← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Τσιάτταλος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19639/17, 14/12/2022

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Τσιάτταλος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19639/17, 14/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Α. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19639/17 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Και

  1. Α. Π.
  2. Μάριος Τσιάτταλος Κατηγορούμενοι -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14.12.2022 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες για τα αδικήματα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ, 154 (3η κατηγορία), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ, 154 (4η κατηγορία) και της κατάρτισης πλαστών αποδεικτικών στοιχείων κατά παράβαση των άρθρων 116 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ, 154 (5η κατηγορία). Σημειώνεται ότι η ποινική δίωξη εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου ο οποίος αντιμετώπιζε την 1η και 2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου αναστάληκε σε προηγούμενο στάδιο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο δεύτερος κατηγορούμενος (που στο εξής θα καλείται Ο Κατηγορούμενος), σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2009 και της 1.4.15, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το διάγραμμα ελέγχου-φόρμα ελέγχου του Portsmouth Hospital που αφορούσε την ασθενή Α. Μ. που νοσηλευόταν στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Αχίλλειον, το οποίο εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2009 και της 1.4.15 εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το έγγραφο που αναφέρεται στη 3η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 16.4.15, με σκοπό την παραπλάνηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατά την ακρόαση της πολιτικής αγωγής με αρ. 2180/10 εν γνώσει του χρησιμοποίησε το πλαστό έγγραφο που αναφέρεται στη 3η κατηγορία. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Λοχία 3515 Μάκη Νικολάου (ΜΚ1), τον γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου (ΜΚ2) και την Α. Μ. (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 ο κατηγορούμενος επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως (ΜΥ1) και παρουσίασε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον γραφολόγο Μάριο Μαρκίδη (ΜΥ2). Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων αναφορά στα οποία θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Μετά δε την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που έκαστος εκπροσωπεί. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα ως έχουν καθιερωθεί μέσα από την νομολογία, (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ σελ. 614, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Σημειώνω επίσης ότι, μέσα από τις υπερασπιστικές γραμμές, υποβολές, θέσεις, καθώς και παραδοχές, αλλά και από το περιεχόμενο τεκμήριων που παρέμεινε αναντίλεκτο, αναδεικνύεται και κάποιο υπόβαθρο γεγονότων τα οποία δεν αμφισβητούνται. Είναι δε πολύ καλά γνωστή η αρχή πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν υποχρεούται να αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αυτά καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ 1 υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του που σημειώθηκε τεκμήριο
  1. Σε αυτή μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στις 1.12.16 μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του έλαβε καταγγελία από την Α. Μ., η οποία ανέφερε ότι ήταν η Ενάγουσα στην πολιτική αγωγή υπ. Αρ. 2180/19 του Ε .Δ. Λεμεσού ( που στο εξής θα καλείται Η Αγωγή) στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ της και κατά την εκδίκαση της οποίας οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν ορισμένα έγγραφα τα οποία ήταν πλαστά. Στις 10.4.17 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στις 8.8.17 τον κατηγόρησε γραπτώς. Στις 22.8.17 παρέδωσε στο Υπεύθυνο Τεκμηρίων τα τεκμήρια της υπόθεσης. Διευκρίνισε ότι την 1.12.16 που έλαβε την καταγγελία έλαβε και γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη κα Μ. την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμήριο
  2. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παράθεση για να σημειώσω για σκοπούς πληρότητας και μόνο ότι προκύπτει αναντίλεκτο μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από την παραπονούμενη κα. Μ. εναντίον του κατηγορούμενου και άλλων προσώπων(μεταξύ αυτών και του πρώην κατηγορούμενου 2) και είχε ως αντικείμενο την απαίτηση αποζημιώσεων την ιατρική αμέλεια. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της η παραπονούμενη του παρέδωσε κάποια έγγραφα αφού πρώτα τα μονόγραψε στην παρουσία του. Κατέθεσε τα έγγραφα αυτά στο Δικαστήριο και σημειώθηκαν τεκμήρια ως ακολούθως : -Η απόφαση ημερ. 27.7.16 του Ε .Δ .Λεμεσού που εκδόθηκε στην αγωγή τεκμήριο
  3. -Φωτοαντίγραφο εγγράφου που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι συμπλήρωνε σε σχέση με την παραπονούμενη τεκμήριο
  4. -Φωτοαντίγραφο δέσμης των εκδόσεων του Portsmouth Guidelines σχετικά με την διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα τεκμήριο
  5. -Δέσμη εγγράφων του Portsmouth Hospitals Management το οποίο ίσχυε κατά την περίοδο Ιανουαρίου -Φεβρουαρίου του 2009, περίοδος κατά την οποία η Μ. νοσηλευόταν στο Αχίλλειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, τεκμήριο
  6. -Δέσμη εγγράφων του Portsmouth Hospitals NHS Trust-management of continuous epidural infusions reference number 3.26 version 4 date ratified 22.1.10 date issue 25.5.10 τεκμήριο
  7. -Αντίγραφο της έκθεσης του γραφολόγου Αντρέα Παναγιώτου, τεκμ. Α προς αναγνώριση που κατά την ένορκη κατάθεση του αναγνωρίσθηκε από τον ίδιο και σημειώθηκε τεκμ. 19 -Αντίγραφο της έκθεσης υπεράσπισης στην αγωγή ημερομηνίας 26.10.2011 τεκμήριο
  8. -Μέρη των πρακτικών της αγωγής τεκμήρια 9 (α), 9(β), 9 (γ), 9 (δ) και 9 (ε). Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι παρέλαβε από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού Ευάνθη Νικολάου τεκμήρια της αγωγής και ετοίμασε κατάλογο των τεκμηρίων αυτών τον οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμήριο
  9. Από τα τεκμήρια που περιγράφονται στο τεκμήριο 12 κατάθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: -Αντίγραφο φόρμας ελέγχου - παρακολούθησης που κατέθεσε ο κατηγορούμενος στην αγωγή τεκμήριο
  10. -Πιστό αντίγραφο φόρμας ελέγχου του Portsmouth Hospitals NHS Trust-management of continuous epidural infusions ημερομηνίας 3η έκδοση που ίσχυε για την περίοδο Μάρτιο του 2008- Μάρτιο του 2009 τεκμήριο 14 -Πιστό αντίγραφο της ίδιας πιο πάνω φόρμας 4η έκδοση που ίσχυε για την περίοδο Ιανουάριο του 2010 -Ιανουάριο του 2012 τεκμήριο
  11. - Πιστό αντίγραφο της ίδιας πιο πάνω φόρμας 5η έκδοση που ίσχυε για την περίοδο Μάιο του 2010 - Ιανουάριο του 2012 τεκμήριο 16 -Τα πρακτικά της αγωγής υπ αριθ. 2180/10 του Ε. Δ. Λεμεσού τεκμήριο
  12. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο η οποία και σημειώθηκε τεκμήριο 10, καθώς και τη γραπτή κατηγορία με την οποία τον κατηγόρησε γραπτώς η οποία και σημειώθηκε τεκμήριο
  13. Κρίνω ορθό όπως στο στάδιο αυτό σημειώσω ότι τα τεκμήρια 4 και 13 πρόκειται για το ίδιο έγγραφο, το οποίο όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, είναι το επίμαχο έγγραφο που αποτελεί το αντικείμενο των υπό εξέταση κατηγοριών και κατατέθηκε στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής ως τεκμ
  14. Επίσης διαπιστώνεται ότι τα τεκμήρια 5, 6 και 7 είναι τα ίδια έγγραφα με τα τεκμήρια 14, 15 και 16 τα οποία όπως ανέφερε ο μάρτυρας πρόκειται για έγγραφα που παρέλαβε από τον Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Λεμεσού και είχαν κατατεθεί τεκμήρια στην αγωγή. Πρόκειται για την 3η 4η και 5η έκδοση των κατευθυντήριων οδηγιών του Portsmouth Hospital σε σχέση με τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα. Εντός των κατευθυντήριων αυτών οδηγιών βρίσκεται και η φόρμα-έντυπο- διάγραμμα ελέγχου- παρακολούθησης του επισκληρίδιου καθετήρα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Για σκοπούς πληρότητας προσθέτω επίσης ότι τα τεκμ 13, 14, 15 και 16 είναι τα έγγραφα που εξέτασε ο ΜΚ2 για να καταλήξει στα συμπεράσματα του που όπως αναφέρεται στην συνέχεια περιλαμβάνονται στη γραφολογική έκθεση που ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Στο εξής για σκοπούς συντομίας, σημειώνω ότι το έντυπο-φόρμα ή διάγραμμα ελέγχου-παρακολούθησης, όπως αναφέρθηκε σε διάφορες περιπτώσεις από τους μάρτυρες θα καλείται το «Έντυπο Παρακολούθησης». Ο ΜΚ1 κρίνεται ως τυπικός μάρτυρας. Υπήρξε σαφής και σταθερός στα όσα δήλωσε σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε για την υπόθεση και συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, που παρέμεινε αναντίλεκτο, γίνεται αποδεκτό. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αποτελεί το έντυπο παρακολούθησης το οποίο συμπληρώνεται στη περίπτωση τοποθέτησης σε ασθενή επισκληρίδιου καθετήρα. Η πιο πάνω θέση του επίσης γίνεται αποδεκτή καθότι προκύπτει και μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά όμως, σημειώνω, όπως άλλωστε διαφάνηκε και μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ1, εκτός από τη λήψη των καταθέσεων, την παραλαβή των τεκμηρίων τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο, καθώς και το ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο ίδιος δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση του μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ήταν εμφανές ότι οι υπόλοιπες θέσεις που προώθησε καταθέτοντας στο Δικαστήριο, βασίσθηκαν αποκλειστικά και μόνο στην απόφαση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή, αλλά και στα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στη γραπτή κατάθεση της. Η θέση του ότι από το συμπέρασμα του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή, σύμφωνα με το οποίο το τεκμ. 13 συντάχθηκε «εκ των υστέρων», αποδεικνύει τη διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους του κατηγορούμενου σαφώς και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Υπογραμμίζω ότι η εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου να το αποφασίσει, αφού πρώτα καταλήξει στα ευρήματα και συμπεράσματα του εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω στο περιεχόμενο της αντεξέτασης του ΜΚ1 και στις απαντήσεις που αυτός έδωσε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Σημειώνω ότι ορθά ο μάρτυρας απαντώντας σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να συγκρίνει και να εξετάσει τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Προσθέτω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε ως τεκμήριο Β προς αναγνώριση το έγγραφο με τις κατευθυντήριες οδηγίες του Portsmouth Hospitals 2η έκδοση ημερομηνίας 17.11.2004 και του υποβλήθηκε η θέση ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 προέρχεται από την συγκεκριμένη έκδοση. Απαντώντας στην εν λόγω υποβολή ο μάρτυρας για ακόμα μία φορά απάντησε ότι ο ίδιος βασίσθηκε στη κατάθεση της παραπονούμενης και στην απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή (τεκμ.3). Σημειώνεται ότι το τεκμήριο Β προς αναγνώριση στη συνέχεια και συγκεκριμένα κατά την διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του ΜΚ2 σημειώθηκε τεκμ. 25, αφού προηγουμένως του ζητήθηκε να το εξετάσει και να ετοιμάσει σχετική έκθεση (τεκμ. 22). Τέλος σημειώνεται ότι κατά την αντεξέταση του μάρτυρα υποβλήθηκαν σε αυτόν και άλλες θέσεις από την πλευρά της υπεράσπισης αναφορά στις οποίες θα γίνει μόνο εκεί που θα κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας αλλά και των μαρτύρων της υπεράσπισης. Ο ΜΚ2 είναι ο γραφολόγος που εξέτασε τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα και ετοίμασε σχετικές εκθέσεις. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε τεκμήριο
  15. Σε αυτή αναφέρει ότι το 2008 αφυπηρέτησε από την αστυνομία με τον βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου. Διετέλεσε μεταξύ άλλων τμημάτων και Διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας με ειδικότητα την γραφολογία. Μετά την αφυπηρέτηση του ίδρυσε το δικό του γραφολογικό εργαστήριο. Στις 21.4.15 παρέλαβε από εξουσιοδοτημένη δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου Σ. Αγγελίδη τέσσερα έγραφα που στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής, κατατέθηκαν τεκμήρια 158, 159, 160 και 161 Του ζητήθηκε να διερευνήσει κατά πόσο το τεκμήριο 158 είναι το ίδιο με το 159 και από ποια έκδοση προέρχεται συγκρίνοντας τα με τα τεκμ, 159, 160 και 161 καθώς και εάν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης στοιχείων στο κάτω μέρος του τεκμ.
  16. Αναφέρει επίσης ότι τα τεκμήρια 159, 160 και 161 του υποβλήθηκαν ως δειγματικό υλικό. Αφού εξέτασε τα εν λόγω τεκμήρια διαπίστωσε ότι το τεκμ. 158 παρουσίαζε διαφορές με τα τεκμήρια 159, 160 και ομοιότητες με το τεκμ.
  17. Ακολούθως στη γραπτή κατάθεση του ο ΜΚ2 αναφέρει ότι τα ευρήματα του αναλύονται και περιγράφονται στην γραφολογική έκθεση που ετοίμασε που πρόκειται για το τεκμ. Α προς αναγνώριση το οποίο κατά την ένορκη κατάθεση του αναγνώρισε και σημειώθηκε τεκμ.
  18. Κατέθεσε επίσης και σημειώθηκε τεκμ. 20 το πρωτότυπο της εν λόγω έκθεσης έτσι ώστε να είναι σε θέση να την εξηγήσει καλύτερα στο Δικαστήριο. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 αναγνώρισε τα τεκμήρια 13, 14, 15, και 16 λέγοντας πως πρόκειται για τα τεκμ 158, 159, 160 και 161 αντίστοιχα που αναφέρει στην κατάθεση του και τα οποία κατατέθηκαν τεκμήρια στην αγωγή. Πρόκειται για τα έγγραφα τα οποία εξέτασε και για τα οποία ετοίμασε την έκθεση του. Σημειώνεται επίσης ότι στις 4 πρώτες σελίδες της έκθεσης του παραθέτει το βιογραφικό του σημείωμα, τα προσόντα και την πείρα του τα οποία η πλευρά της υπεράσπισης δήλωσε ότι δεν αμφισβητούνται. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι το τεκμ. 13 (τεκμ 158 στην αγωγή) είναι το επίμαχο έγγραφο που αποτελεί το αντικείμενο των υπό εξέταση κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αποτελεί δε κοινό έδαφος ότι πρόκειται για συμπληρωμένο από τον κατηγορούμενο έντυπο παρακολούθησης σε σχέση με τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης αλλά παρέμεινε αναντίλεκτο και απετέλεσε κοινό έδαφος ότι το έντυπο αυτό που αποτελείται από 4 σελίδες (τεκμ. 13), κατατέθηκε τεκμήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, με τον κατηγορούμενο ισχυριζόμενο ότι το συμπλήρωνε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της παραπονούμενης από τις 28.1.2009 μέχρι 20.2.
  19. Σημειώνεται δε ότι όπως προέκυψε από το σύνολο της μαρτυρίας και παρέμεινε αδιαμφησβήτητο το έντυπο αυτό τεκμ 13 κατατέθηκε στα πλαίσια της αγωγής σε φωτοαντίγραφο. Το τεκμήριο 14 είναι η 3η έκδοση των πιο πάνω αναφερόμενων κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospitals για τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα με ημερομηνία έκδοσης την 7.4.
  20. Το τεκμ 15 είναι η 4η έκδοση με ημερ. έκδοσης την 26.1.2010, ενώ το τεκμ 16 είναι η 5η έκδοση με ημερομηνία έκδοσης την 25.5.
  21. Όλες οι εν λόγω εκδόσεις περιλαμβάνουν και το έντυπο παρακολούθησης που φέρει τον τίτλο "APPENDIX" . Σημειώνω επίσης ότι το τεκμήριο 25 σε σχέση με το οποίο, όπως και πιο πάνω αναφέρεται υποβλήθηκε στον ΜΚ1 από την πλευρά της υπεράσπισης ότι πρόκειται για την έκδοση από την οποία προέρχεται το συμπληρωμένο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 είναι η έκδοση 2 των κατευθυντήριων γραμμών με ημερομηνία έκδοσης 17.11.
