ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Θ., Αρ. Υπόθεσης: 13577/21, 6/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:66 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13577/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Θ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 6/12/2022 Για τη Δημοκρατία: κα K. Κυθραιώτου. Για τον Kατηγορούμενο: κα Ο. Οικονόμου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος δήλωσε εξ αρχής παραδοχή στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, στις 29/9/2021, στη Λεμεσό, με παράνομη πράξη δηλαδή γρονθοκοπώντας και κλωτσώντας τον Ζ. Π. στο κεφάλι, επέφερε το θάνατο αυτού στις 2/12/
- Μετά την έκθεση των γεγονότων από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ακολούθησε η αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης, στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε 18 τεκμήρια. Στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος Υπεράσπισης, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος ήταν συστηματικός χρήστης ναρκωτικών και ότι την ημέρα διάπραξης του επίδικου αδικήματος δηλαδή στις 29/9/2021, περί ώρα 06:30, προέβη σε χρήση κάνναβης και κατάποση ηρεμιστικών χαπιών. Στήριξε δε τούτο στο ότι στις 30/9/2021, ενώ βρισκόταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας, υπεβλήθη σε δεκαπλό τεστ ουσιών, το οποίο ήταν θετικό σε «THC» (τετραϋδροκανναβινόλη) και «FYL» (φαιντανύλη) (βλ. τεκμήριο 1). Σε σχέση με την κατάσταση της ψυχικής του υγείας, η κα Οικονόμου αναφέρθηκε στο ιστορικό και στις νοσηλείες του κατηγορούμενου στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Ως εξήγησε η συνήγορος, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια ψυχωτική κατάσταση, η οποία έχει σκαμπανεβάσματα. Όταν λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να δουλέψει, να μεγαλώσει τα παιδιά του ενώ όταν δεν τη λαμβάνει μπορεί να αντιμετωπίσει μια έξαρση, είτε συναισθημάτων, λόγω κάποιου σοκ, θυμού, οργής (είναι δηλαδή ενεργή η ψυχοπαθολογία του). Υποστήριξε δε βασικά ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ψυχοπαθολογία της ψυχωτικής κατάστασης του κατηγορούμενου ήταν ενεργή. Στήριξε δε αυτό στο ότι στις 30/9/2021, δηλαδή την επομένη διάπραξης του αδικήματος, ο κατηγορούμενος εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο Δρα Φ. Σ., ο οποίος και εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήριο 12,) βάσει του οποίου εκδόθηκε διάταγμα προσωρινής νοσηλείας του κατηγορούμενου στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Η κα Οικονόμου παρέπεμψε επίσης σε σημειώσεις ψυχιάτρων που τον εξέτασαν στις 30/9/2021 (βλ. τεκμήριο 13). Είναι δε με βάση όλα τα πιο πάνω, η θέση της Υπεράσπισης, ότι η χρήση ουσιών κατά την επίδικη ημέρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να αλλοιωθεί η κρίση του κατηγορούμενου και η ψυχωτική του κατάσταση κατά τον ίδιο χρόνο ήταν τέτοια ώστε δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά και λόγω της παρόρμησης που του δημιουργούσε είχε μειωμένες αντιστάσεις στην άσκηση αυτοελέγχου. Αυτά καταδεικνύουν, σύμφωνα με τη συνήγορο Υπεράσπισης, ότι υπήρξε μειωμένη ικανότητα του κατηγορούμενου στην αντίληψη και ορθολογιστική αξιολόγηση κινδύνων και καταστάσεων και ελλειμματική ικανότητα στην κριτική σκέψη και στην πρόβλεψη και επακόλουθα σωστή αξιολόγηση των συνεπειών των πράξεων του, καθώς και μειωμένες αντιστάσεις. Ως διευκρινίσθηκε περαιτέρω στη συνέχεια, η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι η χρήση κάνναβης και ηρεμιστικών χαπιών που έκανε το πρωί της επίδικης ημέρας ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με την ψυχωτική του κατάσταση, ήταν που τον ώθησαν στη διάπραξη του αδικήματος. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, η ευθύνη του για τις πράξεις του ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό μειωμένη, με αποτέλεσμα ο βαθμός της ποινικής του ευθύνης να είναι μικρός μέχρι και ελάχιστος. Εδώ να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση προέβαλε τα πιο πάνω, χωρίς να αμφισβητεί την παραδοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία αλλά υποστηρίζοντας ότι η μειωμένη ευθύνη είναι τέτοια ώστε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας και να οδηγήσει σε επιεικέστερη ποινή. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε τη διαφωνία της ως προς τις πιο πάνω περιστάσεις. Αμφισβήτησε κατ' αρχάς ότι κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και τοξίκωσης. Δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος προέβαινε σε χρήση κάνναβης, ούτε το δεκαπλό τεστ, με την επιφύλαξη ανάλογα με το κατά πόσο αυτό έγινε σε δείγμα ούρων ή αίματος. Είπε ότι ανάλογα με αυτό, το αποτέλεσμα του τεστ δεν καταδεικνύει πρόσφατη χρήση κάνναβης και δη χρήση της κατά τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω το τεστ δεν καταδεικνύει την κατάποση ηρεμιστικών χαπιών. Κατά δεύτερο η κα Κυθραιώτου αμφισβήτησε ότι κατά τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, υπήρχε ενεργή ψυχοπαθολογία της ψυχικής διαταραχής του κατηγορούμενου, η οποία επέδρασε κατά τον τρόπο που υποστήριξε η Υπεράσπιση με αποτέλεσμα δηλαδή η ευθύνη του να είναι μειωμένη. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής διευκρίνισε ότι η ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου, ως αναφέρεται στις σημειώσεις ‑ ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν, δεν συνδέεται με τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος (δεν ήταν δηλαδή ενεργή τότε) και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο στο γενικότερο πλαίσιο των προσωπικών του περιστάσεων. Με δεδομένη την αμφισβήτηση των πιο πάνω γεγονότων από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο άκουσε τις συνηγόρους αναφορικά με τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν ότι τα εν λόγω γεγονότα και στοιχεία εμπίπτουν στην αποκλειστική γνώση του κατηγορούμενου και ότι ως εκ τούτου θα πρέπει να διεξαχθεί αντίστροφη διαδικασία Newton (reverse Newton hearing). Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω το Δικαστήριο διέταξε όπως διεξαχθεί τέτοια διαδικασία, ώστε να αποφασιστούν τα εξής:
- Όσον αφορά τη θέση για λήψη ναρκωτικών και ηρεμιστικών, πότε λήφθηκαν και τι ουσίες λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο και αν αυτές επέδρασαν και πόσο επέδρασαν σε αυτόν κατά τη διάπραξη του αδικήματος.
- Όσον αφορά τη θέση για μειωμένη ευθύνη στη διάπραξη του αδικήματος λόγω της κατάστασης της ψυχικής του υγείας, κατά πόσο η ψυχική κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου, ως φαίνεται από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τέτοια ώστε να επέδρασε στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος κατά τρόπο που να καθιστά την ευθύνη του μειωμένη. Μαρτυρία Στα πλαίσια της διαδικασίας η Υπεράσπιση κάλεσε δύο μάρτυρες ενώ η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μια μάρτυρα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο ψυχίατρος, Δρ. Φ. Σ., ο οποίος εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του ημερομηνίας 30/9/2021 (τεκμήριο 12) που ετοίμασε αναφορικά με τον κατηγορούμενο, τον οποίο εξέτασε την ίδια ημέρα. Ο Μ.Υ.1 εξήγησε τα όσα κατέγραψε στο τεκμήριο 12 και πως κατέληξε σε αυτά. Ερωτώμενος, με βάση την πείρα του, να πει κατά πόσο ένα άτομο που παρουσιάζει συμπτωματολογία όπως αυτή που γράφει στην έκθεση του (δηλαδή χωρίς εναισθησία, καχύποπτος, αρνείτο να απαντήσει σε ερωτήσεις, δεν συνεργαζόταν και δεν μπορούσε να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία) σε συνδυασμό με το ότι είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, μπορεί να έχει πλήρη αντίληψη, απάντησε ότι δεν έχει εμπειρία με τέτοια περιστατικά, τα οποία ανήκουν στη δικανική ψυχιατρική που είναι εξειδικευμένη ειδικότητα (την οποία ο ίδιος δεν έχει) και ότι ό,τι έγραψε, το έγραψε με βάση το τι έβλεπε εκείνην την ώρα. Αναφορικά με το κατά πόσο η χρήση κάνναβης ή οποιασδήποτε άλλης ναρκωτικής ουσίας επηρεάζει την κρίση του κατηγορούμενου, απάντησε ότι μπορεί να επηρεάσει αλλά αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως το πόσα χρόνια, πόσο συχνά, τι χρήση κάνει, εάν είναι άντρας ή γυναίκα, τον σωματότυπο του, τα κιλά του, τον μεταβολισμό του και το είδος του ναρκωτικού. Η χρήση κάνναβης και φαιντανύλης, σε συνδυασμό με ιστορικό ψύχωσης, «γενικά ομιλούντες», ως είπε, μπορεί να επηρεάσει την κρίση ενός ασθενούς. Εξήγησε δε ότι η φαιντανύλη είναι ένα οπιοειδές φάρμακο που δίδεται για αντιμετώπιση χρόνιων πόνων. Δέχθηκε δε ότι εάν γινόταν χρήση ηρεμιστικών χαπιών, το δεκαπλό τεστ θα ήταν θετικό στην ουσία βενζοδιαζεπίνη και όχι στη φαιντανύλη, διευκρινίζοντας ότι η τελευταία σαν χημική ουσία δεν θεωρείται ηρεμιστική. Ανέφερε επίσης ότι στη συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο κατά τον χρόνο της εξέτασης του, εκείνος δεν αναφέρθηκε σε χρήση ουσιών ή ηρεμιστικών χαπιών. Ο Μ.Υ.1 δήλωσε ότι δεν μπορεί να απαντήσει κατά πόσο, κατά τον χρόνο που διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα, ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται ή όχι ή πόσο αντιλαμβανόταν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η εξέταση και το αποτέλεσμα (η συμπτωματολογία που εντόπισε), μπορούσε να επηρεαστεί και από τη διάπραξη του αδικήματος, καθότι ο κατηγορούμενος δεν απαντούσε στις ερωτήσεις του. