, with or without a jury, to establish reliable answers to four important but limited factual questions. The first of these relates to the identity of the deceased, the second to the place of his death, the third to the time of death. In most cases these questions are not hard to answer but in a minority of cases the answer may be problematical. The fourth question, and that to which evidence and inquiry are most often and most closely directed, relates to how the deceased came by his death. Rule 36 requires that the proceedings and evidence shall be directed solely to ascertaining these matters and forbids any expression of opinion on any other matter.
(2)Both in section 11
(5)(b)(ii) of the Act of 1988 and in rule 36
(1)(b) of the Rules of 1984, "how" is to be understood as meaning "by what means." It is noteworthy that the task is not to ascertain how the deceased died, which might raise general and far-reaching issues, but "how . . . the deceased came by his death," a more limited question directed to the means by which the deceased came by his death.
(3)It is not the function of a coroner or his jury to determine, or appear to determine, any question of criminal or civil liability, to apportion guilt or attribute blame. This principle is expressed in rule 42 of the Rules of 1984. The rule does, however, treat criminal and civil liability differently: whereas a verdict must not be framed so as to appear to determine any question of criminal liability on the part of a named person , thereby legitimating a verdict of unlawful killing provided no one is named, the prohibition on returning a verdict so as to appear to determine any question of civil liability is unqualified, applying whether anyone is named or not.
(4)This prohibition in the Rules is fortified by considerations of fairness. Our law accords a defendant accused of crime or a party alleged to have committed a civil wrong certain safeguards rightly regarded as essential to the fairness of the proceedings, among them a clear statement in writing of the alleged wrongdoing, a right to call any relevant and admissible evidence and a right to address factual submissions to the tribunal of fact. These rights are not granted, and the last is expressly denied by the Rules, to a party whose conduct may be impugned by evidence given at an inquest.
(5)It may be accepted that in case of conflict the statutory duty to ascertain how the deceased came by his death must prevail over the prohibition in rule 42. But the scope for conflict is small. Rule 42 applies, and applies only, to the verdict. Plainly the coroner and the jury may explore facts bearing on criminal and civil liability. But the verdict may not appear to determine any question of criminal liability on the part of a named person nor any question of civil liability.
(6)There can be no objection to a verdict which incorporates a brief, neutral, factual statement: "the deceased was drowned when his sailing dinghy capsized in heavy seas," "the deceased was killed when his car was run down by an express train on a level crossing," "the deceased died from crush injuries sustained when gates were opened at Hillsborough Stadium." But such verdict must be factual, expressing no judgment or opinion, and it is not the jury's function to prepare detailed factual statements.». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Η θανατική ανάκριση είναι μια έρευνα για την διαπίστωση γεγονότων που διεξάγεται από θανατικό ανακριτή, με ή χωρίς επιτροπή ενόρκων, για να διαπιστώσει αξιόπιστες απαντήσεις σε τέσσερα σημαντικά αλλά περιορισμένα πραγματικά ερωτήματα. Το πρώτο από αυτά αναφέρεται στην ταυτότητα του θανόντος, το δεύτερο στον τόπο του θανάτου του, το τρίτο στον χρόνο του θανάτου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι δύσκολο να απαντηθούν, αλλά σε μερικές περιπτώσεις, η απάντηση μπορεί να προβληματίσει. Το τέταρτο ερώτημα και αυτό στο οποίο τα αποδεικτικά στοιχεία και η έρευνα είναι που πιο συχνά και πιο στενά κατευθύνονται, σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο θανών βρήκε το θάνατό του. Ο Κανονισμός 36 ορίζει ότι οι διαδικασίες και τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να απευθύνονται αποκλειστικά στην εξακρίβωση αυτών των θεμάτων και απαγορεύουν την έκφραση γνώμης επί οποιουδήποτε άλλου θέματος.
(2)Τόσο στο άρθρο 11 παράγραφος 5 στοιχείο β) σημείο ii) του Νόμου του 1988 όσο και στον Κανονισμό 36
(1)(β) των Κανονισμών του 1984, ο όρος "πώς" πρέπει να νοείται ως "με ποια μέσα". Αξίζει να σημειωθεί ότι το καθήκον δεν είναι να εξακριβωθεί πως ο αποθανών απέθανε, που θα μπορούσε να εγείρει γενικά και εκτεταμένα ζητήματα, αλλά "πώς ... ο θανών βρήκε το θάνατό του", ένα πιο περιορισμένο ερώτημα σχετικά με τα μέσα με τα οποία ο αποθανών βρήκε το θάνατό του.