  22. Κρίνω δε σκόπιμο να σημειώσω και ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 του υποβλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης πως το τεκμ 16 δόθηκε από τον κατηγορούμενο, όταν του ζητήθηκε να υποδείξει ποια μορφή έχουν τα έντυπα παρακολούθησης και τότε τύπωσε και παρέδωσε την έκδοση του
  23. Παρόμοια θέση υποβλήθηκε και στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του. Επιπλέον κρίνω σκόπιμο να σημειώνω από το στάδιο αυτό πως κατά την διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του ΜΚ2, δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ 13 δεν προέρχεται και δεν ταυτίζεται με τα έντυπα της 3ης και 4ης έκδοσης των κατευθυντήριων οδηγιών του Portsmouth Hospitals ημερομηνιών έκδοσης 7.4.2008 και 26.1.2010 αντίστοιχα, δηλαδή τα τεκμήρια 14 και
  24. Τούτου δεδομένου επανερχόμενη στην μαρτυρία του ΜΚ2 θα αναφερθώ μόνο στο μέρος εκείνο που αφορά τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε συγκρίνοντας το επίμαχο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 με το έντυπο παρακολούθησης που περιλαμβάνει το τεκμ. 16 που πρόκειται για την η 5η έκδοση με ημερομηνία έκδοσης την 25.5.2010, καθώς επίσης και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε συγκρίνοντας το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 με το έντυπο παρακολούθησης της 2ης έκδοσης των κατευθυντήριων οδηγιών ημερομηνίας έκδοσης 17.11.2004 τεκμ. 25, υπενθυμίζοντας σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο 25 ότι, υποβλήθηκε στον ΜΚ1 πως πρόκειται για την έκδοση από την οποία πήρε και χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της παραπονούμενης. Προς τούτο ο ΜΚ2 ετοίμασε και κατάθεσε στο Δικαστήριο επιπρόσθετη έκθεση που σημειώθηκε τεκμ.
  25. Σύμφωνα και με το περιεχόμενο της έκθεσης του τεκμ. 20 το οποίο και εξήγησε στο Δικαστήριο, ο ΜΚ2 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13, παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με το έντυπο παρακολούθησης που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 16, που πρόκειται για τη δεύτερη έκδοση του έτους 2010 και που όπως πιο πάνω αναφέρεται πρόκειται για την έκδοση που ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης, παρέδωσε για να υποδείξει πως είναι τα έντυπα παρακολούθησης. Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στις ουσιώδεις ομοιότητες των δύο εντύπων, ως προς την κάθετη διαστίχωση τους και τον προεπιλεγμένο διαχωρισμό στηλών. Υπέδειξε όπως περιλαμβάνεται και στην έκθεση του και σε σχετικούς πίνακες ότι και στα δύο συγκρινόμενα έντυπα παρακολούθησης η κάθετη διαστίχωση τους ξεκινά κάτω από το γράμμα P της λέξης APPENDIX. Υπέδειξε επίσης ότι και στα δύο έντυπα δηλαδή στο έντυπο τεκμ. 13 και το έντυπο που περιλαμβάνει το τεκμ. 16 υπάρχει ο ίδιος χειρόγραφος διαχωρισμός των προεπιλεγμένων σημείων καθορισμού έξι ημερών με ανάλογες στήλες που καλύπτουν 4 τετραγωνάκια για κάθε ημερομηνία. Με βάση τις πιο πάνω ομοιότητες καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το συμπληρωμένο έντυπο τεκμ. 13 προέρχεται από την 5η έκδοση τεκμ.
  26. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης στο δικαστήριο φωτοτεχνικό συγκριτικό πίνακα που ετοίμασε και σημειώθηκε τεκμ. 21 και που όπως εξήγησε αποτελείται από τρείς σελίδες. Στην πρώτη σελίδα αριστερά τοποθέτησε το αμφισβητούμενο έντυπο παρακολούθησης τεκμήριο 13, (τεκμ 158 στην αγωγή) και δίπλα το έντυπο παρακολούθησης του τεκμ 16 δηλαδή της 5η έκδοσης (τεκμ. 161 στην αγωγή), όπου και καταδεικνύονται οι ομοιότητες που αναφέρει στην έκθεση του. Στη βάση αυτών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 προέρχεται από το έντυπο παρακολούθησης που περιλαμβάνεται στην 5η έκδοση δηλαδή στο τεκμ 16 ή όπως αναφέρει και στην έκθεση του επειδή το τεκμ. 13 πρόκειται για φωτοαντίγραφο ίσως να προέρχεται από φωτοαντίγραφο του εντύπου της 5ης έκδοσης τεκμ.
  27. Ο μάρτυρας εξήγησε και το υπόλοιπο περιεχόμενο της έκθεσης του τεκμ. 20 που αφορά όμως τις διαφορές που εντόπισε μεταξύ του έντυπου παρακολούθησης τεκμ 13 και του εντύπου παρακολούθησης της 3ης έκδοσης (τεκμ 14) στα οποία όμως δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων που καταγράφονται πιο πάνω. Ο ΜΚ2 εξέτασε επίσης το έντυπο παρακολούθησης της έκδοσης 2 των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospitals με ημερ. έκδοσης την 17.11.2004 τεκμ 25, που όπως πιο πάνω αναφέρεται υποβλήθηκε στον ΜΚ1 από την πλευρά της υπεράσπισης ότι πρόκειται για το έντυπο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που συμπλήρωνε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ.
  28. Η προαναφερόμενη έκδοση 2 αρχικά κατατέθηκε ως τεκμήριο προς αναγνώριση ενώ, κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του ΜΚ2 σημειώθηκε τεκμ.
  29. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα ο ΜΚ2 ετοίμασε δεύτερη γραφολογική έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμ.
  30. Με βάση τα συμπεράσματα του, όπως τα εξήγησε μέσα από την έκθεση που ετοίμασε, τεκμ. 22 παραπέμποντας και σε σχετικούς πίνακες, μεταξύ των δύο εντύπων παρακολούθησης υπάρχουν διαφορές. Στο έντυπο παρακολούθησης της έκδοσης 2 δηλαδή του τεκμ. 25 η κάθετη διαστίχωση βρίσκεται κάτω από το γράμμα Ν της λέξης APPENDIX η θέση του οποίου είναι 10 χιλιοστά περίπου δεξιότερα σε σχέση με το έντυπο παρακολούθησης τεκμ 13 στο οποίο η κάθετη διαστίχωση βρίσκεται κάτω από γράμμα Ρ της λέξης APPENDIX. Εξήγησε επίσης όπως αναφέρει και στην έκθεση του ότι στο έντυπο του τεκμ. 25 δεν υπάρχουν τα προεπιλεγμένα χειρόγραφα σημεία διαχωρισμού των προεπιλεγμένων σημείων καθορισμού έξι ημερών με ανάλογες στήλες που καλύπτουν 4 τετραγωνάκια για κάθε ημερομηνία. Τα προεπιλεγμένα αυτά σημεία καθώς και η κάθετη διαστίχωση κάτω από το πρώτο γράμμα Ρ της λέξης APPENDIX υπάρχουν μόνο στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 και στο έντυπο του τεκμ
  31. Εξήγησε περαιτέρω ότι το αμφισβητούμενο συμπληρωμένο έντυπο παρακολούθησης δηλαδή το τεκμ.13 αποτελείται από 4 σελίδες και καλύπτει την χρονική περίοδο από 29.1.2009 μέχρι 20.2.2009.Τα χειρόγραφα προεπιλεγμένα σημεία καθορισμού των 6 στηλών ανά 4 τετραγωνάκια κάθε μέρα, υπάρχουν και είναι τα ίδια στην μορφή, μέγεθος και θέση τοποθέτησης τους στο πάνω μέρος όλων των σελίδων του τεκμ. 13 και δεν υπάρχουν στο έντυπο της 2ης έκδοσης (τεκμ.25) . Όπως περαιτέρω αναφέρει στην έκθεση του η ίδια μορφή, μέγεθος και θέση τοποθέτησης των χειρόγραφων αυτών σημείων εντοπίζεται μόνο στο έντυπο παρακολούθησης της 5ης έκδοσης ημερ. 25.5.2010, τεκμ
  32. Ανέφερε επίσης ότι τα χειρόγραφα αυτά σημεία στο πανω μέρος, ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους με το τεκμ.
  33. Ιδιαιτερότητα παρουσιάζει η μορφή, το σχήμα και μέγεθος στο αναγνωριστικό σημείο πάνω από την τελευταία στήλη. Προς επιβεβαίωση τούτου διενήργησε εξειδικευμένη φωτογράφηση του πάνω μέρους τόσο του έντυπου τεκμ. 13 όσο και έντυπου της 5ης έκδοσης του τεκμ
  34. Η φωτογράφηση έγινε με τα ίδια στοιχεία και από την ίδια απόσταση. Στη συνέχεια έγινε σάρωση των δύο εγγράφων και εκτύπωση στο ίδιο μέγεθος. Προς τούτο κατάθεσε στο Δικαστήριο φωτοτεχνικό συγκριτικό πίνακα που σημειώθηκε τεκμ. 23, ο οποίος περιλαμβάνει την φωτογραφική μεγέθυνση του πάνω μέρους του εντύπου που περιλαμβάνει στο τεκμ. 16 όπου φαίνεται η διαστίχωση και τα χειρόγραφα προεπιλεγμένα σημεία. Πάνω από αυτό τοποθέτησε τη διαφάνεια που ετοίμασε από το έντυπο τεκμ. 13 η οποία όπως υπέδειξε στο Δικαστήριο ταυτίζεται απόλυτα με τη φωτογραφική μεγέθυνση του εντύπου του τεκμ.
  35. Όπως ανέφερε δεν είναι ποτέ δυνατό δύο εγγραφές ή σημεία να ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους. Εάν ταυτίζονται σημαίνει ότι η μία προέρχεται από την άλλη. Με την ίδια πιο πάνω μέθοδο ετοίμασε επίσης διαφάνεια που κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμ.24 σε σχέση και με το αναγνωριστικό σημείο πάνω από την τελευταία στήλη του τεκμ. 13 την οποία και τοποθέτησε πάνω από την εκτυπωμένη μεγέθυνση του εντύπου της 5ης έκδοσης τεκμ. 16 μεταξύ των οποίων όπως υπέδειξε επίσης υπάρχει απόλυτη ταύτιση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων καταλήγει ότι το αμφισβητούμενο έντυπο τεκμ. 13 δεν έχει σχέση με το έντυπο της έκδοσης 2 δηλαδή του τεκμ. 25 αλλά έχει ως πρωτότυπη πηγή προέλευσης το έντυπο του τεκμ.
  36. Ο ΜΚ2 στην έκθεση του προσθέτει επίσης ότι το έντυπο τεκμ. 13 παρουσιάζει στο πάνω μέρος αδικαιολόγητο αρκετό χώρο ενώ στο κάτω μέρος αδικαιολόγητα λιγότερο χώρο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τα στοιχεία που να καταδεικνύουν από ποια έκδοση προέρχεται. Τα στοιχεία αυτά όπως ανέφερε εξαφανίσθηκαν κατά την διαδικασία φωτοτύπησης, όπου το έγγραφο τοποθετήθηκε σε τέτοιο σημείο στη φωτοτυπική μηχανή έτσι ώστε τα αναγνωριστικά σημεία του εγγράφου να μην εντοπίζονται. Όπως αναφέρει η ενέργεια αυτή έγινε με σκοπό να δημιουργηθεί σύγχυση στον εντοπισμό του εντύπου που χρησιμοποιήθηκε ως πρωτότυπη πηγή. Δεν αποκλείει στην περίπτωση αυτή, να έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότερα από ένα γνήσια δείγματα έντυπα παρακολούθησης τα οποία με διαδοχικές φωτοτυπήσεις (προσθήκες, αφαιρέσεις και επανατοποθετήσεις από διαφορετικές εκδόσεις) να έχει κατασκευαστεί ένα νέο μοντέλο έντυπου κατά τέτοιο τρόπο που να παρουσιάζει την ίδια μορφή και εμφάνιση που παρουσιάζει το συμπληρωμένο έντυπο παρακολούθησης τεκμ.
  37. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του. Σημειώνω ότι οι πλείστες από τις θέσεις που ακολούθως υποστηρίχθηκαν από τον γραφολόγο που παρουσίασε με τη σειρά της η υπεράσπιση, σε σχέση με τα συμπεράσματα του ΜΚ2, δεν του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του έτσι ώστε να δώσει τη δική του θέση. Πιο συγκεκριμένα θα γίνει αναφορά για το ζήτημα αυτό στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ
  38. Ουσιαστικά η θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι το τεκμ 13 έχει πηγή προέλευσης το έντυπο του τεκμηρίου 16, ήταν ότι, εκτός από τις ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους, οι οποίες υπογραμμίζω δεν αμφισβητήθηκαν, υπάρχει και μία διαφορά. Συγκεκριμένα υποδείχθηκε ότι στο έντυπο παρακολούθησης που βρίσκεται στο τεκμ. 16 κάτω από τις λέξεις Analgesia Observations μεταξύ των αριθμών 3 και 2 υπάρχει διπλή γραμμή, η οποία δεν υπάρχει στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 όπου στο ίδιο σημείο η γραμμή είναι μονή. Ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτό αναφέροντας μάλιστα ότι τη συγκεκριμένη διαφορά την εντόπισε και ο ίδιος. Ερωτηθείς γιατί δεν αναφέρθηκε στη διαφορά αυτή κατά την κυρίως εξέταση του, παραπέμποντας στη δήλωση της υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος δημιούργησε ένα δικό του έντυπο από διάφορες εκδόσεις, δεν απέκλεισε το τεκμ. 13 να προέρχεται από περισσότερα από ένα έντυπα, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι αυτό το καταγράφει και στην έκθεση του τεκμ.22 όπου συγκεκριμένα αναφέρει ότι δεν αποκλείει να έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότερα από ένα γνήσια δείγματα έντυπα τα οποία με διαδοχικές φωτοτυπήσεις (προσθήκες, αφαιρέσεις και επανατοποθετήσεις από διαφορετικές εκδόσεις) να έχει κατασκευαστεί ένα νέο μοντέλο έντυπο κατά τέτοιο τρόπο που να παρουσιάζει την ίδια μορφή και εμφάνιση που παρουσιάζει το συμπληρωμένο έντυπο τεκμ
  39. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση σε σχέση με το έντυπο παρακολούθησης που βρίσκεται στο τεκμ. 25 στο οποίο του υποδείχθηκαν και ομοιότητες μεταξύ αυτού και του έντυπου τεκμ 13, ο μάρτυρας διαφωνώντας παρέπεμψε στις μεταξύ τους διαφορές τις οποίες και εξήγησε κατά την κυρίως εξέταση του. Ακολούθως απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις για ακόμα μία φορά, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να χρησιμοποίησε περισσότερα από ένα έντυπα παρακολούθησης για να δημιουργήσει το έντυπο τεκμ.
  40. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος σύμφωνα με την εντολή που έλαβε εξέτασε γραφολογικά το πάνω μέρος των εντύπων. Αναφέρθηκε δε για ακόμα μία φορά στην απόλυτη ταύτιση μεταξύ του τεκμ 13 και του έντυπου παρακολούθησης του τεκμ 16 στο πάνω μέρος, υπογραμμίζοντας την ίδια απόσταση, την ίδια θέση και την ίδια μορφή που υπέδειξε κατά την κυρίως εξέταση του καταθέτοντας και σχετικούς πίνακες σε σχέση και με τις προσχεδιασμένες χειρόγραφες ενδείξεις. Πολύ ορθά επίσης διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι στο έντυπο του τεκμ. 16 δεν υπάρχουν οι προσχεδιασμένες χειρόγραφες ενδείξεις που διαχωρίζουν τις έξι στήλες. Αυτό όχι μόνο διότι είναι οφθαλμοφανές ότι υπάρχουν οι χειρόγραφες ενδείξεις επί του έντυπου παρακολούθησης του τεκμ. 16 αλλά επιπρόσθετα όπως θα διαφανεί στη συνέχεια η ύπαρξη τους έγινε αποδεκτή και από τον ΜΥ
  41. Όπως και πιο πάνω σημειώνεται τα προσόντα και η εμπειρία του ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας και αφού έχω εξετάσει τα προσόντα και την πείρα του έχω ικανοποιηθεί ότι είναι γραφολόγος εμπειρογνώμονας και ως εκ τούτου, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούσε να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750). Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές βάσει των οποίων αξιολογείται τέτοια μαρτυρία και δεν κρίνεται αναγκαία η εκτενής επανάληψη τους. Αρκεί εν συντομία να λεχθεί ότι ο ρόλος των εμπειρογνωμόνων είναι να προσφέρουν στο δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ούτως ώστε το δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και όχι να αντικαταστήσουν την κρίση του δικαστηρίου. Για αυτό ο εμπειρογνώμονας πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει την (επιστημονική ή άλλη) βάση επί της οποίας εργάστηκε ούτως ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να εξαγάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Αποτελεί καθήκον του να δηλώσει στο δικαστήριο τα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του (εμπειρογνώμονα) ούτως ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων επί των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία. Η εμπειρογνωμοσύνη σε κάποιο θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά δυνητικά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται στο θέμα αυτό, (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 954, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Σιακόλα v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 110, Μελεκίδης v. Ι. Γεωργίου Παπαγεωργίου,
(2013)1 Α.Α.Δ 832). Διευκρινίζω πως δεν απαγορεύεται σ' ένα τέτοιο μάρτυρα να αναφερθεί σε πληροφορίες που έλαβε από άλλους κατά την εμπειρογνωμοσύνη, υπό τον όρο όμως ότι εάν αυτές αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε θα πρέπει να αποδειχθούν στον απαιτούμενο βαθμό όπως κάθε άλλο γεγονός. Ο ΜΚ2 μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Έδωσε σαφείς και τεκμηριωμένες εξηγήσεις για τους λόγους που οδηγήθηκε στα συμπεράσματα του, όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω, τα πλείστα από τα οποία θα πρέπει να υπογραμμίσω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι υπήρξε απόλυτα ειλικρινής μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο για το έντυπο παρακολούθησης τεκμ.13 να χρησιμοποιήθηκαν περισσότερα από ένα έντυπα παρακολούθησης. Ένεκα τούτου συνεπώς αλλά και με δεδομένη την ύπαρξη της διπλής γραμμής που υπάρχει στο κάτω μέρος του έντυπου του τεκμ. 16 δεν μπορώ να αποδεχθώ το συμπέρασμα του ΜΚ2 ότι η πηγή προέλευσης του έντυπου παρακολούθησηςτεκμ.13 είναι αποκλειστικά και μόνο το έντυπο του τεκμ.