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο επίσης ψυχίατρος, Δρ. Γ. Μ., ο οποίος εργάσθηκε ως ειδικευμένος ψυχίατρος από το 2008 και από το 2015 εργάζεται ως ειδικός ψυχίατρος. Ο Μ.Υ.2 εξέτασε τον κατηγορούμενο το 2016 και στήριξε τις θέσεις του αναφορικά με τη συμπεριφορά του κατά τον επίδικο χρόνο, στον ιατρικό φάκελο του κατηγορούμενου. Με βάση τον εν λόγω φάκελο, ο Μ.Υ.2 υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από παρανοϊκή σχιζοφρένεια δηλαδή μια σοβαρή ψυχική διαταραχή (εξήγησε τα συμπτώματα και τις συνέπειες τους), αλλά και από χρήση πολλαπλών ψυχοδραστικών ουσιών, όπου επηρεάζεται η συμπεριφορά του. Υποστήριξε δε ότι ο συνδυασμός λήψης ναρκωτικών ουσιών με τη διαγνωσθείσα διαταραχή του κατηγορούμενου, ενεργοποίησε τη ψυχοπαθολογία της διαταραχής του αυτής (παρουσίασε ψυχωτικά συμπτώματα) κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και επηρέασε τη συμπεριφορά του. Ως πραγματικό υπόβαθρο αυτού προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση κάνναβης και κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν υπό την επήρεια τέτοιας ουσίας. Στήριξε δε αυτό στα αποτελέσματα του δεκαπλού τεστ, στο ιστορικό χρόνιας χρήσης ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο και στη συμπεριφορά που αυτός επέδειξε μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ως αυτά φαίνονται από τον ιατρικό φάκελο του. Ήταν συναφώς η θέση του ότι η χρήση κάνναβης ήταν πρόσφατη, κάτι που βάσισε στο ότι στο δεκαπλό τεστ παρουσιάσθηκε θετικός και στη φαιντανύλη, που είναι ουσία της οποίας, ως ανέφερε, πολλές φορές γίνεται χρήση εν αγνοία του ατόμου, εφόσον ψεκάζεται στην κάνναβη για να δημιουργήσει περισσότερη ευφορία και εξάρτηση. Με βάση τα πιο πάνω υποστήριξε ότι η χρήση της κάνναβης ενεργοποίησε τη ψυχοπαθολογία της διαταραχής του κατηγορούμενου, κατά τον επίδικο χρόνο και επηρέασε τη συμπεριφορά του κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Ήταν ουσιαστικά το συμπέρασμα του ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν το αποτέλεσμα του συνδυασμού της παρανοϊκής σχιζοφρένειας και της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Ανώτερη Χημικός Μ. Α., προϊσταμένη του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους. Κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.1 εξήγησε κατ' αρχάς με τι ασχολείται η δικανική τοξικολογία. Περαιτέρω εξήγησε τι είναι τα προκαταρκτικά τεστ, τι αφορούν, πως, για ποιο σκοπό και σε ποιες περιπτώσεις γίνονται, το κατά πόσο τα αποτελέσματα τους είναι 100% έγκυρα και ότι προς επιβεβαίωση τους τα δείγματα στέλνονται για σχετική εξέταση στο Γενικό Χημείο. Ανέφερε επίσης, με βάση την πείρα της από τις εξετάσεις τέτοιων δειγμάτων στο Γενικό Χημείο, ότι το αποτέλεσμα που δίδει το προκαταρκτικό τεστ δεν επιβεβαιώνεται πάντα κατά τον έλεγχο που γίνεται από το Γενικό Χημείο. Περαιτέρω εξήγησε ότι έχουν παρατηρήσει ότι έχουν πρόβλημα στην επιβεβαίωση τα δείγματα εκείνα τα οποία δείχνουν στο προκαταρκτικό τεστ, θετικά στην φαιντανύλη. Ως προς τη φαιντανύλη, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι ισχυρή αναλγητική ουσία. Πρόκειται για οπιοειδές φάρμακο, κατασταλτικό του νευρικού συστήματος, το οποίο δηλαδή προκαλεί καταστολή και όχι διέγερση. Αναφορικά με τη θέση ότι η ουσία αυτή ψεκάζεται σε κάνναβη για να προκαλέσει περισσότερη εξάρτηση στους χρήστες, η μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχουν ουσίες, οι οποίες ψεκάζονται πάνω στην κάνναβη και σε άλλες φυτικές ουσίες, όπως για παράδειγμα το «Damiana», για να προκαλέσουν εξάρτηση στους χρήστες. Δεν έχει παρατηρηθεί όμως μέχρι στιγμής κάνναβη, η οποία να έχει ψεκαστεί με φαιντανύλη ούτε με κατηγορία φαιντανυλών. Από ελέγχους που κάνουν στο Γενικό Χημείο, στην κάνναβη, όχι σε βιολογικά δείγματα, δεν έχει διαφανεί κάτι τέτοιο. Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά, το οποίο κάθε χρόνο εκδίδει ετήσια έκθεση, αναφέρει για ουσίες, οι οποίες ψεκάζονται πάνω στην κάνναβη και αυτές είναι κυρίως συνθετικά κανναβινοειδή. Η φαιντανύλη επειδή είναι οπιοειδές φάρμακο και κατασταλτικό, δρα όπως τα οπιοειδή και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο, συνήθως βρίσκεται αναμεμειγμένη με ηρωίνη, αφού έχει περισσότερη κατασταλτική χρήση. Υπήρξε και μια περίπτωση, που έχει καταγραφεί, κατά την οποία η φαιντανύλη βρέθηκε αναμεμειγμένη με κοκαΐνη. Πρόκειται για πολύ δραστική ουσία, ίσως και 100 φορές περισσότερο από τη μορφίνη και έτσι ακόμη και πάρα πολύ μικρή ποσότητα μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ζημιά ή θάνατο. Αναφορικά με την έννοια της επήρειας, η Μ.Κ.1 είπε ότι για να πει κάποιος τοξικολόγος ότι ένα πρόσωπο βρίσκεται υπό επήρεια, βασίζεται στα αποτελέσματα των αναλύσεων που γίνονται στο Γενικό Χημείο. Ένας ψυχίατρος θα δει κάποιο πρόσωπο, θα παρατηρήσει κάποιες συμπεριφορές και θα πει εάν είναι υπό την επήρεια. Η διαφορά είναι ότι ο τοξικολόγος θα δει το αποτέλεσμα των αναλύσεων και βάσει αυτού και βιβλιογραφικών δεδομένων, θα μπορέσει να πει εάν το πρόσωπο ήταν υπό την επήρεια. Σίγουρα, ανέφερε, ένας ψυχίατρος που βλέπει το πρόσωπο τη συγκεκριμένη στιγμή που γίνεται ένα περιστατικό, θα δώσει την καλύτερη εικόνα. Έτσι εξήγησε ότι από τοξικολογικής σκοπιάς, υπό την επήρεια, βρίσκεται κάποιος όταν έχει στον οργανισμό του μια ουσία σε κάποια συγκέντρωση, η οποία δείχνει ότι θα επιδράσει στον οργανισμό του με τέτοιο τρόπο ώστε να του αλλάξει τη συμπεριφορά. Ως προς το κατά πόσο, η διαπίστωση μέσω κάποιου τεστ, ότι ένα άτομο είναι θετικό στην κάνναβη, είναι από μόνη της αρκετή ώστε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι βρίσκεται υπό την επήρεια τέτοιας, η Μ.Κ.1 είπε ότι από πλευράς αναλύσεων και μόνο, για να μπορέσει κάποιος να εξάξει κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει αποτέλεσμα το οποίο να είναι στο αίμα και να είναι ποσοτικό, δηλαδή να δίδει συγκέντρωση. Δεν μπορεί ένα αποτέλεσμα το οποίο λαμβάνεται από τα ούρα να δώσει οποιαδήποτε ένδειξη για επήρεια καθότι η ουσία που βρίσκεται στα ούρα είναι ουσία, η οποία ήδη αποβλήθηκε από τον οργανισμό δηλαδή δεν υπάρχει στον οργανισμό αλλά στα ούρα. Όταν είναι στα ούρα δεν επιδρά στον οργανισμό, ήδη έφυγε και εάν έχει μειωθεί στο αίμα σταματά η επίδραση. Μπορεί να υπάρχει και στα ούρα, μπορεί να υπάρχει και στο αίμα ταυτόχρονα. Όμως κάνοντας μια ανάλυση στα ούρα δεν γνωρίζουμε εάν είναι το τελευταίο στάδιο ή εάν είναι η αρχή της αποβολής. Για να διαπιστωθεί λοιπόν η ύπαρξη επήρειας από πλευράς τοξικολογίας θα πρέπει να ελεγχθεί το αίμα. Εάν όμως κάποιος δει το πρόσωπο ακριβώς μετά την ώρα που έγινε το συμβάν και πει ότι είναι υπό την επήρεια, χωρίς ανάλυση αίματος, το Γενικό Χημείο δεν θέτει οποιαδήποτε ένσταση. Εξήγησε επίσης, η μάρτυρας, σαν χημικός, ότι με μια ανάλυση ούρων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προσδιορίσει κατά πόσο η χρήση ήταν πρόσφατη. Με ανάλυση αίματος ώστε να διαπιστωθούν τα ποσοστά συγκέντρωσης στο αίμα, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα κατά πόσο η χρήση ήταν πρόσφατη ή όχι, παρόλο που αυτό εξαρτάται και από τη δόση την οποία θα πάρει κάποιος διότι σε κάποιες ουσίες κάποιοι έχουν ανοχή και πιθανόν να παίρνουν ψηλότερες δόσεις. Περαιτέρω αυτό εξαρτάται και από άλλους παράγοντες όπως το βάρος, η ηλικία του χρήστη και το πώς μεταβολίζει τις ουσίες. Σε τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να προσδιορισθεί ακριβώς πόσες ώρες πριν έγινε η χρήση αλλά μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ήταν πρόσφατη. Νομική Πτυχή Ως έχει νομολογηθεί, μετά την παραδοχή της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο ακούει έκθεση των γεγονότων και παίρνει πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να ληφθούν υπόψη στην απόφαση για το είδος και την έκταση της ποινής. Εάν ο κατηγορούμενος αμφισβητήσει οποιαδήποτε δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβεί σε έρευνα. Εάν είναι ανάγκη, μπορεί να αναβάλει την υπόθεση και εάν το ζήτημα για το οποίο υπάρχει αμφισβήτηση ασκεί επιρροή στην ποινή, πρέπει να ζητήσει την προσκόμιση μαρτυρίας για απόδειξη του. Εάν υπάρχει ουσιαστική σύγκρουση των δύο εκδοχών και δεν γίνεται η έρευνα αυτή, το Δικαστήριο, κατά το δυνατό, πρέπει να αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορούμενου (βλ. Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178). Σε περίπτωση που, όσον αφορά γεγονότα που παρατίθενται για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, οι οποίες δεν αντιμάχονται την παραδοχή του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διεξαγωγή δίκης προς επίλυση της αμφισβήτησης. Πρόκειται για τη διαδικασία καλούμενη ως Newton hearing, από τη αγγλική αυθεντία R. v. Newton [1982] 77 Cr. App. R. 13;
(1982)4 Cr App R(S) 388, η οποία υιοθετήθηκε και από τη νομολογία μας (βλ. Vryoni v. The Police