(3)Δεν είναι καθήκον του θανατικού ανακριτή ή της επιτροπής των ενόρκων να αποφασίσει ή να φαίνεται ότι αποφασίζει οποιοδήποτε θέμα ποινικής ή αστικής ευθύνης, να κατανέμει ενοχή ή να αποδίδει ευθύνη. Η αρχή αυτή εκφράζεται στον Κανονισμό 42 των Κανονισμών του 1984. Ωστόσο, ο Κανονισμός αυτός μεταχειρίζεται την ποινική και αστική ευθύνη με διαφορετικό τρόπο: ενώ μια ετυμηγορία δεν πρέπει να είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να φαίνεται ότι αποφασίζει ζήτημα ποινικής ευθύνης εκ μέρους ενός ονομαζόμενου προσώπου, νομιμοποιώντας με τον τρόπο αυτό την ετυμηγορία της παράνομης θανάτωσης υπό την προϋπόθεση ότι κανένας δεν κατονομάζεται, η απαγόρευση επιστροφής ετυμηγορίας ώστε να φαίνεται ότι αποφασίζει οποιοδήποτε ζήτημα αστικής ευθύνης είναι απόλυτη, και εφαρμόζεται είτε κάποιος έχει κατονομαστεί ή όχι.
(4)Η απαγόρευση αυτή στον Κανονισμό ενισχύεται από λόγους δικαίου. Ο νόμος μας, παρέχει σε κατηγορούμενο για εγκληματικότητα, ή σε διάδικο που φέρεται ότι διέπραξε αδίκημα αστικού δικαίου, κάποιες εγγυήσεις που ορθώς κρίθηκαν απαραίτητες για τη δικαιοσύνη των διαδικασιών, μεταξύ των οποίων μια σαφής γραπτή δήλωση σχετικά με το φερόμενο αδίκημα, το δικαίωμα παρουσίασης της όποιας σχετικής και αποδεκτής μαρτυρίας και το δικαίωμα να απευθύνει εισηγήσεις προς Δικαστήριο σε ότι αφορά τα γεγονότα. Αυτά τα δικαιώματα, δεν χορηγούνται και το τελευταίο αποκλείεται από τον Κανονισμό, σε πρόσωπο του οποίου η διαγωγή μπορεί να αμφισβητείται / προσβάλλεται από μαρτυρία που δίδεται κατά την θανατική ανάκριση.
(5)Μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση σύγκρουσης προνοιών, η υποχρέωση να εξακριβωθεί πως ο αποθανών απεβίωσε που τίθεται δια νόμου να πρέπει να υπερισχύει της απαγόρευσης του Κανονισμού 42. Όμως, το περιθώριο σύγκρουσης είναι μικρό. Ο Κανονισμός 42 εφαρμόζεται και ισχύει μόνο για την ετυμηγορία. Απλά ο θανατικός ανακριτής και η επιτροπή των ενόρκων μπορούν να διερευνήσουν γεγονότα που αφορούν την ποινική και αστική ευθύνη. Αλλά η ετυμηγορία, δεν μπορεί να φαίνεται να αποφασίζει οποιοδήποτε ζήτημα ποινικής ευθύνης εκ μέρους ενός κατονομαζόμενου προσώπου, ούτε οποιοδήποτε ζήτημα αστικής ευθύνης.
(6)Δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρησης σε μια ετυμηγορία η οποία περιλαμβάνει μια σύντομη, ουδέτερη, πραγματική δήλωση: "ο νεκρός πνίγηκε όταν το ιστιοπλοϊκό του σκάφος ανατράπηκε σε βαριά θάλασσα", "ο νεκρός σκοτώθηκε όταν το αυτοκίνητό του χτυπήθηκε από τρένο σε ισόπεδη διασταύρωση", "ο νεκρός πέθανε από τραυματισμούς στη συντριβή που προκλήθηκε όταν ανοίχτηκαν οι πύλες στο στάδιο του Hillsborough". Ωστόσο, αυτή η ετυμηγορία πρέπει να είναι πραγματική, χωρίς να εκφράζει κρίση ή γνώμη, και δεν είναι αρμοδιότητα της επιτροπής των ενόρκων να συντάσσει λεπτομερείς πραγματικές δηλώσεις.».] Συναφώς, ο Θανατικός Ανακριτής έχει ως πρώτιστο καθήκον του, να διεξάγει μία ανάκριση που είναι πλήρης και δίκαιη, πρακτική και αποτελεσματική (βλ. Re Λευκο Επιφανείου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1682 (Ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου). Κατά συνέπεια, η έρευνα του Θανατικού Ανακριτή, πολύ συχνά, είναι ευρύτερη του αυστηρώς απαραίτητου για σκοπούς του πορίσματος του και της διαπίστωσης του τι νομίμως μπορεί να περιλαμβάνεται σε αυτό. Εντούτοις, επαναλαμβάνω, η δικαιοδοσία του Θανατικού Ανακριτή είναι περιορισμένη. Επί του αιτήματος & συμπεράσματα: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω το αίτημα της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αστυνομίας αφορά την επανακλήτευση του Ιατροδικαστή Δρ. Μαρνερίδη. Πρόκειται για πρόσωπο που ήδη κατέθεσε στην διαδικασία και ετοίμασε και σχετική έκθεση που αποτελεί μέρος των Τεκμηρίων του φακέλου. Για σκοπούς εντοπισμού τέτοιας δυνατότητας έχω ανατρέξει για μελέτη σε Αγγλικά Συγγράμματα που διέπουν τις διαδικασίες των Θανατικών Ανακρίσεων και έχω εντοπίσει τα ακόλουθα σχετικά με το υπό εξέταση θέμα: Στο σύγγραμμα JERVIS ON CORONES - THE OFFICE AND DUTIES OF CORONERS (9th edition - 1957) στις σελίδες 163 και 164 γίνεται