  1. Όμως αφού εξέτασα με την απαιτούμενη προσοχή την μαρτυρία του, καθώς και τα τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο και επεξήγησε εμπεριστατωμένα, με λεπτομέρεια και επιστημονική επάρκεια, είμαι σε θέση να αποδεχθώ και αποδέχομαι χωρίς αμφιβολία τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του σε σχέση με τις ουσιώδεις ομοιότητες και ταύτιση μεταξύ των δύο προαναφερόμενων εντύπων παρακολούθησης δηλαδή του τεκμ. 13 και του έντυπου του τεκμ. 16 στο πάνω μέρος αυτών όπως περιγράφονται πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι τα ευρήματα και συμπεράσματα αυτά του ΜΚ1 παρέμειναν αναντίλεκτα από την υπεράσπιση και δεν αφήνουν αμφιβολία ότι το πάνω μέρος του συμπληρωμένου από τον κατηγορούμενο έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 αποτελεί αντίγραφο από το έντυπο παρακολούθησης του τεκμ
  2. Εδώ αξίζει να υπογραμμίσω και το ότι οι πλείστες από τις θέσεις που πρόβαλε καταθέτοντας στο Δικαστήριο ο γραφολόγος ΜΥ2, τον οποίο κάλεσε ως μάρτυρα η υπεράσπιση, δεν τέθηκαν στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του για να τοποθετηθεί και να δώσει την δική του θέση. Καταληκτικά εξετάζοντας με την απαιτούμενη προσοχή την μαρτυρία του, κρίνω ότι με τα όσα περιγράφονται πιο πάνω ο ΜΚ2 έχει τεκμηριώσει με επιστημονική επάρκεια τα ευρήματα και συμπεράσματα του σε σχέση με τη ταύτιση των δύο έντυπων παρακολούθησης στο πάνω μέρος αυτών. Σε ότι αφορά συνεπώς τα συμπεράσματα του σε σχέση με την απόλυτη ταύτιση των προεπιλεγμένων χειρόγραφων σημείων διαχωρισμού ανά τέσσερα τετραγωνάκια που καθορίζουν τις μέρες ανά εβδομάδα, μεταξύ του έντυπου παρακολούθησης τεκμ, 13 και του έντυπου παρακολούθησης του τεκμ. 16 στο πάνω μέρος αυτών, καθώς και σε σχέση με την ταύτιση στη κάθετη διαστίχωση τους, αλλά και σε σχέση με το αναγνωριστικό σημείο πάνω από την τελευταία στήλη του έντυπου τεκμ. 13 γίνονται αποδεκτά. Κρίνω ότι οι θέσεις του μάρτυρα όπως τις εξήγησε στο Δικαστήριο καταθέτοντας και τους πίνακες στους οποίους γίνεται αναφορά πιο πάνω έχουν τεκμηριωθεί με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια. Δεν παραγνωρίζω βέβαια πως παρέμεινε άγνωστο ποιος τοποθέτησε τα αναφερόμενα χειρόγραφα σημεία, ζήτημα όμως που κρίνεται άνευ σημασίας σε σχέση με τα ζητήματα που απαιτείται να κριθούν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Προσθέτω επίσης ότι, βρίσκω να συνάδει απόλυτα και με την ανθρώπινη λογική, η θέση του ΜΚ2 ότι δεν είναι ποτέ δυνατό δύο χειρόγραφες εγγραφές ή σημεία να ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους εκτός και εάν η μία προέρχεται από την άλλη. Τέλος σημειώνω ότι για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, η μαρτυρία του ΜΥ2, δεν κρίθηκε ικανή να καταρρίψει τα πιο πάνω συγκεκριμένα συμπεράσματα του ΜΚ 2 που έγιναν αποδεκτά. Ως ΜΚ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη κα Μ. η οποία είναι η ενάγουσα στην αγωγή που είχε ως αντικείμενο την ιατρική αμέλεια του κατηγορούμενου, του πρώην κατηγορούμενου 1 καθώς και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων. Αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την πολυσέλιδη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η οποία, όπως πιο πάνω αναφέρεται, κατατέθηκε από τον ΜΚ1 και σημειώθηκε τεκμ.
  3. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο πλήρες περιεχόμενο της κατάθεση της αλλά αναφορά θα γίνει μόνο σε συγκεκριμένα σημεία που αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Περιγράφει τις χειρουργικές επεμβάσεις και άλλες θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε στο Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο με θεράποντες γιατρούς τους κατηγορουμένους 1 και 2 στο κατηγορητήριο και ενός ακόμα γιατρού. Μία από τις επεμβάσεις διενεργήθηκε στις 28.1.2009 κατά τη διάρκεια της οποίας της επανατοποθετήθηκε επισκληρίδιος καθετήρας ο οποίος παρέμεινε μέχρι τις 21.2.
  4. Λόγω μόλυνσης και ύπαρξης επισκληρίδιου αποστήματος που εντοπίστηκε στον νωτιαίο μυελό με σοβαρές επιπλοκές στην υγεία της, θεωρήθηκε αναγκαίο να υποβληθεί άμεσα σε νέα χειρουργική επέμβαση η οποία διενεργήθηκε στις 21.2.
  5. Το αποτέλεσμα από την προχωρημένη μόλυνση που υπήρχε στον νωτιαίο μυελό ήταν να μείνει παράλυτη από την μέση και κάτω. Κατόπιν αυτού του γεγονότος καταχώρησε την αγωγή στα πλαίσια της οποίας μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ της και εναντίον όλων των εναγόμενων την απόφαση τεκμ.3 για το ποσό των €1.300.000 πλέον τόκους. Στην κατάθεση της η παραπονούμενη αναφέρεται στο τεκμ. 13 που κατατέθηκε τεκμήριο στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής και το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι συμπλήρωνε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της. Αναφέρεται επίσης και στα υπόλοιπα τεκμήρια που παρέδωσε στον ΜΚ1 μεταξύ αυτών και τις διάφορες εκδόσεις των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospitals σε σχέση με την διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα. Αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι συμπλήρωνε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 κατά τον ουσιώδη χρόνο που η ίδια βρισκόταν υπό νοσηλεία στο Αχίλλειο Νοσοκομείο και έφερε τον επισκληρίδιο καθετήρα που της είχε τοποθετήσει. Αυτή η περίοδος ήταν από τις 28.1.2009 μέχρι 21.2.
  6. Όπως περαιτέρω αναφέρει από μαρτυρία που προσκόμισε στα πλαίσια της αγωγής, προέκυψε ότι το τεκμ. 13 επρόκειτο για έντυπο παρακολούθησης από την έκδοση του έτους 2010 και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό ο κατηγορούμενος το 2009 να συμπλήρωνε έντυπο παρακολούθησης που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το
  7. Ακολούθως η παραπονούμενη στην κατάθεση της παραπέμπει σε αποσπάσματα από τη δικαστική απόφαση στην αγωγή και σε συγκεκριμένα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή σε σχέση με το τεκμ.
  8. Αναφέρεται επίσης στην τροποποίηση που έγινε στην έκθεση υπεράσπισης των εναγόμενων στην αγωγή συνδέοντας τον λόγο για τον οποίο αυτή έγινε με τη θέση της ότι το τεκμ. 13 καταρτίσθηκε εκ των υστέρων. Στην διά ζώσης μαρτυρία της αναγνώρισε τα τεκμήρια που παρέδωσε στην αστυνομία στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Σε σχέση με το συμπληρωμένο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 ανέφερε ότι το παρέλαβε ο δικηγόρος της από τον δικηγόρο της ασφαλιστικής εταιρείας του κατηγορούμενου πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Ερωτηθείσα σχετικά με τις προσπάθειες της να παραλάβει τον ιατρικό της φάκελο, ανέφερε ότι ο δικηγόρος της απέστειλε προς τον κατηγορούμενο επιστολή ημερ. 28.5.2009 με την οποία του ζητήθηκε να ετοιμάσει έκθεση με όλες τις ενέργειες που έκανε ως ο υπεύθυνος αναισθησιολόγος που της τοποθέτησε τον επισκληρίδιο καθετήρα. Κατέθεσε την εν λόγω επιστολή και σημειώθηκε τεκμ.
  9. Όπως ανέφερε προσπαθούσε να παραλάβει τον ιατρικό της φάκελο για να έχουν οι γιατροί που την παρακολουθούσαν στην συνέχεια στην πτέρυγα παραπληγικών στο Νοσοκομείο Λευκωσίας τα απαιτούμενα στοιχεία. Ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή τεκμ. 26 και έτσι στις 16.6.2009 του στάλθηκε και δεύτερη επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμ.
  10. Στις 12.6.2009 έλαβε επιστολή την οποία όμως παρέλαβε μετά που στάλθηκε η δεύτερη επιστολή στον κατηγορούμενο. Με την εν λόγω επιστολή που κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμ. 28 ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήδη της παραδόθηκε ιατρική έκθεση και δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο προς παράδοση, ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει. Κατόπιν τούτου ο δικηγόρος της απέστειλε στον κατηγορούμενο νέα επιστολή την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμ. 29 στην οποία δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση όπως το ίδιο συνέβη και στην μετέπειτα επιστολή που στάλθηκε στον κατηγορούμενο στις 6.7.2009 και σημειώθηκε τεκμ
  11. Ακολούθως όπως ανέφερε παρέλαβε ένα ιατρικό φάκελο από το Αχίλλειο Νοσοκομείο μέσα στον οποίο υπήρχαν μόνο τα παραστατικά του δωματίου. Στον εν λόγω φάκελο δεν υπήρχε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ.
  12. Κατέθεσε επίσης και σημειώθηκαν τεκμ. 31 την επιστολή ημερ. 5.12.2013 που απέστειλε ο δικηγόρος της στο δικηγόρο του κατηγορούμενου στην οποία υπήρξε υπήρξε απαντητική επιστολή προς τον δικηγόρο της την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε τεκμ.
  13. Όπως ανέφερε το τεκμ. 13 δεν βρισκόταν μέσα στον φάκελο που παρέδωσε στους δικηγόρους της το Αχίλλειο Νοσοκομείο και ούτε στάλθηκε από τον κατηγορούμενο στην ίδια και ή τον δικηγόρο της. Υπέδειξε ότι στο τεκμ. 13 δεν αναγράφεται το όνομα της και ότι σε αυτό καταγράφονται ενέργειες όπως ότι έγινε αλλαγή φίλτρου έξι φορές κατά την περίοδο 28.1.2009 μέχρι 21.2.2009 οι οποίες, όπως ισχυρίσθηκε, δεν έγιναν ποτέ από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο γιατρός που της τοποθέτησε τον επισκληρίδιο καθετήρα. Ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ότι το τεκμ.13 κατατέθηκε στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής κατά την αντεξέταση μάρτυρα αναισθησιολόγου από το Ισραήλ που παρουσίασε η ίδια. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την ακριβή ημερομηνία που έγινε αυτό λέγοντας ότι ήταν τον Φεβρουάριο του
  14. Στο στάδιο της αντεξέτασης της σε υποβολή ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ.13 συμπεριλαμβανόταν στην ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που καταχωρήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου στα πλαίσια της αγωγής κατά το έτος 2012, ανέφερε ότι, η ίδια είδε το τεκμ. 13 για πρώτη φορά όταν ο δικηγόρος της ζήτησε και έλαβε από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου τα έγγραφα της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων που κατέθεσε ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της αγωγής. Διευκρίνισε όμως ότι αυτό κατατέθηκε τεκμήριο κατά την διαδικασία ακρόασης της αγωγής κατά το έτος
  15. Μέρος της αντεξέτασης της μάρτυρας αναλώθηκε σε ερωτήσεις για το είδος των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε και σε σχέση με το κατά πόσο αυτές έγιναν για αισθητικούς λόγους. Όπως επίσης και σε σχέση με την αγωγή που καταχώρησε στο Δικαστήριο με την οποία απαίτησε αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια του κατηγορούμενου καθώς και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων. Παρά το ότι τα ζητήματα αυτά ουδόλως άπτονται των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης, εντούτοις, συνοπτικά σημειώνω ότι η μάρτυρας απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η επέμβαση αποσκοπούσε στην ευθυγράμμιση της κλίσης των οστών των κάτω άκρων η οποία θα επέφερε και επιμήκυνση αυτών. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις η θέση της ήταν ότι στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 καταγράφονται ψευδή στοιχεία. Ερωτηθείσα να διευκρινίσει ποια είναι τα αυτά τα ψευδή στοιχεία που ισχυρίζεται, ανέφερε ότι στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 ο κατηγορούμενος καταγράφει ότι έκανε αλλαγή φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα έξι φορές, ενώ, όπως ισχυρίσθηκε δεν έγινε τέτοια αλλαγή ούτε και μία φορά. Λέγοντας αυτά αναφέρθηκε και στους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητη η αλλαγή του φίλτρου, αποδίδοντας μάλιστα στην μη αλλαγή του φίλτρου τον λόγο ο οποίος της προκάλεσε την παράλυση. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι ο κατηγορούμενος ούτε και μία φορά δεν διενήργησε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα, ανέφερε ότι η ίδια γνωρίζει τη διαδικασία με την οποία γίνεται η αλλαγή του φίλτρου επειδή της είχε τοποθετηθεί επισκληρίδιος καθετήρας και σε προηγούμενες επεμβάσεις από άλλους αναισθησιολόγους οι οποίοι και διενεργούσαν την απαιτούμενη αλλαγή του φίλτρου. Προς τούτο αναφέρθηκε και στο μέρος του σώματος στο οποίο τοποθετείται το φίλτρο και συγκεκριμένα ότι αυτό στερεώνεται στο στέρνο. Τόνισε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια των 3 εβδομάδων δηλαδή την περίοδο από τις 28 .1.2009 μέχρι τις 20.2.2009 ημερομηνία κατά την οποία αφαιρέθηκε ο καθετήρας και εισάχθηκε επειγόντως ξανά στο χειρουργείο ένεκα της μόλυνσης που είχε υποστεί ποτέ δεν διενήργησε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα. Η ΜΚ3 μου άφησε θετική εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Οι απαντήσεις της σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ήταν άμεσες, ειλικρινείς και αυθόρμητες. Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με πραότητα συνέπεια και αμεσότητα. Μεγάλο βέβαια μέρος της μαρτυρίας της δεν αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, αλλά την αγωγή που εκδικάσθηκε σε σχέση με την ιατρική αμέλεια γι' αυτό και το μέρος αυτό δεν θα απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο. Επίσης μέρος των θέσεων της σε σχέση με το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 και το έντυπο του τεκμ 16 είναι σαφές ότι αποτελούν επανάληψη των συμπερασμάτων του ΜΚ2, αφού η ίδια δεν είναι γραφολόγος εμπειρογνώμονας. Το ίδιο θα πρέπει να σημειώσω και σε σχέση με τις θέσεις της σε ότι αφορά τη σημασία της αλλαγής του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα, αλλά και τις θέσεις της σε σχέση με το τι εντοπίσθηκε στον νωτιαίο μυελό και με το ποια ήταν η ακριβής αιτία που της προκάλεσε την παράλυση. Τούτο αφενός διότι η ίδια δεν είναι εμπειρογνώμονας γιατρός, ούτε και ισχυρίσθηκε ότι έχει ιατρικές γνώσεις, αλλά και αφετέρου κυρίως διότι πρόκειται για ζήτημα που δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης το αντικείμενο της οποίας σε καμία περίπτωση δεν είναι η ιατρική αμέλεια, ζήτημα που απετέλεσε το αντικείμενο εξέτασης της αγωγής στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο που την εκδίκασε κατάληξε στα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα του. Οφείλω επίσης να υπενθυμίσω ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή, όπως αυτά περιέχονται στην απόφαση του τεκμ.3 δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Σημειώνω επίσης ότι η αναφορά της παραπονούμενης πως το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 κατατέθηκε κατά την αντεξέταση μάρτυρα που παρουσίασε η πλευρά της και συγκεκριμένα γιατρού αναισθησιολόγου από το Ισραήλ, δεν συνάδει με το περιεχόμενο των πρακτικών της αγωγής τεκμ 17 το οποίο σημειώνω παρέμεινε αναντίλεκτο. Το ότι όμως το τεκμ. 13 κατατέθηκε τεκμήριο στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής και το ότι αυτό αποκαλύφθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής και ακολούθως παραδόθηκε στον δικηγόρο της αποτελούν αδιαμφησβήτητα γεγονότα. Εκείνο που προκύπτει τόσο από τα πρακτικά εκδίκασης της αγωγής τεκμ. 17, τα οποία σημειώνω είναι πολυσέλιδα και σε μέρος των οποίων το Δικαστήριο αναγκάστηκε να ανατρέξει για να εντοπίσει τα πραγματικά γεγονότα, αλλά και από την απόφαση στην αγωγή τεκμ.3, είναι ότι κατά την αντεξέταση μαρτύρων που παρουσίασε η παραπονούμενη τους υποβλήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου, εκεί εναγόμενου 2, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τηρούσε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ
  16. Αναφορά σε σχέση με το πως κατατέθηκε το επίμαχο εντύπο παρακολούθησης τεκμ.13 ως τεκμήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής θα γίνει στη συνέχεια. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας ότι κατά την ένορκη κατάθεση της παραπονούμενης προέκυψε να είναι αποδεκτό ότι ο επισκληρίδιος καθετήρας της αφαιρέθηκε στις 20.2.