(1986)2 C.L.R. 102 και Haggag ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52). Στην Vryoni, συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «The position therefore may be summed up as follows: Where there is a plea of guilty but a sharp divergence or substantial conflict of issues of fact which case are relevant to the sentence and not to plea, in which case the plea of guilty should not be accepted and a plea of not guilty should be directed to be entered, the Court should either listen to submissions from both sides and proceed on the basis that the version of the accused should as far as possible be accepted, or if the Court is not prepared to do that then it must hear the evidence before forming its own view in respect of the matter which is in dispute». Τα υπό αμφισβήτηση γεγονότα ή στοιχεία θα πρέπει να είναι σημαντικά στην επιμέτρηση της ποινής. Επουσιώδη ή επιμέρους στοιχεία που δεν επηρεάζουν το βάθρο των γεγονότων και δεν άπτονται της σοβαρότητας του αδικήματος ή δεν είναι σχετικά με την ποινή, δεν είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν με την εν λόγω διαδικασία (βλ. Flack κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 123 ). Στη διαδικασία τύπου Newton εφαρμόζονται οι ίδιοι αποδεικτικοί κανόνες, δικονομία και αρχές (περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν την αξιολόγηση) όπως και κατά την απόδειξη ποινικών υποθέσεων μετά από μη παραδοχή. Συναφώς το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την εκδοχή της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. το σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Γ.Ν.Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, (Β έκδοση) σελ. 1031-1032 και Haggag ανωτέρω). Σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις, όπου τα γεγονότα βρίσκονται αποκλειστικά στη γνώση του κατηγορούμενου, δυνατόν να κληθεί αυτός να αποδείξει την εκδοχή του, οπότε το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους δικούς του ώμους (βλ. Blackstone´s Criminal Practice, 2016, par. D20.81, p. 1882). Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις είναι αρκετό για τον κατηγορούμενο με την προβολή της εκδοχής του να προκαλέσει λογική αμφιβολία επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω σελ. 1033-1034). Η διαδικασία αυτή, καλείται αντίστροφη διαδικασία Newton (reverse Newton hearing) Ως έχει προαναφερθεί, στην προκειμένη είναι κοινώς αποδεκτό από τους διαδίκους ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα και στοιχεία που επικαλείται ο κατηγορούμενος βρίσκονται αποκλειστικά στη δική του σφαίρα γνώσης. Γι' αυτό και διατάχθηκε και διεξήχθη αντίστροφη διαδικασία Newton (reverse Newton hearing). Αξιολόγηση - Συμπεράσματα Στα πλαίσια της διαδικασίας, ως έχει προαναφερθεί, η Υπεράσπιση κάλεσε τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ενώ η Κατηγορούσα Αρχή τη Μ.Κ.1. Ο Μ.Υ.1 κλήθηκε για να καταθέσει, ως ο ψυχίατρος, που εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 29/9/2021, μετά τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Η μαρτυρία αυτού, πέραν των δεδομένων που αφορούν την εν λόγω εξέταση, κάλυψε και θέματα εμπειρογνωμοσύνης του ως ψυχιάτρου. Οι Μ.Υ.2 και Μ.Κ.1 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, έκαστος στην επιστήμη του και δη ο πρώτος ως ειδικός ψυχίατρος ενώ η δεύτερη ως χημικός που ασχολείται με τη δικανική χημεία και τοξικολογία. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. ενδεικτικά Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του ο εμπειρογνώμονας έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του εμπειρογνώμονα, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Το καθήκον λοιπόν του εμπειρογνώμονα είναι όπως, για το σκοπό αυτό, εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες (βλ. Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Παραμένει πάντα ως γενική αρχή ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1427). Στην προκειμένη είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά κατά την ακροαματική διαδικασία τους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν και εξετάσαμε τις θέσεις εκάστου έχοντας υπόψην το αντικείμενο της διαδικασίας, τα προσόντα και την πείρα τους, τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκαν αλλά και το πώς τεκμηρίωσαν τις θέσεις τους. Πράξαμε δε τούτο όχι αποσπασματικά για τον καθένα αλλά κατά αντιπαραβολή των θέσεων τους και λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας. Ο Μ.Υ.1 μας άφησε θετική εικόνα. Επεξήγησε με σαφήνεια τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του κατηγορούμενου και τους λόγους που κατέγραψε τα όσα αναφέρονται στο σχετικό πιστοποιητικό - έκθεση που εξέδωσε (τεκμήριο 12) και γενικά η μαρτυρία του δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Θετική εικόνα άφησε στο Δικαστήριο και η Μ.Κ.1, η οποία επεξήγησε και τεκμηρίωσε με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια και πληρότητα τις θέσεις της, και αυτές, στο μέτρο που αμφισβητήθηκαν, δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.2 σε ουσιώδεις θέσεις του απαντούσε γενικολογώντας και αντί να τις τεκμηριώνει με τον δέοντα επιστημονικό τρόπο, όταν αυτές αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του, παρέπεμπε στην εμπειρογνωμοσύνη του, στην εμπειρία του και στα διαπιστευτήρια του, που ως χαρακτηριστικά ανέφερε «εάν τα ψάξεις και αν τα διαβάσεις μιλούν από μόνα τους». Περαιτέρω ενώ δεν εξέτασε τον κατηγορούμενο μετά το 2016 και ενώ παραδέχθηκε ότι η εικόνα που δίδει ένας ασθενής κατά την κλινική εξέταση του είναι σημαντική, στήριξε με θέρμη και κατηγορηματικά τις θέσεις του, στα όσα άντλησε από τα έγγραφα του ιατρικού φακέλου του κατηγορούμενου, σε υπόβαθρο δηλαδή το οποίο, για τους λόγους που θα εξηγηθούν κατωτέρω δεν υποστηρίζει αυτές. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το ότι δεν ήταν σταθερός στις θέσεις του αλλά και το ότι επιχείρησε, προς υποστήριξη αυτών, να συμπληρώσει τα όποια κενά υπήρχαν στα δεδομένα, προβαίνοντας σε υποθέσεις. Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε λοιπόν κατωτέρω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι ουσιαστικά να αποφασισθεί κατά πόσο υφίσταντο στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, κατά τον επίδικο χρόνο, οι συνθήκες που επικαλέσθηκε η Υπεράσπιση κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής και κατά πόσο οι συνθήκες αυτές συνδυαζόμενες, ως υποστηρίχθηκε, καταδεικνύουν ότι η ευθύνη αυτού στη διάπραξη του αδικήματος ήταν μειωμένη, γεγονός που θα πρέπει να προσμετρήσει ανάλογα στην ποινή που θα του επιβληθεί. Να υπομνησθεί ότι οι εν λόγω συνθήκες, οι οποίες αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι ότι ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα, πριν τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, έκανε χρήση ουσιών και αυτό σε συνδυασμό με την ψυχωτική του κατάσταση, ήταν που τον ώθησε στη διάπραξη του αδικήματος, με αποτέλεσμα η ευθύνη του για τις πράξεις του να είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό μειωμένη. Με δεδομένο ότι η θέση της Υπεράσπισης συνίσταται στο ότι η μειωμένη ευθύνη του κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα της σωρευτικής και συνδυαζόμενης και όχι της διαζευκτικής συνδρομής των προαναφερόμενων συνθηκών, κρίνουμε ορθότερο όπως εξετάσουμε κατ' αρχάς εάν συνέτρεχε έκαστη αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο, που δεν είναι άλλος από αυτόν της διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Στα πλαίσια αυτά δέον όπως εκτεθούν κατ' αρχάς συνοπτικά τα γεγονότα εκείνα που είναι ουσιώδη για τα υπό εξέταση θέματα. Σύμφωνα λοιπόν με τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο κατάστημα που διατηρούσε το θύμα και εκεί γρονθοκόπησε το τελευταίο δύο φορές στο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτό να πέσει στο έδαφος και ακολούθως ο κατηγορούμενος άρχισε να το κλωτσά βίαια στο κεφάλι, με αποτέλεσμα το θύμα να παραμείνει στο έδαφος και να αιμορραγεί χωρίς να αντιδρά. Αυτά επισυνέβησαν μεταξύ των ωρών 07:30 - 08:30 της 29/9/
- Αργότερα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος εντοπίσθηκε από την Αστυνομία στην οικία του και δέχθηκε όπως μεταβεί στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, όπου η ώρα 20:05 συνελήφθη δυνάμει εντάλματος σύλληψης. Του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και την ίδια ημέρα εξετάσθηκε από ψυχίατρο και ακολούθως εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας του και μεταφέρθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας, από όπου απολύθηκε στις 21/10/
- Το θύμα μετά την επίθεση που δέχθηκε μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείου Λεμεσού και στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Αργότερα μεταφέρθηκε σε άλλα νοσηλευτήρια και στις 2/12/2021 απεβίωσε συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο.
- Θέση Υπεράσπισης για λήψη ναρκωτικών ουσιών και ηρεμιστικών χαπιών. Το πρώτο που θα εξετάσουμε είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος είχε, στις 06:30 της 29/9/2021, κάνει χρήση ναρκωτικών (και συγκεκριμένα κάνναβης) και ηρεμιστικών χαπιών. Ως προς αυτό θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να αναφερθεί ότι η μαρτυρία στην οποία στηρίχθηκε η Υπεράσπιση είναι τα αποτελέσματα του δεκαπλού τεστ, στο οποίο υποβλήθηκε στις 30/9/2021 ο κατηγορούμενος και τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ.Υ.