επεξήγηση της σειράς που καλούνται / παρουσιάζονται οι μάρτυρες σε διαδικασίες θανατικών ανακρίσεων. Μάλιστα στην σελίδα 164 αναφέρετε και το δικαίωμα / προνόμιο των ενόρκων να επανακλητεύσουν μάρτυρα. ''It is the privilege of the jurors, at any time during the investigation, to call back before them any witness who has been examined, and to ask any question that may suggest itself to their minds as elucidatory[2] of their inquiry''. Επιπρόσθετα και στο σύγγραμμα JERVIS ON THE OFFICE AND DUTIES OF CORONERS (12th edition - 2002) στην σελίδα 275 (para 12-81 που τιτλοφορείται Privilege of jury to recall witnesses) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη δυνατότητα επανακλήτευσης μάρτυρα ''Subject to the overriding discretion of the coroner to ensure a properly conducted and fair proceeding, it is the privilege of the jurors, at any time during the investigation, to call back before them and to re-examine any witness who has already been examined, in order to ask further questions, perhaps arising out of other evidence[3] (but if the witness has been released, it is, strictly speaking, necessary to re-summon him formally)'' Από τα πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα η δυνατότητα επανακλήτευσης μάρτυρα. Συνεπώς έχοντας κατά νου ότι η θανατική ανάκριση, δεν είναι δίκη, δεν υπάρχουν διάδικα μέρη, δεν υπάρχει κατηγορητήριο, δεν υπάρχει δίωξη, δεν υπάρχει υπεράσπιση απλώς γίνεται μια προσπάθεια να διαπιστωθούν γεγονότα και το ότι πρόκειται για μια διερευνητική διαδικασία έρευνας (ανακριτικού και όχι αντιπαραθετικού χαρακτήρα), άκρως αντίθετη μίας δίκης στην οποία ο κατήγορος κατηγορεί και ο κατηγορούμενος υπερασπίζεται και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Θανατικός Ανακριτής έχει ως πρώτιστο καθήκον του, να διεξάγει μία ανάκριση που είναι πλήρης και δίκαιη, πρακτική και αποτελεσματική θεωρώ πως το αίτημα της Αστυνομίας για επανακλήτευση του Ιατροδικαστή Δρ. Μαρνερίδη ότι θα πρέπει να εγκριθεί. Σκοπός είναι να τεθεί ενώπιον του Θανατικού Ανακριτή το σύνολο της μαρτυρίας και των θέσεων / απόψεων / διευκρινίσεων εμπειρογνωμόνων είτε αυτά προέρχονται από την πλευρά της Αστυνομίας ή της Οικογένειας του θανόντα πριν την επιφύλαξη του πορίσματος έτσι ώστε το σύνολο αυτών να είναι ενώπιον του Θανατικού Ανακριτή για σκοπούς μελέτης κατά το στάδιο συγγραφής του πορίσματος. Ούτως η άλλως προκύπτει μέσα από το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κατά τον χρόνο που ο Δρ. Μαρνερίδης ετοίμασε την δική του έκθεση και κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία δεν ήταν στην διάθεση της Αστυνομίας ή και του ιδίου η Έκθεση της κας. Σπανουδάκη η οποία ετοιμάστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο καθιστώντας ξεκάθαρη πλέον και κατά τρόπο επιστημονικό την γραμμή που η οικογένεια του θανόντα θα τηρήσει στην υπό εξέταση θανατική ανάκριση. Επιπρόσθετα με την επανακλήτευση δίνεται και η δυνατότητα στον Θανατικό Ανακριτή να θέσει και ο ίδιος ερωτήματα στον μάρτυρα για σκοπούς διευκρινίσεων επί ζητημάτων τα οποία έχουν προκύψει. Με την διαταγή της επανακλήτευσης διασφαλίζεται ο σκοπός αυτός. Ούτως η άλλως η οικογένεια διατηρεί και αυτή με την σειρά της το δικαίωμα αντεξέτασης του μάρτυρα επί των όσων δια ζώσης θα αναφέρει ενώπιον του Θανατικού Ανακριτή. Kατάληξη: Για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω δίδω άδεια και διατάζω την επανακλήτευση του Ιατροδικαστή Δρ. Μαρνερίδη. (Υπ.) __________________________ Ν. ΦΑΚΟΝΤΗΣ, Θ. Α. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ο Θανατικός Ανακριτής για τους λόγους που εξήγησε με ενδιάμεση του απόφαση επέτρεψε την κατάθεση του Εγγράφου μαζί με τα συνοδευτικά του ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση στις 19.12.2022 και πριν την επιφύλαξη της ενδιάμεσης απόφασης που πραγματεύεται η παρούσα απόφαση. [2] Διευκρινίζω [3] Cfz.R. v. Sullivan [1923] 1 k.b. 47; R. v. McKenna
(1956)40 Cr. App. R. 65; Phelan v Black [1972] 1 W.L.R. 273, DC (all criminal cases). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.