  17. Υπογραμμίζω ότι καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της η παραπονούμενη δήλωσε επανειλημμένα με άμεσο, θετικό και πειστικό λόγο ότι, ο κατηγορούμενος ουδέποτε διενήργησε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει κατά το πιο πάνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα και αυτό, όπως τόνισε, ενώ ο κατηγορούμενος καταγράφει στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 ότι διενήργησε αλλαγή του φίλτρου έξι φορές. Συγκεκριμένα όπως και πιο πάνω αναφέρεται όταν ρωτήθηκε τι εννοεί λέγοντας ότι οι «πίνακες του τεκμ. 13 είναι πλαστοί» η παραπονούμενη με αμεσότητα και χωρίς κανένα δισταγμό, απάντησε ότι ο κατηγορούμενος καταγράφει στο τεκμ 13 ψευδή στοιχεία. Ερωτηθείσα στη συνέχεια να αναφέρει ποια είναι τα ψευδή στοιχεία που κατέγραψε ο κατηγορούμενος στο τεκμ.13 η παραπονούμενη, για ακόμα μία φορά με αμεσότητα και χωρίς κανένα δισταγμό απάντησε ότι ο κατηγορούμενος κατέγραψε ότι διενήργησε αλλαγή του φίλτρου ενώ δεν το έπραξε ούτε και μία φορά. Επίσης σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης της ερωτηθείσα εάν γνωρίζει ποιες είναι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, χωρίς δεύτερη σκέψη απάντησε ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε ψευδή στοιχεία και συγκεκριμένα ότι έκανε αλλαγές του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα. Ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της, ερωτηθείσα για ποιο λόγο ισχυρίζεται ότι με βάση το περιεχόμενο του τεκμ. 13 έγινε πλαστογραφία, η απάντηση της επίσης για ακόμα μία φορά ήταν άμεση και σαφής, λέγοντας συγκεκριμένα ότι στα σημεία του τεκμηρίου που ο κατηγορούμενος καταγράφει ότι έκανε αλλαγή του φίλτρου ψεύδεται. Τέλος σε σχετική υποβολή ότι δεν είναι σε θέση να καταθέσει θετικά για το θέμα του ποινικού αδικήματος της πλαστογραφίας, η παραπονούμενη απάντησε ότι κατέθεσε όλα τα σχετικά τεκμήρια αλλά και τα ψεύδη που κατέγραψε ο κατηγορούμενος στο τεκμ.
  18. Yπογραμμίζω και είναι σημαντικό ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκαν οι πιο πάνω θέσεις της σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε διενήργησε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει, όπως ο ίδιος καταγράφει στο τεκμ.
  19. Αντίθετα οι θέσεις της αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες και ακλόνητες. Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης και η θέση της ότι της είχε τοποθετηθεί επισκληρίδιος καθετήρας και σε προηγούμενες περιπτώσεις από άλλους αναισθησιολόγους οι οποίοι και διενεργούσαν την απαιτούμενη αλλαγή του φίλτρου. Επιπλέον σημειώνω πως οι θέσεις της παραπονούμενης σε σχέση με την άρνηση του κατηγορούμενου να της παραδώσει οποιονδήποτε ιατρικό της φάκελο, αλλά και την καθυστέρηση να της παραδώσει το συμπληρωμένο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13, προκύπτει και από το περιεχόμενο των επιστολών τεκμ. 26 - 32 που παρέμεινε αναντίλεκτο. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος των θέσεων της προκύπτουν και επιβεβαιώνονται από τα σύνολο της μαρτυρίας, τις υπερασπιστικές γραμμές και υποβολές αλλά και από το αναντίλεκτο περιεχόμενο τεκμήριων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των οποίων και δεν αμφισβητήθηκε. Στην βάση συνεπώς των πιο πάνω η μαρτυρία της παραπονούμενης, ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή, με τις πιο πάνω επιφυλάξεις για τα συγκεκριμένα σημεία που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί και όχι γιατί η ίδια δεν κρίνεται αξιόπιστη ως μάρτυρας της αλήθειας. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως (ΜΥ1). Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που κατέθεσε στο Δικαστήριο η οποία σημειώθηκε Έγγραφο Α. Σε αυτή μεταξύ άλλων αναφέρει ότι αντιλαμβάνεται πως κατηγορείται για το ότι πλαστογράφησε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δηλαδή το τεκμ 158 που κατατέθηκε τεκμήριο στην αγωγή, επειδή η άλλη πλευρά θεωρεί ότι το έντυπο παρακολούθησης το φωτοτύπησε από την έκδοση του 2010 των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospitals τεκμ. 16 στην παρούσα (τεκμ. 161 στην αγωγή). Αναφέρει ότι πρόκειται για έντυπα- φόρμες τις οποίες ο κάθε γιατρός κατασκευάζει όπως τον βολεύει για να τις συμπληρώνει με τις σημειώσεις του σε σχέση με την καθημερινή πρόοδο του ασθενή. Η δική του εκδοχή σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση είναι ότι από το έτος 2004 έχει στην κατοχή του και χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο έντυπο στην μορφή που παρουσιάζεται το τεκμ. 13 και δεν πρόκειται για φωτοτυπία από καμία συγκεκριμένη έκδοση. Όπως αναφέρει στην γραπτή του δήλωση το έγγραφο αυτό έτυχε επεξεργασίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με βάση το TPR POSTOPERATIV CHART του Portsmouth Hospitals, αφαιρώντας την επικεφαλίδα που δεν την ήθελε και προσαρμόζοντας το στις δικές του ανάγκες. Από τότε είχε αναθέσει στον γραφίστα που επεξεργαζόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διάφορα έγγραφα του, όπως και αυτό για την αναπαραγωγή διαγραμμάτων αναισθησίας, με μικρές προσθαφαιρέσεις που γίνονταν σύμφωνα με τις δικές του οδηγίες. Δηλώνει περαιτέρω ότι πάρθηκαν στοιχεία από το τεκμ. 25 αλλά έγιναν διάφορες αλλαγές σε αυτό και ως εκ τούτου το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δεν ταυτίζεται απόλυτα ούτε και με αυτή την έκδοση. Βασικά ως αναφέρει το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δεν είναι ακριβές αντίγραφο καμίας έκδοσης και σε καμία περίπτωση φωτοτυπία από το έντυπο του τεκμ. 25, από το οποίο όμως πράγματι λήφθηκαν κάποια στοιχεία. Ήταν η θέση του ότι το τεκμ. 13 το αποκάλυψε με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής το έτος
  20. Στη διά ζώσης μαρτυρία του κλήθηκε να τοποθετηθεί σε αναφορές της παραπονούμενης, σε σχέση με συγκεκριμένα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή, όπως αυτά περιλαμβάνονται στην απόφαση τεκμ.3, ζητήματα που για τους λόγους που αναφέρθηκαν και πιο πάνω δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε πως στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 καταγράφονται γενικά και ειδικά στοιχεία και σημειώσεις που αφορούν την κατάσταση του ασθενή. Εξήγησε ότι κάθε μέρα είναι χωρισμένη σε τέσσερα τετραγωνάκια . Τα δύο πρώτα αφορούν την πρωινή εξέταση και τα άλλα δύο την απογευματινή. Ακολούθως εξήγησε επί του έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 τις χειρόγραφες σημειώσεις που φαίνονται ότι κατέγραψε σε αυτό λέγοντας ότι αφορούν την θερμοκρασία, την πίεση, τους παλμούς, τις κενώσεις, το οξυγόνο, την ένταση του πόνου, την κινητικότητα και δύναμη του ασθενή όπως επίσης και σε σχέση με το κατά πόσο παρουσιάζει ναυτία και εμετό ή και πόνο στην πλάτη ή την κοιλιακή χώρα. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε πως χωρίς τις σημειώσεις που περιλαμβάνονται στο τεκμ.13 δεν θα ήταν σε θέση να παρακολουθεί την ασθενή του, χαρακτηρίζοντας το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 ως ένα πολύ σημαντικό έγγραφο διότι, όπως ανέφερε, δίνει στον γιατρό την δυνατότητα να παρακολουθεί τη δυναμική στην αναισθησία που χορηγείται καθημερινά στον ασθενή και βάσει των συμπερασμάτων που καταγράφονται προσαρμόζει τη δοσολογία των φαρμάκων για την επίτευξη ενός καλού αποτελέσματος αναισθησίας. Υποστήριξε τη θέση ότι είναι αδύνατο να συμπλήρωσε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 τέσσερα χρόνια μετά τη νοσηλεία της παραπονούμενης, καθότι όπως ισχυρίσθηκε, δεν θα ήταν σε θέση να θυμόταν τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται σε αυτό. Διευκρίνισε επίσης ότι ο επισκληρίδιος καθετήρας αφαιρέθηκε από την παραπονούμενη στις
  21. 2009 και όχι στις 21.2.2009 γεγονός που σημειώνω έγινε αποδεκτό. Αντεξεταζόμενος ερωτηθείς σχετικά αποδέχθηκε ότι ήταν ο υπεύθυνος αναισθησιολόγος κατά την χειρουργική επέμβαση της παραπονούμενης και ότι στις 28.1.2009 της τοποθέτησε τον επισκληρίδιο καθετήρα που παρέμεινε μέχρι τις 20.2.
  22. Αποδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος ήταν ο υπεύθυνος γιατρός για την ιατρική επίβλεψη του επισκληρίδιου καθετήρα. Του υποδείχθηκε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 και αποδέχθηκε ότι ο ίδιος το συμπλήρωσε και πρόκειται για τον δικό του γραφικό χαρακτήρα. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις δίδοντας την εκδοχή του σε σχέση με το λόγο που δεν παρέδωσε το τεκμ. 13 στην παραπονούμενη από την αρχή, ανέφερε ότι του το απαγόρευσε η ασφαλιστική εταιρεία που του παρείχε ασφαλιστική κάλυψη. Έδωσε επίσης τη δική του εκδοχή για το γεγονός ότι κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής κατατέθηκε αντίγραφο του έντυπου παρακολούθησης τεκμ
  23. Έδωσε επίσης τις θέσεις του σε σχέση με την προέλευση του τεκμ.
  24. Λεπτομερής αναφορά των θέσεων του κατηγορούμενου για τα ζητήματα αυτά θα γίνει στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά, ότι έκανε αλλαγή φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που τοποθέτησε στην παραπονούμενη και υπέδειξε επί του τεκμ. 13 έξι σημεία όπου καταγράφει την αλλαγή φίλτρου λέγοντας πως αυτή γινόταν κάθε τρείς με τέσσερεις μέρες. Σε σχέση με το τεκμ. 16 ανέφερε πως παραδόθηκε από την πλευρά του στην πλευρά της παραπονούμενης, για να δείξει από που πάρθηκαν οι κατευθυντήριες οδηγίες με βάση τις οποίες παρακολουθείτο η ασθενής. Σημειώνω ότι μέρος της αντεξέτασης του κατηγορούμενου αναλώθηκε σε θέματα που δεν αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαίο το Δικαστήριο να αναφερθεί σε αυτά Επιγραμματικά και μόνο καταγράφεται ότι τα θέματα αυτά αφορούσαν την παραίτηση των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής, την ακύρωση του ασφαλιστικού του συμβολαίου εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και προτάσεις που έκανε ο κατηγορούμενος μέσω του τότε δικηγόρου του για διευθέτηση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Η εντύπωση που ο κατηγορούμενος άφησε στο Δικαστήριο δεν ήταν καθόλου θετική. Για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια η εκδοχή του για τα επίμαχα ζητήματα, εμπεριέχει ασάφειες, αντιφάσεις και ανακρίβειες ενώ κάποιες από τις θέσεις του δεν συνάδουν με τη λογική των πραγμάτων. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε ότι το συμπληρωμένο από τον ίδιο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δεν βρισκόταν στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν η παραπονούμενη αλλά το κρατούσε ο ίδιος στο σπίτι του και το συμπλήρωνε το βράδυ που επέστρεφε με βάση τις σημειώσεις που λάμβανε κάθε φορά που έβλεπε την ασθενή του. Πρόσθεσε δε τα ακόλουθα που αξίζει να σημειωθούν αυτολεξεί «το είχα μαζί με άλλα πράματα, αναλύσεις ή πράματα που μπορεί να είχα, τώρα πέρασαν τόσα χρόνια». Σε σχέση με τον λόγο που το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δεν βρισκόταν στο φάκελο της παραπονούμενης στο ιδιωτικό νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν κατά το ουσιώδη χρόνο, αλλά το είχε στο σπίτι του ισχυρίσθηκε πως δεν εργαζόταν μόνιμα στο συγκεκριμένο νοσοκομείο αλλά ήταν συνεργάτης, όπως και με άλλα δυο νοσοκομεία και συνεπώς θα έπρεπε να το έχει μαζί του ανά πάσα στιγμή για να μπορεί να το συμβουλευτεί στην περίπτωση που καλείτο από το νοσοκομείο να δώσει οδηγίες, λέγοντας μάλιστα ότι το τεκμ 13 ήταν σημαντικό επειδή αφορούσε τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα. Ουδόλως πειστική ήταν η πιο πάνω εξήγηση του κατηγορούμενου αφού εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κανείς πως θα έδινε ανά πάσα στιγμή και άμεσα οδηγίες βασιζόμενος σε ένα έγγραφο που βρισκόταν στο σπίτι του. Αντιλαμβανόμενος βέβαια στη συνέχεια το εύλογο ερώτημα που δημιουργεί η εκδοχή του αυτή, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του απαντώντας σε σχετική ερώτηση, σε αντίφαση με τα πιο πάνω έδωσε μία δεύτερη εκδοχή λέγοντας αυτολεξεί «Να σας πω, το είχα στο σπίτι μου ή και μαζί μου για να ξέρω ανά πάσα στιγμή τι γίνεται, ήταν ή στο αρχείο που διατηρούσα στην κλινική ή στο σπίτι ή στην τσάντα μου αυτό το τεκμήριο συνέχεια». Για ακόμα μία φορά σε αντίφαση με τα πιο πάνω λεγόμενα του, απαντώντας σε άλλη ερώτηση ισχυρίσθηκε ότι διατηρούσε και αρχείο στην κλινική λέγοντας ότι είχε δύο ερμάρια γεμάτα και ο φάκελος της παραπονούμενης δηλαδή το τεκμ. 13 βρισκόταν εκεί. Ερωτηθείς στη συνέχεια να διευκρινίσει τις θέσεις του, επανήλθε στη πρώτη του εκδοχή λέγοντας ότι το είχε μαζί του για την περίπτωση που πρόκυπτε κάποιο πρόβλημα στην ασθενή να γνωρίζει τη δοσολογία που παίρνει η ασθενής και να μπορεί να δώσει τις ανάλογες οδηγίες στις νοσοκόμες. Όπως διαπιστώνεται όμως κατά την κυρίως εξέταση του εξηγώντας το περιεχόμενο του τεκμ. 13 και το τι ακριβώς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατέγραφε σε αυτό, σε κανένα σημείο δεν ανέφερε αλλά ούτε και υπέδειξε ότι κατέγραφε και τη δοσολογία του φαρμάκου που χορηγούσε στην ασθενή του. Ουδόλως πειστική ήταν επίσης η εκδοχή του ότι δεν συμπλήρωνε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 απευθείας όταν έλεγχε την ασθενή του και το συμπλήρωνε αργότερα με βάση τις σημειώσεις που κρατούσε, επειδή το είχε μαζί του για να ξέρει ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει. Εύλογα διερωτάται κάποιος τι τον εμπόδιζε να συμπληρώνει το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 απευθείας την ίδια ώρα που έλεγχε την ασθενή του, κάτι που είναι πιο λογικό εφόσον σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του το είχε συνέχεια μαζί του. Όσο δε αφορά τη θέση του ότι δεν παρέδωσε στην παραπονούμενη το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13, όταν με επιστολές του δικηγόρου της , του ζητήθηκε η παράδοση του ιατρικού της φάκελου, επειδή του το απαγόρευσε η ασφαλιστική του εταιρεία και ο ίδιος δεσμευόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο, βρίσκεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο της επιστολής τεκμ. 28 όπου εκεί αναφέρει ότι δεν έχει οτιδήποτε να παραδώσει. Βρίσκεται ακόμα σε αντίφαση και με τη δήλωση του ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δεν μπορούσε να βοηθήσει σε τίποτα διότι δεν είχε κάτι καταγραμμένο που να δίνει πληροφορίες σε σχέση με την μόλυνση που προκλήθηκε στην παραπονούμενη. Εάν αυτό ίσχυε στην πραγματικότητα τότε για ποιο λόγο η ασφαλιστική του εταιρεία του απαγόρευσε να το παραδώσει. Εξετάζοντας το γεγονός ότι στα πλαίσια της αγωγής κατατέθηκε φωτοαντίγραφο και όχι το πρωτότυπο του εντύπου παρακολούθησης τεκμ. 13 που ισχυρίσθηκε ότι συμπλήρωνε κατά τον χρόνο της νοσηλείας της παραπονούμενης, ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά τον Ιανουάριο του 2017, όταν αποχώρησε από το νοσοκομείο Mediterranean (πρώην Αχίλλειο Νοσοκομείο) και μετέφερε τα αρχεία που τηρούσε εκεί εντόπισε το πρωτότυπο. Αυτό σε αντίφαση με την ανακριτική κατάθεση του όπου αναφέρει ότι είναι αλήθεια ότι στον φάκελο της παραπονούμενης δεν υπήρχε το έντυπο παρακολούθησης κατά τον χρόνο που νοσηλευόταν στο Αχίλλειο Νοσοκομείο αφού το είχε στο σπίτι του από το έτος