- Εδώ να σημειωθεί ότι αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε στο εν λόγω τεστ ενώ βρισκόταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας, με θετική ένδειξη σε «THC» και «FYL». Το «THC» αποτελεί συντομογραφία της ουσίας τετραϋδροκανναβινόλη, η οποία είναι συστατικό της κάνναβης ενώ το «FYL» είναι συντομογραφία της ουσίας φαιντανύλη. Αρχίζοντας από τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημέρα, πριν τη διάπραξη του αδικήματος έκανε χρήση ηρεμιστικών χαπιών, θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία δεν προσήχθη προς απόδειξη τούτου. Το δεκαπλό τεστ δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο, εφόσον ως συμφωνούν και οι τρεις μάρτυρες, σε περίπτωση τέτοιας χρήσης θα υπήρχε θετική ένδειξη σε άλλες ουσίες και συγκεκριμένα σε βενζοδιαζεπίνες. Ως δε ανέφερε ο Μ.Υ.1 η φαιντανύλη δεν θεωρείται ηρεμιστική ουσία και σύμφωνα με τη Μ.Κ.1 πρόκειται για οπιοειδές, κατασταλτικό του νευρικού συστήματος, το οποίο δηλαδή προκαλεί καταστολή και όχι διέγερση. Ως προς την κάνναβη, ήταν η θέση του Μ.Υ.2 ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπό την επήρεια τέτοιας ουσίας. Στήριξε βασικά τη θέση του αυτή στο ότι το προαναφερόμενο δεκαπλό τεστ στο οποίο υπεβλήθη ο κατηγορούμενος στις 30/9/2021 ήταν θετικό σε κάνναβη. Ως προς το εν λόγω τεστ η Μ.Κ.1 εξήγησε ότι πρόκειται για προκαταρκτικό τεστ («screening test») και ότι τα αποτελέσματα τέτοιων τεστ δεν είναι 100% ακριβή, για αυτό και πρέπει να επιβεβαιωθούν στο εργαστήριο. Η ακρίβεια τους εξαρτάται από την εταιρεία που τα κατασκευάζει και στο φυλλάδιο οδηγιών της συσκευασίας τους γίνεται αναφορά στο πόσα τοις εκατό είναι τα ψευδώς θετικά και πόσο τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Έτσι υπάρχει περίπτωση κάποιος, ο οποίος δεν έκανε ποτέ χρήση ναρκωτικών ουσιών να υποβληθεί σε τέτοιο τεστ και να βρεθεί θετικός, οπόταν μιλούμε για ψευδώς θετικό αποτέλεσμα. Ως επίσης ανέφερε η Μ.Κ.1, με βάση την εμπειρία της (στα πλαίσια των καθηκόντων της στο Γενικό Χημείο εξέτασε μεταξύ 500-1.000 δείγματα, στα οποία έγινε προηγουμένως προκαταρκτικό τεστ), το αποτέλεσμα που έχει δώσει το προκαταρκτικό τεστ δεν επιβεβαιώνεται πάντα κατά τον επιβεβαιωτικό έλεγχο που γίνεται αργότερα στο δείγμα από το Γενικό Χημείο. Η Μ.Κ.1 δεν γνώριζε πόσο είναι το ποσοστό για τα ψευδώς θετικά όσον αφορά το συγκεκριμένο τεστ (επανέλαβε ότι αυτό αναγράφεται στις οδηγίες του κάθε τεστ και εξαρτάται από την εταιρεία κατασκευής του) αλλά είπε ότι γενικά είναι περίπου 5%. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ένα τέτοιο τεστ ούρων χρησιμοποιείται για άμεσα αποτελέσματα ώστε να καταδείξει τη συγκεκριμένη στιγμή εάν είναι θετικός σε ναρκωτικές ουσίες κάποιος, για να καταλήξει ο γιατρός σε κάποια θεραπεία αλλά πρόσθεσε ότι σε σοβαρές υποθέσεις που θα καταλήξουν στο Δικαστήριο χρειάζεται σίγουρα επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων από το Γενικό Χημείο. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν και επιβεβαιώνονται βασικά από τα όσα σχετικά είπε ο Μ.Υ.2, ο οποίος δέχθηκε ότι τέτοια τεστ δεν είναι 100% έγκυρα και ότι αυτά τα χρησιμοποιούν οι γιατροί (περιέλαβε και τον εαυτό του στην αναφορά) ώστε να επιβεβαιώσουν ότι ο ασθενής έκανε χρήση ναρκωτικών. Είπε επίσης ότι γνωρίζει ότι κάποιες φορές, σε υποθέσεις θανατικών ανακρίσεων ή δικαστικών διαδικασιών, τέτοια τεστ έχουν σταλεί για επιβεβαίωση στο Γενικό Χημείο αλλά όχι από γιατρούς. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι τα αποτελέσματα τέτοιων τεστ δεν είναι απόλυτα έγκυρα. Με δεδομένο ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τι ανέφεραν οι οδηγίες που συνοδεύουν το συγκεκριμένο τεστ (από την εταιρεία που το κατασκευάζει) για το ποιο είναι το ποσοστό των ψευδώς θετικών ή αρνητικών αποτελεσμάτων του, αυτό παρέμεινε τελικά άγνωστο. Περαιτέρω, στην παρούσα που είναι μια σοβαρή υπόθεση στην οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για ένα τέτοιο κρίσιμο θέμα, δεν έγινε οποιαδήποτε επιβεβαιωτική εξέταση ώστε να καταδειχθεί η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του τεστ. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια στα αποτελέσματα του εν λόγω τεστ. Εδώ να λεχθεί περαιτέρω, ως προς τη φαιντανύλη για την οποία υπήρχε θετική ένδειξη στο ίδιο τεστ, ότι η Μ.Κ.1 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι από τις εξετάσεις που γίνονται στο Γενικό Χημείο εντοπίζεται πρόβλημα στην επιβεβαίωση των δειγμάτων, τα οποία δείχνουν στο προκαταρκτικό τεστ, θετικά σε αυτή την ουσία. Ως ανέφερε, για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζει, η φαιντανύλη δεν επιβεβαιώνεται και σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ το προκαταρκτικό τεστ ήταν θετικό, ρώτησαν τους γιατρούς αν είχε δοθεί αυτή η ουσία και εκείνοι τους απάντησαν αρνητικά. Ακόμη όμως και να εθεωρείτο ότι τα αποτελέσματα του δεκαπλού τεστ ήταν έγκυρα, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι κάποιος που είναι χρόνιος χρήστης κάνναβης μπορεί να βρεθεί θετικός σε τέτοιο τεστ για αρκετές μέρες, μέχρι και τρεις μήνες. Με άλλα λόγια μπορεί να βρεθεί θετικός σε κάνναβη ενώ έκανε χρήση ακόμη και αρκετό χρόνο προηγουμένως. Εδώ να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.1 ουσιαστικά συμφώνησε ότι σε τέτοια περίπτωση η κάνναβη μπορεί να ανιχνευθεί και μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (αναφέρθηκε σε ένα μήνα) εξηγώντας ότι η τετραϋδροκανναβινόλη σαν ουσία είναι λιπόφιλη δηλαδή διαλύεται στο λίπος και αποβάλλεται πολύ αργά από τον οργανισμό. Έτσι μπορεί να ανιχνευθεί στα ούρα, κάτι που εξαρτάται από τη χρήση που γίνεται και από το συγκεκριμένο άτομο. Αυτό ουσιαστικά ανέφερε και ο Μ.Υ.
- Ενώ όμως ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει ιστορικό χρόνιας χρήσης ναρκωτικών ουσιών, υποστήριξε ότι η χρήση της κάνναβης στην προκειμένη ήταν πρόσφατη. Στήριξε δε τη θέση του αυτή στο ότι το δεκαπλό τεστ ήταν θετικό και σε φαιντανύλη. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε, η χρήση της φαιντανύλης πολλές φορές γίνεται εν αγνοία του ατόμου, εφόσον μπορεί να ψεκαστεί στην κάνναβη, ώστε να δημιουργήσει περισσότερη ευφορία και εξάρτηση και έτσι ο χρήστης δεν γνωρίζει ότι το ναρκωτικό περιλαμβάνει και τέτοια ουσία. Τούτου δεδομένου σε συνδυασμό με το ότι η φαιντανύλη εντοπίζεται σε τέτοια τεστ, μέχρι και 3 μέρες μετά τη χρήση της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρήση της κάνναβης έγινε εντός του ίδιου χρονικού πλαισίου. Στην αντεξέταση του ανέφερε δε ότι ψεκάζουν τη φαιντανύλη «στην κάνναβη ή άλλες ουσίες». Όταν του υποδείχθηκε ότι στην κυρίως εξέταση του είπε ότι αυτή ψεκάζεται σε κάνναβη και όχι σε άλλες ουσίες και του ζητήθηκε να παραπέμψει για τη θέση του αυτή σε συγκεκριμένη βιβλιογραφία, απάντησε ότι ψεκάζεται γενικά σε άλλες ψυχοτρόπες ουσίες, αλλά δεν παρέπεμψε σε βιβλιογραφία. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν το έχει δει αυτό κάπου επιστημονικά καταγεγραμμένο ή εάν έχει αντιμετωπίσει τέτοια περίπτωση στην Κύπρο, απάντησε ότι γενικότερα στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας είχαν δει πάρα πολλούς θετικούς χρήστες κάνναβης και φαιντανύλης ταυτόχρονα και οι ασθενείς διαβεβαίωναν ότι δεν ξέρουν καν τι είναι η φαιντανύλη. Όταν όμως και πάλι του ζητήθηκε να πει που στηρίζει αυτό επιστημονικά είπε ότι το στηρίζει στη βιβλιογραφία και ότι, ως έχει αναφέρει, είναι μια ουσία, η οποία συνδυάζεται από τους εμπόρους ναρκωτικών σε διάφορες ψυχοδραστικές ουσίες. Πέραν όμως του ότι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε σχετική βιβλιογραφία, όταν ρωτήθηκε εάν έχει υπόψην του συγκεκριμένα για την κάνναβη απάντησε «Να ψάξουμε κάποια βιβλιογραφία που αναφέρεται», κάτι που δείχνει ότι δεν είχε υπόψην του τέτοια βιβλιογραφία. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια βιβλιογραφία και ότι αυτό που υπάρχει στη βιβλιογραφία είναι ότι η φαιντανύλη χρησιμοποιείται ως αραιωτικό οπιοειδών ουσιών, όπως της ηρωίνης αλλά όχι της κάνναβης, γενικολογώντας απάντησε «Είναι γενικότερα σε ψυχοδραστικές ουσίες, δεν είναι μόνο στα οπιούχα που χρησιμοποιείται, σε συνδυασμό». Με δεδομένη όμως τη μη επιστημονική τεκμηρίωση της εν λόγω θέσης του, ατεκμηρίωτη κρίνεται και η θέση του περί πρόσφατης χρήσης της κάνναβης από τον κατηγορούμενο. Συνεπώς η θέση του αυτή δεν γίνεται δεκτή. Εδώ να αναφέρουμε ότι, αντίθετα, η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε τεκμηριωμένα στο θέμα. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι υπάρχουν ουσίες, οι οποίες ψεκάζονται πάνω στην κάνναβη και σε άλλες φυτικές ουσίες, όπως για παράδειγμα το «Damiana», για να προκαλέσουν εξάρτηση στους χρήστες. Δεν έχει παρατηρηθεί όμως μέχρι στιγμής κάνναβη, η οποία να έχει ψεκαστεί με φαιντανύλη. Από ελέγχους που κάνουν στο Γενικό Χημείο στην κάνναβη και όχι σε βιολογικά δείγματα, δεν έχει διαφανεί κάτι τέτοιο. Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά, το οποίο κάθε χρόνο εκδίδει ετήσια έκθεση, αναφέρει για ουσίες, οι οποίες ψεκάζονται πάνω στην κάνναβη και αυτές είναι κυρίως συνθετικά κανναβινοειδή. Η φαιντανύλη επειδή είναι οπιοειδές και κατασταλτικό, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο, συνήθως βρίσκεται αναμεμειγμένη με ηρωίνη, αφού έχει περισσότερη κατασταλτική χρήση. Υπήρξε δε μια περίπτωση, η οποία έχει καταγραφεί κατά την οποία η φαιντανύλη βρέθηκε αναμεμειγμένη με κοκαΐνη. Κατά την αντεξέταση της, όταν της υποβλήθηκε ότι υπάρχει βιβλιογραφία επί τούτου (ότι δηλαδή η κάνναβη ψεκάζεται με φαιντανύλη) και αυτό μπορεί να εντοπισθεί με μια απλή αναζήτηση, ακόμα και στο διαδίκτυο, σε συγκεκριμένους οργανισμούς και σε έρευνες και σε άρθρα ψυχιατρικά, απάντησε ότι με βάση το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία. Προς επίρρωση δε της θέσης της ανέφερε ότι, δύο εβδομάδες πριν την κατάθεση της στο Δικαστήριο, είχε λάβει μέρος σε διεθνές συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών για τα ναρκωτικά και εκεί τέθηκε ζήτημα για τις ουσίες, με τις οποίες εμπλουτίζονται τα ναρκωτικά, στις φυτικές ύλες και στην κάνναβη και τέθηκε ερώτημα για τη φαιντανύλη αλλά κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν είπε ότι είδε ή άκουσε κάτι τέτοιο. Όταν ουσιαστικά ζήτησε όπως της υποδειχθεί από τη κα Οικονόμου η βιβλιογραφία στην οποία αναφέρθηκε, της υποδείχθηκε ένα έγγραφο ως περιέχων συγκεκριμένο σχετικό άρθρο (το Τεκμήριο V). Αφού το διάβασε η Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν θεωρεί ότι αυτό είναι αξιόπιστο καθότι δεν αποτελεί επιστημονικό άρθρο που έχει κατατεθεί σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό. Εδώ να σημειωθεί ότι πράγματι το εν λόγω έγγραφο, το οποίο φέρει τίτλο «Hamilton County Coroner: ''We have seen fentanyl mixed with marijuana'' - Warning from coroner: Deadly opiates could be mixed with other drugs» αποτελεί ένα δημοσίευμα όχι κάποιου επιστημονικού περιοδικού ή φορέα που ασχολείται με τέτοια θέματα όπως το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Ναρκωτικών ή το Παρατηρητήριο Ναρκωτικών των Ηνωμένων Εθνών. Φαίνεται να αποτελεί μια μη τεκμηριωμένη προειδοποίηση προς χρήστες ναρκωτικών και μάλιστα προς το τέλος αναφέρει «Samarco added that it is nearly impossible to tell which drugs are mixed with a synthetic opiate. ''We can't tell you for sure until we test the blood of someone has died or any of the drugs seized by law enforcement'' she added». Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του Μ.Υ.2 για το θέμα του χρόνου χρήσης των ουσιών που κατέδειξε το δεκαπλό τεστ αλλά και το ότι ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια κάνναβης κατά τον επίδικο χρόνο, δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη τεκμηρίωση, σταθερότητα και βεβαιότητα. Συνεπώς κρίνουμε ότι δεν μπορούμε αποδεχθούμε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του και για αυτόν το λόγο. Εξηγούμε: Όταν τέθηκε στον Μ.Υ.2, στην αντεξέταση του, ότι το δεκαπλό τεστ έγινε στις 30/9/2021 και ρωτήθηκε πότε λήφθηκαν αυτές οι ουσίες από τον κατηγορούμενο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και δεν γνωρίζει τι ποσότητες τέτοιων ουσιών έλαβε. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, σε υποβολή ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος στις 29/9/2021, τις πρωινές ώρες, ήταν υπό την επήρεια οποιωνδήποτε ουσιών παρέπεμψε και πάλι στο προαναφερόμενο τεστ. Το χρονικό όμως διάστημα χρήσης που καλύπτουν τέτοια τεστ, ως προβλήθηκε τόσο από τον ίδιο όσο και από την Μ.Κ.1, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα που υποστηρίζει ο Μ.Υ.2, δίχως άλλο. Ο τελευταίος όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο η θετική ένδειξη του κατηγορούμενου στην κάνναβη ήταν από παλαιά ή πρόσφατη χρήση, απάντησε ότι επειδή ήταν θετικός στη φαιντανύλη που το παράθυρο ανίχνευσης της είναι μόνο 3 μέρες, άρα και η χρήση της κάνναβης ήταν πρόσφατη. Σε άλλο δε σημείο, όταν εύλογα ρωτήθηκε εάν το ότι κάποιος έκανε χρήση τέτοιων ουσιών 3 μέρες πριν, σημαίνει ότι ήταν υπό την επήρεια για 3 ημέρες, απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι όταν ένα άτομο κάνει χρήση ψυχοδραστικών ουσιών μπορεί να επηρεαστεί ο τρόπος αντίληψής του και να παρουσιάζει ψυχωσικά συμπτώματα όπως να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα ή να παρουσιάζει σύγχυση, κάτι που μπορεί να διαρκέσει από ώρες, μέρες ή εβδομάδες. Σε υποβολή ότι τα όσα είπε για τις 3 μέρες και ότι συνεχίζει η επήρεια δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα απάντησε ότι διαφωνεί. Δεν στήριξε όμως επιστημονικά την θέση του αλλά περιορίσθηκε να επικαλεσθεί «Βάση της εμπειρογνωμοσύνης μου, είμαι ψυχίατρος, τα διαπιστευτήρια μου μπορούν να δώσουν τη θέση μου ως τεκμηριωμένη». Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο η χρήση των ουσιών που έδειξε το δεκαπλό τεστ έγινε μετά ή πριν το επίδικο περιστατικό τις πρωινές ώρες της 29/9/2021, είπε ότι όσον αφορά τη χρήση πάει κάποιες μέρες πίσω και ότι δεν μπορεί να ξέρει τη συγκεκριμένη στιγμή της χρήσης. Στη συνέχεια δέχθηκε βασικά ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που γνωρίζει πότε έκανε χρήση. Όταν του τέθηκε ότι ακόμη και εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι στις 30/9/2021 ο κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια ουσιών (κάτι που δήλωσε η κα Κυθραιώτου ότι δεν δέχεται), ο ίδιος δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει από πότε ήταν υπό την επήρεια αυτών απάντησε «Τη δεδομένη στιγμή όχι αλλά το τεστ αναφέρει ότι ήταν θετικός αλλά πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών για πολλά χρόνια, αναφέρει χρήση και δεν λέει ψέματα, βρέθηκε θετικός, ήταν θετικός, δεν έχω κανένα λόγο να αμφιβάλω ότι η συνεχόμενη χρήση ναρκωτικών ουσιών εγίνετουν από τον ίδιο τον ασθενή τακτικά, καθημερινά, χωρίς να σταμάτα τη χρήση, εκτός που 2 εισδοχές μέσα σε πολλά χρόνια», κάτι που δείχνει ότι ο Μ.Υ.2 προέβαινε σε υποθέσεις ως προς το πότε ο κατηγορούμενος έκανε χρήση. Όταν του τέθηκε αυτό ότι δηλαδή προβαίνει σε υποθετικά σενάρια επειδή ο κατηγορούμενος είναι χρόνιος χρήστης, επέμενε, ενώ προφανώς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και υπέθεσε και πάλι ότι, έκανε χρήση κάθε μέρα. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ρώτησε τον κατηγορούμενο πόση χρήση και πόσο συχνά έκανε και εάν έκανε και πότε χρήση πριν ή μετά το επίδικο περιστατικό, ώστε να λαμβάνει ως δεδομένο ότι έκανε κάθε μέρα χρήση, έδωσε την εξής απάντηση, όπου επίσης βασικά προβαίνει σε υποθέσεις, «Είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών δεν είναι περιστασιακός χρήστης, ο χρόνιος χρήστης κάνει καθημερινά ναρκωτικά, by definition, όπως το αναφέρει και ο όρος». Όταν όμως του τέθηκε ότι από τα πιο πάνω δεν συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση ακριβώς πριν από τον επίδικο χρόνο και ότι αυτό το λέει για να δικαιολογήσει, διότι δεν γνωρίζει να πει επί αυτών των στοιχείων επειδή δεν ρώτησε, άλλαξε πλέον τη θέση του λέγοντας ότι το πιο σοβαρό από οτιδήποτε άλλο είναι η διάγνωση σχιζοφρένειας και ότι όσον αφορά τη χρήση είναι κάτι «έξτρα» στο οποίο φανερώθηκε θετικός στο δεκαπλό τεστ και «άρα, το ότι καταπιάνεστε από το συγκεκριμένο θέμα ήταν θετικός στα ναρκωτικά, τώρα, τη δεδομένη στιγμή, δεν μπορώ να σας απαντήσω πότε έκανε χρήση». Εδώ να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.2 εξέτασε μόνο στο παρελθόν (το 2016) τον κατηγορούμενο και σίγουρα δεν εξέτασε αυτόν μετά το επίδικο αδίκημα. Στήριξε δε τις θέσεις του για το ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια κάνναβης και στη συμπεριφορά αυτού. Όταν ρωτήθηκε ποια συμπτώματα είχε ο κατηγορούμενος που καταδεικνύουν επήρεια από την κάνναβη και ποια που καταδεικνύουν ότι είναι συμπτώματα της σχιζοφρένειας, απάντησε ότι δεν μπορείς να διαχωρίσεις τα δύο διότι υπάρχει ψύχωση, η οποία μπορεί να προκληθεί από τη σχιζοφρένεια, «υπάρχει ψύχωση που μπορεί