← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. X., Αρ. Υπόθεσης: 10347/21, 27/7/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. X., Αρ. Υπόθεσης: 10347/21, 27/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:61 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10347/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. X. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 27/7/2022 Για την Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Kατηγορούμενο: κ. Α. Σάββα μαζί με κα Α. Χαραλάμπους. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες βιασμού, απόπειρας βιασμού, απαγωγής και κλοπής. Πιο συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 19/8/2021, στη Λεμεσό: · Με σκοπό τη συνουσία με αυτήν, απήγαγε γυναίκα, δηλαδή την παραπονούμενη, χωρίς την θέληση της (κατηγορία 2). · Ήλθε σε παράνομη συνουσία διά κολπικής και πρωκτικής διείσδυσης με γυναίκα, δηλαδή με την παραπονούμενη, χωρίς την συναίνεση της (κατηγορίες 1 και 4 αντίστοιχα). · Αποπειράθηκε να έρθει σε παράνομη συνουσία δια στοματικής διείσδυσης με γυναίκα, δηλαδή με την παραπονούμενη, χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 5). · Έκλεψε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας IPHONE 11, με το φορτιστή του, αξίας €1.000 περιουσία της παραπονούμενη (κατηγορία 3). Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 8 μάρτυρες ενώ έγιναν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για καμία εκ των κατηγοριών και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Τα όσα ανέφεραν οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό τέτοια αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Είναι αρκετό να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην προκειμένη η θέση της υπεράσπισης είναι ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή στερείται πειστικότητας και είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Προς τούτο ο κ. Σάββα προέβη σε παράθεση των στοιχείων εκείνων της μαρτυρίας και ιδιαίτερα αυτής της παραπονούμενης, που υποστηρίζουν την θέση του. Το ίδιο έπραξε και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, προς υποστήριξη της αντίθετης θέσης της. Έχουμε μελετήσει και εξετάσει τις εκατέρωθεν επί του θέματος θέσεις. Για την απόφαση μας διήλθαμε με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας. Πράξαμε τούτο με γνώμονα τις ως άνω αρχές, δηλαδή χωρίς να προβούμε σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνοντας τα γεγονότα με αντικειμενική θεώρηση και χωρίς να υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει ότι η εισήγηση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες. Συναφώς ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.