  25. Ερωτηθείς γιατί δεν κατέθεσε κατά την ακρόαση της αγωγής το πρωτότυπο του έντυπου παρακολούθησης, εφόσον τo είχε στο σπίτι του, απάντησε με ασάφεια και αοριστία ότι στην κατάθεση του αναφερόταν στην συγκεκριμένη περίοδο και ότι μετά το έντυπο αυτό το άφησε στο νοσοκομείο Mediterranean επειδή από το έτος 2011 μέχρι το 2013-2014 άλλαξε δύο με τρείς κατοικίες και δεν μπορούσε να εντοπίσει το πρωτότυπο, δεν ήξερε που ήταν και μετά όταν αποχώρησε από το Mediterranean και παρέλαβε όλα τα πράγματα του και τα έλεγξε ένα προς ένα ανακάλυψε ότι το είχε αφήσει εκεί. Όπως διαπιστώνεται στην ανακριτική κατάθεση του τεκμ. 10 που λήφθηκε τον Απρίλιο του 2017 καμία αναφορά γίνεται σε σχέση με τα πιο πάνω. Για να διορθώσει αυτό το κενό στη μαρτυρία του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι πέρασε καιρός μέχρι να ελέγξει τα πράγματα που παρέλαβε από το Mediterranean και δεν θυμάται αν ήταν Μάρτης, Απρίλιος ή Μάιος που ανακάλυψε το πρωτότυπο. Αλλά ακόμα και εάν γινόταν αποδεκτό ότι εντόπισε το πρωτότυπο μετά από τη λήψη της κατάθεσης του, καμία ικανοποιητική εξήγηση έδωσε για τον λόγο που δεν το ανέφερε στην αστυνομία με συμπληρωματική κατάθεση. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος δεν έκανε καμία αναφορά στο ότι απώλεσε το πρωτότυπο του τεκμ. 13 αλλά ούτε και σε σχέση με το πότε και πως το εντόπισε. Ακόμα όμως κάτι σημαντικό που πλήττει την αξιοπιστία του είναι ότι απέφυγε να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση για το πως, ενώ απώλεσε όπως ισχυρίσθηκε το τεκμ. 13 και δεν μπορούσε να το εντοπίσει εντούτοις, είχε στην κατοχή φωτοαντίγραφο αυτού. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι συνήθιζε να κρατά φωτοαντίγραφα των έντυπων παρακολούθησης που συμπλήρωνε για τους ασθενείς του. Αξιοσημείωτο είναι μάλιστα ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι το τεκμ. 13 το φωτοτύπησε από το πρωτότυπο που εντόπισε το έτος
  26. Και εδώ για ακόμα μία φορά φαίνεται η αναλήθεια των ισχυρισμών του. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του το τεκμ. 13 το αποκάλυψε με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που έκανε στα πλαίσια της αγωγής το έτος 2012 και είναι αποδεκτό ότι το έτος 2015 κατά την εκδίκαση της αγωγής κατατέθηκε τεκμήριο και η απόφαση στην αγωγή εκδόθηκε το έτος
  27. Πως ήταν λοιπόν εφικτό να έκανε αντίγραφο από το πρωτότυπο που ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορούσε να το εντοπίσει και το εντόπισε το έτος 2017 όταν παρέλαβε τα πράγματα του από την κλινική Mediterranean. Έρχομαι τώρα να εξετάσω τη θέση του κατηγορούμενου ότι το έντυπο παρακολούθησης στη μορφή που παρουσιάζεται στο τεκμ. 13 το δημιούργησε σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες με την παροχή υπηρεσιών γραφίστα. Καταρχήν σημειώνω ότι αυτή του η θέση δεν περιλαμβάνεται στην ανακριτική του κατάθεση στην οποία απλά αναφέρει πως, το συγκεκριμένο έντυπο παρακολούθησης το χρησιμοποιεί από το τέλος του έτους 2004 για ασθενείς με διάρκεια χρήσης επισκληρίδιου καθετήρα. Η θέση του ότι δημιούργησε δικό του έντυπο παρακολούθησης για τις δικές του ανάγκες, σαφώς βρίσκεται και σε αντίφαση με την υποβολή της πλευράς του, κατά την αντεξέταση του ΜΚ 1, ότι η πηγή προέλευση του τεκμ. 13 είναι η φόρμα παρακολούθησης που περιέχεται στο τεκμ.
  28. Για να καλύψει την αντίφαση αυτή ισχυρίσθηκε ότι κατά τη δημιουργία του τεκμ.13 χρησιμοποίησε και μέρος του έντυπου παρακολούθησης του τεκμ.
  29. Κατά την αντεξέταση του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις δεν έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του ότι έλαβε υπηρεσίες γραφίστα για να δημιουργήσει δικό του έντυπο παρακολούθησης σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες. Τούτο διότι αντιπαραβάλλοντας τα έντυπα των εκδόσεων που κατατέθηκαν ενώπιον μου, διαπιστώνεται ότι στο τεκμ. 13 πλην της απάλειψης της χρονολογίας έκδοσης και του ονόματος του νοσοκομείου που εκδίδει τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες, δεν υπέδειξε να έγιναν οποιεσδήποτε άλλες ουσιαστικές αλλαγές έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις ανάγκες του όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε. Αντίθετα εξετάζοντας το τεκμ. 13 διαπιστώνω ότι καμία άλλη σημαντική αλλαγή έγινε στο εκτυπωμένο έντυπο, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται πως σε αυτό ο κατηγορούμενος καταγράφει χειρόγραφα διάφορες λέξεις και ενδείξεις, τα οποία εάν πράγματι δημιουργούσε με τη βοήθεια γραφίστα το δικό του έντυπο για τις δικές του ανάγκες θα πρόσθετε και τα στοιχεία αυτά για να μην χρειάζεται να τα καταγράφει κάθε φορά χειρόγραφα. Σε σχέση με το τεκμ. 16 ανέφερε πως το παράδωσε στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής για να υποδείξει πως ήταν η φόρμα παρακολούθησης. Δεν έδωσε όμως οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός ότι τα προαναφερόμενα στοιχεία και ενδείξεις στο πάνω μέρος του έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 ταυτίζονται απόλυτα, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2 που έγινε αποδεκτή, με αυτά του εντύπου που περιλαμβάνεται στο τεκμ.
  30. Ακόμα ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με το τεκμ. 13, είναι το ζήτημα της αλλαγής φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που τοποθέτησε στην παραπονούμενη. Όπως διαπιστώνεται στο τεκμ.13 καταγράφει σε κάποια σημεία τη λέξη «αλλαγή». Ο κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της κυρίως εξέτασης του δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό, παρόλο που, κατά τα άλλα, εξήγησε το περιεχόμενο του τεκμ. 13 και αναφέρθηκε σε όλες τις λεπτομέρειες που ισχυρίσθηκε ότι κατέγραψε σε αυτό. Όχι μόνο δεν υπέδειξε τις ισχυριζόμενες αλλαγές φίλτρου επί του τεκμ. 13 κατά την κυρίως εξέταση του, αλλά ούτε καν ισχυρίσθηκε ότι διενήργησε τις αλλαγές αυτές. Και τούτο παρά τη θέση της παραπονούμενης, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος ψευδώς κατέγραψε στο τεκμ. 13 ότι έκανε αλλαγή του φίλτρου 6 φορές καθότι δεν έκανε αλλαγή φίλτρου ούτε και μία φορά, θέση που όπως υπογραμμίζεται και πιο πάνω παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται μόνο σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του και ποτέ προηγουμένως, απαντώντας σε ερώτηση σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμ. 13, αποφάσισε να υποδείξει σε αυτό έξι σημεία στα οποία όπως ισχυρίσθηκε κατέγραψε την αλλαγή φίλτρου που διενήργησε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες τις οποίες επίσης υπέδειξε. Λέγοντας αυτά διευκρίνισε ότι στα περισσότερα από αυτά τα σημεία φαίνεται μόνο η λέξη «αλλαγή» επειδή η λέξη «φίλτρο» διαγράφηκε κατά τη φωτοτύπηση του τεκμ. 13, κάτι που είναι προφανές και είμαι σε θέση να το αποδεχτώ, ότι δηλαδή η λέξη «φίλτρου» διαγράφηκε κατά τη φωτοτύπηση. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε έκανε αλλαγή φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που τοποθέτησε στην παραπονούμενη, επίσης για πρώτη φορά και ποτέ προηγουμένως, ανέφερε ότι διενεργούσε αλλαγή του φίλτρου κάθε τρείς με τέσσερεις μέρες στις συγκριμένες ημερομηνίες που υπέδειξε στο τεκμ.
  31. Οι θέσεις του αυτές σαφώς και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές εφόσον ουδέποτε τέθηκαν στην παραπονούμενη για να δώσει τη δική της εκδοχή. Σχετική είναι η απόφαση Δώρος Πολυκάρπου v. Αστυνομίας (Ποινική ΄Εφεση αρ. 149/2015) ημερομηνίας. 25.4.17 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.» Στη βάση των πιο πάνω που καταδεικνύουν πιστεύω την ποιότητα της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αυτή κρίνεται αναξιόπιστη. Συνεπώς η εκδοχή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται πλην μόνο του ισχυρισμού του ότι το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 το αποκάλυψε το έτος 2012 με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής, γεγονός που παρέμεινε αδιαμφησβήτητο αλλά προκύπτει και από την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία . Όπως πιο πάνω αναφέρεται ο κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον γραφολόγο Μάριο Μαρκίδη ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ
  1. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στη πείρα και τα προσόντα του τα οποία καταγράφει και αναλυτικά στην έκθεση που ετοίμασε της οποίας, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της, την κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμ.
  2. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο και δεύτερη έκθεση που ετοίμασε την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμ.
  3. Όπως αναφέρει στην έκθεση του τεκμ. 35 την 9.8.17 του δόθηκαν έγχρωμα αντίγραφα τεσσάρων εντύπων διαγραμμάτων τα οποία όπως του αναφέρθηκε από τον τότε δικηγόρο του κατηγορούμενου, κατατέθηκαν στην αγωγή ως τεκμ 158.
  4. 158.2.158.3 και 158.4 και τα οποία όπως του ανέφερε η νυν δικηγόρος του κατηγορούμενου είναι κατατεθειμένα στην παρούσα υπόθεση ως τεκμ
  5. Αναφέρει επίσης ότι έλαβε και πέντε διαφορετικές εκδόσεις εντύπων διαγραμμάτων και συγκεκριμένα την έκδοση 1 μέχρι και 5 με ημερομηνίες έκδοσης την 9.10.03, 17.11.04, 7.4.08, 26.1.10 και 25.5.10 αντίστοιχα. Οι οδηγίες του ήταν να συγκρίνει τα τέσσερα έντυπα του τεκμ. 13 και να διαπιστώσει αν προέρχονται από την ίδια αρχική πρωτότυπη μορφή ή όχι και ακολούθως να συγκρίνει τα έντυπα του τεκμ. 13 με τα έντυπα των πέντε διαφορετικών εκδόσεων. Εξηγώντας το περιεχόμενο της έκθεσης του στην οποία περιλαμβάνονται και συγκριτικοί πίνακες στους οποίους παρέπεμψε ανέφερε πως το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι οι τέσσερεις σελίδες του τεκμ, 13 ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους και έχουν την ίδια αρχική πρωτότυπη πηγή προέλευσης. Επίσης οι τέσσερεις προαναφερόμενες σελίδες συγκρινόμενες με τα πέντε έντυπα των προαναφερόμενων εκδόσεων 1 μέχρι και 5 παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους οι οποίες και περιγράφονται στην έκθεση του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προέρχονται από αυτές. Με βάση τα συμπεράσματα του όπως τα εξήγησε μέσα από την έκθεση του τεκμ. 35 παραπέμποντας και σε σχετικούς πίνακες υπάρχουν διαφορές στην κάθετη διαστίχωση μεταξύ του τεκμ. 13 και της έκδοσης 2 των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospitals με ημερ. έκδοσης την 17.11.2004, που όπως πιο πάνω αναφέρεται υποβλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης στον ΜΚ1 ότι πρόκειται για το έντυπο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος όταν συμπλήρωνε το τεκμ.
  6. Σε σχέση με το έντυπο της δεύτερης έκδοσης του 2010 ημερ. 25.5.2010 (τεκμ. 16) που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων που αναφέρονται πιο πάνω, ο ΜΥ 2 συγκρίνοντας το με το τεκμ. 13 στην έκθεση του υποδεικνύει μέσα και από σχετικό πίνακα μία διαφορά και αυτή είναι η ύπαρξη της διπλής οριζόντιας γραμμής στο κάτω μέρος του εντύπου η οποία δεν υπάρχει στο αμφισβητούμενο έντυπο που τηρείτο από τον κατηγορούμενο για την περίοδο 28.1.09 μέχρι και 20.2.09 δηλαδή το τεκμ
  7. Αναφορικά με την έκθεση του τεκμ. 36 ανέφερε ότι την ετοίμασε αφού του δόθηκε εντολή να μελετήσει τα γραφολογικά ευρήματα του ΜΚ2 όπως αυτά περιλαμβάνονται στις εκθέσεις του τεκμ. 20 και 22 και να κάνει τις παρατηρήσεις του. Σύμφωνα με τα την έκθεσή του την οποία και εξήγησε στο Δικαστήριο συμφωνεί με τα συμπεράσματα του Μ.Κ.2, ότι το Τεκμήριο 13 παρουσιάζει διαφορές, σε σύγκριση με το έντυπο διάγραμμα της 3ης έκδοσης ημερομηνίας 07.04.08, το έντυπο διάγραμμα της 4ης έκδοσης ημερομηνίας 26.01.10 το έντυπο της 2ης έκδοσης ημερομηνίας 17.11.
  8. Σε εκείνο που διαφωνεί είναι με το συμπέρασμα του Μ.Κ.2 ότι το Τεκμήριο 13, το οποίο αποτελείται από τέσσερις σελίδες, σε σύγκριση με το έντυπο παρακολούθησης της 5ης έκδοσης παρουσιάζει ομοιότητες και κατά τη γνώμη του προέρχεται από το έντυπο της 5ης έκδοση ημερομηνίας 25.05.10 δηλαδή το τεκμ.
  9. Εξήγησε τους λόγους της διαφωνίας του όπως αυτοί αναφέρονται στη δεύτερη σελίδα της έκθεσής του μαζί και με συγκριτικούς πίνακες, όπου συγκεκριμένα αναφέρει ότι στο έντυπο της 5ης έκδοσης ημερομηνίας 25.05.10,του τεκμ. 16 κάτω από την ένδειξη "analgesia observations", δίπλα από τον αριθμό «3», υπάρχει διπλή οριζόντια γραμμή, η οποία δεν υπάρχει σε καμία από τις τέσσερις σελίδες του Τεκμηρίου
  10. Σε εκείνο που ουσιαστικά αναφέρθηκε είναι στην ύπαρξη της προαναφερθείσας διπλής οριζόντια γραμμής στο κάτω μέρος του εντύπου παρακολούθησης του τεκμ.