να προκληθεί από την κάνναβη και υπάρχει τεράστιο overlapping δηλαδή το ένα σμίγεται με το άλλο, υπάρχει συγχώνευση και έτσι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε εάν αυτό οφείλεται στη σχιζοφρένεια ή στη κάνναβη». Όταν εύλογα στη συνέχεια ρωτήθηκε, αφού δεν είναι σε θέση να διαχωρίσει εάν αυτό οφείλεται στη σχιζοφρένεια ή στην κάνναβη γιατί υποστηρίζει με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος ήταν και υπό την επήρεια κάνναβης κατά τον επίδικο χρόνο, απάντησε «Γιατί βρέθηκε θετικός στο δεκαπλό τεστ» και «στη βάση συμπεριφοράς, η οποία μπορεί να έχει προκληθεί και από τη σχιζοφρένεια και από τη χρήση ναρκωτικών». Όταν ρωτήθηκε εάν αντιλαμβάνεται τη διαφορά του «μπορεί» και της «βεβαιότητας», απάντησε «Ναι, με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε βάσει του ιατρικού φακέλου ότι αυτό το άτομο πάσχει από δύο, ψυχιατρική διαταραχή με τον τρόπο που ενεργεί και από τη χρήση κάνναβης». Του υποβλήθηκε ότι δεν είναι σε θέση να πει εάν ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που μας αφορά ήταν υπό την επήρεια οποιωνδήποτε ουσιών, περιλαμβανομένων αυτών που ανιχνεύτηκαν στα ούρα του και απάντησε ότι «θα ασκούσε αρνητικά στον κατηγορούμενο εάν δεν ήταν θετικός στη χρήση γιατί υπάρχει η σχιζοφρένεια που είναι πιο σοβαρή από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών». Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αντιστρατεύεται άλλη βασική του θέση, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ότι δηλαδή ήταν ο συνδυασμός λήψης ναρκωτικών ουσιών και της ψυχικής διαταραχής του, που ενεργοποίησαν τη ψυχοπαθολογία του κατηγορούμενου (παρουσίασε ψυχωτικά συμπτώματα) κατά τον χρόνο της διάπραξης του αδικήματος και επηρέασε τη συμπεριφορά του. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση κάνναβης στις 29/9/2021, η οποία επηρέασε τη συμπεριφορά του, με δεδομένο ότι το δεκαπλό τεστ δεν μπορεί να καταδείξει ακριβώς τον χρόνο που έγινε η χρήση και ελλείψει άλλης μαρτυρίας επί τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η χρήση να έγινε μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Τούτο δεν μπορεί να αποκλειστεί με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος δεν εντοπίσθηκε αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος αλλά αργότερα την ίδια ημέρα. Ως εκ των άνω είναι η κατάληξη μας ότι η Υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει, στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση ουσιών και ποιων κατά τον επίδικο χρόνο και πιο συγκεκριμένα ότι, στις 06:30 της 29/9/2021, έκανε χρήση κάνναβης και ηρεμιστικών χαπιών, ως προέβαλε κατά την αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής. Κατ' επέκταση δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε ότι ήταν υπό την επήρεια τέτοιων ουσιών κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Η πιο πάνω κατάληξη μας θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι μοιραία για την όλη θέση της Υπεράσπισης καθότι, ως έχει προαναφερθεί, αυτή συνίσταται στο ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν μειωμένη λόγω του επηρεασμού της συμπεριφοράς του, από το συνδυασμό της χρήσης ουσιών και της ψυχωτικής του κατάστασης και όχι από κάποια εξ αυτών των καταστάσεων χωριστά. Παρά ταύτα, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσουμε και τη θέση για την κατάσταση της ψυχικής του υγείας.
- Θέση Υπεράσπισης για την κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου. Προς υποστήριξη και αυτής της θέσης της η Υπεράσπιση στηρίχθηκε στη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος ουσιαστικά υποστήριξε ότι ο συνδυασμός λήψης των ναρκωτικών ουσιών με τη διαγνωσθείσα διαταραχή του κατηγορούμενου, ενεργοποίησε τη ψυχοπαθολογία του (παρουσίασε ψυχωτικά συμπτώματα) κατά τον επίδικο χρόνο της διάπραξης του αδικήματος και επηρέασε τη συμπεριφορά του. Ως προς την κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου, ήταν η θέση του Μ.Υ.2, ότι αυτός πάσχει από παρανοϊκή σχιζοφρένεια. Ως έχει προαναφερθεί ο Μ.Υ.2 από το 2016 δεν εξέτασε τον κατηγορούμενο. Στήριξε την ως άνω θέση του στο ιστορικό του κατηγορούμενου, ως προκύπτει από τον ιατρικό του φάκελο. Ως είπε, η διάγνωση για τον κατηγορούμενο (ότι πάσχει από σχιζοφρένεια) αναφέρεται στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, την οποία ο ίδιος αποδέχεται ως τέτοια, διαβάζοντας και μελετώντας τον εν λόγω φάκελο, όπου είδε τις διαγνώσεις των συναδέλφων του, τους οποίους εμπιστεύεται. Πιο συγκεκριμένα στήριξε τη θέση του στο τεκμήριο 15 δηλαδή στις Σημειώσεις Ιατρών, στην αναφορά στις 8/2/2021, «Απολύεται. F20 Olanzapine 15 milligrams το βράδυ». Εδώ να λεχθεί ότι η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο ιατρικός φάκελος του κατηγορούμενου αποτελείται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κανένα όμως εξ αυτών δεν γίνεται αναφορά σε παρανοϊκή σχιζοφρένεια. Σχετικές αναφορές είναι οι ακόλουθες: «πολλαπλές νοσηλείες του στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας με διατάγματα Υποχρεωτικής Νοσηλείας - (8 διατάγματα από το 2007 μέχρι το 2021 - βλ. τεκμήριο 16) - και «με διάγνωση χρόνιας ψυχωσικής διαταραχής επί εδάφους χρήσης ουσιών» (τεκμήριο 2 - Δρος Φ. Θωμά, ΥΨΥ Φυλακών, ημερ. 1/7/2022), «γνωστό ιστορικό χρόνιας ψύχωσης δτχς» (τεκμήριο 6 - Σημειώσεις Ιατρών, ημερ. 11/6/2016), «Γνωστό ιστορικό χρόνιας ψυχωτικής διαταραχής» (τεκμήριο 7 - Σημειώσεις Ιατρών, ημερ. 24/5/2016), «πρόκειται για άτομο με σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή» (τεκμήριο 10 - Σημειώσεις Ιατρών ημερ. 13/1/2021), «πρόκειται για άτομο με χρόνιο ιστορικό ψύχωσης σύμφωνα με φάκελο ΓΕΣΥ» (τεκμήριο 12, ημερ. 29/9/2021) και «με γνωστό ιστορικό ψύχωσης» (τεκμήριο 13 - Σημειώσεις Ιατρών, ημερ. 30/9/2021). Ως προς το τεκμήριο 15, ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι το «F20 είναι ο κωδικός για την παρανοϊκή σχιζοφρένεια, του International Classification of Diseases» και το «Olanzapine 15 milligrams το βράδυ» είναι φάρμακο για τη σχιζοφρένεια. Ως προς τούτο να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει από το τεκμήριο 15 ποιος έκανε την εν λόγω σημείωση, ούτε και ο Μ.Υ.2 γνώριζε να πει. Περαιτέρω όταν του ζητήθηκε βασικά, κατά την αντεξέταση του, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα πιο πάνω, δεν το έπραξε αλλά παρέπεμψε στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα σε έρευνα που μπορεί να γίνει εκεί στο «ICD», όπου, ως είπε, υπάρχουν όλες οι παθήσεις, όχι μόνο οι ψυχικές, καταγεγραμμένες ανά ειδικότητα. Δεν αποτελεί όμως έργο του Δικαστηρίου να προβεί σε έρευνα στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει την εγκυρότητα των όσων αναφέρει ένας εμπειρογνώμονας που καταθέτει ενώπιον του, αλλά καθήκον του τελευταίου να τεκμηριώσει με τη δέουσα επιστημονική επάρκεια τις θέσεις του. Δέχθηκε δε ο Μ.Υ.2 ότι στο τεκμήριο 7, η αναφορά είναι γενικά σε σχιζοφρένεια. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να απαντήσει για τη διάγνωση της ψυχικής κατάστασης του κατηγορούμενου, γιατί δεν ήταν οποιοσδήποτε από τους γιατρούς που τον εξέτασε, ούτε ο προσωπικός του γιατρός, ο οποίος τον παρακολουθούσε πριν την ένταξή του στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, διαφώνησε και για να πείσει είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο το 2016 δύο φορές, έχει κληθεί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και έχει μελετήσει για αρκετές ώρες τον ιατρικό φάκελο του. Δέχθηκε ως ψυχίατρος ότι είναι σημαντική η κλινική αξιολόγηση ενός ασθενή και ότι για να προβεί σε κάποια ευρήματα ως γιατρός χρειάζεται τέτοια αξιολόγηση από τον ίδιο. Είπε επίσης ότι οποιεσδήποτε άλλες σημειώσεις και κλινικές αξιολογήσεις έγιναν στο παρελθόν είναι ένα από αυτά που λαμβάνονται υπόψη για να αξιολογήσει κάποιον δηλαδή είναι μέσα στην έννοια του ιστορικού του ατόμου αλλά όχι μόνο καθότι, ως είπε, «η κλινική γνωμάτευση η σημερινή θα βασιστεί σε πολλά πράγματα όπως το ιστορικό του ασθενούς και στη σημερινή κλινική αξιολόγηση πολλές φορές παίρνουμε και ιστορικό από συγγενείς, αδέλφια, από πολύ κόσμο, άρα, είναι κομματάκια του παζλ που μπαίνουν μαζί για να σκιαγραφήσουμε την κλινική εικόνα και το πρόβλημα κάθε ανθρώπου». Eίπε δε ότι στο τεκμήριο 13 «υπάρχει ιστορικό ψύχωσης, υπάρχει διάγνωση». Σε ερώτηση όμως εάν εκεί ο ψυχίατρος, καταλήγει σε μια διάγνωση, δέχθηκε βασικά ότι αναφέρεται στο ιστορικό του ασθενούς που πρόκειται για ψυχωτική