← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Τσιάτταλος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19639/17, 23/12/2022

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Τσιάτταλος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19639/17, 23/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B45 90ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Α.Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 19639/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον

  1. Α. Π.
  2. Μάριος Τσιάτταλος Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23.12.2022 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο 2 : κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ (στον Κατηγορούμενο 2) Ο Κατηγορούμενος 2 (στο εξής «ο Κατηγορούμενος») βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα για τα αδικήματα της πλαστογραφίας (3η κατηγορία) και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (4η κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται με λεπτομέρεια στην τελική καταδικαστική απόφαση ημερ. 14.12.2022 και δεν θα επαναληφθούν. Συνοπτικά σημειώνω ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο και συγκεκριμένα διάγραμμα ελέγχου-φόρμα παρακολούθησης του επισκληρίδιου καθετήρα που ως γιατρός αναισθησιολόγος τοποθέτησε στην ασθενή Α. Μ., η οποία υποβλήθηκε σε επέμβαση και νοσηλευόταν στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Αχίλλειον. Κατά την νοσηλεία της Μ. (στο εξής η παραπονούμενη), υπήρξαν επιπλοκές που είχαν ως αποτέλεσμα την παράλυση της. Κατόπιν του συμβάντος αυτού καταχώρησε πολιτική αγωγή (στο εξής η αγωγή), εναντίον του κατηγορούμενου άλλων δύο γιατρών και του ιδιωτικού νοσοκομείου, με την οποία απαίτησε αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια. Η ιατρική αμέλεια αποδόθηκε, από την πλευρά της παραπονούμενης, στη μη σωστή και ενδεδειγμένη παρακολούθησή της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, αλλά και στη παρατεταμένη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα χωρίς τον ενδεδειγμένο έλεγχο και την ορθή διαχείριση του από τον κατηγορούμενο, ο οποίος κατά τον χρόνο της νοσηλείας της, ως γιατρός αναισθησιολόγος ήταν ο υπεύθυνος για τη διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει. Το Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή επιδίκασε υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον των εναγόμενων αποζημιώσεις για το ποσό των €1.300.000 πλέον τόκους. Ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας την ύπαρξη της απαίτησης της παραπονούμενης εναντίον του για ιατρική αμέλεια, κατάρτισε το επίδικο πλαστό έγγραφο και ακολούθως το παρέδωσε στην πλευρά της, με σκοπό να καταδείξει ότι ο ίδιος προέβηκε στις ενδεδειγμένες ενέργειες και στη σωστή διαχείριση και παρακολούθηση του επισκληρίδιου καθετήρα που της είχε τοποθετήσει κατά την διάρκεια της νοσηλείας της. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 14.12.22, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στην 5η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της κατάρτισης πλαστών αποδεικτικών στοιχείων με σκοπό την παραπλάνηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατά την ακρόαση αγωγής. Επίσης σημειώνω όπως αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, παρότι δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, επικαλέστηκε την επιείκεια του Δικαστηρίου καλώντας το να λάβει υπόψη ότι ο κατηγορούμενος παρά την ηλικία του (58 ετών) είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι από τις πράξεις του κατηγορούμενου δεν προκλήθηκε ζημιά στην παραπονούμενη. Επίσης ζήτησε να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως τις έχει εκθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και οι δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης στον ίδιο και στην επαγγελματική του σταδιοδρομία . Τέλος ζήτησε να ληφθεί σοβαρά υπόψη και το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο. Όλα όσα ανέπτυξε η ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου με την αγόρευση της, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να παρατίθενται στην ολότητα τους και αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εκεί που κρίνεται αναγκαίο. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα προκύπτει κυρίως από τις αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264, Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Συγκεκριμένα, για τα αδικήματα της πλαστογραφίας εγγράφου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών, αποτελεί δε πάγια νομολογιακή αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637). Πέραν των προβλεπόμενων ποινών, η σοβαρότητα των αδικημάτων του καταρτισμού πλαστών εγγράφων και της κυκλοφορίας τους, προκύπτει και από την ίδια τη φύση τους, αφού συγκαταλέγονται στα αδικήματα στα οποία το στοιχείο της απάτης είναι εμφανές και έντονο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος προκύπτει επίσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του, υπογραμμίζει ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων των συγκεκριμένων κατηγοριών, έγκειται στο στοιχείο της απάτης, της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Πρόσφατα, στην υπόθεση Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21, στην οποία ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, σημειώθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνοντας καθοδήγηση από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, «Sentencing in Cyprus», 2η Έκδ., 2007, 144-5, ότι το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρείται κατ΄ ανάλογο τρόπο με την πλαστογραφία και ότι αδικήματα αυτής της φύσης τιμωρούνται συνήθως με φυλάκιση, κατέληξε ότι τέτοια έπρεπε να ήταν και η ποινή του Εφεσείοντα. Οι αδικοπραγίες του ενείχαν το στοιχείο της εξαπάτησης των αρχών του κράτους προς εξυπηρέτηση των ιδιοτελών του σκοπών και την απόκτηση περιουσιακού οφέλους μεγάλης αξίας.» Οι ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα πλαστογραφίας, όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, πρέπει να είναι αποτρεπτικές, ( βλ. Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 324, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Αστυνομία ν. Βακανά Ποιν. Εφ. 173/20 ημερ. 20.5.21, Mohamed El Fedy v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16, Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομία (πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση θα ήθελα επίσης να υπογραμμίσω ότι οι πράξεις του κατηγορούμενου δεν συμβαδίζουν με το λειτούργημα που υπηρετεί δηλαδή αυτό του γιατρού και κλονίζουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του ιατρικού επαγγέλματος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει ασφαλώς το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ατονεί. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Για προσδιορισμό της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και των όσων υπογραμμίσθηκαν πιο πάνω. Σημειώνω εξαρχής πως αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου προσώπου να αρνηθεί τις κατηγορίες που του αποδίδονται και η άρνηση αυτή σίγουρα δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα για σκοπούς επιβολής ποινής. Ωστόσο, η άρνηση εκ μέρους ενός κατηγορούμενου των κατηγοριών που του αποδίδονται, στερεί τον τελευταίο της επιπρόσθετης επιείκειας που επιδεικνύεται προς ένα πρόσωπο που άμεσα και ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, παραδέχεται τα αδικήματα που διέπραξε (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Για σκοπούς επιβολή ποινής λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος, παρά την ηλικία του (58 ετών), είναι λευκού ποινικού μητρώου. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιεικείας του Δικαστηρίου (βλ. Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Παράλληλα δεν παραγνωρίζω ότι δεν προκλήθηκε ζημία από την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, δηλαδή της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Τούτο δεδομένου του ότι η παραπονούμενη πέτυχε την έκδοση απόφασης υπέρ της στην αγωγή για το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω. Υπογραμμίζω ότι για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση σαφώς και δεν λαμβάνονται υπόψη τα τραγικά αποτελέσματα που είχε για την παραπονούμενη η ιατρική αμέλεια του κατηγορούμενου αλλά και άλλων γιατρών η οποία απετέλεσε αντικείμενο και αποφασίσθηκε στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 58 ετών, πατέρας δύο παιδιών που φοιτούν στο πανεπιστήμιο και ο ίδιος, ως αναφέρθηκε από τη συνήγορο του, εργάζεται ως μοναδικός γιατρός αναισθησιολόγος σε συγκεκριμένη κλινική. Λαμβάνω υπόψη μου τα πιο πάνω όπως επίσης και τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης του κατηγορούμενου, καθώς και το γεγονός ότι μετά την καταδίκη του στην παρούσα υπόθεση, ενδεχομένως να ακολουθήσει η πειθαρχική δίωξη του από το πειθαρχικό συμβούλιο του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου («Π.Ι.Σ.»). Σημειώνω βέβαια εδώ ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν θα οδηγήσει άνευ ετέρου στην απώλεια της άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος του κατηγορούμενου. Από τη συνήγορο υπεράσπισης, έγινε αναφορά στην ύπαρξη του ενδεχόμενου το πειθαρχικό συμβούλιο του Π.Ι.Σ. να αναστείλει για κάποιο χρονικό διάστημα την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του κατηγορούμενου. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Yeates κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 και Zak & others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6 όπου η ποινή φυλάκισης με ή χωρίς αναστολή συνεπαγόταν την άμεση απόλυση των εφεσειόντων από τον στρατό των Βρετανικών Βάσεων. Τέλος λαμβάνω υπόψη τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου το αδίκημα της πλαστογραφίας διαπράχθηκε μεταξύ των ετών 2010 και 2012, ενώ της κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου τέλος του έτους 2013 με αρχές του 2014. Σημειώνω ότι δεν υπήρξε κωλυσιεργία εκ μέρους των διωκτικών αρχών στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τούτο διότι η διάπραξη των αδικημάτων διαπιστώθηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής κατά το έτος 2015 και η καταγγελία της παραπονούμενης στην αστυνομία έγινε τον Δεκέμβριο του 2016 μετά την εκδίκαση της αγωγής και την έκδοση απόφασης. Όσον αφορά τον χρόνο που παρήλθε μετά, αυτός οφείλεται σε διάφορες αναβολές της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, οι οποίες, δεν οφείλονταν στον κατηγορούμενο. Σε κάθε περίπτωση το αντικειμενικό γεγονός της παρέλευσης αυτού του χρονικού διαστήματος λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου ως σοβαρό ελαφρυντικό, έχοντας κατά νου την αρχή ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο. (βλ. κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285). Σημειώνω όμως παράλληλα ότι στην προκειμένη περίπτωση, ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής. Ποινές φυλάκισης επιβλήθηκαν στις υποθέσεις Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21 όπου υπήρξε καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση, Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 όπου υπήρξε καθυστέρηση 14 ετών, το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22 όπου υπήρξε καθυστέρηση 4 ετών και η παραδοχή ήταν άμεση και Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 όπου υπήρξε καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Κρίνω πως και στην προκειμένη περίπτωση, ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως υπογραμμίζεται πιο πάνω, ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής παρά μόνο το ύψος της. Στη βάση συνεπώς όλων των πιο πάνω και συνεκτιμώντας από την μία τη σοβαρότητα των αδικημάτων και από την άλλη τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου, στους οποίους αναφέρθηκα πιο πάνω, καταλήγω ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρώ ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 A.A.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 A.A.Δ. 701). Τα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορουμένου ­ως εκτίθενται, πιο πάνω , ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της. Επιβάλλω συνεπώς στον Κατηγορούμενο σε κάθε μία από τις κατηγορίες 3 και 4, ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της κατάληξης μου σε σχέση με την αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, εγείρεται προς εξέταση το κατά πόσον η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή κατά πόσον η ποινή θα πρέπει να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, ο οποίος παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλε εάν κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (άρθρο 3
(2)του Νόμου). Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Κυπρίζογλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.17.) Σημειώνω επίσης ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών και η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. (βλ. Ιωσήφ (πιο πάνω). Στην απόφαση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311 έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Λαμβάνω εν προκειμένω υπόψη μου όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, τόσο σε σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όσο και τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου και συνυπολογίζω εκ δευτέρου όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες. Χωρίς να παραβλέπω την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, έχοντας κατά νου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την ηλικία του, καθώς και το γεγονός ότι πέραν της ποινής που του επιβλήθηκε ενδεχομένως να ακολουθήσει και πειθαρχική δίωξη εναντίον του από τον Π.Ι.Σ., καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση, έστω και οριακά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να κλίνει υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Με τα πιο πάνω δεδομένα, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης αντικατοπτρίζει, από τη μια πλευρά, την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και από την άλλη, εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινής. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Ο κατηγορούμενος να καταβάλει €210 για τα έξοδα. Επίσης για τον λόγο που αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής τα επιπρόσθετα έξοδα ύψους €595 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Α. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.