  11. Ακολούθως αναφερόμενος στον φωτοτεχνικό συγκριτικό πίνακα, Τεκμήριο 23, όπου ο Μ.Κ.2 φωτογράφισε και εκτύπωσε σε μεγέθυνση τα χειρόγραφα προεπιλεγμένα σημεία καθορισμού των 6 στηλών ανά 4 τετραγωνάκια κάθε μέρα, που φαίνονται να υπάρχουν στο πάνω μέρος του τεκμ. 13 και τις αντίστοιχες χειρόγραφες προσχεδιασμένες ενδείξεις που φαίνονται να υπάρχουν στο έντυπο της 5ης έκδοσης δηλαδή του εντύπου που περιλαμβάνεται στο τεκμ. 16, η θέση του ήταν ότι από τη σύγκριση που έκανε ο Μ.Κ.2 και παρά το γεγονός ότι δεν εξέτασε πρωτότυπα έγγραφα, λανθασμένα κατέληξε στο απόλυτο συμπέρασμα ότι οι αντίστοιχες χειρόγραφες ενδείξεις ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους, καθώς επίσης και στο απόλυτο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 13, το οποίο αποτελείται από τέσσερις σελίδες, έχει ως πρωτότυπη πηγή προέλευσης του το έντυπο της έκδοσης 5 ημερομηνίας 25.05.10 δηλαδή του έντυπου του τεκμ.
  12. Οι λόγοι για τους οποίους, ουσιαστικά δήλωσε ότι διαφωνεί με τα πιο πάνω συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο Μ.Κ.2, είναι ότι αυτός δεν έλαβε υπόψη του τη διαφορά της ύπαρξης της διπλής γραμμής που υπάρχει στο κάτω μέρος του εντύπου του τεκμ.
  13. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2 σε καμία από τις εκθέσεις του δεν αναφέρθηκε στην ύπαρξη της διπλής αυτής γραμμής στο έντυπο παρακολούθησης του τεκμ. 16 ήτοι της 5ης έκδοσης ημερομηνίας 25.05.
  14. Αυτό, κατά τη γνώμη του όπως αναφέρει στην έκθεση του, οφείλεται στο ότι δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει με πειστικό τρόπο τη μετατροπή της διπλής οριζόντιας γραμμής σε μονή γραμμή, όπως φαίνεται στο τεκμ.
  15. Αν αναφερόταν στην ύπαρξη της διπλής γραμμής, τότε θα έπρεπε να καταλήξει στο απόλυτο συμπέρασμα ότι το τεκμ. 13 δεν έχει ως πρωτότυπη πηγή προέλευσης του το έντυπο της 5ης έκδοσης ημερομηνίας 25.05.10 δηλαδή το έντυπο του τεκμ
  16. Πρόσθεσε επίσης ότι οι προσχεδιασμένες ενδείξεις στις οποίες βάσισε το εύρημα του ο Μ.Κ.2 είναι χειρόγραφες και δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εκτυπωμένου εντύπου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καθοριστεί ο χρόνος, αλλά ούτε και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τέθηκαν στο συγκεκριμένο αντίγραφο της 5ης έκδοση τεκμ.
  17. Περαιτέρω, ο ΜΥ2 υποστήριξε όπως αναφέρει και στην έκθεση του ότι, οι προσχεδιασμένες ενδείξεις στις οποίες βάσισε τα ευρήματά του ο Μ.Κ.2 είναι 6 χειρόγραφες γραμμές πολύ περιορισμένης έκτασης, οι οποίες δεν είναι πρωτότυπες, αλλά αποτέλεσμα διαδοχικών φωτοαντιγράφων, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην έκθεσή του τεκμ.
  18. Ακολούθως, στην έκθεσή του, Τεκμήριο 36, αναφέρει ότι στη δικαστική γραφολογία, σύμφωνα με τους κανόνες εξέτασης φωτοαντιγράφων, στις περιπτώσεις όπου η αμφισβητούμενη υπογραφή ή και τα δείγματα που υπάρχουν για σύγκριση δεν είναι πρωτότυπα, αλλά είναι φωτοαντίγραφα, τότε η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης είναι επισφαλής, διότι με τη διαδοχική φωτοτύπηση αλλοιώνονται ή και εξαφανίζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα και οι λεπτομέρειες της γραφής, που προσδιορίζουν ατομικότητα στη γραφή ενός προσώπου. Τούτο, όπως καταγράφει στην έκθεσή του, ισχύει και για τις χειρόγραφες ενδείξεις στις οποίες βάσισε ο Μ.Κ.2 τα ευρήματά του και οι οποίες έχουν περιορισμένο αριθμό γραφολογικών γνωρισμάτων και δεν αποτυπώνονται με απόλυτη ευκρίνεια, κάτι που δεν επιτρέπει την εκφορά οποιασδήποτε ασφαλούς γνώμης. Προς τούτο στην έκθεσή του παραθέτει ως Παράρτημα Α απόσπασμα από το σύγγραμμα «Γραφή με το χέρι και πλαστογραφία», του Κωνσταντίνου Βέννη, όπου μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά στην περίπτωση που εξετάζεται η γνησιότητα ή μη κειμένου και πολύ περισσότερο μιας υπογραφής από φωτοτυπία. Γίνεται αναφορά στο ότι η φωτοτυπία γενικά είναι απρόσφορο μέσο για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός εγγράφου, καθότι με τη φωτοτυπία δεν μπορεί να διαπιστωθεί π.χ. η πίεση, η ταχύτητα, γιατί ισοπεδώνονται και εξαφανίζονται αντικειμενικά ίχνη πλαστογράφησης, όπως π.χ. ξέσματα, επικαλύψεις, διορθώσεις, ξεπατίκωμα, απομεινάρια μόλυβδου κλπ. Στο εν λόγω σύγγραμμα σημειώνω ότι γίνεται αναφορά και στο τι συμβαίνει στην περίπτωση που το πρωτότυπο του αμφισβητούμενου εγγράφου έχει χαθεί ή καταστραφεί ή ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάζει το πρωτότυπο έγγραφο αλλά φωτοτυπία του αμφισβητούμενου εγγράφου. Σε αυτήν την περίπτωση, σύμφωνα με το εν λόγω σύγγραμμα, η απάντηση είναι ότι μπορεί να γίνει εξέταση από γραφολόγο φωτοτυπίας του αμφισβητούμενου εγγράφου εφόσον συντρέχουν ορισμένοι όροι. Οι όροι αυτοί είναι να υπάρχουν φωτοτυπίες καλής εκτύπωσης που να διακρίνονται σε αυτές τα χαρακτηριστικά και τα ιδιαίτερα δομικά γραφολογικά στοιχεία για να γίνει σύγκριση αυτών προς τα αντίστοιχα των γνήσιων, έτσι ώστε να εξαχθεί κάποιο θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα. Επίσης, να υπάρχουν συγκριτικά δείγματα χειρόγραφης γραφής υπογραφών, καθώς και η αντιπαραβολή των εγγράφων να γίνει με την προϋπόθεση ότι οι αμφισβητούμενες γραφές ή υπογραφές θα είναι σαφώς διαφορετικές από τις γνήσιες και η διαφορετικότητα θα φαίνεται με γυμνό οφθαλμό. Στη βάση των πιο πάνω ο ΜΥ2 καταλήγει, ότι οι τέσσερις σελίδες του τεκμ. 13 δεν προέρχονται από οποιαδήποτε από τις πέντε προαναφερόμενες εκδόσεις. Ερωτηθείς δε κατά πόσο το τεκμ. 13 καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο με τη χρήση έντυπων από διάφορες εκδόσεις, ο Μ.Υ.2 απάντησε ότι τούτο είναι λογικό και ότι αυτό που μπορεί να πει με βεβαιότητα, με βάση τις εξετάσεις που διενήργησε, είναι ότι το τεκμ. 13 δεν ταυτίζεται με οποιαδήποτε από τις πέντε εκδόσεις, ήτοι τις εκδόσεις 1 μέχρι και
  19. Κατά την αντεξέταση του απαντώντας σε σχετική ερώτηση αναφορικά με το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 και το έντυπο του τεκμ. 16 απάντησε ότι συμφωνεί ότι υπάρχουν όλες οι ομοιότητες στις οποίες κατέληξε με βάση τα συμπεράσματα του ο ΜΚ2, αλλά, όπως ανέφερε υπάρχει και η ειδοποιός διαφορά της ύπαρξης της διπλής γραμμής στο κάτω μέρος του εντύπου του τεκμ.
  20. Αμέσως όμως στη συνέχεια και αφού του υποβλήθηκε ότι τα υπόλοιπα στοιχεία των δύο εντύπων ταυτίζονται απόλυτα, ισχυρίσθηκε πως ταυτίζονται αποκλειστικά τα στοιχεία του εκτυπωμένου εντύπου και όχι τα στοιχεία της γραφής η άλλης χειρόγραφης ένδειξης και τούτο όπως ισχυρίσθηκε επειδή τα προεπιλεγμένα χειρόγραφα σημεία που τοποθετήθηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο δεν αποτελούν μέρος του εκτυπωμένου εντύπου. Όταν του υποδείχθηκε ο φωτοτεχνικός πίνακας που κατέθεσε ο ΜΚ2, τεκμ. 23, ανέφερε πως αυτός αφορά μόνο την πρώτη σελίδα από τις τέσσερεις σελίδες του τεκμ. 13 . Διαφωνώντας με το περιεχόμενο του τεκμ. 23 παρέπεμψε στα πιο πάνω που ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του σύμφωνα και με την έκθεση του σε σχέση με την πολλαπλή φωτοτύπηση που δεν επιτρέπει την εκφορά ασφαλούς γνώμης. Σε υποβολή ότι οι χειρόγραφες προεπιλεγμένες ενδείξεις στα δύο έντυπα παρακολούθησης (τεκμ. 13 και του τεκμ. 16) έχουν την ίδια μορφή, ίδιο μέγεθος, ίδια θέση τοποθέτησης και ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους επανέλαβε ότι για τους προαναφερόμενους λόγους η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης είναι επισφαλής. Του υποδείχθηκε και συμφώνησε ότι στις σελ 22 -25 της έκθεσης του τεκμ. 35 υπάρχουν αντίγραφα τεσσάρων σελίδων σε έγχρωμη μορφή τα οποία κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε πως είναι ακριβές αντίγραφα του τεκμ.
  21. Του υποδείχθηκε ακολούθως η πρώτη σελίδα του τεκμ. 13 και το έγχρωμο έντυπο που υπάρχει στην σελ. 22 της έκθεσης του και ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι ταυτίζονται μεταξύ τους με τη διαφορά ότι από στο τεκμ. 13 λείπουν δύο λέξεις στο κάτω μέρος που οφείλεται στον τρόπο φωτοτύπησης, εννοώντας προφανώς τις λέξεις «αλλαγή φίλτρου» που φαίνονται στο έγχρωμο έντυπο. Του υποδείχθηκε επί του έγχρωμου εντύπου της έκθεσης το σημείο όπου οι λέξεις «αριστερό πόδι» βρίσκονται μέσα σε κύκλο καθώς και άλλα δύο σημεία που βρίσκονται μέσα σε κύκλους ενώ στο τεκμ. 13 τα σημεία αυτά δεν βρίσκονται μέσα σε κύκλους. Σε σχέση με το γεγονός αυτό ο μάρτυρας ανέφερε πως όταν υπάρχει κόκκινο ή πράσινο μελάνι με την πολλαπλή μαυρόασπρη φωτοτύπηση αυτό απαλείφεται. Δεν μπόρεσε όμως να διαφωνήσει ότι οι προαναφερόμενοι κύκλοι φαίνονται να είναι με μελάνι χρώματος μπλε και αυτό ενώ ισχυρίσθηκε ότι όπου υπάρχει μελάνι άλλου χρώματος, εκτός από μπλε απαλείφεται λόγω της κακής και της πολλαπλής φωτοτύπησης. Τα προσόντα και η εμπειρία του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Έχοντας συνεπώς κατά νου τις προαναφερθείσες νομικές αρχές και αφού έχω εξετάσει τα προσόντα και την πείρα του έχω ικανοποιηθεί ότι είναι γραφολόγος εμπειρογνώμονας. Παρόλα αυτά η μαρτυρία του, πλην των σημείων που συμφωνεί με τα συμπεράσματα του ΜΚ2, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως στη συνέχεια. Θα ξεκινήσω από το ότι, όπως διαπιστώνεται, στον μάρτυρα δεν δόθηκε προς εξέταση το τεκμ. 13, όπως αυτό κατατέθηκε τόσο στην αγωγή όσο και στην παρούσα διαδικασία, δηλαδή αντίγραφο σε μαυρόασπρη μορφή, κάτι που θα ήταν αναμενόμενο και λογικό αφού αυτό είναι το αμφισβητούμενο έγγραφο. Αντίθετα όπως αναφέρει και στην έκθεση του τεκμ. 35 του δόθηκαν έγχρωμα αντίγραφα τεσσάρων έντυπων διαγραμμάτων τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο κατατέθηκαν στην αγωγή ως τεκμ 158.
  22. 158.2.158.3 και 158.4 και στην παρούσα υπόθεση ως τεκμ. 13, χωρίς βέβαια ο ίδιος να έχει προσωπική γνώση, αφού όπως δήλωσε αυτά του αναφέρθηκαν από τους δικηγόρους του κατηγορούμενου. Τούτου δεδομένου αλλά και επιπρόσθετα συνυπολογίζοντας και ότι, όπως εκτενώς περιγράφεται στη συνέχεια, δεν μπόρεσε να δώσει επαρκή και ικανοποιητική εξήγηση για τη διαφορά που του υποδείχθηκε μεταξύ των έγχρωμων εγγράφων που ο ίδιος εξέτασε και του τεκ. 13 για τα σημεία που φαίνεται να βρίσκονται μέσα σε κύκλο με μελάνι χρώματος μπλε, αφήνει εύλογα ερωτήματα για την αξιοπιστία των όσων υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα σε σχέση με τα συμπεράσματα του ΜΚ2 σε ότι αφορά τη σύγκριση του τεκμ. 13 με το έντυπο του τεκμ. 16, ο ΜΥ2 περιορίσθηκε μόνο να αναφέρει ότι δεν λήφθηκε υπόψη η διαφορά της ύπαρξης της διπλής γραμμής που υπάρχει στο κάτω μέρος του εντύπου παρακολούθησης του τεκμ.
  23. Στην έκθεση του τεκμ. 35 δεν κάνει καμία άλλη αναφορά σε σχέση με τα συμπεράσματα του ΜΚ2 σχετικά με το πάνω μέρος των αναφερόμενων τεκμηρίων και συγκεκριμένα την ταύτιση τους σε σχέση με την κάθετη διαστίχωση , τις χειρόγραφες προσχεδιασμένες ενδείξεις και το αναγνωριστικό σημείο πάνω από την τελευταία στήλη. Ούτε και ισχυρίσθηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο ίδιος διενήργησε οποιεσδήποτε εξετάσεις σε σχέση με το πάνω μέρος των δύο εντύπων και αυτό ενώ δεν απέκλεισε αλλά δήλωσε πως το θεωρεί λογικό το τεκμ. 13 να καταρτίστηκε όχι από μία αλλά από διάφορες εκδόσεις. Με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο ΜΥ2 δεν κατόρθωσε να κλονίσει και να καταρρίψει τα συμπεράσματα του ΜΚ2 σε σχέση με την ταύτιση στο το πάνω μέρος των δύο εντύπων (τεκμ. 13 και 16), συμπεράσματα που ο τελευταίος , όπως και πιο πάνω αναφέρεται, τεκμηρίωσε με επιστημονική επάρκεια αλλά και με την κατάθεση και επεξήγηση του συγκριτικού φωτοτεχνικού πίνακα τεκμ. 23 που περιλαμβάνει φωτογραφική μεγέθυνση του πάνω μέρους των συγκρινόμενων εντύπων που καταδεικνύει την απόλυτη ταύτιση των προεπιλεγμένων χειρόγραφων σημείων. Ο ΜΥ2 περιορίσθηκε αφενός να αναφέρει ότι ο ΜΚ2 διενήργησε την εξέταση του μόνο στην πρώτη σελίδα του τεκμ, 13, παραγνωρίζοντας όμως ότι και ο ίδιος δήλωσε, ότι οι τέσσερεις σελίδες του τεκμ. 13 είναι ταυτόσημες. Κατά τα άλλα σε σχέση με τα συμπεράσματα του ΜΚ2 σε ότι αφορά την ταύτιση στο πάνω μέρος του έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 και του έντυπου του τεκμ. 16, οι θέσεις του βασικά στηρίχθηκαν μόνο στο γεγονός ότι εξετάστηκε φωτοαντίγραφο και όχι το πρωτότυπο έγγραφο. Προς τούτο περιορίσθηκε να παραπέμψει σε συγκεκριμένα αποσπάσματα από το προαναφερόμενο σύγγραμμα σε σχέση με την περίπτωση που εξετάζεται φωτοτυπία και όχι το πρωτότυπο έγγραφο. Παραλείποντας όμως να αναφέρει ότι στο εν λόγω απόσπασμα του συγγράμματος, όπως και πιο πάνω σημειώνεται, αναφέρεται ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει το πρωτότυπο μπορεί να γίνει γραφολογική εξέταση εφόσον συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις. Είναι σημαντικό στο στάδιο αυτό να υπογραμμισθεί πως πλην της ύπαρξης της διπλής γραμμής στο κάτω μέρος του έντυπου του τεκμ. 16, καμία από τις υπόλοιπες θέσεις που υποστήριξε ο ΜΥ2 κατά την μαρτυρία του δεν τέθηκαν στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του για να δώσει τις δικές του θέσεις. Οι θέσεις συνεπώς του ΜΥ2 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφού με βάση την προαναφερθείσα νομολογία παράλειψη αντεξέτασης δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. Ειδικότερα σημειώνω πως σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του ΜΚ2, δεν του υποβλήθηκε ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του τις προϋποθέσεις που ισχύουν κατά την γραφολογική εξέταση φωτοτυπίας, έτσι ώστε να δώσει τη δική του εκδοχή και αυτό παράλληλα διαπιστώνοντας ότι στην έκθεση του τεκμ. 22 ο ΜΚ 2 παραθέτει τις προϋποθέσεις αυτές τις οποίες επομένως και έλαβε υπόψη. Σε σχέση δε με την αναφορά του ΜΥ2 ότι οι προσχεδιασμένες ενδείξεις στις οποίες βάσισε το εύρημα του ο Μ.Κ.2 είναι χειρόγραφες και δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εκτυπωμένου έντυπου και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καθοριστεί ο χρόνος, αλλά ούτε και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τέθηκαν στο συγκεκριμένο αντίγραφο της 5ης έκδοσης τεκμ. 16, δεν βρίσκω με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία των ευρημάτων του ΜΚ
  24. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται ακόμα ένα μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ2 που κλονίζει το αξιόπιστο των θέσεων που προσπάθησε να υποστηρίξει, είναι οι απαντήσεις που έδωσε όταν του υποδείχθηκαν οι διαφορές μεταξύ του τεκμ. 13 και των έγχρωμων αντιγράφων που ο ίδιος εξέτασε και συγκεκριμένα οι κύκλοι που δεν φαίνονται να υπάρχουν στα συγκεκριμένα σημεία του τεκμ.
  25. Σε σχέση με το γεγονός αυτό ο μάρτυρας αρχικά ανέφερε πως όπου υπάρχει κόκκινο ή πράσινο μελάνι με την πολλαπλή μαυρόασπρη φωτοτύπηση απαλείφεται, λέγοντας στη συνέχεια ότι όπου υπάρχει χρωματιστό μελάνι, εκτός από μελάνι χρώματος μπλε, μπορεί με την πολλαπλή φωτοτύπηση να απαλειφθεί. Δεν μπόρεσε όμως να διαφωνήσει ότι οι συγκεκριμένοι κύκλοι που του υποδείχθηκαν φαίνονται ότι είναι με μελάνι χρώματος μπλε. Διαπιστώνεται επίσης ότι και άλλα στοιχεία και σημειώσεις επί του έντυπου που περιλαμβάνεται στην έκθεση του τεκμ. 35, ενώ φαίνονται ότι είναι με μελάνι κόκκινο και πράσινο δεν απαλείφθηκαν αλλά παρέμειναν το μαυρόασπρο αντίγραφο τεκμ.
  26. Όταν δε του υποδείχθηκε η πιο πάνω αντίφαση στην μαρτυρία του, τα λεγόμενα του υπήρξαν ασαφή, συγκεχυμένα και χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση λέγοντας αυτολεξεί ότι « όπου υπάρχει έντονο μελάνι και δει έγχρωμο μελάνι, φαίνεται ότι με την πολλαπλή φωτοτύπηση φαίνεται, όπου υπάρχει αδύνατο μελάνι, δεν υπάρχει πίεση δηλαδή, χάνεται, δεν μπορείς να . έχοντας ενώπιον σου ένα ασπρόμαυρο αντίγραφο, ή ένα έγχρωμο να πεις ότι εδώ γράφτηκε με πίεση ή εδώ δεν χρησιμοποιήθηκε η ίδια πίεση». Ακολούθως απαντώντας σε άλλη σχετική ερώτηση αποδέχθηκε ότι οι συγκεκριμένοι κύκλοι δεν φαίνονται να υπάρχουν στο τεκμ. 13, λέγοντας αόριστα και με ασάφεια ότι δυνατόν να υπήρχαν και με την πολλαπλή φωτοτύπηση να χάθηκαν, αλλά και δυνατόν να μην υπήρχαν εξαρχής, διότι είναι χειρόγραφες ενδείξεις οι οποίες μπορεί να τοποθετήθηκαν σε οποιονδήποτε στάδιο. Περαιτέρω ο ΜΥ2 ανέφερε πως πρόκειται για χειρόγραφες ενδείξεις που καμία σχέση έχουν με την υπόθεση και ούτε επηρεάζουν το εκτυπωμένο έντυπο ως έντυπο. Λέγοντας βέβαια αυτά παραγνώρισε ότι τα συμπεράσματα του ΜΚ2 δεν αφορούσαν μόνο το εκτυπωμένο έντυπο, αλλά κατά κύριο λόγο την ταύτιση των χειρόγραφων ενδείξεων που βρίσκονται τόσο στο πάνω μέρος του έντυπου του τεκμ. 13 όσο και του έντυπου του τεκ. 16 όπως περιγράφονται πιο πάνω. Επιπρόσθετα τα λεγόμενα του ΜΥ2 περί απαλείψεως του χρώματος του μελανιού κατά την πολλαπλή φωτοτύπηση, όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκαν με την παράθεση οποιονδήποτε επιστημονικών στοιχείων αλλά επιπρόσθετα αφήνουν σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες και ερωτηματικά σε σχέση με το ποιο έγγραφο τελικά εξέτασε και κατέληξε στα συμπεράσματα του. Συνεπώς όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν θεωρώ την ποιότητα των συμπερασμάτων και γενικά της μαρτυρίας του ΜΥ2 η οποία, πλην των σημείων που ταυτίζεται με τα συμπεράσματα του ΜΚ2 και της θέσης του για την ύπαρξη της διπλής γραμμής στο έντυπο του τεκμ. 16, κατά τα λοιπά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Πριν προχωρήσω στην παράθεση των ευρημάτων μου με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα γεγονότα που παρέμεινα αναντίλεκτα ή που αναδεικνύονται μέσα από τις υπερασπιστικές γραμμές, υποβολές, θέσεις, παραδοχές καθώς και μέσα από το περιεχόμενο τεκμηρίων που παρέμεινε αναντίλεκτο. Το τεκμ. 13 ήταν ένα από τα έγγραφα που ο κατηγορούμενος 2 αποκάλυψε ότι έχει στην κατοχή του, με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που κατέθεσε στα πλαίσια της αγωγής. Τόσο από τη δήλωση της υπεράσπισης και την ενώπιον μου μαρτυρία, καθώς και μέσα από τα πρακτικά της αγωγής τεκμ. 17 προκύπτει να παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων έγινε το έτος
  27. Με τη επιστολή του δικηγόρου της παραπονούμενης ημερ. 5.12.13 τεκμ.31 ζητήθηκαν τα έγγραφα της ένορκης αποκάλυψης του κατηγορούμενου, μεταξύ των οποίων και το τεκμ. 13, το οποίο και παραδόθηκε στην πλευρά της παραπονούμενης, όπως επιβεβαιώνεται και από την επιστολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου ημερ. 10.1.14 τεκμ.
  28. Απετέλεσε δε κοινό έδαφος ότι το τεκμ. 13, κατατέθηκε τεκμήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής κατά το έτος
  29. Όπως δε αναφέρεται και πιο πάνω, προκύπτει από το περιεχόμενο των πρακτικών της αγωγής τεκμ. 17, που παρέμεινε αναντίλεκτο αλλά και την απόφαση τεκμ. 3, ότι η πλευρά του κατηγορούμενου υπόβαλε στους μάρτυρες που παρουσίασε η παραπονούμενη στην αγωγή ότι, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο της νοσηλείας της παραπονούμενης που έφερε τον επισκληρίδιο καθετήρα που της είχε τοποθετήσει, τηρούσε έντυπο παρακολούθησης. Παρά τη λανθασμένη κοινή αντίληψη των δύο πλευρών στην παρούσα διαδικασία, το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 δεν κατατέθηκε τεκμήριο από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής αλλά κατατέθηκε κατά την μαρτυρία της παραπονούμενης στις 16.4.15, για να υποστηρίξει με περαιτέρω μαρτυρία που προσκόμισε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να είχε συμπληρωθεί από τον κατηγορούμενο κατά τον χρόνο της νοσηλείας της που έφερε τον επισκληρίδιο καθετήρα που της είχε τοποθετήσει, δηλαδή την 28.1.2009 μέχρι την 20.2.2009, για το λόγο ότι το έντυπο τεκμ. 13 προέρχεται από την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών του έτους 2010 και συγκεκριμένα από το έντυπο παρακολούθησης που περιλαμβάνεται στο τεκμ. 16 το οποίο επίσης κατέθεσε τεκμήριο κατά την μαρτυρία της στην αγωγή. Το τεκ.16 σύμφωνα με την υπερασπιστική γραμμή και υποβολές που έγιναν στην παρούσα διαδικασία, αλλά και όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αγωγής τεκμ.17, η πλευρά του κατηγορούμενου το παρέδωσε μέσω του δικηγόρου του στην πλευρά της παραπονούμενης για να καταδείξει από που πάρθηκε το έντυπο παρακολούθησης τεκμ.
  30. Συγκεκριμένα όπως καταγράφεται στα πρακτικά της αγωγής τεκμ. 17 ο κατηγορούμενος ανέφερε κατά την αντεξέταση του σε σχέση με το ζήτημα αυτό αυτολεξεί τα ακόλουθα, «για να καταδείξω από που πάρθηκε αυτή η πινακίδα, διότι αυτή την ημέρα δεν είχα μαζί μου ούτε του 2003 ούτε του 2004 ούτε του
  31. Τα είχα απωλέσει όπως μαζί με όλα τα άλλα που ήταν μαζί και το μοναδικό που μου είχε απομείνει ήταν αυτό του 2010». Σημειώνω ότι παρόμοια θέση υποβλήθηκε από την υπεράσπιση και στην παρούσα διαδικασία. Επίσης το ότι εκκρεμούσης της αγωγής, το τεκμ. 16 δόθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου στην πλευρά της παραπονούμενης προκύπτει επίσης και από σχετική υποβολή που έγινε στον ΜΚ1 στο στάδιο της αντεξέτασης του. Ακολούθως και αφού κατατέθηκαν τα πιο πάνω τεκμήρια από την παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τα πρακτικά της αγωγής τεκμ. 17 αλλά και την απόφαση τεκμ. 3, ο κατηγορούμενος κατά την δική του μαρτυρία, υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο της νοσηλείας της παραπονούμενης και συγκεκριμένα κατά τον χρόνο που αυτή έφερε τον επισκληρίδιο καθετήρα, λάμβανε σημειώσεις και τηρούσε έντυπο παρακολούθησης. Κατά την αντεξέταση του στα πλαίσια της αγωγής ισχυρίσθηκε ότι έκανε σωστή διαχείριση και παρακολούθηση του επισκληρίδιου καθετήρα που τοποθέτησε στην παραπονούμενη, ότι κατέγραφε τις ενέργειες και παρατηρήσεις του κατά την διάρκεια της νοσηλείας της, καθώς και ότι ακολούθησε τις ενδεδειγμένες ενέργειες που απαιτούνται στην περίπτωση παρατεταμένης τοποθέτησης επισκληρίδιου καθετήρα. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της αγωγής τεκμ. 17 και την απόφαση τεκμ. 3 αλλά απετέλεσε και κοινό έδαφος, η αμέλεια του κατηγορούμενου και των υπόλοιπων εναγόμενων στη αγωγή που καταχωρήθηκε στις 22.4.2010, μεταξύ άλλων, αποδόθηκε από την πλευρά της παραπονούμενης στην μη σωστή και μη ενδεδειγμένη παρακολούθηση της κατά την διάρκεια της νοσηλείας της, αλλά και στη παρατεταμένη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα χωρίς τον ενδεδειγμένο έλεγχο και την ορθή διαχείριση του. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αγωγής ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του σε υποβολές που του έγιναν σε σχέση με το τεκμ. 13, υποστήριξε ότι παρακολουθούσε καθημερινά την παραπονούμενη και αξιολογούσε την κατάσταση της κρατώντας σημειώσεις τις οποίες το βράδυ που επέστρεφε σπίτι του τις μετέφερε και τις κατέγραφε στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13 θέση που πρόβαλε και στην παρούσα διαδικασία και η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το παρόν Δικαστήριο. Παρέμεινε δε αδιαμφησβήτητο ότι ο κατηγορούμενος, ως γιατρός αναισθησιολόγος, ήταν κατά τον χρόνο της νοσηλείας της παραπονούμενης, ο υπεύθυνος για τη διαχείριση και την παρακολούθηση του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει, γεγονός που άλλωστε το δήλωσε και ο ίδιος κατά την μαρτυρία του στην παρούσα διαδικασία. Στη βάση συνεπώς της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή αλλά και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων όπως καταγράφονται πιο πάνω καταλήγω στα ανάλογα ευρήματα: Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη στις 28.01.09 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο Αχίλλειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο (σήμερα με την ονομασία Mediterranean) με θεράποντες γιατρούς τον πρώην κατηγορούμενο 1, τον Κατηγορούμενο και ένα ακόμα γιατρό. Ο κατηγορούμενος είναι γιατρός αναισθησιολόγος και κατά την χειρουργική επέμβαση τοποθέτησε επισκληρίδιο καθετήρα στην παραπονούμενη ο οποίος παρέμεινε μέχρι τις 20.02.
  32. Μετά από επιπλοκές που παρουσίασε, η παραπονούμενη, αφαιρέθηκε ο επισκληρίδιος καθετήρας και στις 21.02.09 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση. Το αποτέλεσμα των επιπλοκών που παρουσίασε η παραπονούμενη ήταν να παραλύσει από τη μέση και κάτω. Κατόπιν αυτού του γεγονότος, η παραπονούμενη καταχώρησε στο Ε.Δ. Λεμεσού την αγωγή 2180/2010 εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 επί του Κατηγορητηρίου ενός ακόμα γιατρού και του ιδιωτικού νοσοκομείου, με την οποία και απαιτούσε την επιδίκαση αποζημιώσεων για ιατρική αμέλεια. Μετά από ακροαματική διαδικασία της αγωγής, το Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον όλων των Εναγόμενων απόφαση για το ποσό του €1.300.000 πλέον τόκους. Ο κατηγορούμενος το έτος 2012 στα πλαίσια της αγωγή καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων μεταξύ άλλων δήλωσε ότι έχει στην κατοχή του και το συμπληρωμένο έντυπο παρακολούθησης τεκμ.
  33. Με επιστολή του δικηγόρου της παραπονούμενης στην αγωγή ζητήθηκαν τα έγγραφα που αναφέρονται στην ένορκη αποκάλυψης εγγράφων, μεταξύ αυτών και το έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13, το οποίο και παραδόθηκε από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου στην πλευρά της παραπονούμενης. Το τεκμ. 13 κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμήριο 158 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής κατά το έτος 2015 και συγκεκριμένα στις 16.4.2015 που κατέθεσε ενόρκως η παραπονούμενη, η οποία το κατέθεσε και με περαιτέρω μαρτυρία που προσκόμισε υποστήριξε τη θέση ότι αυτό είναι πλαστό αφού δεν τηρείτο κατά τον χρόνο της νοσηλείας της. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, υποβλήθηκε στους μάρτυρες της παραπονούμενης, ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της τηρούσε έντυπο παρακολούθησης. Ο ίδιος στη δική του μαρτυρία στα πλαίσια της αγωγής και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του από τον δικηγόρο της παραπονούμενης, ισχυρίσθηκε ότι συμπλήρωνε κατά τον ουσιώδη χρόνο το τεκμ. 13, υποστηρίζοντας ότι έκανε σωστή διαχείριση και παρακολούθηση του επισκληρίδιου καθετήρα που τοποθέτησε στην παραπονούμενη ακολουθώντας τις ενδεδειγμένες ενέργειες που απαιτούνται στην περίπτωση παρατεταμένης τοποθέτησης επισκληρίδιου καθετήρα. Στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής, η ιατρική αμέλεια του κατηγορουμένου αλλά και των υπολοίπων Εναγόμενων αποδόθηκε, από την πλευρά της παραπονούμενης, στη μη σωστή και ενδεδειγμένη παρακολούθησή της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, αλλά και στη παρατεταμένη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα χωρίς τον ενδεδειγμένο έλεγχο και την ορθή διαχείριση του από τον κατηγορούμενο, που κατά τον χρόνο της νοσηλείας της, ως γιατρός αναισθησιολόγος ήταν ο υπεύθυνος για τη διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει. Μετά από την αποκάλυψη του έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 και την παράδοση του προς την πλευρά της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος για να υποδείξει από που πάρθηκε το έντυπο παρακολούθησης παρέδωσε στη πλευρά της παραπονούμενης το τεκμ. 16 που πρόκειται για την έκδοση ημερ. 25.5.2010 των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospital σε σχέση με την τοποθέτηση επισκληρίδιου καθετήρα στο οποίο περιλαμβάνεται και έντυπο παρακολούθησης (APPENDIX). Στο πάνω μέρος του τεκμ. 13 υπάρχουν χειρόγραφα προεπιλεγμένα σημεία καθορισμού έξι στηλών ανά τέσσερα τετραγωνάκια κάθε μέρα. Τα χειρόγραφα αυτά σημεία καθώς και η κάθετη διαστίχωση που υπάρχουν στο πάνω μέρος του τεκμ. 13 και το αναγνωριστικό σημείο στην τελευταία στήλη ταυτίζονται απόλυτα με αυτά που υπάρχουν στο έντυπο παρακολούθησης (APPENDIX) που περιλαμβάνεται στο τεκμ. 16 που παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο και που πρόκειται για την έκδοση ημερ. 25.5.2010 των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospital . Επί του τεκμ. 13 καταγράφονται διάφορες σημειώσεις για την κατάσταση της παραπονούμενης σε σχέση με πίεση, παλμούς, θερμοκρασία, οξυγόνο, ένταση του πόνου κινητικότητα και άλλα. Καταγράφεται επίσης ότι σε έξι συγκεκριμένες περιπτώσεις σε συγκεκριμένες ημερομηνίες έγινε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα. Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ουδέποτε διενήργησε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που είχε τοποθετήσει στην παραπονούμενη στις 28.1.2009 και ο οποίος παρέμεινε μέχρι τις 20.2.
  34. Ο αστυφύλακας Μ.Κ.1 την 1.12.2016 έλαβε καταγγελία και γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη και παρέλαβε από αυτή διάφορα έγγραφα. Στις 10.04.17 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στις 08.08.17 τον κατηγόρησε γραπτώς. Επίσης παρέλαβε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού τεκμήρια και τα πρακτικά της αγωγής. Τα προαναφερόμενα έγγραφα κατατέθηκαν τεκμήρια στην παρούσα διαδικασία και περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω και συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο όπως επαναληφθούν. Νομική πτυχή Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ( Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πλαστογραφίας εγγράφου βάσει των άρθρων 331 και 333 (α) και 335 ( 3η κατηγορία). Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται στο άρθρο 331 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) Ο καταρτισμός από τον κατηγορούμενο πλαστού εγγράφου, (β) Με σκοπό να καταδολιεύσει. Το άρθρο 333 καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους δύναται να καταρτιστεί ένα πλαστό έγγραφο. Το άρθρο 333(α) που ενδιαφέρει για την παρούσα διαλαμβάνει ότι «καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως ον ό,τι δεν είναι στην πραγματικότητα» Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Σχετικό με το ίδιο θέμα και το πότε έγγραφο θεωρείται πλαστό, χαρακτηριστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003, στη σελ. 357, παρ. B6.2.: «Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).» Η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65, σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200 defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στη υπόθεση Τσιέλεπος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 457 Για να είναι πλαστό ένα έγγραφο πρέπει να λέγει ένα ψέμα για τον εαυτό του. Για παράδειγμα να παρουσιάζεται να έχει γίνει από ένα πρόσωπο που δεν το κατάρτισε ή να φαίνεται ότι έγινε υπό περιστάσεις που στην πραγματικότητα δεν ισχύουν. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει απλώς κάποια ψευδή δήλωση αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του, ένα δε έγγραφο λέει ψέματα για τον εαυτό του αν πριν τη σύνταξη του έπρεπε να υπάρχουν κάποιες περιστάσεις οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Στην απόφαση στην Georghiou v. The Republic (πιο πάνω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και να υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης. Η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104). Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης παρατηρείται ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 334 του Κεφ.154, η πρόθεση αυτή τεκμαίρεται εάν φαίνεται ότι κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτάτο με το πλαστό έγγραφο. Ως προς το ίδιο θέμα, δηλαδή την πρόθεση καταδολίευσης, στη Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, αποφασίστηκαν τα εξής: «Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 CLR, 65, με αναφορά στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805, επαναλαμβάνεται ότι η πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud), συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πλαστογραφίας, άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ, 457). Η πρόθεση καταδολίευσης δεν συνεπάγεται την ύπαρξη πρόθεσης να παραβλαφθεί συγκεκριμένο πρόσωπο. Το αδίκημα της πλαστογραφίας διαπράττεται εάν η απάτη που προκαλείται με το ψευδές έγγραφο είναι ικανή να οδηγήσει οποιοδήποτε πρόσωπο, όχι κατ΄ ανάγκη συγκεκριμένο πρόσωπο, να ενεργήσει προς βλάβη του, η δε βλάβη δεν είναι απαραίτητο να είναι οικονομικής φύσεως (Georghiou, πιο πάνω).» Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να λάβει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσον θέλησε αυτές τις επιπτώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. σύγγραμμα Λ. Γ. Λουκαΐδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, 1988, σελ. 105). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η νοητική σκέψη και η πνευματική λειτουργία ενός ατόμου και η πρόθεση αυτού δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, αλλά αποδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα που καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού επίσημου εγγράφου (4η κατηγορία). Το άρθρο 339 του Κεφ.154 προβλέπει τα εξής: «339. Όποιος εν γνώσει του θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν να είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής: (α) Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου, (β) Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου εν γνώσει και με δόλιο τρόπο. Δεν υπάρχει ορισμός της φράσης «θέτει εις κυκλοφορία» αλλά μπορεί να λεχθεί ότι οι λέξεις συμπεριλαμβάνουν τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου (βλέπε υπόθεση R. v. Gambling
(1974)2 All E.R. 479). Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και να υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης. Και πάλι η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλέπε Ιακώβου, Ιωάννου και Φανιέρος πιο πάνω ). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατάρτισης πλαστών αποδεικτικών στοιχείων βάσει του 116(α) του Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Το άρθρο 116(α) του Κεφ. 154 προβλέπει ότι όποιος µε σκοπό παραπλάνησης Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία— (α) πλάθει αποδεικτικό στοιχείο µε µέσα διαφορετικά από ψευδορκία ή πρόκληση σε ψευδορκία· ή (β) .............. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) Η κατάρτιση αποδεικτικού στοιχείου µε µέσα διαφορετικά από ψευδορκία ή πρόκληση σε ψευδορκία· (β) Να υπάρχει σκοπός παραπλάνησης του Δικαστηρίου σε οποιανδήποτε διαδικασία, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάρτισης του αποδεικτικού στοιχείου και του σκοπού παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο καλείται στη συνέχεια να αποφασίσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Κατηγορία 3 Πλαστογραφία Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως πιο πάνω περιγράφεται υπάρχει απόλυτη ταύτιση, στο πάνω μέρος του έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 με το πάνω μέρος του έντυπου παρακολούθησης που περιλαμβάνεται στο τεκμ.16 που πρόκειται για την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospital ημερ. 25.5.
  1. Τούτο συνεπώς οδηγεί χωρίς άλλο στο συμπέρασμα ότι το πάνω μέρος του έντυπου παρακολούθησης τεκμ.13, προήλθε και είναι αντίγραφο του έντυπου παρακολούθησης που περιλαμβάνεται στο τεκμ.
  2. Το γεγονός επίσης ότι το έτος 2009 δεν υπήρχε η έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών του Portsmouth Hospital, τεκμ. 16, εφόσον πρόκειται για την έκδοση ημερ. 25.5.2010, οδηγεί χωρίς αμφιβολία και στο συμπέρασμα ότι η συμπλήρωση του έντυπου παρακολούθησης τεκμ. 13 από τον κατηγορούμενο δεν έγινε κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη έφερε τον επισκληρίδιο καθετήρα δηλαδή κατά τη χρονική περίοδο 28.1.2009 μέχρι 20.2.2009, αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο και προφανώς σε χρόνο που ο κατηγορούμενος βρέθηκε και ή ανέμενε ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απαίτηση της παραπονούμενης για ιατρική αμέλεια, δεδομένης και της καταχώρησης της αγωγής στις 22.4.
  3. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα μου αυτό δεν παραγνωρίζω βέβαια τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο έντυπων δηλαδή τη διπλή γραμμή στο κάτω μέρος του έντυπου του τεκμ.
  4. Παράλληλα όμως δεν παραγνωρίζω τη θέση των δύο γραφολόγων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, σε σχέση με τη κατασκευή του έντυπου τεκμ. 13 από περισσότερα από ένα έντυπα, θέση που υπογραμμίζω, μεταξύ και άλλων τέθηκε επανειλημμένα και από την υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι δεν μου διαφεύγει ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κατάρτισε το πλαστό έγγραφο σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2009 και την 1.4.
  5. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τη ταύτιση του πάνω μέρους του εντύπου παρακολούθησης τεκμ. 13 και του έντυπου του τεκμ .16 με ημερομηνία έκδοσης 25.5.2010 αλλά και του ότι το τεκμ. 13 συμπεριλαμβανόταν στα έγγραφα της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της αγωγής το έτος 2012, καταλήγω ότι η κατάρτιση του έγινε σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2010 και του έτους
  6. Επίσης με βάση τις επιστολές του δικηγόρου της παραπονούμενης και του δικηγόρου του κατηγορούμενου στην αγωγή ημερομηνιών 5.12.13 και 10.1.14 αντίστοιχα (τεκμήρια 31 και 32) η παράδοση του τεκμ. 13 από την πλευρά του κατηγορούμενου προς την πλευρά της παραπονούμενης έγινε μεταξύ της ημερομηνίας 5.12.13 και του Ιανουάριου του
  7. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων, κατάληξη μου είναι ότι οι σημειώσεις και παρατηρήσεις που ο κατηγορούμενος κατέγραψε στο έντυπο παρακολούθησης τεκμ. 13, σε σχέση με την κατάσταση της παραπονούμενης σε ότι αφορά την πίεση, τους παλμούς, τη θερμοκρασία, το οξυγόνο, την ένταση του πόνου την κινητικότητα και άλλα, δεν ανταποκρίνονται στο χρόνο δηλαδή στις συγκεκριμένες ημερομηνίες που κατέγραψε ο κατηγορούμενος σε αυτό δηλαδή, την 28.1.2009 μέχρι και την 20.2.2009, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το τεκμ. 13 καταρτίστηκε υπό περιστάσεις που στην πραγματικότητα δεν ισχύουν. Επίσης ακόμα κάτι σημαντικό που ο κατηγορούμενος κατέγραψε στο τεκμ. 13 και το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι ότι κατά το χρόνο της νοσηλείας της παραπονούμενης που έφερε τον επισκληρίδιο καθετήρα, δηλαδή από τις 28.1.2009 μέχρι και την 20.2.2009 σε έξι συγκεκριμένες ημερομηνίες διενήργησε αλλαγή του φίλτρου του επισκληρίδιου καθετήρα που τοποθέτησε στην παραπονούμενη, κάτι που σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έγινε ποτέ. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω καταλήγω ότι δρώντας με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος, κατήρτισε πλαστό έγγραφο και συγκεκριμένα το έντυπο παρακολούθησης τεκμ.
  8. Περαιτέρω και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης έχει καταδειχθεί και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης. Το πλαστό έντυπο παρακολούθησης τεκμ.13 ετοιμάστηκε από τον κατηγορούμενο με προφανή σκοπό και στόχο να το παρουσιάσει στην παραπονούμενη, η οποία του καταλόγιζε ιατρική αμέλεια για την μη σωστή παρακολούθηση της κατά την διάρκεια της νοσηλεία της και την μη σωστή διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα που τη είχε τοποθετήσει. Είναι επίσης προφανές και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος κατάρτισε το πλαστό έγγραφο, γνωρίζοντας, την απαίτηση της παραπονούμενης εναντίον του για ιατρική αμέλεια, εφόσον το έτος 2009 προηγήθηκαν και οι επιστολές του δικηγόρου της τεκμήρια 26, 27 και 28, κάτι που επιβεβαιώθηκε και με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον του στις 22.4.
  9. Σκοπός του κατηγορούμενου ήταν να καταδολιεύσει την παραπονούμενη καταδεικνύοντας της ότι ο ίδιος προέβηκε στις ενδεδειγμένες ενέργειες και στη σωστή διαχείριση και παρακολούθηση του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει κατά την διάρκεια της νοσηλείας της. Εδώ προσθέτω ακόμα ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε πως συμπλήρωνε κατά τον ουσιώδη χρόνο το τεκμ.13 με εμφανή σκοπό να καταδείξει ότι δεν ήταν αμελής και με τον τρόπο αυτό να αποφύγει να βρεθεί υπόλογος στην καταβολή αποζημιώσεων προς την παραπονούμενη. Κατηγορία 4 Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αφού με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής, δήλωσε ότι έχει στην κατοχή του το τεκμ 13, ακολούθως, όπως πιο πάνω περιγράφεται, παρέδωσε το εν λόγω πλαστό έγγραφο στην πλευρά της παραπονούμενης όπως προκύπτει και από τις επιστολές ημερ. 5.12.13 και ημερ. 10.1.2014 τεκμ. 31 και 32 . Έχοντας συνεπώς υπόψη τα πιο πάνω η κατάληξη μου είναι ότι ο κατηγορούμενος με την παράδοση του, κυκλοφόρησε το πλαστό έγγραφο εν γνώσει του ότι αυτό ήταν πλαστό και με δόλιο τρόπο. Κατηγορία 5 Κατάρτιση πλαστών αποδεικτικών στοιχείων Σε σχέση με την 5η κατηγορία αυτή με βάση το κατηγορητήριο βασίζεται στο άρθρο 116 εδάφιο (α) που προνοεί ότι όποιος, µε σκοπό παραπλάνησης Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία πλάθει αποδεικτικό στοιχείο µε µέσα διαφορετικά από ψευδορκία ή πρόκληση σε ψευδορκία είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Το εδάφιο (β) του άρθρου 116 προνοεί ότι όποιος, µε σκοπό παραπλάνησης ∆ικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό αποδεικτικό στοιχείο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Όπως διαπιστώνεται παρά το ότι η νομική βάση της 5ης κατηγορίας βασίζεται στο εδάφιο (α), οι λεπτομέρειες του αδικήματος βασίζονται στο εδάφιο (β) του άρθρου 116 αφού σύμφωνα με αυτές αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος την 16.4.15 με σκοπό την παραπλάνηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατά την ακρόαση της πολιτικής αγωγής με αρ. 2180/10, εν γνώσει του χρησιμοποίησε το πλαστό έγγραφο που αναφέρεται στη 3η κατηγορία. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται το τεκμ. 13 δεν κατατέθηκε τεκμήριο από τον κατηγορούμενο κατά την εκδίκαση της αγωγή, ως ήταν η λανθασμένη κοινή αντίληψη των δύο πλευρών στην παρούσα διαδικασία. Όπως επίσης αναφέρεται πιο πάνω η 16.4.15 είναι η ημερομηνία που έδωσε μαρτυρία κατά την εκδίκαση της αγωγής η παραπονούμενη κατά την διάρκεια της οποίας κατέθεσε μεταξύ άλλων και το τεκμ. 13 για τους λόγους που πιο πάνω περιγράφονται. Στη βάση των πιο πάνω, δεν υπάρχει άμεση και σαφής μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το τεκμ. 13 κατά την δικαστική διαδικασία της αγωγής στις 16.4.15 όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Τούτου δεδομένου αλλά και της ανακολουθίας μεταξύ της νομικής βάσης και των λεπτομερειών του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, καθώς και της επιλογής της πλευράς της κατηγορούσας αρχής να προωθήσει μέχρι το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας την 5η κατηγορία για το συγκεκριμένο αδίκημα στη βάση του εδαφίου (α) του άρθρου 116 με τις προαναφερόμενες λεπτομέρειες, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται η 5η κατηγορία. Στην βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 3 και 4 όπου αυτός κρίνεται ένοχος με τις εξής διαφοροποιήσεις. Στην κατηγορία 3 οι ημερομηνίες διάπραξης του αδικήματος διαφοροποιούνται σε « άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2010 και του έτους 2012» αντί «μεταξύ του έτους 2009 και της 1.4.2015» ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Στην κατηγορία 4 οι ημερομηνίες διάπραξης του αδικήματος διαφοροποιούνται σε «μεταξύ της ημερομηνίας 5.12.13 και Ιανουάριου του 2014» αντί «μεταξύ του έτους 2009 και της 1.4.2015» ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος (βλ. επιστολές τεκμ 31 και 32). Οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις προέκυψαν από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αφορούν συστατικό στοιχείο των αδικημάτων και ως εκ τούτου η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν είναι αναγκαία ((βλέπε μεταξύ άλλων Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, Ξενάκης Μέλη ν. Vassos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση αρ. 182/2014, απόφαση ημερομηνίας 23.10.2015 και το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 3 και 4. Στην κατηγορία 5 για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Α. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.