διαταραχή και ότι ο γιατρός εκεί έγραψε 5 σημειώσεις και δεν σημαίνει ότι έπρεπε να γράψει διάγνωση. Ερωτώμενος εάν έπρεπε να υπάρχει διάγνωση από τον συγκεκριμένο γιατρό, είπε ότι όταν έχουν έναν ασθενή με αναφερόμενο ιστορικό ψύχωσης για παράδειγμα σχιζοφρένεια, δεν σημαίνει ότι αλλάζουν διάγνωση ή κάτι άλλο με το να κατοχυρώσουν τα ιστορικά, άρα, εν μέρει αποδέχονται και τη διάγνωση. Είπε ότι εκεί ο συγκεκριμένος ψυχίατρος αποδέχθηκε τη διάγνωση «Ιστορικό ψύχωσης». Σε ερώτηση εάν αυτό είναι διάγνωση συγκεκριμένης ψυχωτικής διαταραχής, απάντησε ότι η ψύχωση είναι μια ομπρέλα στην οποία υπάγονται πολλές ψυχικές διαταραχές. Δέχθηκε δε ότι στο τεκμήριο 13 στη δεύτερη σελίδα δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάγνωση. Όταν ρωτήθηκε πως ο ίδιος δεν γνωμάτευσε σχιζοφρένεια στις 3/6/2016, είπε ότι πολλές φορές τα συμπτώματα ενός ασθενούς μπορεί να συντρέχουν με μια ψυχική διαταραχή, η οποία να οφείλεται από μόνη της, δηλαδή να είναι η σχιζοφρένεια ή κάποιες φορές μπορεί να είναι λόγω των ψυχοδραστικών ουσιών. Η διάγνωση F12 και η ψύχωση, η οποία οφείλεται στο F12 δίνει ακριβώς την ίδια φαρμακευτική αγωγή στον ασθενή, δηλαδή αντιψυχωσικά φάρμακα για να φύγει η ψύχωση. Δεν δέχθηκε ότι ως προς το από τι πάσχει ο κατηγορούμενος, αυτό που θα διαφώτιζε περισσότερο δεν είναι ο μάρτυρας αλλά οι γιατροί που παρακολουθούσαν τον κατηγορούμενο εδώ και χρόνια. Υποστήριξε δε, ενώ δεν γνώριζε ποιος έκανε την αναφορά στο τεκμήριο 15, προβαίνοντας βασικά σε υπόθεση ότι «Άρα εάν καταλήξει ο συνάδελφος το 2021 να δώσει τη διάγνωση της σχιζοφρένειας θα είδε τον φάκελο, τις εισδοχές. Αυτή η ψυχοδραστική συμπτωματολογία του, η οποία μέσα σε βάθος χρόνου, συνεχίζει να υπάρχει και δεν είναι μόνο σε μια απλή χρήση ψυχοδραστικών ουσιών που οφείλεται». Σε υποβολή ότι όλα αυτά δεν τα έψαξε και απλά βασίζεται σε σημειώσεις άλλων γιατρών, οι οποίοι είδαν κατά τον δεδομένο χρόνο τον κατηγορούμενο αλλά δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και καλείται αυτός να ερμηνεύσει τι γράφουν, απάντησε «Εάν θέλετε να καλέσετε τους συναδέλφους καλέστε τους, δεν είναι δική μου δουλειά». Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Μ.Υ.2 δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος διαγνώσθηκε με τη διαταραχή της παρανοϊκής σχιζοφρένειας και συναφώς η εν λόγω θέση του δεν γίνεται δεκτή. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι ο κατηγορούμενος διαγνώσθηκε με αυτή τη διαταραχή, το ερώτημα είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο παρουσιαζόταν ενεργή ψυχοπαθολογία αυτής, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η συμπεριφορά του. Ως προς το πιο πάνω να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.2 δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η ψυχική διαταραχή της σχιζοφρένειας οποιουδήποτε τύπου (με εξαίρεση την περίπτωση της «ανθεκτικής σχιζοφρένειας» που δεν ισχύει για τον κατηγορούμενο) δεν είναι μια διαταραχή, η οποία ακολουθεί μια σταθερή πορεία και ότι μπορεί να υπάρχουν υποτροπές ή υφέσεις. Συναφώς δέχθηκε ότι κάποιος που πάσχει από σχιζοφρένεια, δεν σημαίνει ότι έχει πάντοτε ενεργή συμπτωματολογία και ότι τούτο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο λαμβάνει τη φαρμακευτική του αγωγή. Για να δικαιολογήσει τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο παρουσίαζε ενεργή ψυχοπαθολογία, παρέπεμψε στο τεκμήριο 13 που είναι «Σημειώσεις Ιατρών» και συγκεκριμένα στο μέρος εκείνο, στην ημερομηνία 30/9/2021, όπου αναγράφεται «Παραδέχεται ελλιπή συμμόρφωση με την Φ.Α.» για να πει βασικά ότι αυτό αναφέρεται σε διακοπή της αντιψυχωσικής φαρμακευτικής αγωγής του, κάτι που αποτελεί υψηλό παράγοντα κινδύνου υποτροπής. Αυτό όμως δεν φαίνεται να ίσχυε για τον επίδικο χρόνο εφόσον στο τέλος του προαναφερόμενου αποσπάσματος από το τεκμήριο 13, υπάρχει η φράση «(διέκοψε την Φ.Α. για 10 περίπου μέρες και την ξανάρχισε πριν 10 μέρες όπως λέει)», κάτι που ο Μ.Υ.2 παρέλειψε να αναφέρει. Ήταν επίσης βασικά η θέση του Μ.Υ.2 ότι ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος λάμβανε τη φαρμακευτική αγωγή του, η λήψη ναρκωτικών ουσιών, μπορεί να ενεργοποίησε την ψυχοπαθολογία του και έτσι αυτή να ήταν ενεργή κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Ως προς τούτο να υπομνησθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έλαβε τέτοιες ουσίες κατά το χρόνο πριν τη διάπραξη του αδικήματος. Ακόμη όμως και εάν αποδεικνυόταν ότι ο κατηγορούμενος έλαβε τέτοιες ουσίες στις 29/9/2021, με δεδομένο ότι δεν είναι γνωστό πότε τις έλαβε, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, δεν αποκλείεται να τις έλαβε μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Κατ' επέκταση, ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι η ψυχοπαθολογία της διαταραχής του ήταν ενεργοποιημένη - λόγω της χρήσης ουσιών - όταν εξετάσθηκε από τον Μ.Υ.1 και στη συνέχεια, δεν αποκλείεται η ενεργοποίηση της να έγινε μετά και όχι πριν τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν μπορεί δε να παραγνωρισθεί το ότι στο τεκμήριο 13, σε σημείο πιο κάτω από αυτό που αφορά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής, αναγράφεται για τον κατηγορούμενο ότι «Αρνείται χρήση παράνομων ψυχοδραστικών ουσιών». Με δεδομένο ότι ο Μ.Υ.2 δεν εξέτασε τον κατηγορούμενο μετά το 2016, στήριξε το ότι η ψυχοπαθολογία της ψυχικής διαταραχής του ήταν ενεργή, σε αναφορές από τον ιατρικό φάκελο. Μεγάλο μέρος της θέσης του στηρίχθηκε στο πιστοποιητικό που εξέδωσε στις 29/9/2021 ο Μ.Υ.1 (τεκμήριο 12). Συγκεκριμένα: Στηριζόμενος στην αναφορά στο τεκμήριο 12 ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία και εξηγώντας τα σχετικά με το θέμα «κριτήρια του Pritchard», ο Μ.Υ.2 υποστήριξε ότι αυτό δείχνει ότι πρόκειται για ένα άτομο το οποίο βρίσκεται σε μια σύγχυση, αποδιοργάνωση και δεν αντιλαμβάνεται τι σημαίνει δικαστική διαδικασία και για να είναι μέσα στη σύγχυση σημαίνει ότι είχε ψυχωτική συμπτωματολογία. Στήριξε επίσης τη θέση για το ίδιο θέμα και στο ότι στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν καχύποπτος, αρνείτο να απαντήσει στις ερωτήσεις, δεν συνεργαζόταν, ήταν χωρίς εναισθησία και ότι ήταν επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους. Προς έλεγχο όμως του συμπεράσματος του Μ.Υ.2 δέον όπως γίνει αναφορά στο υπόβαθρο αυτού δηλαδή στο τεκμήριο 12, ως ουσιαστικά το εξήγησε ο ίδιος ο ψυχίατρος που το συνέταξε και δη ο Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε σχετικά για το «χρόνιο ιστορικό ψύχωσης» που ανέφερε στην έκθεση του, ότι αυτό φάνηκε όχι την ώρα της εξέτασης του αλλά από το ιστορικό του κατηγορούμενου στο ΓΕΣΥ, το οποίο είδε πριν τον εξετάσει. Αναφορικά με την «εναισθησία» εξήγησε ότι αυτή είναι όταν ο ασθενής δεν εμφανίζει επαρκή κριτική ικανότητα για να αντιληφθεί την κατάσταση που βρίσκεται. Ερωτώμενος όμως εάν ο κατηγορούμενος, κατά την εξέταση του είχε αντίληψη, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο και διερωτήθηκε πως μπορούσε να το αντιληφθεί εφόσον, ως γράφει στην έκθεση του «αρνείται να απαντήσει στις ερωτήσεις και γενικά δεν συνεργάζεται». Έγραψε λοιπόν την έκθεση του με βάση μόνο ό,τι έβλεπε, ένα ιστορικό και ένα συγκεκριμένο συμβάν που έγινε. Δήλωσε δε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας ούτε πραγματογνώμονας σε αυτά τα θέματα. Αυτό που έπραξε κατά τον χρόνο της εξέτασης, ήταν να κρίνει εάν ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για τον εαυτό του ή για τους άλλους και έπρεπε να λάβει μια απόφαση με βάση εκείνα που έβλεπε και το ιστορικό του. Έτσι έκρινε ότι έπρεπε ο κατηγορούμενος να νοσηλευτεί για περαιτέρω διερεύνηση. Όταν ουσιαστικά του τέθηκε ότι εκείνη τη στιγμή που εξέτασε τον κατηγορούμενο κατέγραψε αυτό το γεγονός λόγω του ότι δεν είχε αντίληψη της διαταραχής του, απάντησε ότι το έγραψε πιο γενικά γιατί όταν ρωτά κάποιον κάτι συγκεκριμένο και δεν του απαντά δεν μπορεί να γράψει ότι έχει εναισθησία. Ερωτώμενος, με βάση την πείρα του, εάν μπορεί να πει κατά πόσο ένα άτομο που παρουσιάζει συμπτωματολογία όπως αυτή που γράφει στην έκθεση του (δηλαδή χωρίς εναισθησία, καχύποπτος, αρνείτο να απαντήσει σε ερωτήσεις, δεν συνεργαζόταν, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία) σε συνδυασμό με το ότι είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, μπορεί να έχει πλήρη αντίληψη, απάντησε ότι δεν έχει εμπειρία με τέτοια περιστατικά, τα οποία ανήκουν στη δικανική ψυχιατρική που είναι εξειδικευμένη ειδικότητα (την οποία ο ίδιος δεν έχει) και ότι ό,τι έγραψε το έγραψε με βάση το τι έβλεπε εκείνη την ώρα. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει κατά πόσο, κατά το χρόνο που διαπράχθηκε το αδίκημα, ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται ή όχι ή πόσο αντιλαμβανόταν. Δεν μπορούσε επίσης να πει κατά πόσο η εξέταση και το αποτέλεσμα (η συμπτωματολογία που εντόπισε), μπορεί να επηρεάστηκε και από τη διάπραξη του αδικήματος, καθότι ότι ο κατηγορούμενος δεν απαντούσε στις ερωτήσεις. Από τις επεξηγήσεις λοιπόν που έδωσε ο Μ.Υ.1 αναφορικά με τα όσα κατέγραψε στο τεκμήριο 12 προκύπτει ότι, τα όσα ανέφερε σχετικά ο Μ.Υ.2 δεν έχουν το υπόβαθρο που με βεβαιότητα υποστήριξε ο τελευταίος ότι υπήρχε, ώστε να καταλήξει στη θέση του. Εξ ου και δέχθηκε ότι ο Μ.Υ.1 δεν κατέγραψε στο τεκμήριο 12 ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβάνεται τις ερωτήσεις που του υποβάλλονται, δεν μπορεί να κατανοήσει τον χώρο, τον χρόνο και ούτω καθ' εξής. Όταν του υποβλήθηκε ότι το μόνο σύμπτωμα που καταγράφεται στο τεκμήριο είναι το ότι ήταν «καχύποπτος» απάντησε «Λανθασμένα» και όταν στη συνέχεια του τέθηκε ότι ούτε ο Μ.Υ.1 μπορούσε να πει κάτι περισσότερο, γιατί ο κατηγορούμενος αρνείτο να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και είναι λογικό κατά τον δεδομένο χρόνο, στη βάση του ιστορικού του, ο Μ.Υ.1 να τον κρίνει επικίνδυνο λόγω και της διάπραξης του αδικήματος και να πει ότι δεν είναι ικανός να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία, διαφώνησε γιατί, ως είπε, «Υπάρχει νόμος στη ψυχιατρική, στην Κύπρο δεν βάζουμε τον κάθε δολοφόνο στο ψυχιατρείο. Εάν δεν συντρέχει ψυχιατρικός λόγος αυτό το άτομο θα βρισκόταν σε ένα κελί σε ένα Αστυνομικό Τμήμα, να οδηγηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, να οριστεί υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές την επόμενη μέρα και όχι να τον στείλει στο ψυχιατρείο». Όταν του υποβλήθηκε ότι από την εξέταση του Μ.Υ.1 δεν παρουσιάζεται ενεργή συμπτωματοψυχοπαθολογία της διαταραχής του κατηγορούμενου είπε ότι όταν ένας ασθενής δεν μιλά είναι σύμπτωμα της σχιζοφρένειας. Όταν όμως του ζητήθηκε να δείξει το «DSM» και να πει πού γράφει ότι όταν ένας δεν μιλά είναι σύμπτωμα της σχιζοφρένειας μετέβαλε ουσιαστικά τη βεβαιότητα του λέγοντας «Μπορεί να είναι σύμπτωμα της σχιζοφρένειας όταν δεν μιλά κάποιος όπως μπορεί να είναι και για πολλά άλλα πράγματα, εντάξει; Στη σχιζοφρένεια υπάρχουν τα αρνητικά συμπτώματα του ασθενούς. Για παράδειγμα υπάρχει μια απάθεια, εντάξει; Μπορεί να βλέπει με εκείνο το βλέμμα το απλανές χωρίς να σας βλέπει στα μάτια τίποτε, ονομάζεται κατατονική σχιζοφρένεια. Μπορεί ο ασθενής να μην μιλά, να υπάρχει μια απάθεια, οπότε μπορεί να είναι στα πλαίσια της σχιζοφρένειας αλαλία, όπως ονομάζεται». Όταν του τέθηκε ότι δεν μπορεί να λέει ότι επειδή ο κατηγορούμενος δεν μίλησε στον Μ.Υ.1 παρουσιάζει αρνητικό σύμπτωμα σχιζοφρένειας και του υποδείχθηκε ότι στα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας είναι η κοινωνική απομόνωση και να μην ενδιαφέρεται, απάντησε «Κάποια που τούτα». Όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος έχει κοινωνική απομόνωση, είπε ότι δεν σημαίνει ότι τα έχουμε όλα, ως επίσης ανέφερε γενικότερα ότι «ένα άλλο κριτήριο που δίνουν οι ψυχίατροι ως ακουστικές ψευδαισθήσεις όταν έχεις κάποιον και μιλά δεν μπορείς να παρακολουθήσεις τη συνομιλία με έναν άλλο άνθρωπο, άρα, ακούεις φωνές μες το κεφάλι σου όπως λέμε δεν επικοινωνείς με τους άλλους όπως λέμε ζεις σε ένα άλλο κόσμο». Όταν ρωτήθηκε εάν θέλει να πει ότι ο Μ.Υ.1 παρά το ότι δεν τα σημείωσε, θα μπορούσε ο λόγος που δεν απάντησε τις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος να έχει ακουστικές ψευδαισθήσεις και το ότι δεν απαντούσε είχε και σύμπτωμα αρνητικό της σχιζοφρένειας την αλαλία, βασικά απάντησε καταφατικά. Σε υποβολή ότι εάν διαπίστωνε ακουστικές ψευδαισθήσεις, ο Μ.Υ.1 ή εάν διαπίστωνε αλαλία ως σύμπτωμα αρνητικό της σχιζοφρένειας θα το έγραφε και ότι αυτά τα λέει αυθαίρετα για να δικαιολογήσει ότι υπήρχε ενεργή ψυχοπαθολογία, απάντησε ότι δεν λέει τίποτε αυθαίρετα αλλά στη βάση της εμπειρογνωμοσύνης του, ως επίσης ότι ένας από τους λόγους που αναφέρθηκε σε πιθανές ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι διότι ο Μ.Υ.1 και οποιοσδήποτε ψυχίατρος δεν γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό του κάθε ανθρώπου, αναφέρει και παρακολουθεί μια κλινική εικόνα, δηλαδή εάν δεν του πει ο ασθενής ότι ακούει φωνές δεν το ξέρει ότι ακούει γιατί είναι μέσα στο κεφάλι του. Οι εν λόγω θέσεις του όμως ήταν προφανώς βασισμένες σε υποθέσεις που έκανε και όχι στα όσα παρατήρησε και κατέγραψε ο Μ.Υ.1, ο οποίος είχε την ευχέρεια να εξετάσει τον κατηγορούμενο κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Εδώ να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.2 στήριξε τη θέση του και στο ότι στο τεκμήριο 13, καταγράφεται για τον κατηγορούμενο, για τις 30/9/2021, ότι «Αναφέρει ότι σήμερα κάποιος του έβρισε τον γιο του Μ. και «έγινε φασαρία» και έδειχνε διάθεση στην αφήγηση να προκαλούσε εν δυνάμει θανάσιμη σωματική βλάβη» και ότι «Αναφέρεται όταν ρωτάται στο περιστατικό ξυλοκόπησης του κου Ζ. Παραδέχεται ότι τον κτύπησε γιατί όπως λέει, τον τελευταίο 1 χρόνο περίπου έχει υποψίες ότι η σύζυγος του τον απατά με τον κ. Ζ. και δει πιθανόν αυτός να κακοποιεί σωματικά τον 10χρόνο γιο του αφού όπως λέει η γλώσσα του σώματος τόσο του παιδιού όσο και της συζύγου αυτό φανερώνει». Ως προς το πρώτο ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι, αυτό συνήθως αποτελεί ακουστικές ψευδαισθήσεις ενώ ως προς το δεύτερο ότι πιθανότατα πρόκειται για παραληρητικές ιδέες και ότι δείχνει ότι η αντίληψή του ήταν περιορισμένη και μειωμένη και επηρεασμένη πιθανότατα από την χρήση ψυχοδραστικών ουσιών αλλά και από τη σχιζοφρένεια που έχει διαγνωστεί το 2021, σύμφωνα με το τεκμήριο
- Η χρήση όμως των λέξεων «συνήθως» και «πιθανότατα» δεν υποστηρίζουν τη βεβαιότητα που εξέφρασε στη συνέχεια, σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχε ενεργή ψυχοπαθολογία της διαταραχής του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και συγκεκριμένα την κατάληξη του στο συμπέρασμα ότι «Άρα, οδηγήθηκε από αυτές τις παραληρητικές ιδέες ότι έχει σχέση η σύζυγός του και ότι το παιδί του κακοποιείται, άρα, προστατευτικά έδρασε λόγω τούτης της κατάστασης». Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, προφανώς για να καλύψει και το ενδεχόμενο της μη απόδειξης της χρήσης ναρκωτικών, άλλαξε ουσιαστικά τη θέση του περί ενεργοποίησης της ψυχοπαθολογίας της διαταραχής του κατηγορούμενου από τη χρήση τέτοιων ουσιών, λέγοντας βασικά ότι όταν κάποιος πάσχει από σχιζοφρένεια μπορεί να ενεργοποιηθεί ψύχωση ανά πάσα στιγμή από μόνη της, «αλλά άμα κάνεις χρήση τα πράγματα είναι χειρότερα». Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συναφώς κρίνεται ότι η Υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ψυχική κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο τέτοια, ώστε να επέδρασε στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, το κριτήριο απόδειξης σε τέτοια περίπτωση (δηλαδή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων), δεν είναι φυσικά αν η θέση ή η εκδοχή του κατηγορούμενου ως του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης (onus of proof) είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη δηλαδή εκείνη της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία και/ή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. κατ' αναλογία Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1858). Στην προκειμένη, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, κρίνουμε ότι η Υπεράσπιση απέτυχε, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε. Το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε σχετική μαρτυρία ψυχιάτρου δεν μεταβάλλει τα πράγματα και προφανώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή η Υπεράσπιση απέδειξε τις θέσεις της λόγω τούτου, ως υποστήριξε η κα Οικονόμου στην αγόρευση της. Κατάληξη Εν κατακλείδι, κρίνεται ότι η Υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα, για τα οποία διεξήχθη η παρούσα διαδικασία, ήταν ως τα προέβαλε κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής και κατ' επέκταση ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου, κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν μειωμένη. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο